Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Ο πρίγκιπας βάτραχος ή ο καρδιοσιδεροσφιγμένος Χάινριχ




Τον παλιό καλό καιρό, όταν οι ευχές βοηθούσαν ακόμα στις δύσκολες περιστάσεις, ζούσε ένας βασιλιάς. Όλες οι θυγατέρες του ήσαν πανέμορφες· η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμα κι ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια του, τη θαύμαζε κάθε φορά που αντίκριζε το πρόσωπό της. Κοντά στον πύργο του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο και σκοτεινό δάσος. Και μέσα στο δάσος, κάτω από μια γέρικη φλαμουριά, ανάβλυζε μια πηγή· τις πολύ ζεστές μέρες λοιπόν η κόρη του βασιλιά πήγαινε στο δάσος και καθόταν να δροσιστεί πλάι στα νερά της. Και για να περνάει την ώρα της, είχε ένα χρυσό τόπι, που το πετούσε ψηλά και το ‘πιανε πάλι. Το τόπι αυτό ήταν το πιο αγαπημένο της παιχνίδι.

Να όμως που μια φορά ήρθαν έτσι τα πράγματα και το χρυσό τόπι της ξέφυγε· η βασιλοπούλα είχε σηκώσει ψηλά τα χέρια της για να το πιάσει αλλά ξαστόχησε κι αυτό κατρακύλησε στο χώμα κι έπεσε ίσια μέσα στα νερά της πηγής. Η βασιλοπούλα προσπάθησε να μην το χάσει απ’ τα μάτια της, το τόπι όμως εξαφανίστηκε μέσα στα νερά. Κι η πηγή ήταν τόσο βαθιά, τόσο βαθιά, που δεν έβλεπες τον πάτο. Τότε η κόρη άρχισε να κλαίει κι έκλαιγε όλο και πιο δυνατά και παρηγοριά δεν είχε. Κι έτσι όπως έκλαιγε και χτυπιόταν, άκουσε ξάφνου μια φωνή να τη ρωτάει: «Τι έχεις, βασιλοπούλα μου, και θρηνείς τόσο σπαραχτικά, που κι από πέτρα να ‘ταν η καρδιά του ανθρώπου, θα ράγιζε;» Η πεντάμορφη γύρισε και τι να δει; Ένας κακάσχημος βάτραχος είχε βγάλει το χοντρό κεφάλι του έξω απ’ τα νερά και της μιλούσε μ’ ανθρώπινη φωνή. «Αχ, εσύ είσαι, γερο-βάτραχε», είπε. «Κλαίω για το χρυσό μου τόπι, που μου ‘πεσε στο νερό». –«Ησύχασε κι άλλο μην κλαις», αποκρίθηκε ο βάτραχος. «Εγώ θα σε βοηθήσω. Αλλά τι θα μου δώσεις, αν σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι;» -«Ό, τι κι αν μου γυρέψεις, καλέ μου βάτραχε», απάντησε η βασιλοπούλα. «Τα φορέματά μου, τα μαργαριτάρια μου και τα πολύτιμα πετράδια μου, ακόμα και τη χρυσή κορόνα που φορώ». Ο βάτραχος τότε είπε: «Δεν θέλω ούτε τα φορέματά σου, ούτε τα μαργαριτάρια σου και τα πολύτιμα πετράδια σου, ούτε τη χρυσή κορόνα που φοράς. Θέλω να μ’ αγαπάς, να μ’ έχεις φίλο σου και σύντροφο στα παιχνίδια σου. Να μ’ αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι σου, να τρώω από το χρυσό πιατάκι σου, να πίνω απ’ το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι στο κρεβατάκι σου. Αν μου τα υποσχεθείς όλα αυτά, τότε θα βουτήξω ως τον πάτο και θα σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι». –«Αχ, ναι», είπε βασιλοπούλα, «σου υπόσχομαι πως θα έχεις ό, τι θελήσεις. Φτάνει να μου ξαναφέρεις το χρυσό μου τόπι». Μέσα της όμως σκεφτόταν: «Μα τι κουταμάρες είναι τούτες που λέει ο κακομοίρης ο βάτραχος… Αφού εδώ μόνο μπορεί να ζήσει, μέσα στο νερό, μαζί με τους άλλους βατράχους, φωνάζοντας βρεκεκέξ κουάξ κουάξ. Άκου να πιάσει φιλίες με τους ανθρώπους!».

Ο βάτραχος όμως, μόλις πήρε το τάξιμο, βούτηξε με το κεφάλι κάτω στα νερά. Και πριν περάσει πολλή ώρα, ξαναβγήκε κρατώντας στο στόμα του το χρυσό τόπι στο χορτάρι πλάι στα χείλη της πηγής. Η κόρη, καταχαρούμενη που ξανάβρισκε το ωραίο της παιχνίδι, το άρπαξε στα χέρια της κι έφυγε τρέχοντας. «Περίμενε, περίμενε», φώναξε ο βάτραχος πίσω της. «Πάρε με κι εμένα μαζί σου, δεν μπορώ να τρέξω σαν εσένα». Άδικα όμως ξεφώνιζε πίσω της βρεκεκέξ κουάξ κουάξ! Η βασιλοπούλα δεν του ‘δωσε καμία σημασία. Τρέχοντας γύρισε στο παλάτι και ξέχασε αμέσως τον καημένο το βάτραχο, που άλλο δεν του ‘μενε να κάνει, παρά να γυρίσει και πάλι στα νερά της πηγής του.

Την άλλη μέρα, μόλις κάθισε στο τραπέζι μαζί με το βασιλιά και όλους τους παλατιανούς, μόλις άρχιζε να τρώει απ’ το χρυσό της το πιατάκι, να σου ξάφνου, πλιτς πλατς, κάτι που ανέβαινε σερνόμενο τις μαρμάρινες σκάλες του παλατιού. Κι όταν έφτασε πάνω, χτύπησε την πόρτα και φώναξε: «Βασιλοπούλα, μικρή βασιλοπούλα, άνοιξέ μου!» Η πεντάμορφη έτρεξε να δει ποιος χτυπούσε. Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε μπροστά της το βάτραχο. Αμέσως σφάλισε την πόρτα, τη μαντάλωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και κάθισε πάλι στο τραπέζι. Η καρδιά της όμως είχε παγώσει από το φόβο. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι η μικρή του κόρη έτρεμε απ’ την τρομάρα της. Και τη ρώτησε: «Παιδί μου, τι φοβάσαι; Μην είναι κανένας γίγαντας, που χτύπησε την πόρτα μας, και θέλει να σε πάρει;» -«Αχ, όχι, πατέρα», αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν είναι γίγαντας. Είναι ένας απαίσιος βάτραχος». –«Και τι θέλει ο βάτραχος από σένα;» -«Αχ, πατέρα μου καλέ, χτες που ήμουνα στο δάσος κι έπαιζα πλάι στην πηγή, έχασα το χρυσό μου τόπι μέσα στα νερά. Έβαλα τα κλάματα, κι ο βάτραχος, που μ’ άκουσε, βούτηξε και μου το ‘φερε πίσω. Κι επειδή επέμενε πολύ, του ‘ταξα πως θα ‘μαστε φίλοι. Δεν φανταζόμουνα πως θα μπορούσε να βγει και να ζήσει έξω απ’ το νερό. Να, όμως που βγήκε και τώρα περιμένει να τον πάρω κοντά μου». Τη στιγμή εκείνη η πόρτα χτύπησε πάλι κι ο βάτραχος φώναξε:

«Βασιλοπούλα όμορφη,
του βασιλιά κόρη μικρή,
έλα την πόρτα να μ’ ανοίξεις!
Εχτές τι μου ‘ταξες,
δεν το θυμάσαι,
στα δροσερά πλάι τα νερά;
Βασιλοπούλα όμορφη,
του βασιλιά κόρη μικρή,
έλα την πόρτα να μ’ ανοίξεις!»

Ο βασιλιάς τότε είπε: «Όταν δίνεις το λόγο σου, πρέπει να τον κρατάς. Πήγαινε και άνοιξέ του». Η βασιλοπούλα πήγε, λοιπόν, και του άνοιξε, κι ο βάτραχος μπήκε χοροπηδώντας και την ακολούθησε καταπόδι μέχρι την καρέκλα της. Εκεί στάθηκε και φώναξε: «Σήκωσέ με και πάρε με κοντά σου». Η βασιλοπούλα δίστασε, ώσπου ο βασιλιάς την πρόσταξε να το κάνει. Όταν ο βάτραχος βρέθηκε στην καρέκλα, ήθελε ν’ ανέβει στο τραπέζι. Κι όταν ανέβηκε στο τραπέζι, είπε στη βασιλοπούλα: «Σπρώξε τώρα πιο κοντά το χρυσό πιατάκι σου, για να φάμε μαζί». Η όμορφη βασιλοπούλα έκανε πράγματι αυτό που της ζήτησε, αλλά φαινόταν πως το ‘κανε με κρύα καρδιά. Ο βάτραχος καλόφαγε, εκείνη όμως δεν κατάφερε να καταπιεί μπουκιά. Τέλος της είπε: «Έφαγα και χόρτασα και τώρα είμαι κουρασμένος. Πήγαινέ με λοιπόν στην κάμαρά σου και στρώσε τα μεταξωτά σεντόνια στο κρεβατάκι σου, να πέσουμε για ύπνο». Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα. Ο κρύος βάτραχος την αηδίαζε. Ούτε να τον πιάσει δεν ήθελε. Όχι και να κοιμηθεί μαζί του στο ίδιο κρεβάτι! Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και είπε: «Αυτόν που σε βοήθησε όταν είχες την ανάγκη του, δεν πρέπει μετά να τον ξεχνάς και να τον περιφρονείς». Τότε τον πήρε κι εκείνη με τα δυο της δάχτυλα, τον ανέβασε στην κάμαρά της και τον άφησε σε μια γωνιά. Όταν όμως πλάγιασε στο κρεβατάκι της, εκείνος σύρθηκε κοντά της και της είπε: «Είμαι κουρασμένος, θέλω να κοιμηθώ στα πούπουλα όπως εσύ. Πάρε με κοντά σου, ειδαλλιώς θα το πω στον πατέρα σου». Εκείνη τότε θύμωσε τόσο πολύ, που τον άρπαξε και τον πέταξε μ’ όλη τη δύναμή της στον τοίχο: «Τώρα πια θα μ’ αφήσεις ήσυχη, παλιοβάτραχε!»

Να όμως που ξαναπέφτοντας ο βάτραχος, δεν ήταν βάτραχος πια. Ήταν ένα βασιλόπουλο με όμορφα, καλοσυνάτα μάτια. Και με την ευχή του πατέρα της, αυτός έγινε άντρας της και σύντροφός της. Της διηγήθηκε τότε εκείνος πως μια κακιά μάγισσα τον είχε καταραστεί και κανείς δεν θα μπορούσε να τον σώσει απ’ την κατάρα της, παρά μονάχα εκείνη η μικρή, η πανέμορφη βασιλοπούλα. Την άλλη κιόλας μέρα, της έταξε, θα έφευγαν για το βασίλειό του. Κι έτσι τους πήρε ο ύπνος. Το πρωί, σαν έφεξε ο Θεός τη μέρα, μια άμαξα ήρθε να τους πάρει. Οχτώ άσπρα άλογα την έσερναν. Άσπρα λοφία είχαν στα κεφάλια τους και χρυσές αλυσίδες στα χάμουρά τους. Και στη θέση του αμαξά στεκόταν ο πιστός Χάινριχ, ο υπηρέτης του νεαρού βασιλιά. Ο πιστός Χάινριχ το ‘χει πάρει κατάκαρδα, όταν ο αφέντης του μεταμορφώθηκε σε βάτραχο. Και για να μη σπάσει η καρδιά του απ’ τον πόνο, την είχε σφίξει με τρεις σιδερένιες αλυσίδες. Αλλά η ώρα είχε φτάσει, κι η άμαξα θα έφερνε το βασιλόπουλο πίσω στο βασίλειό του. Ο πιστός Χάινριχ τους βοήθησε ν’ ανέβουν κι οι δυο στην άμαξα, κι ανέβηκε κι ο ίδιος από πίσω. Ήταν τρισευτυχισμένος που τα μάγια είχαν λυθεί κι ο αφέντης του είχε σωθεί. Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι όταν προχώρησαν κάμποσο το βασιλόπουλο άκουσε έναν θόρυβο από πίσω, λες και κάποιο σίδερο είχε σπάσει. Γύρισε τότε και φώναξε:

«Το νου σου, Χάινριχ, η ρόδα μας θα σπάσει».
«Όχι, αφέντη, και η χαρά σου ας μη χαλάσει.
Είναι τα σίδερα που είχα σφίξει στην καρδιά,
απ’ τη θλίψη να μη σπάσει την κακιά,
όταν η μάγισσα σ’ είχε μαγέψει,
και τη μορφή σου σου είχε κλέψει».

Άλλη μια φορά, κι άλλη μια φορά ακούστηκε στο δρόμο ο ίδιος θόρυβος. Και κάθε φορά το βασιλόπουλο νόμιζε ότι είχε σπάσει η ρόδα της άμαξας. Αλλά δεν ήταν παρά οι τρεις αλυσίδες που είχε σφίξει γύρω απ’ την καρδιά του ο πιστός Χάινριχ. Η χαρά του τώρα ήταν τόση, που μια μια τινάζονταν κι έφευγαν από πάνω του, μια κι ο αφέντης του είχε σωθεί και γύριζε πίσω ευτυχισμένος.

Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ (α’ τόμος), εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.

…


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Μαρία Φλωριάν. 


 Η Μαρία Φλωριάν-Φλωριανού γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε 3D Animation και τώρα διανύει το τελευταίο έτος στην Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας. Της αρέσει να εικονογραφεί και να φτιάχνει δικά της κόμιξ και ιστορίες.  Ονειρεύεται μια μέρα οι κόσμοι που ζωγραφίζει να γίνουν αληθινοί για να μπορούμε να ζούμε όλοι ευτυχισμένοι.

Εδώ μπορείτε να βρείτε το βιβλίο που εικονογράφησε:

Ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσουν κι άλλα παιδικά βιβλία με δικές της εικόνες.

Η σελίδα της Μαρίας στο  facebook:

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Ιστορία χωρίς τέλος



(Ο Μπάστιαν, ένα αγόρι 10-12 χρονών, κυνηγημένο από τους συμμαθητές του με βρισιές και κοροϊδίες επειδή διαφέρει και του αρέσει να φτιάχνει ιστορίες, μουσκεμένο, λαχανιασμένο, με τη σχολική του σάκα στους ώμους, τρυπώνει σε έναν χώρο γεμάτο βιβλία –σε ένα παλαιοπωλείο. Ο ιδιοκτήτης του, ένας ηλικιωμένος άντρας, διαβάζει ένα βιβλίο. Το μάτι του αγοριού καρφώνεται σ’ αυτό, που έχει τον τίτλο «ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ» και, όταν βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία, το αρπάζει και φεύγει τρέχοντας, αναζητώντας με λαχτάρα ένα ασφαλές καταφύγιο για να το διαβάσει)

Είναι μυστήριο αυτό που συμβαίνει με τα πάθη στους ανθρώπους. Κι είναι το ίδιο ακατανίκητο πάθος στα παιδιά, όπως είναι και στους μεγάλους. Αυτοί όμως που υποφέρουν από ένα πάθος δεν μπορούν να το εξηγήσουν και αυτοί πάλι που ποτέ τους δεν το ένιωσαν δεν μπορούν ούτε καν να το φανταστούν. Υπάρχουν άνθρωποι που παίζουν τη ζωή τους κορόνα-γράμματα, μόνο και μόνο για να πατήσουν πρώτοι μια βουνοκορφή. Και κανένας, ούτε κι οι ίδιοι μπορούν να εξηγήσουν γιατί το κάνουν αυτό! Άλλοι καταστρέφονται προσπαθώντας να κατακτήσουν την καρδιά ενός προσώπου, που όμως αυτό δε θέλει ούτε να τους ξέρει. Άλλοι πάλι χάνονται γιατί δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντισταθούν στην απόλαυση του ουρανίσκου ή της μπουκάλας! Άλλοι ξοδεύουν ό, τι έχουν και δεν έχουν στα τυχερά παιχνίδια ή θυσιάζουν τα πάντα για μια έμμονη ιδέα, που δεν έχει την παραμικρή ελπίδα να πραγματοποιηθεί. Μερικοί νομίζουν ότι μόνο όταν βρεθούν σε κάποιο άλλο μέρος κι όχι σ’ αυτό που ζούνε μπορεί να ευτυχήσουν κι αναζητώντας την ευτυχία ταξιδεύουν από τόπο σε τόπο. Άλλοι δεν μπορούν να ησυχάσουν αν δεν αποχτήσουν δύναμη. Με λίγα λόγια, υπάρχουν τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά πάθη, όσοι είναι και οι άνθρωποι.

Και του Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπουξ το πάθος ήταν τα βιβλία.

Όποιος δεν ξενύχτησε με κοκκινισμένα αυτιά κι ανάκατα μαλλιά, πεσμένος με τα μούτρα σ’ ένα βιβλίο και δε διάβασε ξεχνώντας τον κόσμο γύρω του και μη νιώθοντας την πείνα και το κρύο.

Όποιος δεν έχει διαβάσει κρυφά με το φως του κλεφτοφάναρου κάτω από τα σκεπάσματά του, επειδή ο πατέρας ή η μητέρα του ή κανένα άλλο καλοπροαίρετο πρόσωπο του ‘σβηνε το φως, με την αιτιολογία ότι είναι πια ώρα για ύπνο και το πρωί πρέπει να σηκωθεί νωρίς.

Όποιος δεν έχει χύσει δάκρυα πικρά, ούτε κρυφά ούτε φανερά, επειδή η θαυμαστή ιστορία του τέλειωσε κι ήρθε η ώρα ν’ αποχωριστεί τα πρόσωπα που μαζί τους έζησε τόσες περιπέτειες, που τ’ αγάπησε και τα θαύμασε, πρόσωπα που γι’ αυτά ανησύχησε και έθρεψε ελπίδες και τώρα, χωρίς τη συντροφιά τους, η ζωή φαίνεται αδειανή και χωρίς νόημα, ε… αυτός είναι πολύ πιθανό να μην κατανοήσει αυτό που έκανε ο Μπάστιαν.

Τα μάτια του παιδιού καρφώθηκαν μαγνητισμένα στον τίτλο του βιβλίου. Αυτό ήταν το βιβλίο που τόσες φορές είχε ονειρευτεί και που είχε λαχταρήσει με πάθος: μια ιστορία που να μην τελειώνει ποτέ! Αυτό ήταν το βιβλίο των βιβλίων.

Έπρεπε να το αποκτήσει, οσοδήποτε κι αν του κόστιζε.

[…]

Ο Μπάστιαν κοίταξε το βιβλίο.

-Ήθελα να ξέρω, ψιθύρισε μόνος του, τί να συμβαίνει άραγε μέσα σ’ ένα βιβλίο, όσο είναι ακόμα κλειστό. Φυσικά στις σελίδες του απάνω έχει μόνο γράμματα, που είναι τυπωμένα στο χαρτί. Παρόλα αυτά στο βιβλίο κάτι πρέπει να συμβαίνει. Γιατί όταν το ανοίξεις, έχεις μπροστά σου μια ολόκληρη ιστορία. Υπάρχουν πρόσωπα που δεν τα έχεις γνωρίσει ακόμα, διάφορες περιπέτειες, γεγονότα και μάχες ή καμιά φορά θύελλες και τρικυμίες ή ταξίδια σε ξένες χώρες! Όλα αυτά βρίσκονται οπωσδήποτε μέσα στο βιβλίο. Αλλά, φυσικά, είσαι υποχρεωμένος να τα διαβάσεις για να μπορέσεις να τα ζήσεις. Το περίεργο όμως είναι ότι και πριν τα διαβάσεις όλα αυτά βρίσκονται κιόλας μες στο βιβλίο. Ήθελα να ξέρω πώς έχουν μπει; 

Και ξαφνικά τον κυρίεψε μια χαρούμενη διάθεση.

Βολεύτηκε, λοιπόν, στα στρωσίδια του, πήρε το βιβλίο στα χέρια του, άνοιξε την πρώτη σελίδα και άρχισε να διαβάζει την ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ…

ΜΙΧΑΗΛ ΕΝΤΕ, Ιστορία χωρίς τέλος (ατέλειωτη ιστορία), εκδόσεις Ψυχογιός.
…

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά Πετούλη.


Γεννήθηκα στην Κόρινθο, μεγάλωσα και σπούδασα στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα μαθήματα σχεδίου (γραμμικό-ελεύθερο) και ζωγραφικής. Διαμένω μόνιμα στο νησί της Σάμου με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά μας. Σε εικαστικό εργαστήρι στο νησί συνέχισα τη σπουδή στο χρώμα, σε υλικά και μικτές τεχνικές . Ασχολούμαι με τη ζωγραφική (ελαιογραφίες, ακουαρέλες, ακρυλικά, έργα για παιδικά δωμάτια, τοιχογραφίες), τη φωτογραφία, την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων και την εκμάθηση ζωγραφικής σε παιδιά. Έχω λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας κι έχω εικονογραφήσει παραμύθια για παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, με πιο πρόσφατα το «Καλημέρα ήλιε» της νηπιαγωγού Ευφροσύνης Σπυροπούλου, «Ο Κόα και το μεγάλο του δώρο» της Αθηνάς Βουδούρη, καθώς επίσης και μια συλλογή ποιημάτων για παιδιά Δημοτικού της νηπιαγωγού Γιώτας Κοτσαύτη, η οποία τιμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2014 με την μοναδική διάκριση στην κατηγορία της ποίησης στον 59ο διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Η εικαστική προσέγγιση ενός παραμυθιού, κειμένου ή ποιήματος με γοητεύει. Η ζωγραφική είναι για μένα ένα παιχνίδι με τα χρώματα και το φως κι έχω φυλάξει μέσα μου ένα κομμάτι παιδικότητας που με οδηγεί δημιουργικά.

Η σελίδα της Αθηνάς στο facebook:

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:





Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Το μπαλόνι



Η βελόνα  κι η κλωστή
έπιασαν ένα κουμπί.
Το έραψαν σ’ ένα μπαλόνι
για να μοιάζει  με τιμόνι.
Πέταξαν πολύ ψηλά
με του ανέμου τα φτερά.
Σύννεφα φόρεσαν καπέλα
με μια κόκκινη κορδέλα.
Πόλεμος  ξεσπάει στη γη…
Έφυγαν μακριά πολύ
να μαζέψουνε χαρά, ηλιαχτίδες
κι όνειρα!
Φουσκώνει κι άλλο το μπαλόνι,
ολοένα μεγαλώνει.
Μα… μια πονηρή καρφίτσα
το τρυπάει στην κοιλίτσα!
Κάνει  μπαμ! Σαν το κανόνι.
Σκάει το φουσκωτό μπαλόνι.
Στη γη βρέχει χαμόγελα,
ηλιαχτίδες κι όνειρα!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΛΕΙΩΝΗ (ανέκδοτο κείμενο)
…

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…

Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ελεάνα Μάρκου. 

Η Ελεάνα γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1995.
Είναι Φοιτήτρια στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και ασχολείται ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική.
…
Το κείμενο έγραψε η Μαριάνθη Πλειώνη.


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Εργάζομαι ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση 28 χρόνια -τα τελευταία 6 στην Ειδική αγωγή. Μου αρέσει να γράφω ιστορίες για μικρούς και μεγάλους και να βλέπω γύρω μου τους ανθρώπους να χαμογελούν.
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…
Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: