Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα)



-Μια γριούλα που πέρασε, στάθηκε, ανασήκωσε από το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα.

-Με γνωρίζεις, κυρά μου; τη ρώτησα.

Με κοίταξε ξαφνιασμένη.

-Όχι, παιδί μου. Είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω; Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι κι εγώ∙ δε φτάνει;

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Αναφορά στον Γκρέκο.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Γεωργία Μελανίτου.


Γεννήθηκα στην Μάρπησσα Πάρου το 1966.

Ανά περιόδους διέμενα (για σπουδές ή εργασία) στην Αθήνα, Κρήτη και Σύρο.

Κατοικώ στο Μαρκόπουλο Αττικής.

Από παιδί ζωγράφιζα, διάφορα θέματα. Αντιγραφές από προσωπογραφίες αγαλμάτων κυρίως αλλά και διάφορες μορφές και φιγούρες. Παράλληλα έκανα σκίτσα με μολύβι και κάρβουνο (κυρίως τοπία ή νεκρή φύση), χρησιμοποιώντας λίγο χρώμα κυρίως με ξυλομπογιές και παστέλ, μετά το Γυμνάσιο και με σινική μελάνη. 

Κατά τη φοίτησή μου στο Τεχνικό Λύκειο παρακολούθησα γραμμικό σχέδιο.

Παράλληλα, εκτάκτως για μια χρονιά,, είχα την ευκαιρία να κάνω κάποια μαθήματα ζωγραφικής μέσω ενός προγράμματος επιμόρφωσης του Δήμου Ερμουπόλεως Σύρου. Εκεί διδαχτήκαμε κυρίως σκίτσο, φωτοσκιάσεις και προοπτική.

Κατά την εισαγωγή μου στα ΤΕΙ Αθήνας (Τεχνολόγος στη Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών) εξετάστηκα και σε σχέδιο (ελεύθερο και γραμμικό).

Στη σχολή παρακολούθησα μαθήματα γραφιστικής, χρώματος, φωτογραφίας, καλλιτεχνικής στοιχειοθεσίας και βιβλιοδεσίας, καλλιτεχνικής μεταξοτυπίας, εκτυπώσεων κλπ.
 
Έχω εργαστεί σε εφημερίδες και περιοδικά ως γραφίστρια (σχεδιασμός διαφημιστικών μακετών). Παράλληλα έχω φτιάξει ορισμένα εταιρικά λογότυπα, εξώφυλλα βιβλίων και ζωγραφιές για ημερολόγια ειδικής θεματολογίας.

Μέσω συμμετοχής μου σε κάποιο ζωγραφικό διαγωνισμό είχα κερδίσει δωρεάν μαθήματα ζωγραφικής δι’ αλληλογραφίας.

Τα τελευταία 15 χρόνια, είχα εγκαταλείψει την ζωγραφική και είχα απορροφηθεί στη δημοσιογραφία.
Πρόσφατα, αποφάσισα να ασχοληθώ εκ νέου, ζωγραφίζοντας κάποια θέματα σε μπλούζες και ύφασμα, με ανεξίτηλους μαρκαδόρους. Επιλέγω θέματα που μου προκαλούν το ενδιαφέρον ή θέματα που ελπίζω ότι θα δώσουν χαρά σε όσους ζητούν μια εξατομικευμένη ζωγραφιά. Το σκέφτομαι ως ιδιαίτερα οικονομική τέχνη που μπορεί να διατεθεί σε άλλους  με «συμβολικό αντίτιμο».

Τις θετικότερες κριτικές έχω λάβει για τα πορτρέτα σκύλων που έχω δημιουργήσει, βάσει των φωτογραφιών που μου αποστέλλουν μέσω ίντερνετ.

Στο ηλεκτρονικό άλμπουμ Art MAKO – G.R. έχω αναρτήσει κάποιες από τις πρόσφατες προσπάθειες:


Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:


Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Ο καθρέφτης του Ματσουγιάμα



Η ιστορία αυτή είναι από την Ιαπωνία, σε μια εποχή που οι καθρέφτες ήταν πολύ σπάνιοι και οι άνθρωποι στα χωριά αγνοούσαν την ύπαρξή ή τη χρήση τους.

Ζούσε κάποτε σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ιαπωνίας ένας άντρας, ο Ματσουγιάμα, με τη γυναίκα του και με την κόρη τους την οποία λάτρευαν. Κάποια μέρα, όταν το παιδί τους ήταν μωρό ακόμα, ο πατέρας χρειάστηκε να ταξιδέψει στην πρωτεύουσα για κάποια πολύ σημαντική υπόθεση. Ένα τέτοιο ταξίδι εκείνη την εποχή κρατούσε πολλές μέρες. Η μητέρα έμεινε μόνη με την κόρη της και ένιωθε κάπως φοβισμένη. Αισθανόταν όμως και περήφανη, γιατί ήταν η πρώτη φορά που κάποιος από το χωριό τους πήγαινε στην πρωτεύουσα, εκεί που ζούσε ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς και όπου μπορούσε κανείς να αγοράσει τα πιο παράξενα και πιο πολύτιμα πράγματα.

Όταν η μέρα του γυρισμού ήρθε, η μητέρα έντυσε την κόρη τους με τα ωραιότερα ρούχα και μαζί περίμεναν με ανυπομονησία να δουν τον ταξιδιώτη να εμφανίζεται στον μεγάλο δρόμο. Μπορεί κανείς να φανταστεί τη χαρά τους όταν συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν και γελούσαν, πάλι μαζί μετά από τόσες μέρες. 

Ο πατέρας τους είχε φέρει από τη μεγάλη πολιτεία πολλά και παράξενα παιχνίδια και άλλα πράγματα, αλλά και ατέλειωτες ιστορίες για τις νύχτες του χειμώνα.

Όταν έμειναν μόνοι τους ο άντρας είπε στη γυναίκα:

— Σου έχω φέρει κάτι ακόμα, ένα παράξενο αλλά ωραίο πράγμα. Κοίταξε και πες μου τι βλέπεις.

Η γυναίκα άνοιξε το ξύλινο κουτί και παρουσιάστηκε ένα γυαλιστερό ασημί χρώμα σαν να ήταν η καθαρότερη λίμνη.  

— Βλέπω μια ωραία κοπέλα που με κοιτάζει και κουνά τα χείλη της σαν να θέλει να μου μιλήσει. Ω, και κατά σύμπτωση, φορά ένα γαλάζιο φόρεμα σαν το δικό  μου!

— Η ωραία κοπέλα που βλέπεις είσαι εσύ! Το πράγμα λέγεται καθρέφτης, είναι σπάνιο στα μέρη μας και μπορεί να σε δείξει όπως σε βλέπουν οι άλλοι.

Η γυναίκα κατενθουσιάστηκε με τον καθρέφτη. Από καιρό σε καιρό της άρεσε να τον ανοίγει και να κοιτάζεται, να παίρνει διάφορες εκφράσεις, να διαλέγει το καλύτερο χαμόγελό της, το πιο συναρπαστικό γέλιο της, την πιο ζεστή έκφρασή της.

Η μητέρα έκρυψε τον καθρέφτη για να μην τον βρει η κόρη της, γιατί είχε καταλάβει πόσο κενόδοξος μπορεί να γίνει κάποιος κοιτώντας τον εαυτό του αντί να κοιτάζει τους άλλους. Ο κίνδυνος ήταν πιο μεγάλος για κάποιον που ήταν όμορφος από τη φύση του και η κόρη τους έμοιαζε να έχει κληρονομήσει τα ωραιότερα στοιχεία και από τους δυο και να της μοιάζει όλο και περισσότερο.

Έκρυψε λοιπόν τον καθρέφτη και κανένας δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν. Ο πατέρας είχε ξεχάσει εντελώς την ύπαρξή του και η κόρη μεγάλωνε χωρίς ποτέ να έχει συναίσθηση πόσο όμορφη ήταν.

Μετά τα καλά, ήρθαν τα άσχημα χρόνια. Η μητέρα αρρώστησε βαριά και κατάλαβε ότι το τέλος της ήταν κοντά. Τις τελευταίες ώρες της ζωής της κάλεσε την κόρη της δίπλα της και της είπε:

— Αγαπημένο μου παιδί, πρέπει να συνηθίσεις στην ιδέα ότι σε λίγο δεν θα είμαι μαζί σας. Όταν αυτό συμβεί, θέλω να ανοίξεις το κουτί με τα προσωπικά μου αντικείμενα και να πάρεις εκείνο το ξύλινο κουτί, τον καθρέφτη. Να τον κοιτάς κάθε πρωί και κάθε βράδυ και να ξέρεις ότι εκεί μέσα θα βλέπεις εμένα.

Η κόρη το υποσχέθηκε στη μητέρα της και αυτή πέθανε λίγο αργότερα.

Από τότε κάθε μέρα, πρωί και βράδυ, η κοπέλα έπαιρνε τον καθρέφτη και τον κοιτούσε. Δεν έβλεπε μέσα του την μητέρα της γερασμένη και με ρυτίδες, όπως ήταν τους τελευταίους μήνες της αρρώστιας της, αλλά όλο ομορφιά, δροσιά και χάρη, όπως τη θυμόταν όταν ήταν ακόμα κοριτσάκι η ίδια. Το βράδυ, πριν να κοιμηθεί, κοιτούσε τον καθρέφτη και έλεγε στη νεαρή μητέρα της τα προβλήματα, τις δυσκολίες, αλλά και τις χαρές της μέρας. Κι εκείνης το πρόσωπο, ανάλογα με το τι της έλεγε, πότε ήταν θλιμμένο και σκεπτικό και πότε γελαστό και χαρούμενο.

Η προσπάθειά της ήταν να φτιάχνει τη ζωή της έτσι που το πρόσωπο της μητέρας της να είναι όσο το δυνατό πιο χαρούμενο, όταν της διηγούταν τη ζωή της το βράδυ. Η μεγάλη της χαρά ήταν να μπορεί να της λέει: «Μητέρα, σήμερα ήμουν όπως θα ήθελες να είμαι. Μπορείς να είσαι περήφανη για μένα».  Και αμέσως στον καθρέφτη έβλεπε την εικόνα να γίνεται χαρούμενη, ευτυχισμένη, αποφασιστική, περήφανη.

Ο Ματσουγιάμα παραξενευόταν που έβλεπε την κόρη του να περνά τόση ώρα μπροστά στον καθρέφτη και να του μιλάει, γι’ αυτό ανησύχησε και κάποια μέρα τη ρώτησε τι της συμβαίνει.

— Πατέρα, βλέπω στον καθρέφτη τη μητέρα και της μιλώ. Ήταν κάτι που της είχα υποσχεθεί λίγο πριν πεθάνει. Και του είπε τις συνομιλίες που κάνει μαζί της, τα προβλήματα και τις χαρές που της διηγείται.

Εκείνος συγκινήθηκε από την απλότητα και την αθωότητα κόρης του, καθώς και την αγάπη της για τη μητέρα της. Έτσι προτίμησε να μην της χαλάσει το όνειρο: ποτέ δεν της είπε ότι το ωραίο, ώριμο, σοφό πρόσωπο που έβλεπε και που κάθε μέρα έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τη μητέρα της, ήταν το δικό της.

(Ιαπωνία)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Έφη Κοκκινάκη.


Γεννήθηκα στην Αθήνα και σπούδασα ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Νίκου Κεσσανλή.

Από το 1995 ζω και εργάζομαι στη Ρόδο, στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Το 2014 είχα τη χαρά να εικονογραφήσω ένα παιδικό βιβλίο «The sweets of God» της Ισραηλινής συγγραφέως Daria Aharoni Bedlinger, το οποίο εκδόθηκε στο Ισραήλ (εκδόσεις Steimatzky).

Την ίδια χρονιά έλαβα μέρος στην έκθεση εικονογράφων από όλο τον κόσμο (Il posto del favor) στη Ρόκα της Ιταλίας.

Έχω λάβει μέρος σε πολλές συλλογικές εκθέσεις. Έργα μου βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο.

Η σελίδα της Έφης στο facebook:

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:





Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Το γλυκό



Ο μπαρμπα-Μυτούσης αγαπά πολύ τα δυο του ανεψούδια: τον Κλούβιο και την Σουβλίτσα. Πρέπει όμως να ’χει μεγάλη υπομονή και με τους δυο. Η Σουβλίτσα είναι άτακτη, ακατάστατη και σκανταλιάρα – ένα μικρό ζιζάνιο.

  Ο Κλούβιος είναι λίγο τεμπέλης. Του αρέσει να ξαπλώνεται στα μαξιλάρια και στους καναπέδες, όπως τα γατάκια. Είναι και λίγο φοβιτσιάρης. Μπουμ! να του κάνει η Σουβλίτσα, ξαφνιάζεται. Φοβάται τα σκοτάδι, τα ποντίκια, τις βροντές.

  Η Σουβλίτσα δεν φοβάται τίποτα. Κι έτσι μπορεί να τον πειράζει με όλα αυτά. Όταν είναι οι δυο τους στο σπίτι, ο μπαρμπα-Μυτούσης στήνει πάντοτε αυτί. Μόλις καθίσει και φορέσει τα γυαλιά του για να διαβάσει την εφημερίδα, κάτι θα γίνει, ένας κρότος, κάποια φασαρία. Πρέπει να σηκωθεί και να τρέξει να δει τι συμβαίνει… Νά! όπως τώρα. Τι θόρυβος είν’ αυτός; Από ποια μεριά έρχεται; Από την κουζίνα; Ίσως να ’ναι η γάτα… Όχι! Τώρα νιαούριζε στην αυλή. Ο μπαρμπα-Μυτούσης είναι ανήσυχος. Περίεργο! Θα ’λεγε κανείς πως έπεσε το μισό σπίτι… Η πόρτα της κουζίνας κλειστή. Προσπάθησε να την ανοίξει.

  – Σουβλίτσα… φωνάζει. Ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα της κουζίνας.

  – Μπαρμπούλη μου, δεν είναι κλειδωμένη. Στάσου… έπεσε το σκαμνί στην πόρτα, γι’ αυτό δεν ανοίγει. Μπλέχτηκα πάλι.

  Μα πώς να μην μπλεχτεί. Τίποτε όρθιο δεν είχε μείνει στην κουζίνα.

  Ο μπαρμπα-Μυτούσης μισάνοιξε την πόρτα και κοίταζε.

  Η Σουβλίτσα έτριβε μια το γόνατό της και μια τον αγκώνα της.

  Ο Κλούβιος κρυμμένος κάτω από το τραπέζι. Γύρω του όλα κάτω. Ο τρίφτης, η σχάρα, το τρυπητό, η κουτάλα. Ο μπαρμπα-Μυτούσης ξύνει το κεφάλι του. (Έτσι κάνει πάντα όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.)

  – Σουβλίτσα, λέει. Τι είναι εδώ μέσα;

  – Μπαρμπούλη, κουζίνα ήτανε. Μη μου θυμώνεις, θα ξαναγίνει πάλι.

  – Εκεί κάτω από το τραπέζι κάποιος κουνιέται. Μήπως είναι η γάτα;

  – Εγώ είμαι, Μπαρμπούλη, ο…ο…Κλούβιος…

  – Σήκω επάνω, έβγα από την κρυψώνα τέλος πάντων. Σουβλίτσα! αυτό το σπασμένο βάζο με το γλυκό, τι είναι;

  Η Σουβλίτσα κομπιάζει. Κατεβάζει το κεφαλάκι της. Μια κοιτάζει το βάζο, μια τον μπαρπα-Mυτούση, μια τον Kλούβιο.

  – Mπαρμπούλη μου... Aυτό το βάζο, αυτό το βάζο… μα γι’ αυτό το βάζο έγινε όλη η ιστορία.
  Άρχισε η Σουβλίτσα να τα μπερδεύει.

  – Είναι ένας μήνας τώρα που μας το ’στειλε απ’ το χωριό η θεία Βγενή. Το είχα ξεχασμένο. Ξαφνικά το θυμήθηκα. Ήτανε πολύ καλά κρυμμένο στο πάνω ράφι μέσα στο γουδί. Όλο αυτόν τον καιρό δεν κάναμε και καμιά σκορδαλιά βλέπεις…

  Ξερόβηξε ο Μπαρμπούλης, αλλά η Σουβλίτσα δε σταμάτησε. Ανέβηκα στο τραπέζι, που λες, να το πάρω. Τεντώθηκα να το φτάσω. Όλα πηγαίνανε καλά ώς εκεί. Τη στιγμή που έπιανα το γουδί, άκουσα φτέρνισμα… Έκανα πίσω να δω ποιος είναι… και πάρ’ την κάτω την Σουβλίτσα μαζί με το βάζο και ό,τι άλλο ήταν στο ράφι.

  Καλά να πάθει… φώναξε ξαφνικά Ο Κλούβιος. Καλά να πάθει γιατί θα το ’τρωγε όλο μονάχη της.

  – Και τι κατάλαβες; Μήπως έφαγες εσύ τώρα; του λέει η Σουβλίτσα.

  Ο μπαρμπα-Μυτούσης χτυπάει ανυπόμονα το πόδι του… Δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος.

  – Σουβλίτσα, έμενα να κοιτάς κι όχι τον Κλούβιο τώρα που σου μιλώ. Δεν μου λες, γιατί το έκρυψες;

  – Να σου πω, Μπαρμπούλη. Νά! όταν έχουμε γλυκό το τρώνε οι ξένοι… Έρχεται ο κυρ Χρίστος. Λες: «Φέρτε του κυρ Χρίστου μια κουταλιά γλυκό με το νερό…» Πάει μια κουταλιά. Έρχεται η κυρα-Φρόσω· της λες: «Μη φύγεις, Φρόσω μου, πριν φας ένα γλυκό…» Πάει δεύτερη κουταλιά… Έρχεται ο Γιαννάκης· λες: «Δώστε στο παιδί μια μεγάλη κουταλιά γλυκό». Μια…δυο…τρεις… αδειάζει το βάζο με το γλυκό…

  Όσο τα ’λεγε αυτά, είχε φουντώσει η Σουβλίτσα, τα μαγουλάκια της κοκκίνισαν, αλλά δεν έπαψε να μιλά.

  – Γλυκό από εδώ, γλυκό από εκεί, εμείς μόνο το βάζο βλέπουμε.

  Ο Μπαρμπούλης έγινε σκεπτικός. Μήπως είχε κάποιο δίκιο η Σουβλίτσα; Ναι… αλλά…αλλά γιατί να κρύψει το γλυκό. Ύστερα μπορούσε να χτυπούσε σαν έπεφτε. Κούνησε το κεφάλι, κοίταξε και τους δυο και είπε:

  – Σουβλίτσα…

  Κι εκείνη, παραπονεμένα:

  – Ναι, Μπαρμπούλη, δεν ήτανε βλέπεις τυχερό να φάω πάλι γλυκό.

ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΧΑΡΗ-ΠΕΡΡΑΚΗ
(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)
   
    
Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε Μαρία Καλαϊτζίδου.


Γεννήθηκα στις 2 Ιανουαρίου 1980 στη Θεσσαλονίκη. Μένω στον Παντελεήμονα του Κιλκίς με τον σύζυγο και τα δυο μας παιδιά.

Σπούδασα γραφιστική στο ΙΕΚ Κιλκίς, στο τμήμα ΓΡΑΦΙΣΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΗΣ ΕΝΤΥΠΟΥ 1999-2001.

Έχω παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής και αγιογραφίας στα τμήματα του δήμου Ελευθερίου-Κορδελιού.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: