Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Το γέλιο




(Ο θείος και η θεία ενός μικρού μαθητή έρχονται απ’ την Αμερική, για να μείνουν πια στην Ελλάδα. Καθώς η οικογένεια του μαθητή φιλοξενεί τους νεοφερμένους, διαπιστώνει ότι ο θείος δεν είναι σε τόσο καλή νευρική κατάσταση -γελάει συχνά χωρίς λόγο τη νύχτα- ενώ η θεία του φέρεται πολύ αυστηρά. Ο μαθητής, που τον αγαπάει ιδιαίτερα , αμφιβάλλει για τους χαρακτηρισμούς των άλλων. Μια μέρα ο μικρός ανακαλύπτει τυχαία πως ο θείος του αγοράζει συχνά πουλιά, που πιάνουν κάτι παιδιά, και μετά τα ελευθερώνει. Το γεγονός αυτό μεγαλώνει την αγάπη και το σεβασμό που νιώθει για κείνον.)

-Το έσκασες από το σχολείο; μου είπε ένα παιδί.

-Ναι, έκαμα εγώ, έτσι, για να πω κάτι.

-Καλά έκαμες! είπε αυτός σοβαρά. Κι εγώ το έσκασα. Εδώ απάνω είναι πολύ ωραία. Να, τώρα έρχεται και ο Αμερικάνος. Κάνε χάζι…

Γύρισα κατά κει που έδειχνε και είδα το θείο Περικλή. Πέρασε από μπρος μου δίχως να με προσέξει και κάθισε στο καφενεδάκι που ήταν έρημο εκείνη την ώρα. Φαινόταν ανήσυχος και όλο κοίταζε γύρω του, σαν κάτι να περίμενε που όλο αργούσε. Πήγε και ο καφετζής κοντά του και του έφερε νερό και λουκούμι, έτσι δίχως να τον ρωτήσει αν το θέλει.

-Δεν ήρθε κανείς ακόμη;

-Όχι, έκαμε ο καφετζής. Ε, δεν έγινε και τίποτα αν δεν έρθουν και μια μέρα. Θα έχεις διάφορο τα λεφτά σου, χριστιανέ μου. Τι τα κάνεις τόσα πουλιά; Στην Αμερική τα στέλνεις;

Ο θείος Περικλής χαμογελούσε δίχως να λέει τίποτα, και σαν έφυγε από κοντά ο καφετζής ξεθαρρεύτηκα εγώ και πήγα πιο κοντά και τον κοίταζα. Μα αυτός δεν ξαφνιάστηκε, ούτε που με γνώρισε. Κάθισα έτσι αμίλητος στην καρέκλα πλάι του και περίμενα να μου πει κάτι, να με ρωτήσει τουλάχιστον τι γύρευα ολομόναχος εκεί πάνω.

-Φάε το λουκούμι, είπε σιγά. Φα το, εγώ δεν το θέλω.

Μου φάνηκε να μιλούσε σε ένα οποιοδήποτε παιδί και όχι σε μένα τον ανιψιό του, που ζούσαμε στο ίδιο σπίτι. Έφαγα το λουκούμι σιωπηλά, και μετά περιμέναμε μαζί κάτι, που εγώ δεν το ήξερα και δεν είχα το θάρρος να ρωτήσω.

Έξαφνα το πρόσωπό του φωτίστηκε. Χαμογέλασε ανακουφισμένος:

-Ήρθαν! είπε σα να μιλούσε μόνος του. Ήρθαν!

Ήσαν τρεις νεαροί με μόρτικο ύφος. Ο ένας, ο πιο ψηλός, κρατούσε ένα κλουβί στα χέρια του, ένα παράξενο κλουβί σαν μικρό κοτέτσι, με μια τρύπα στη σκεπή, από όπου κρεμόταν μια κάλτσα χοντροπλεγμένη στο χέρι. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο κλουβί. 



-Καλημέρα, μπάρμπα, είπε ο πιο ψηλός. Σου ‘φερα σήμερα μπόλικα. Άντε τώρα, κατέβαινε τα ψιλά να τελειώνουμε.

Ο θείος έλαμπε από τη χαρά του. Έβγαλε το πορτοφόλι του, πλήρωσε και πήρε το κλουβί.

-Είναι τρεις καρδερίνες, είπε σιγά, δυο σπουργίτια, ένας κοκκινολαίμης. Κάτι είναι κι αυτά…

Σηκώθηκε με το κλουβί στα χέρια, και με ευτυχισμένη αξιοπρέπεια προχώρησε δίχως να μου μιλήσει. Εγώ τον ακολούθησα σα σκυλάκι.

Στεκόταν κάθε λίγο, κοίταζε τα πουλιά και τους κουβέντιαζε μισά ελληνικά και μισά αμερικάνικα, ούτε που ξεχώριζα τι έλεγε. Είχαμε προχωρήσει αρκετά. Εδώ ήταν ερημιά πια, μονάχα κάτι δεντράκια μικρά, κάτι καχεκτικά πεύκα και κυπαρίσσια έβλεπε κανείς, έχωσε σιγά σιγά το χέρι του μέσα στην πλεχτή κάλτσα, έπιασε την καρδερίνα, την κράτησε λίγο στη χούφτα του κοιτάζοντάς της τρυφερά, και έπειτα την άφησε. Το πουλάκι έκαμε δυο γύρους σαστισμένα πάνω στην παλάμη του, κι έπειτα πέταξε μακριά. Έτσι τα έβγαλε έξω όλα, έναν ένα.

-Στο καλό, στο καλό, τους ψιθύριζε συγκινημένος.

Αυτά είχαν φύγει πια, ούτε που φαίνονταν, μα ο θείος Περικλής κοιτούσε έτσι στο βάθος του ορίζοντα, σα να τα έβλεπε και να επικοινωνούσε μαζί τους.



Έπειτα άφησε το κλουβί πίσω από ένα σωρό πέτρες. Το άφησε με προσοχή σα να ήταν κι αυτό ζωντανό. Ήσαν κι άλλα κλουβιά εκεί, όμοια, με χοντροκομμένες κάλτσες ριγμένες κάπως αστεία στο πλάι. Τα μέτρησα μηχανικά:

-Δύο, τρία… πέντε… εφτά…

Ο θείος Περικλής με κοίταζε και χαμογελούσε παράξενα.

-Έρχονται και τα κλέβουν, μου εμπιστεύτηκε. Μα δεν πειράζει. Θα βρω άλλη κρυψώνα.

Από κείνη τη στιγμή είναι που γίναμε φίλοι. Κουβεντιάσαμε στην αρχή για τα πουλιά, όλων των ειδών τα πουλιά. Είμαστε και οι δυο μας σύμφωνοι πως αυτά είναι ό, τι πιο θαυμαστό έχει φτιάξει ο Θεός, γιατί έχουν φτερά και πετάνε. Έπειτα κουβεντιάσαμε για την Αμερική και για το ορυχείο που δούλευε σαν ήταν νέος Εγώ άκουγα με ανοιχτό στόμα, ποτέ μου δεν είχα φανταστεί τέτοια πράγματα. Τόσο βαθιά στη γη να σκάβουν, από το πρωί ως το βράδυ, και πάντα να έχουν μαζί τους ένα μικρό ασήμαντο πουλάκι, να τους δείχνει αν υπάρχει κίνδυνος, φαρμακερό αέριο, θάνατος…

Όταν κοίταξε το ρολόι του έκαμε τρομαγμένος:

-Η ώρα πέρασε. Πάμε!

-Θα σε μαλώσουν αν αργήσεις; ρώτησα σιγά και εννοούσα τη θεία Ανδρονιίκη. 

-Ναι, έκαμε με λύπη κουνώντας το κεφάλι του. Θα με μαλώσουν. 

-Τη φοβάσαι πολύ; τον ξαναρώτησα δίχως να πω όνομα.

-Ναι, είπε αυτός απλά.

Έπειτα με έπιασε από το χέρι και κατηφορίσαμε αμίλητοι και πολύ πολύ γνοιασμένοι.

Ήθελα να τον ρωτήσω και άλλα πράγματα, αν το ξέρει πως ήταν τρελός και γελάει τη νύχτα δίχως λόγο, και αν είναι αλήθεια πως τον δέρνει η θεία. Δεν μιλούσα, μα αυτός με κοίταζε λυπημένα και έλεγε «ναι, ναι» με το κεφάλι, λες και απαντούσε σε όλα τούτα.

Εκεί, λίγο πιο πέρα από το σπίτι μας, δεν άντεξα άλλο, σφίχτηκα απάνω του έτοιμος να κλάψω και του είπα:

-Γίνε καλά, θείε. Γίνε καλά!

Ήταν σα να του έλεγα πως τον αγαπούσα και τον πονούσα και ήταν σα να του εμπιστευόμουνα όλον τον καημό μου για την αγάπη μου, που, το ήξερα, δεν θα την ξαναέβλεπα ποτέ πια.

-Γίνε καλά, θείε. Γίνε καλά!

Στάθηκε στη μέση του δρόμου και με ρώτησε σιγάνα:

-Άμα γίνω καλά, ποιος θα ελευθερώνει τα πουλάκια;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΣΑΡΑΝΤΗ
…

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ιωάννα Βερέμη.



Η Ιωάννα Βερέμη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, απ’ όπου και κατάγεται. Τα τελευταία χρόνια ζει στη Λαμία. Ζωγραφίζει από τα παιδικά της χρόνια, είναι αυτοδίδακτη ζωγράφος και εμπνέεται μέσα από ένα κόσμο φανταστικό. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής σε εικαστικά εργαστήρια. Φιλοτέχνησε το εξώφυλλο βιβλίου ''σε ελεύθερη πτώση'', εικονογράφησε διαφημιστική  αφίσα για τη παράσταση του ''θεατρικού εργαστηρίου Αριστοφάνη''. Έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και σε δημόσιους χώρους. Είναι μέλος του καλλιτεχνικού ομίλου ''ΑRT-ion Lamia''. 

Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, ενδεικτικά αναφέρονται:
2011 ARTSPACE Σαντορίνη
2011 ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
2012 ΦΛΟΙΣΒΟΣ ''Ζωγράφοι σε δράση για τα παιδιά''
2013 ''ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ ΚΑΙ ΘΑΛΛΑΣΣΑ'' Σικάγο ΗΠΑ
2015 ''ΣΤΕΝΑ ΛΑΜΙΑΣ''
2015''ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ'' Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας.          
 2015 ''ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ'' Πινακοθήκη Λαμίας.

 Επικοινωνία στο email: artioanna@gmail.com





…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:








Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Ο ποντικός κι η θυγατέρα του



Μια φορά ήταν ένας ποντικός κι είχε μια θυγατέρα πολύ όμορφη. Ήθελε να την παντρέψει, μα δεν ήθελε να την δώσει σε ποντικό.

Κει που συλλογιότανε, βλέπει τον ήλιο να λάμπει.
 
Α! είπε με το νου του, νά γαμπρός για το κορίτσι μου, και χωρίς να χάσει καιρό την παίρνει και πάει στο παλάτι του ήλιου.

–Ήλιε, την παίρνεις τη θυγατέρα μου γυναίκα; Δε θέλω να τη δώσω σ’ άλλονε τόσο όμορφη, μόνο σε σένα που ’σαι τόσο όμορφος και δυνατός.

–Αχ!, του λέει ο ήλιος, για να ξεφορτωθεί, δεν είμαι γω, όπως με θαρρείς, δυνατότερος απ’ όλους στον κόσμο. Διε κείνα –νά τα σύννεφα, άμα με πλακώσουνε, σκοτεινιάζω και τίποτα δεν μπορώ να τα κάμω. Σύρε σ’ αυτά και χωρίς άλλο θα πετύχεις. Ο καημένος ο ποντικός τι να κάμει! σηκώνεται και πάει στα σύννεφα· μα και κει σκούρα τα βρήκε.

–Βλέπεις το βοριά; του είπαν τα σύννεφα· αυτός όταν φυσά, εμείς σκορπιζόμαστε και χάνουμε τα κομμάτια μας· σύρε στο βοριά.

Τότε ο ποντικός παίρνει τη θυγατέρα του και πάει στο βοριά και του λέει με τι σκοπόν ήρθε σ’ αυτόνα.

–Μετά χαράς, καημένε ποντικέ, θα την έπαιρνα την όμορφή σου τη θυγατέρα, μα δεν είμαι γω όπως με θαρρείς δυνατός. Σύρε κει σε κείνον τον πύργο. Τον βλέπεις; σαράντα χρόνια φυσώντας δεν μπόρεσα να τον ρίξω κάτω.

Να μην τα πολυλογούμε, πηγαίνει και στον πύργο και του λέει τα ίδια. Ο πύργος τότε γυρίζει και του λέει:

–Ποντικέ, ποντικέ, ακούς μια βοή μέσα στους τοίχους μου; τι θαρρείς πως είναι; αντρειωμένα θεριά, ποντικοί, που με κατατρώνε και κοντεύουνε να με ρίξουνε κάτω. Απ’ τους ποντικούς πλειότερο αντρειωμένος και δυνατός κανείς δεν είναι στον κόσμο και καθόλου κανένα να μην ακούς.

Τότε ο ποντικός γίνηκεν η καρδιά του και δίνει την κόρη του σ’ έναν αντρειωμένο και όμορφο ποντίκαρο.

Λαϊκό παραμύθι

(Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σιας A.E., 1994)
…


Κάθε βδομάδα η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Κωστής Μακρής.




Γεννήθηκε στην Αθήνα, Ελλάδα, όπου ακόμα ζει και εργάζεται.

Έχει εργαστεί και εργάζεται ως γραφίστας, ζωγράφος, εικονογράφος, ερασιτέχνης ξυλουργός και εδώ και περίπου 8 χρόνια γράφει συστηματικά.

«Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες» είναι το πρώτο βιβλίο του που εκδόθηκε (Εκδόσεις Πατάκη, 2009).

Το δεύτερο βιβλίο του, "Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια", κυκλοφορεί από τον Ιούνιο 2015, επίσης από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.

Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.

Μερικά από αυτά είναι:





Περιοδικό «Κλεψύδρα»

και άλλα.

Υπάρχει επίσης και το προσωπικό μπλογκ: https://kostismakris.wordpress.com

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:







Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Ζήτω το φθινόπωρο!




Η Παυλίνα αγαπάει πολύ το καλοκαίρι. Τον ήλιο, τη θάλασσα, τα παγωτά. Και τώρα που το καλοκαιράκι μάς αποχαιρέτισε, είναι αμίλητη, σκυθρωπή.

Από τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου ο ουρανός συννέφιασε. Άρχισαν τα πρωτοβρόχια. Η θερμοκρασία έπεσε κι ο ήλιος κρύφτηκε στη μεγάλη αγκαλιά του ουρανού, πίσω από τα γκρίζα σύννεφα. 

Ο μπαμπάς την παρακολουθεί να κοιτάζει αφηρημένα έξω από το παράθυρο της κουζίνας. Είναι πάλι μουτρωμένη, δεν έχει διάθεση για τίποτα.

-Παυλίνα, Αγάπη, λέει ψιθυριστά, βάλτε παπούτσια κι ετοιμάστε τα σακίδιά σας!

-Τρελάθηκες, μπαμπά; Έξω βρέχει. Η μαμά θα φωνάζει αν βγούμε.

Εκείνος χαμογελάει, της κάνει με τα μάτια το «ειδικό σήμα σκανδαλιάς» και δείχνει τρεις πολύχρωμες ομπρέλες.

Ετοιμάζονται βιαστικά, μα αθόρυβα. Πηγαίνουν ως την πόρτα στις μύτες των ποδιών τους.

Τι σκοτεινός που είναι ο ουρανός!

Ψυχή δεν φαίνεται στον δρόμο…

Ο μπαμπάς στριφογυρνάει την ομπρέλα του και κάνει αστείες χορευτικές φιγούρες.

Τα κορίτσια ξεκαρδίζονται στα γέλια! Σε λίγο τον μιμούνται και κείνα.

Οι ψιχάλες της βροχής πέφτουν ρυθμικά -σαν να παίζουν μουσική- και συνοδεύουν τον χορό τους.

-Κοιτάξτε τι όμορφα που είναι τα φύλλα!

Και, πράγματι, παρατηρούν τα δέντρα γύρω τους, σαν να τα βλέπουν για πρώτη φορά. Καφέ, κίτρινες, πορτοκαλί αποχρώσεις.

-Να μαζέψουμε μερικά;

Λίγο πριν γεμίσουν τις τσάντες τους, βλέπουν τη μαμά να έρχεται προς το μέρος τους. Φοράει ένα καρό καπέλο και φαίνεται θυμωμένη.

-Τι νομίζετε ότι κάνετε μέσα σ’ αυτή τη βροχή;

Οι σταγόνες πέφτουν τώρα πιο δυνατά. Η ρυθμική μουσική τους γίνεται όλο και πιο έντονη.

Ο μπαμπάς τής αρπάζει το χέρι, τη βάζει κάτω από την ομπρέλα και την παρασύρει στον χορό του.

Το καπέλο της είναι έτοιμο να πέσει. Η Παυλίνα προλαβαίνει και το αρπάζει την τελευταία στιγμή. Δίνει την ομπρέλα στη μαμά και φοράει εκείνη το μεγάλο καρό καπέλο. Βάζει το ροζ σακίδιο στην πλάτη και κοιτάζει χαμογελώντας τους γονείς και την αδερφή της να χορεύουν στον ρυθμό της βροχής… 

Έχουν γίνει όλοι μούσκεμα, αλλά γελάνε, γελάνε ευχαριστημένοι.

Η Αγάπη βγάζει όλα τα φύλλα που είχε μαζέψει και τα πετάει ψηλά.

-Ζήτω το φθινόπωρο! φωνάζει.

-Ζήτω! λένε όλοι με μια φωνή και τρέχουν προς το σπίτι. 

Η μαμά έχει κάνει μηλόπιτα και ζεστή σοκολάτα.

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ (ανέκδοτο κείμενο)
…
Την εικόνα έκανε η Βιβή Μαρκάτου.

.
Η Βιβή Μαρκάτου είναι βραβευμένη θεατρική συγγραφέας με πολλές πανελλήνιες διακρίσεις στον χώρο της ζωγραφικής και των Κόμιξ και βραβευμένη ραδιοφωνική παραγωγός υπό την Αιγίδα της Ουνέσκο για ένα πολιτιστικό αφιέρωμα που είχε κάνει το 2009. Έχει συμμετάσχει σε λογοτεχνικές παρουσιάσεις βιβλίων και έχει σκηνοθετήσει 5 παραστάσεις για το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τον Ελεύθερο χρόνο της ,της αρέσει να ζωγραφίζει να ακούει μουσική και να πηγαίνει βόλτα με τους φίλους της.

Εργάζεται ως δημοσιογράφος στον πολιτιστικό τομέα με εξίσου διακριτή παρουσία και με σημαντικές συνεντεύξεις στον Γαλαξία fm 92,1 ενώ είναι η πρώτη ραδιοφωνική παραγωγός στην Ελλάδα που παρουσίασε σε εκπομπή τα “anime”, που πλέον έχουν ένα τεράστιο αριθμό ακολούθων ανά την χώρα.

Επικοινωνήστε με τη Βιβή στο e-mail: vmarkatos@yahoo.gr

Το ιστολόγιο της Βιβής θα το βρείτε εδώ: