Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Λύκος και άνθρωποι



Ένας λύκος πεινασμένος,
από δω και κει πλανιέται,
για να βρει κάτι να φάει∙
και γυρνώντας μες στην πόλη
στάθηκε όξω απόνα σπίτι
κι αφουγκράζεται να κλαίει
μες στο σπίτι ένα παιδάκι
κι η γιαγιά του να του λέει:
«Αν δεν πάψεις να φωνάζεις
και να κλαις, κακό παιδάκι,
θα σε ρίξω να σε φάει
ένας λύκος που πεινάει».
Το πιστεύει και προσμένει
να του ρίξουν το παιδί.
Μα σε λίγο πάλι ακούει
τη γιαγιά του να του λέει:
«Κάνε νάνι κι αν περάσει
απ’ το σπίτι μας ο λύκος
θα του κόψω το κεφάλι».
Φεύγει ο λύκος θυμωμένος
κι απορεί κι αναλογιέται:
«Τ’ είναι τούτοι εδώ οι ανθρώποι,
να πουν κάτι δεν προφταίνουν
κι αυτοί πάλι το ξελένε.
άλλα λένε, κι άλλα κάνουν».

Ν.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Γεωργία Κοκκινάκη.


Τελείωσα τη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Ως δασκάλα δούλεψα σε πολλά μέρη όπως: Πάρο, Σαντορίνη, Αριδαία, Βερολίνο… 

Είμαι εγγονή, κόρη, ανιψιά και σύζυγος εκπαιδευτικών. Η ίδια ως εκπαιδευτικός ασχολούμαι με τη ζωγραφική, τις κατασκευές, τη συγγραφή ποιημάτων, θεατρικών  και παραμυθιών για τις ανάγκες της δουλειάς μου ώστε να εμπλουτίζω και να κάνω ελκυστικό το μάθημα.

Σήμερα ζω και εργάζομαι στο Κιλκίς με τον σύζυγό μου και τα τρία παιδιά μας.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Ο Μεγάλος Δράκος της γιαγιάς


…Ο Μεγάλος Δράκος ήταν το πιο ευνοούμενο πλάσμα της γιαγιάς μας. Από ανθρωποφάγος ήρωας των παραμυθιών σιγά σιγά κατάντησε στο στόμα της αγαθοποιός θεότητα του δάσους. Εκείνος σφαλνούσε τα μάτια των παιδιών να κοιμηθούνε, εκείνος τα τιμωρούσε με ψιλή βέργα τόσο ελαφρά σα να τα χάιδευε, αν κάνανε κακή πράξη, αν δεν άκουγαν τη μητέρα τους ή ξεχνούσαν την προσευχή τους. Εκείνος έδειχνε στους παραστρατημένους ξένους το μονοπάτι της κοιλάδας, εκείνος έστρωνε τραπέζι και καλούσε να φάνε τα καημένα τα τσακάλια όταν πολύ ούρλιαζαν. Κι εμείς, αυτά ακούγοντας για το Μεγάλο Δράκο, τον φανταζόμαστε σαν το Θεό που ήταν ζωγραφισμένος στους θόλους των εκκλησιών. Τον φανταζόμαστε με μεγάλη άσπρη γενειάδα, με χρυσή κορόνα στο κεφάλι, κουκουλωμένον, να πορεύεται σιωπηλός, δρασκελώντας με τα ψηλά ποδάρια του τα δέντρα. Μπροστά του πήγαιναν σαράντα μικροί δράκοι και πίσω του άλλοι σαράντα, και τα βαριά κουδούνια που κρέμονταν απ’ το λαιμό τους αχλογούσαν μες στο δάσος -γκλάγκα-γλούγκα- όλα να το ξέρουν πως ο Μεγάλος Δράκος περνά…

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ,
Αιολική Γη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας (απόσπασμα)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Αλίκη Καρκούλια.


Ονομάζομαι Αλίκη Καρκούλια και κατάγομαι από ένα μικρό χωριό κοντά στην Πάτρα. Τελείωσα το Γενικό Λύκειο Κάτω Αχαΐας και φοιτώ στο τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Από μικρή είχα ενδιαφέρον για τις τέχνες και μου άρεσε να ζωγραφίζω και να γράφω. Τις ικανότητες μου στη ζωγραφική τις απέκτησα διαβάζοντας βιβλία καθώς και μέσω του πατέρα μου ο οποίος ασχολούταν ο ίδιος ερασιτεχνικά, ενώ την αγάπη για τη λογοτεχνία από τους δασκάλους και τους καθηγητές μου στο σχολείο. Θα ήθελα όσο μπορώ να συνεχίσω να δημιουργώ, να ανακαλύπτω και να μαθαίνω όσα περισσότερα γίνεται. Η τέχνη είναι μια πύλη στα παιδικά μου χρόνια, σε κόσμους μαγικούς μακριά από τις υποχρεώσεις και τα βάρη της ζωής.

Οι σελίδες της Αλίκης:

INSTAGRAM : https://www.instagram.com/ alikiful/
FACEBOOK : https://www.facebook.com/ alikiful/
YOUTUBE : https://www.youtube.com/ channel/UC7l5K1Ai8wvpqIn_ 74NwmVA
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:


Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Η ανοιχτή μπαλκονόπορτα


(Ο Φράμτον Νάτελ, ένας άντρας που ασθενεί, ακολουθεί τη συμβουλή του γιατρού του να πάει στην εξοχή. Η αδερφή του, που κάποτε είχε ζήσει στην περιοχή, του συστήνει την κυρία Σάπλετον. Τον υποδέχεται μία απαθής κοπελίτσα δεκαπέντε ετών. Όταν επιβεβαιώνει ότι ο κύριος Νάτελ δεν γνωρίζει κανέναν στο χωριό, ούτε καν τη θεία της, αποφασίζει να του πει την «ιστορία» της. )

«Η μεγάλη της τραγωδία συνέβη μόλις πριν τρία χρόνια, σαν σήμερα» είπε το κορίτσι. «Η αδερφή σας πρέπει να είχε φύγει τότε».

«Η τραγωδία της;» είπε ο Φράμτον. Σ’ αυτό το γαλήνιο τοπίο οι τραγωδίες έμοιαζαν εξωπραγματικές.

«Ίσως αναρωτηθήκατε γιατί έχουμε ορθάνοιχτη αυτή την μπαλκονόπορτα ενώ έχει μπει ήδη ο Οκτώβριος» είπε η ανιψιά, δείχνοντας μια μεγάλη μπαλκονόπορτα που έβγαζε στον κήπο.

«Για τέτοια εποχή κάνει αρκετή ζέστη» είπε ο Φράμτον. «Τι σχέση όμως έχει η μπαλκονόπορτα με την τραγωδία;».

«Απ’ αυτή την μπαλκονόπορτα, πάνε τρία χρόνια τώρα, βγήκαν ο άντρας της και τα δυο μικρότερά της αδέρφια για το καθημερινό τους κυνήγι. Δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Περνώντας μέσα από τα έλη, ψάχνοντας για μπεκάτσες έπεσαν σ’ έναν ύπουλο βάλτο. Είχε βρέξει πολύ εκείνο το καλοκαίρι, όπως θυμάστε, και μέρη που ήταν ασφαλή τ’ άλλα χρόνια, τώρα ξαφνικά βούλιαζαν χωρίς προειδοποίηση. Τα πτώματά τους δε βρέθηκαν ποτέ. Κι αυτό ήταν το φριχτότερο απ’ όλα». Εδώ η φωνή του κοριτσιού έχασε την απάθειά της κι άρχισε να ψελλίζει. «Η καημένη η θεία μου δεν παύει να πιστεύει ότι κάποια μέρα θα επιστρέψουν μαζί με το καφετί τους σπάνιελ που χάθηκε κι αυτό, κι ότι θα μπουν απ’ αυτή την μπαλκονόπορτα όπως έκαναν πάντα. Γι’ αυτό την αφήνουμε ανοιχτή κάθε απόγευμα ώσπου να βραδιάσει. Η καημένη η θεία μου, πόσες φορές δε μου έχει διηγηθεί πώς βγήκαν έξω, ο άντρας της με το λευκό του αδιάβροχο στο χέρι, κι ο Ρόνι, ο μικρότερος αδερφός, τραγουδώντας -όπως έκανε πάντα για να την πειράξει- το Μπέρτυ, γιατί δε μ’ αγαπάς; τραγούδι που όπως έλεγε η θεία μου της χτυπούσε στα νεύρα. Ξέρετε, ακόμη και σήμερα, κάποια ήσυχα απογεύματα σαν κι αυτό, ανατριχιάζω στη σκέψη ότι μπορεί να τους δω να μπαίνουν μέσα απ’ αυτή την μπαλκονόπορτα».

Σταμάτησε απότομα μ’ ένα σύγκρυο. Ο Φράμτον ένιωσε ανακούφιση όταν η θεία εισέβαλε στο δωμάτιο μ’ ένα σωρό δικαιολογίες για την αργοπορία της.

«Ελπίζω να σας κράτησε καλή συντροφιά η Βέρα, ε;» είπε.

«Ναι, είπαμε πολλά ενδιαφέροντα» είπε ο Φράμτον.

«Πιστεύω να μη σας ενοχλεί η ανοιχτή μπαλκονόπορτα» είπε απότομα η κυρία Σάπλετον. «Ο άντρας μου με τ’ αδέρφια μου θα ‘ρθουν απ’ το κυνήγι και μπαίνουν πάντα από κει. Πήγαν για μπεκάτσες στους βάλτους κι όταν γυρίσουν θα γεμίσουν λάσπες τα φτωχά χαλιά μου. Έτσι όμως δεν είναι όλοι οι άντρες;»

Συνέχισε να φλυαρεί χαρούμενα για το κυνήγι και για τα λιγοστά πουλιά, καθώς και για τις πιθανότητες για πάπιες τον χειμώνα. Ο Φράμτον ένιωθε απαίσια. Προσπάθησε απεγνωσμένα να γυρίσει την κουβέντα σε κάτι λιγότερο φρικιαστικό. Ήξερε ότι η οικοδέσποινα τον πρόσεχε πολύ λίγο κι ότι τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και στον κήπο μπροστά της. Σίγουρα ήταν μια ατυχής σύμπτωση που η επίσκεψή του συνέπιπτε μ’ αυτή την τραγική επέτειο.

«Οι γιατροί συμφώνησαν ότι χρειάζομαι απόλυτη ξεκούραση κι ότι πρέπει ν’ αποφεύγω κάθε πνευματική έξαψη κι οτιδήποτε που θα σήμαινε έντονη φυσική εργασία» είπε ο Φράμτον που ματαιοπονούσε κάτω από την οδυνηρή αυταπάτη ότι οι άγνωστοι και οι τυχαίες γνωριμίες διψούν και για την τελευταία λεπτομέρεια για την αρρώστια και την αδυναμία κάποιου, τα αίτια και τη θεραπεία τους. «Στο θέμα της δίαιτας ήταν που διαφώνησαν» συνέχισε ο Φράμτον.

«Ναι;» έκανε η κυρία Σάπλετον που μόλις πρόλαβε να κρύψει ένα χασμουρητό. Ύστερα ξαφνικά το πρόσωπό της φωτίστηκε –όχι όμως απ’ αυτά που έλεγε ο Φράμτον.

«Νάτοι επιτέλους!» φώναξε. «Πάνω στην ώρα για το φαγητό, και βουτηγμένοι μες στη λάσπη ως το λαιμό!».

Ο Φράμτον ανατρίχιασε ελαφρά και στράφηκε προς την ανιψιά μ’ ένα βλέμμα κατανόησης και συμπάθειας. Η κοπέλα κοιτούσε έξω απ’ την μπαλκονόπορτα με μάτια ορθάνοιχτα απ’ τον τρόμο. Μ’ ένα σύγκρυο ανείπωτου φόβου, ο Φράμτον έκανε μια στροφή στο κάθισμά του και κοίταξε προς την ίδια κατεύθυνση.

Στο μούχρωμα που πύκνωνε, τρεις φιγούρες φαίνονταν να έρχονται προς την μπαλκονόπορτα. Κρατούσαν όλοι όπλα κι ο ένας τους ήταν φορτωμένος μ’ ένα άσπρο αδιάβροχο ριγμένο στους ώμους του. Ένα κουρασμένο καφετί σπάνιελ μπερδευόταν στα πόδια τους. Πλησίασαν αθόρυβα το σπίτι κι ύστερα μια βραχνή εφηβική φωνή ακούστηκε να τραγουδά μες στο σούρουπο Αχ, Μπέρτυ μου, γιατί δε μ’ αγαπάς;

Ο Φράμτον άρπαξε βιαστικά το καπέλο και το μπαστούνι του και πέρασε σαν αστραπή το χολ, το χαλικόστρωτο δρομάκι και την πύλη του κήπου. Ένας ποδηλάτης που ερχόταν αναγκάστηκε να πέσει πάνω στο φράχτη για να μην τον χτυπήσει.

«Να ‘μαστε πάλι, αγάπη μου» είπε ο άνθρωπος με το άσπρο αδιάβροχο, μπαίνοντας απ’ την μπαλκονόπορτα. «Βουτηγμένοι στη λάσπη, που έχει όμως ξεραθεί η περισσότερη. Αλήθεια, ποιος ήταν εκείνος που το ‘βαλε στα πόδια μόλις μας είδε;»

«Ένας πολύ παράξενος άνθρωπος, κάποιος κύριος Νάτελ» είπε η κυρία Σάπλετον. «Δε μιλούσε παρά για την αρρώστια του και το ‘σκασε δίχως να πει ούτε ένα γεια, μόλις φτάσατε. Θα ‘λεγε κανείς πως έκανε σα να είδε φαντάσματα».

«Φαντάζομαι πως φταίει το σπάνιελ» είπε ατάραχα η ανιψιά. «Μου εξομολογήθηκε ότι φοβάται τα σκυλιά. Μια φορά, κάμποσα αδέσποτα τον κυνήγησαν μέσα σ’ ένα νεκροταφείο, κάπου στις όχθες του Γάγγη, κι αναγκάστηκε να περάσει τη νύχτα του σ’ ένα φρεσκοσκαμμένο τάφο μ’ αυτά τα πλάσματα να μουγκρίζουν, να γρυλίζουν και να αφρίζουν πάνω απ’ το κεφάλι του. Πράγμα που μπορεί να σπάσει τα νεύρα του καθενός».

Τα παραμύθια, με δυο λόγια, ήταν η ειδικότητά της.

ΣΑΚΙ
Παράξενες ιστορίες, εκδόσεις Γράμματα.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε ο Κωνσταντίνος Βασιλειάδης.


Γεννημένος το 1988, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, ενώ παράλληλα σπούδασε και Comics & Animation στο εργαστήριο ελευθέρων σπουδών, τμήματος Comink. Αργότερα θα σπουδάσει Graphic Design στο ΙΕΚ ΑΚΜΗ και θα συνεχίσει ως γραφίστας - εικονογράφος. Πλέον, διατηρεί το δημιουργικό γραφείο SugeGraphics στη Θεσσαλονίκη όπου αναλαμβάνει εργασίες εικονογράφησης, γραφιστικής και διαφημιστικών βίντεο.

Στοιχεία επικοινωνίας:
Σταθερό τηλέφωνο 2315.535.122
Ιστοσελίδα: www.suge.gr
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Τρεις βαριές πέτρες


Ο δερβίσης Μπεν Αχμέτ ήταν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της Ανατολής, αλλά κάποια εποχή αποφάσισε να τα εγκαταλείψει όλα και να ζήσει ασκητικά στην έρημο, σε μια περιοχή με βράχους και άμμο. Για σπίτι του είχε μια σπηλιά και για μοναδική του τροφή ρίζες και λίγα φρούτα που μπορούσε να παράγει ένα τόσο αφιλόξενο μέρος.

Παρά τις δύσκολες συνθήκες τις οποίες είχε  διαλέξει, ο Μπεν Αχμέτ ήταν τόσο ευτυχισμένος, όσο δεν ήταν ποτέ στη ζωή του.

Η φήμη του είχε απλωθεί σ’ όλη τη χώρα και πολλοί ήταν αυτοί, ακόμα και μεγιστάνες και ηγεμόνες, που πήγαιναν να ζητήσουν τη συμβουλή του για κάποιο πρόβλημά τους ή τη βοήθειά του στη θεραπεία κάποιας αρρώστιας, μια και φημιζόταν και ως εξαιρετικός γιατρός.

Στην ίδια περιοχή είχε το λημέρι του και ο διαβόητος λήσταρχος Άκαμπα. Είχε κάτω από τις διαταγές του πολλούς κακοποιούς. Από τις ληστείες του αυτές είχε γίνει από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της χώρας. 

Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι δρόμοι των δυο αντρών είχαν διασταυρωθεί. Κάποτε του είχε φέρει να περιποιηθεί κάποιους λαβωμένους, αλλά άλλες φορές η συνάντηση τους ήταν εντελώς τυχαία. Πάντως ο Άκαμπα φοβόταν ή σεβόταν τον Μπεν Αχμέτ και ποτέ δεν τον είχε βλάψει.

Έτσι τυχαία ήταν και αυτή τους η συνάντηση σε έναν πετρώδη ανηφορικό δρόμο: ο δερβίσης χαρούμενος, ξέγνοιαστος και ευτυχισμένος παρά τα γερατειά του, κι ο Άκαμπα βλοσυρός, συλλογισμένος κι ανήσυχος, παρά τα νιάτα και τα πλούτη του.

Αυτή η αντίθεση έκανε εντύπωση στον αρχηγό των κλεφτών και, μια και τόσοι έρχονταν από μακριά για να ζητήσουν συμβουλές, γιατί να μην έκανε κι αυτός το ίδιο που ζούσε κοντά του;

— Γέροντα, θα ‘θελα τη γνώμη σου σε κάτι που με βασανίζει. Αν βέβαια έχεις χρόνο και διάθεση.
— Χρόνο έχω όσο ζω. Όσο για διάθεση, έχω πάντα, γιατί ποτέ δεν ξέρω πότε θα είναι η καταλληλότερη στιγμή για το καλό.
— Γέροντα, έχω εκατοντάδες άντρες στις προσταγές μου, έχω άπειρα πλούτη κρυμμένα στις σπηλιές, έχω δούλες και δούλους όσους θέλω, έχω τεράστια δύναμη. Αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος. Τι μου λείπει;
— Θα σου πω αμέσως τι σου λείπει, είπε ο Μπεν Αχμέτ, καθώς ανέβαιναν τον βραχώδη λόφο. Και γυρίζοντας στα πρωτοπαλίκαρα, που πάντα συνόδευαν το ληστή, τους είπε:
— Σηκώστε αυτές τις τρεις μεγάλες πέτρες και φορτώστε τις στην πλάτη του αρχηγού σας για να ανεβούμε στην κορυφή του λόφου.

Ο Άκαμπα έκανε νόημα στα παλικάρια του να εκτελέσουν την παράξενη εντολή του γέροντα.

Το βάρος όμως ήταν πολύ, ο ανήφορος απότομος κι ο αρχιληστής ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν μετά από μερικά βήματα.

— Δεν μπορώ να προχωρήσω άλλο με τόσο βάρος, Μπεν Αχμέτ, είπε.
— Πάρτε του μία από τις πέτρες για να ξαλαφρώσει λίγο, είπε ο Αχμέτ.

Ο ληστής ένιωσε αμέσως καλύτερα και άρχισε να προχωράει προς την κορυφή του λόφου φορτωμένος τις δυο πέτρες. Σε λίγο όμως εγκατέλειψε πάλι.

— Είναι πολύ βαριές, δεν μπορώ να προχωρήσω. Εσύ δεν θα μπορούσες να κάνεις ούτε ένα βήμα με τόσο βάρος.
— Καθόλου δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Πάρτε του άλλη μια πέτρα, είπε ο ασκητής.

Πραγματικά ο ληστής με μια μόνο πέτρα ένιωσε πολύ πιο ανάλαφρος, τουλάχιστον για λίγο. Γιατί ύστερα άρχισε πάλι να αγκομαχά από το βάρος και να γκρινιάζει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει γρήγορα.

— Πέταξέ την κι αυτή την πέτρα και ακολούθα με, του είπε.

Ο Άκαμπα πέταξε και την τελευταία πέτρα και ένιωσε ανάλαφρος σαν πουλί.

Σε λίγο έφτασαν στην κορυφή του λόφου.

— Παιδί μου, με ρώτησες, σου απαντώ: όπως όλοι μας, έτσι κι εσύ έχεις τα φορτία σου που κουβαλάς –μου τα ονόμασες πιο πριν.  Αυτά δεν σε αφήνουν να προχωρήσεις, σε εξαντλούν, σε απομυζούν, σε εμποδίζουν να νιώσεις ευτυχισμένος και χαρούμενος. Πέταξέ τα και θα φτερουγίζεις σαν πουλί.

(Περσία)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Αλεξάνδρα Ταράση.


Ονομάζομαι Αλεξάνδρα Ταράση και γεννήθηκα το 1963 στο Κιάτο Κορινθίας. Μετά το Λύκειο ήρθα στην Αθήνα, για να  σπουδάσω Διακόσμηση Εσωτερικού Χώρου και Σχεδιασμό Ρούχων-Πατρόν, όπου ζω μέχρι και σήμερα.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζωγραφίζω, κάνω κατασκευές με πλήθος υλικών, σχεδιάζω και ράβω ρούχα.

Κατά διαστήματα έχω ασχοληθεί με τη διδασκαλία πατρόν και ραπτικής σε νέους και ενήλικες. Έχω δημιουργήσει κοστούμια για θεατρικές παραστάσεις. Εκτός από ρούχα δημιουργώ κι  αξεσουάρ μόδας. Μεγάλο μέρος της δημιουργικής μου ζωής αποτελούν οι πλήθος κατασκευών που κάνω, χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές (ζωγραφική, κολλάζ κ.α.) και με διάφορα υλικά, ακόμα και ανακυκλώσιμα. Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία.

Πριν ένα χρόνο παρακολούθησα μαθήματα εικονογράφησης παιδικού βιβλίου, κάτι που αγαπώ πολύ.
Το moto μου είναι «Χρώμα παντού», κάτι που με χαρακτηρίζει, τόσο στην προσωπική μου ζωή, όσο και στις δημιουργίες μου!

Εδώ μπορείτε να δείτε την σελίδα μου στο fb : https://www.facebook.com/Alexandras-handmade-creations-566240423511668/

Μπορείτε να μου στείλετε μήνυμα στο : alextarassi@gmail.com

Ή να με πάρετε τηλ. στο 693-7244992
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: