Γεώργιος Βιζυηνός
«…Όταν ήμουνα παιδί, έτρεχα ώρες ατέλειωτες στη στέπα, κυνηγώντας το ουράνιο τόξο… Τώρα ξέρω… Το ουράνιο τόξο είναι φτιαγμένο απ’ όλα τα όνειρα των παιδιών, απ’ όλα τα ποιήματα και τα παραμύθια των λαών. Το ουράνιο τόξο είναι ολάκερη η παιδική λογοτεχνία του πλανήτη μας, καμωμένο από την αγάπη, τη φιλία, την καλοσύνη που είναι μέσα στα βιβλία για τους νέους. Όσο πιο όμορφα τα βιβλία για τους νέους ανθρώπους τόσο πιο λαμπερό το ουράνιο τόξο, το σημείο της ειρήνης πάνω από τον κόσμο».
Γεώργιος Βιζυηνός
Έλα,
ροδαυγή,
ξύπνα
το παιδί,
ξύπνα
το μωρό,
να
μου το χαρώ,
ξύπνα
το λουλούδι,
το
ξεπεταρούδι,
που
μοσχοβολάει
και
χοροπηδάει
και
γελάει και κλαίει
και
λογάκια λέει
και
θα βγει στην πόλη
να
το χαίρονται όλοι.
Βασίλης
Ρώτας
Εικόνα:
Απ’ το pinterest
Σαν το σιτάρι
σπέρνεται στον κόσμο η αλήθεια
Kι απ’ τον καθάριο σπόρο της φυτρώνουν παραμύθια.
Kαλότυχος όποιος μπορεί τα στάχυα να θερίσει
Kαι το σιτάρι απ’ τ’ άχυρο καλά να ξεχωρίσει.
Για τον μικρό τον κόπο του μεγάλο κέρδος μένει:
Όλη η αλήθεια που θα βρει στα ψέματα κρυμμένη!
Γεώργιος
Δροσίνης, Παιδικά παραμύθια, Eκδότης Iωάν. N. Σιδέρης, χ.χ.
http://www.snhell.gr/kids/content.asp?id=239&cat_id=11
Εικόνα: απ' το pinterest
Σαν μας έρθει ο
χειμώνας, κάνει κρύο τσουχτερό.
Μες στο σπίτι
μου θα κάτσω, αχ ζεστά που θα ντυθώ!
Ποδαράκια
παγωμένα και χεράκια ξυλιασμένα
μα το τζάκι στο
σαλόνι μια γλυκιά γωνιά για μένα.
Έξω από το
παραθύρι οι νιφάδες του χιονιού
με τον άνεμο
χορεύουν και γλυκά μου τραγουδούν.
Να και ένα σπουργιτάκι
στέκεται και με κοιτά.
Το παράθυρο
ανοίγω και το παίρνω αγκαλιά.
«Πού γυρίζεις,
σπουργιτάκι;» το ρωτάω τρυφερά.
«Ψάχνω για να
βρω σποράκια, να μου δώσουν τα παιδιά.»
«Πεινασμένο μου
πουλάκι, ήσουν έξω στον χιονιά,
από ’δω και πέρα
όμως θα ’χεις πάντα μια φωλιά!»
Μιχαέλα Σιδηρά
Πηγή:
Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με
θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, εκδόσεις Αλάτι.
Ζωγραφιά: Ηλιάνα (μαθήτρια δημοτικού)
Τα πιο όμορφα
Χριστούγεννα είναι αυτά που δεν τυλίγονται σε χρυσά χαρτιά περιτυλίγματος, δεν
δένονται με πολύχρωμες κορδέλες κι ούτε στολίζονται με μεγάλους φιόγκους. Δεν
είναι τα πανέμορφα στολίδια ούτε οι υπέροχες μουσικές, τα κάλαντα ή οι
πεντανόστιμες και λαχταριστές λιχουδιές με τη χιονένια άχνη ζάχαρη.
Δεν είναι ακόμη
τα χλιδάτα ρούχα, η ζεστή σοκολάτα που μοσχοβολάει κανέλα, η μυρωδιά του
κάστανου σε κάποιο πεζοδρόμιο, το παραδοσιακό φρεσκοψημένο ζυμωτό ψωμί ή τα
ξύλα που αργοκαίνε στο τζάκι.
Ούτε οι
στολισμένοι δρόμοι και τα πολυκαταστήματα με τις φαντασμαγορικές βιτρίνες, τα
τεράστια δέντρα στις χιονισμένες πλατείες ή οι ξέφρενοι χοροί στα βραδινά
στέκια.
Δεν είναι καν ο
ήχος από τα γέλια των παιδιών ανάμεσα στα δώρα τους ή οι γλυκιές χιλιοειπωμένες
ευχές.
Τα πιο όμορφα
Χριστούγεννα είναι αυτά που γίνονται σοκάκια για να σεργιανίσει μέσα τους η
θεία Αγάπη, ν’ ανοίξει τα παράθυρα της ψυχής και να τη γεμίσει με Φως κι
Αλήθεια. Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα είναι αυτά που τυλίγουν την ψυχή μας με
γεύσεις αγνότητας, αρώματα ταπεινότητας και χρώματα αγάπης. Τα πιο όμορφα
Χριστούγεννα είναι αυτά που μιλούν μυστικά στην καρδιά.
Χριστούγεννα,
ψυχή μου, στολίσου!
Βούλα Νάνη
Πηγή:
Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με
θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, εκδόσεις Αλάτι.
Ζωγραφιά: Νικολέττα Γιαννιτσάρου
Να οι πρώτες οι
τουφίτσες πέφτουν απ’ τον ουρανό λευκές.
Άσπρο πέπλο
έχουν ρίξει στων σπιτιών μας τις αυλές.
Το κασκόλ μου,
τα γαντάκια και τον σκούφο τον ζεστό,
τις καλτσούλες
και τις μπότες τα φοράω στο λεπτό.
Βγαίνω έξω και
χορεύω, με χαρά χοροπηδώ.
Τα χεράκια μου
ανοίγω και κοιτώ τον ουρανό.
Πώς καρδιοχτυπώ
και πάλι με τον πρώτο τον χιονιά.
Μου ’χε λείψει
να ασπρίζουν τα καφέ μου τα μαλλιά.
Να και τ’ άλλα
τα παιδάκια στη μικρή μας γειτονιά,
κύκλο κάνουμε
και όλοι τραγουδάμε δυνατά:
«Καλώς ήρθες,
πρώτο χιόνι, καλώς ήρθες χειμωνιά,
χιονανθρώπους
και μπαλίτσες, θα σας πλάσουμε ξανά!»
Μιχαέλα Σιδηρά
Πηγή:
Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με
θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, Εκδόσεις Αλάτι.
Ζωγραφιά: Ιωάννα Βάλβη
Η βασίλισσα
Μυριάνθη βρισκόταν ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι από πάγο με περίτεχνα σκαλίσματα.
Τα είχαν φτιάξει με μαστοριά κι αγάπη οι τεχνίτες από το μακρινό βασίλειο των
μαγικών συμβόλων. Την κρατούσαν αόρατη από τα κακόβουλα πνεύματα.
Το κρεβάτι
βρισκόταν κάτω από το ιερό δέντρο που είχε έρθει χιλιετίες πριν από τον θρυλικό
τόπο της αφθονίας και της ισορροπίας. Ήταν ακριβώς η τοποθεσία που υπέδειξε ο
Λίμερικ, ο μέγας αστρονόμος όλων των βασιλείων.
Όλα τα πλάσματα
του πλανήτη ήταν στραμμένα με αγωνία σ’ εκείνο το σημείο. Σιωπηλά προσεύχονταν.
Περίμεναν και προσεύχονταν. Θύμησες από τα τελευταία λεπτά της μάχης. Το
απόλυτο κακό ν’ απομονώνει τη βασίλισσα. Η Μυριάνθη να μάχεται κυκλωμένη από τη
μανία του. Το δευτερόλεπτο εκείνο που κτυπήθηκε. Είχε πέσει στον αιώνιο ύπνο
και ταυτόχρονα ο κόσμος σταμάτησε. Δεν πέθανε. Δεν ζούσε. Δεν χάθηκε μα ούτε κι
υπήρχε. Όλα κι όλοι θα τελείωναν σε λίγο. Ή θα ξανάρχιζε ο κύκλος της ζωής.
Προσεύχονταν να πετύχει το πείραμα, μοναδική ελπίδα τους. Αν όχι, απλώς θα
σκορπίζονταν στο τίποτα.
Ο Λίμερικ
κοιτούσε τον ουρανό. Μετρούσε, υπολόγιζε, μουρμούριζε αριθμούς, εξαπέλυε
κατάρες. Έφτιαξε τα μαλλιά της Μυριάνθης. Έστρωσε τις ανύπαρκτες ζάρες στο
φόρεμά της. Χάιδεψε με τ’ ακροδάχτυλα το στέμμα με το σβηστό πετράδι της ζωής.
Το κοίταξε και κοίταξε πέρα, τον ορίζοντα, κάνοντας για τελευταία φορά
υπολογισμούς.
Εκείνη τη
στιγμή. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ήταν που ο άξονας της γης θα πρέπει να έχει
στραφεί.
Ω θεοί. Παλιοί
και νέοι όλων των πλασμάτων, κάντε να γεννηθεί. Κάντε ν’ ανέβει ξανά. Η πρώτη
ακτίνα. Οι ανάσες σταμάτησαν. Έπεσε ακριβώς στο πετράδι. Τρία, δύο, ένα. Δεν
έγινε τίποτα. Τα πλάσματα πιάστηκαν μεταξύ τους. Χέρια, πόδια, σώματα,
προσευχή. Ο μέγας αστρονόμος χαμογέλασε. Ήταν ο μόνος που διέκρινε τη φλόγα στο
κέντρο του πετραδιού. Οι υπολογισμοί του ήταν σωστοί. Και το πείραμα πέτυχε. Η
ζωή μόλις είχε αρχίσει ξανά. Ο ήλιος ανέβαινε αργά–αργά. Η φλόγα έγινε φωτιά
και το στέμμα της Μυριάνθης έλαμψε.
Από τότε έχουν
περάσει χιλιετίες.
Η πραγματικότητα
έγινε μύθος. Τραγούδι. Παραμύθι.
Και κάθε χρόνο
γιορτάζεται με φωτιές και πάθος.
Κι ας μη
γνωρίζει πια κανένας το πραγματικό γιατί.
Έτσι για το
«καλό».
Άντρη Καζαμία
Πηγή:
Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με
θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, εκδόσεις Αλάτι.
Ζωγραφιά: Γεωργία Βενετσανάκη
Σε λίγες μέρες
Χριστούγεννα, ο Marcellito,
ένας ποντικός που ζούσε στο υπόγειο ενός σπιτιού, και φέτος την ίδια ευχή
θα έκανε. Να ζει και να μη φοβάται για όλα, να μην τον κυνηγούν. Θέλει να ζήσει
σαν τον γάτο, να είναι κάτω από το δέντρο μαζί με όλους, να μπορεί να κάθεται
στο τζάκι, να χουζουρεύει, να τον έχουν στο γιορτινό τραπέζι και να υπάρχει κι
ένα δώρο για τον ίδιο από τον Αϊ Βασίλη. Ήθελε να είναι χρήσιμος, να προσφέρει
όπως όλοι στην οικογένεια που ζει στο ζεστό, όμορφο σπίτι. Θέλει να είναι
περήφανος για ό,τι κάνει.
Το αποφάσισε: θα άνοιγε
μια σχολή. Ναι, ναι, μία σχολή για να βοηθάει, να προσφέρει και να μάθει σε όλα
τα ποντικάκια καλούς τρόπους. Ευκαιρία τώρα που πλησίαζαν οι γιορτές, ντύθηκε
Αϊ Βασίλης, στόλισε χριστουγεννιάτικα στολίδια, κρέμασε μια πινακίδα που έγραφε
«Σχολή Savoir
vivre
για ποντικάκια!» και περίμενε τους μαθητές του.
Σε λίγο μαζεύτηκαν τρία
ποντικάκια, μετά επτά κι αργότερα όλα τα μικρά ήταν εκεί και περίμεναν τι θα
τους πει.
Τους μίλησε για τα
Χριστούγεννα, για τη γέννηση του Χριστού, για τους μάγους, το αστέρι, τους
μίλησε και για τον Άγιο μας, τον Άγιο Βασίλειο που βοηθούσε τους φτωχούς και
δίδασκε τη γενναιοδωρία και την προσφορά. Τα ποντικάκια ενθουσιάστηκαν, ήθελαν
να πηγαίνουν κάθε μέρα. Έτσι κατάφερε η σχολή του να γίνει ξακουστή και όλοι να
θέλουν να του μοιάσουν. Είχε γίνει ο μετρ των καλών
τρόπων και ο σεφ των καλών τυριών. Ναι, και των καλών τυριών γιατί εκτός από
καλούς τρόπους μάθαινε στα ποντικάκια να τρώνε επιλεκτικά και σωστά! Όλοι οι
έμποροι τυριών είχαν βρει την ησυχία τους. Τα αμπάρια και τα ψυγεία τους δεν
κινδύνευαν, δεν είχαν απώλειες. Επίσης, όσοι τυροκόμοι διέθεταν προϊόν που δεν
μπορούσε να πουληθεί, το προμήθευαν στη σχόλη του Marcellito και τους μαθητές
του.
Και ξέρετε κάτι; Κάθε Χριστούγεννα
ο Μarcellito και οι μικροί ποντικομαθητές στόλιζαν ένα μεγάλο κασέρι σε σχήμα
δέντρου που το κατασκεύαζαν οι ίδιοι στο μάθημα των τυροκατασκευών!
Στέλλα
Κουρτζόγλου
Το
γιορτινό τραπέζι για το ρεβεγιόν των Χριστουγέννων ήταν στρωμένο. Η νοικοκυρά
έβαζε τις τελευταίες πινελιές πριν έρθουν οι καλεσμένοι. Ακούμπησε την πιατέλα
με τους κουραμπιέδες στον πάγκο της κουζίνας και πήγε να ετοιμαστεί.
Από
την πιατέλα ακούστηκε ένας ήχος δυσαρέσκειας. Ο κύριος Κουραμπιές σηκώθηκε
όρθιος κι έριξε μια ματιά απέναντι. Κούνησε το κεφάλι του και είπε θυμωμένα:
«Nτροπή! Εγώ, ο Κουραμπιές, το γλυκό των γλυκών, που με
προσφέρουν στον κόσμο για αρραβώνες, για γάμους και για το δωδεκαήμερο των
Χριστουγέννων να βρίσκομαι στο ίδιο τραπέζι μαζί με τα μελομακάρονα και τις
δίπλες. Πού καταντήσαμε, πόσο πιο χαμηλά θα πέσω; Ποιος; Εγώ, να είμαι στο ίδιο
τραπέζι με τους χειρότερους εχθρούς μου.»
Άρχισε
να βηματίζει νευρικά πέρα δώθε. Τότε ακούστηκε η φωνή της γαλοπούλας από τον
φούρνο.
«Τι
έχεις, βρε γρουσούζη, και γκρινιάζεις χριστουγεννιάτικα; Από τα νεύρα σου θα
πικρίσεις σαν φαρμάκι κι αλίμονο σε αυτόν που θα σε φάει.»
«Εσύ
να κοιτάς τη δουλειά σου. Όχι επειδή πήρες την θέση του χοιρινού να μας κάνεις
κουμάντο! Μας ήρθες από τα ξένα κι έχεις άποψη; Ναι, να το μάθουν όλοι ότι παλιά
τα Χριστούγεννα, εδώ στην Ελλάδα, ο κόσμος έτρωγε χοιρινό κρεάς αλλά έφτασαν τα
αμερικάνικα έθιμα και πήρες θέση στο εορταστικό τραπέζι. Και θέλεις τώρα να μας
το παίζεις ειρηνοποιός.»
«Σήμερα
είναι μέρα χαράς. Γεννιέται ο Χριστός κι εσύ αντί να είσαι χαρούμενος, είσαι
μέσα στη μαυρίλα. Κακώς είσαι άσπρος, μαύρος θα έπρεπε να είσαι, σαν το
κάρβουνο. Τι έχουν τα μελομακάρονα κι οι δίπλες; Μια χαρά γλυκά είναι. Όλοι μας δουλεύουμε σαν
ομάδα ώστε το εορταστικό τραπέζι να είναι νόστιμο κι αξέχαστο. Και, δεν μου λες,
γιατί είσαστε εχθροί; Τι έχετε να χωρίσετε;»
Την
κοίταξε τη γαλοπούλα ο κύριος Κουραμπιές θυμωμένα και απάντησε φωναχτά:
«Τι
έχουμε να χωρίσουμε; Πλάκα μου κάνεις; Οι κύριοι θέλουν να μου πάρουν την
πρωτιά στα εορταστικά γλυκά. Ιδίως τα μελομακάρονα που με τους νεοτερισμούς
τους εμφανίζονται με νέα εμφάνιση, καλυμμένα με σοκολάτα. Έτσι οι άνθρωποι τα προτιμούν
κι αφήνουν εμένα τον Κουραμπιέ στην άκρη, λες και δεν είμαι κι εγώ γλυκό Χριστουγέννων.
Όσο για τις δίπλες, άσε, να μη μιλήσω και γι’ αυτές τις σιγανοπαπαδιές. Μου μοστράρονται
στα μαγαζιά δίπλα στο σιρόπι μελιού και τα εξτρά καρύδια. Κι εκεί που ο πελάτης
είναι έτοιμος να με αγοράσει, κερδίζουν το ενδιαφέρον του και ξεχνάει την
ύπαρξη μου. Αυτό είναι αθέμιτος ανταγωνισμός. Εγώ έχω μόνο τη λευκή άχνη
ζάχαρη. Ούτε στρώση σοκολάτας, ούτε επιπλέον σιρόπι μελιού και άλλα εφέ. Δεν θα
τους αφήσω να μου πάρουν τον θρόνο.»
Η
γαλοπούλα έβαλε τα γέλια
«Ποιον
θρόνο, καλέ μου; Νομίζω αντί για αμύγδαλο στο μυαλό σου έχεις κουκούτσι. Τα
κακόμοιρα τα μελομακάρονα κι οι δίπλες δεν είπαν τίποτα κακό. Άλλωστε αυτός
είναι ο τρόπος παρασκευής τους. Πώς τολμάς να τους λες εχθρούς όταν δεν σε
έχουν πειράξει; Και δίκιο να είχες, μάθε αυτό: ο Χριστός είπε Αγαπάτε αλλήλους. Πώς θέλεις να αποκαλείς
τον εαυτό σου γλυκό των Χριστουγέννων, της γιορτής της αγάπης, ενώ σκορπάς μίσος τριγύρω;»
Ο
κύριος Κουραμπιές γύρισε το κεφάλι προς το τραπέζι με το πράσινο τραπεζομάντηλο.
Αίσθημα ντροπής τον κατέλαβε. Είχε δίκιο κι ας τα τον πονούσαν τα λόγια της. Έπρεπε
να επανορθώσει άμεσα. Πώς όμως; Το κατσουφιασμένο πρόσωπό του άλλαξε. Ένα
χαμόγελο το φώτισε.
«Συγγνώμη,
γαλοπούλα. Συγγνώμη, μελομακάρονα και δίπλες. Πάμε όλοι μαζί να κάνουμε το
φετινό τραπέζι το καλύτερο που έχουν ζήσει μέχρι σήμερα οι καλεσμένοι μας. Καλά
Χριστούγεννα σε όλους!»
Πήρε
έναν αγιοβασιλιάτικο κόκκινο σκούφο και τον φόρεσε στο κεφάλι του. Αμέσως μετά
πήρε ένα κομμάτι κόκκινο χαρτί και έφτιαξε πολλές καρδούλες. Επάνω τους έγραψε Καλά
Χριστούγεννα. Μετά άρχιζε να μοιράζει τις καρδιές στους πρώην εχθρούς, στη
γαλοπούλα και στη σαλάτα που δεν συμμετείχε καθόλου στη διένεξη.
Η
ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως προς το καλύτερο.
Στο
τραπέζι κατεφθαναν τα πιάτα και οι καλεσμένοι άρχιζαν να τρώνε ενώ έπιναν
παράλληλα κρασί τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους ευχόμενοι Καλά Χριστούγεννα.
Τραγούδια και κάλαντα πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα ενώ τα φώτα στο χριστουγεννιάτικο
δέντρο χρωμάτιζαν όμορφα τον χώρο. Όλα κυλούσαν
όπως έπρεπε. Λίγο μετά το φαγητό η οικοδέσποινα άδειασε το τραπέζι για να φέρει
τα γλυκά.
Ο
Κουραμπιές περίμενε, με τους φίλους του πια, τα μελομακάρονα και τις δίπλες, να
κλείσουν την βραδιά του ρεβεγιόν με αγωνία. Η δικιά τους μεγάλη στιγμή
πλησίαζε. Θα άφηναν μια υπέροχη γλυκιά
γεύση στο στόμα των καλεσμένων βάζοντας ένα όμορφο τέλος στο τραπέζι του
ρεβεγιόν;
Ο
κύριος Κουραμπιές χαιρέτησε με ένα χαμόγελο τους νέους του φίλους λίγο πριν
τρία δάκτυλα τον αρπάξουν από την πιατέλα και τον βάλουν ξάπλα σε μια
χαρτοπετσέτα που ήταν γεμμάτη με κόκκινους Αγιοβασίληδες. Καθώς βρισκόταν ψηλά
στον αέρα φώναξε χαρούμενος δυνατά ενώ κουνούσε το χέρι του χαιρετώντας τους:
«ΚΑΛΑ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!»
Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει και είχε ένα μικρό
τρακ. Ήταν το πρώτο γλυκό που διάλεξε κάποιος καλεσμένος.
Ο νεαρός τον πρόσφερε σε μια κοπέλα που καθόταν
δίπλα του. Εκείνη πήρε τη χαρτοπετσέτα με το γλυκό. Ποτέ της δεν είχε δοκιμάσει
έναν τόσο νόστιμο κουραμπιέ. Η υπέροχη γεύση γέμισε το στόμα της ευχάριστα. Η
αποστολή του κύριου Κουραμπιέ είχε στεφθεί από επιτυχία.
Σωκράτης Μπουζούκας
«Πολυαγαπημένε μου Άγιε
Βασίλη,
Εγώ έχω έναν σκύλο που
τον λέμε Σπίκιο και που τρέμει από το κρύο. Η μαμά μου του έφτιαξε ένα πανωφόρι
για το σπίτι, αλλά όταν είναι να βγει έξω, η μαμά τού το βγάζει, γιατί είναι
γελοίο κι η μαμά ντρέπεται τον κόσμο που λέει: Κοίτα πώς βγάζουν έξω τον σκύλο
τους! Να γιατί ο Σπίκιο μισεί τα Χριστούγεννα: γιατί η μαμά δεν θέλει να κάνει
κακή εντύπωση.
Κοίτα να κάνεις κάτι ή
με το κρύο ή με τη μαμά ή με τον κόσμο που γελάει. Μιλάω εκ μέρους του Σπίκιο.
Κιάρα-Τσισιταβέκια
(Ρώμη)»
Από
το βιβλίο Άγιε Βασίλη, δεν είσαι εντάξει! (εκατό γράμματα που «ανακαλύφθηκαν»
από την Φεντερίκα Λαμπέρτι Ζανάρτι και την Μπρουνέλα Σκίζα), εκδόσεις Γνώση,
μετάφραση Τότα Τσάκου-Κονβερτίνο)