Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Η γύρη της ποίησης



Κάποτε ο Χρόνος είχε 13 μήνες. Θα μου πείτε, πώς γίνεται αυτό. Κι όμως γίνεται. Αντί για 12, οι μήνες ήταν 13. Τον 13ο μήνα τον ‘λέγαν Ιάκωβο. Και ήταν ο πιο χαϊδεμένος και ονειροπόλος γιος του Χρόνου. Μόνο που ήταν πολύ αφηρημένος και αδέξιος. Με τα χίλια ζόρια και τα χίλια παρακάλια του πατέρα τους, τον έπαιρναν πότε η μία και πότε η άλλη εποχή και άρον άρον τον έστελναν πίσω. Κι ο Ιάκωβος κάθε φορά έβαζε τα κλάματα. Τον λυπόταν ο Χρόνος και παρακαλούσε πάλι τις εποχές να τον πάρουν μαζί τους να τις βοηθάει.

Μια φορά αρρώστησε ο Γενάρης.

-Άντε, Ιάκωβε, του είπε ο Χειμώνας. Πήγαινε εσύ στη θέση του. Μόνο πρόσεχε, να ‘χεις το μυαλό σου στη δουλειά, κι όχι στα όνειρα και στις φαντασίες. Πρέπει να φυλάξεις τον ήλιο μέσα στις καταχνιές, για να μη βγει και ζεστάνει τον καιρό και λιώσουν οι πάγοι.

Ο Ιάκωβος, όμως, όπως συνήθως, είχε αλλού το νου του και ξέχασε τι του είπε ο Χειμώνας. Έτσι αντί να φυλάει τον ήλιο, πήγε και φύλαγε την παγωνιά στη σπηλιά της.

-Χριστιανέ μου, άφησέ με να βγω, του φώναξε εκείνη. Έχω να γυαλίσω τα κρύσταλλα των πάγων στις στέγες των σπιτιών και στα κλαδιά. Έχω τα χιονοσέντονά μου  απλωμένα στα λαγκάδια και στις ρεματιές, έχω τα ζώα μου σε χειμερία νάρκη. Θα ξυπνήσουν και θα ψοφήσουν από την πείνα. Μπα, σε καλό σου!

-Όχι, δεν μπορώ να σ’ αφήσω, απάντησε ο Ιάκωβος. Μου είπε να σε φυλάω ο Χειμώνας.

Και κλείδωσε την παγωνιά στη σπηλιά της.

Έτσι αντί να βγει η παγωνιά, βγήκε ο ήλιος και τρύπησε τα χιονοσέντονα, ξέσκισε τα άσπρα βελούδα στις πλαγιές των βουνών, ράγισε τα κρύσταλλα στις λίμνες. Ο κόσμος σάστισε, πέταξε τα παλτά, έβγαλε τις ζακέτες, έσβησε τις σόμπες, το ‘ριξε στις εκδρομές. Φύτρωσαν καρποί στα δέντρα, βγήκαν τα κεράσια, βγήκαν τα καρπούζια, βγήκανε τα παγωτά. Πού μυαλό για μαθήματα!

-Πατέρα, είπε ο Χειμώνας στον Χρόνο. Πάρε πίσω τον Ιάκωβο. Δεν τον θέλω. Είναι εντελώς ανίκανος!

-Γιατί παιδί μου δε μαζεύεις τα μυαλά σου στη δουλειά; Τί θα σε κάνω τώρα; Δε σε θέλει πια κανείς!

Ο Ιάκωβος έβαλε τότε τα κλάματα. Ο Χρόνος τον λυπήθηκε γιατί του είχε αδυναμία.

-Καλά, μην κλαις. Θα παρακαλέσω το Καλοκαίρι να σε πάρει μαζί του, τον παρηγόρησε και του σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.

-Τί να τον κάνω, πατέρα, φώναξε το Καλοκαίρι, όταν το άκουσε. Αυτός είναι μόνο για ζημιές. Είναι πολύ αφηρημένος και ανίκανος.

Όμως ο Χρόνος επέμενε τόσο πολύ που στο τέλος το Καλοκαίρι υποχώρησε.

-Καλά, του είπε. Για χάρη σου θα τον πάρω. Αν όμως κάνει πάλι καμιά ζημιά, θα στον στείλω πίσω αμέσως!

Μετά φώναξε τον Ιούλη:

-Ιούλη, πάρε μαζί σου τον Ιάκωβο. Βάλτον στις αποθήκες του ουρανού, να φυλάει τις συννεφιές.

Πραγματικά ο Ιούλης πήρε μαζί του τον Ιάκωβο και τον έβαλε να φυλάει τα σύννεφα, για να μη βγουν και χαλάσουν τις καλοκαιριάτικες λιακάδες.

Στην αρχή ο Ιάκωβος ήταν πολύ προσεκτικός. Μετά από λίγες μέρες όμως άρχισε πάλι να ξεχνιέται. Άφησε τις αποθήκες ξεκλείδωτες και τα σύννεφα γλίστρησαν αθόρυβα στον ουρανό. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ξέσπασε μπόρα, έπιασε βροχή, σηκώθηκε τρικυμία στη θάλασσα. Βούλιαξαν οι βάρκες, τρόμαξαν οι κολυμβητές, μάζεψαν τα πράγματά τους, φόρεσαν αδιάβροχα, φόρεσαν κασκόλ, άνοιξαν τις ομπρέλες τους. Η ομίχλη τύλιξε τα καλοκαιρινά τοπία.

-Βρήκα τον μπελά μου με σένα, φώναξε θυμωμένο το Καλοκαίρι κι έδιωξε τον Ιάκωβο. Άντε να πας πίσω στον πατέρα μας, γιατί είσαι ανίκανος κι ονειροπαρμένος.

Για να μη σας τα πολυλογώ, ο Ιάκωβος έκανε τα ίδια με όλες τις εποχές. Με την αφηρημάδα του χάλασε την ισορροπία της φύσης. Την Άνοιξη ξεχνούσε τις παγωνιές και το Φθινόπωρο ξεχνούσε τις λιακάδες. Ο κόσμος άρχισε πια να χάνει τη σειρά του. Είδε κι απόειδε ο Χρόνος και δεν ξανάστειλε τον μικρό του γιο στον κόσμο.

-Κάτσε, παιδί μου, εδώ στο σπίτι, τον συμβούλεψε. Εσύ δεν κάνεις για τούτες τις δουλειές. Καλύτερα να μείνεις κοντά μου, να φροντίζεις τον κήπο και να μου κρατάς συντροφιά.

Ο Ιάκωβος έσκυψε το κεφάλι του και δεν μίλησε. Βγήκε στον κήπο και κάθισε σε μια πέτρα λυπημένος. Τον πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει. Τον είδε το φεγγάρι που έβγαινε εκείνη τη στιγμή και τον λυπήθηκε.

-Γιατί κλαις, Ιάκωβε;, τον ρώτησε.

-Γιατί είμαι άχρηστος και ανίκανος, είπε εκείνος με παράπονο.

-Μην το ξαναπείς αυτό, του φώναξε τότε το φεγγάρι με μια παράξενη κραυγή.

-Άκου, θα σου κάνω ένα δώρο. Εδώ που κύλησαν τα δάκρυά σου θα φυτρώσει το πιο θαυμαστό λουλούδι του κόσμου. Από τη γύρη αυτού του λουλουδιού θα γεννιέται η ποίηση. Κοιμήσου απόψε και αύριο το πρωί, όταν ξυπνήσεις, θα το δεις!

Πραγματικά, εκείνη τη νύχτα ο Ιάκωβος κοιμήθηκε ανάλαφρα και το πρωί ξυπνώντας είδε ένα καινούριο λουλούδι στην αυλή του. Είχε τεράστια ασημένια πέταλα που έλαμπαν στον ήλιο και ήταν φορτωμένο με μια μαύρη γύρη. Ο αέρας φυσούσε και έπαιρνε από τη γύρη και τη σκόρπιζε πάνω απ’ τον κόσμο. Κι όσοι ανέπνεαν τη μαγική γύρη, έγραφαν στίχους και ποιήματα και γίνονταν ποιητές.

Το λουλούδι αυτό το ονόμασαν λουλούδι της ποίησης. Ο Ιάκωβος το πότιζε και το φρόντιζε κάθε μέρα. Και εκείνο δεν μαραινόταν ποτέ, αλλά ήταν πάντα γεμάτο από τη μαγική του γύρη.

Έτσι ο Ιάκωβος έγινε φύλακας του θαυμαστού λουλουδιού της ποίησης κι έζησε έξω από τον κύκλο του χρόνου.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ, 18 ιστορίες που ξεχωρίζουν-Εκδόσεις Γνώση

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Χαράλαμπος Μαργαρίτης.


Ονομάζομαι Χαράλαμπος Μαργαρίτης. Με φωνάζουν Χάρη, Μπάμπη, Χαραλάμπη. 

Μόνο η γιαγιά μου με φώναζε «Λαμπερό», μάλλον επειδή ήμουν από όλα της τα εγγόνια το πιο μελαχρινό…

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ηράκλειο της Κρήτης, ωρίμασα στην Αθήνα & φοιτώ(ζω) στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας της Φλώρινας. Αντιμετωπίζω τη ζωή όπως της πρέπει και αυτή το ίδιο. Αγαπώ τα χρώματα και θα ήθελα μία μέρα όλος ο κόσμος να καταλάβει ότι είμαστε πολύχρωμοι και όχι μονόχρωμοι. 

Μου λείπει η θάλασσα και για αυτό έχω συνέχεια δίπλα μου ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό (κατά διαστήματα το πίνω αλλά το ξαναγεμίζω!)
Συμμετοχές: Βραδιά Ερωτικής ποίησης (Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών Αμυνταίου) 2013, RemBrand2013 (Γκαλερί Λόλα Νικολάου, Τεχνοχώρος), RemBrand2014 (ArtAthens), Εικαστική Μπουγάδα (Θεσσαλονίκη), Μικροφόρμα (Γκαλερί Παπατζίκου - Βέροια), Συνομιλία 23 – Cafe Goose (Φλώρινα),  Έκθεση Ενάντια στη Βία Κατά των Γυναικών – Αριστοτέλης (Φλώρινα)

Εικονογραφήσεις:   «ΓΕΩ» ένθετο περιοδικό της Ελευθεροτυπίας, «Ερπετά και αμφίβια» Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,  «Άγρια Θηλαστικά» Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, “The Amphibians and Reptiles of Greece”  Edition Chimaira Frankfurt am Main , “Conservation Biology” εκδόσεις «αει», «Το Βυζάντιο και η Ελλάδα» εκδόσεις Πατάκη, «Ο Σπυράκος κ το Κατάστημα Παιχνιδιών» εκδόσεις Μέλει, «Ο Σπυράκος στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο» εκδόσεις Μέλει, «Ερπετά και αμφίβια της Κύπρου», «Η Μπαρή Σεβνταβά» εξώφυλλο (του Θ. Αλεξανδρή από εκδόσεις Περίπλους).


Facebook Profile: Harris Margas
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




2 σχόλια :

  1. Αχ, τι ..ωραίοοο! Πάντα να το ποτίζουμε το λουλούδι της τέχνης, είναι το άνθος της ελπίδας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;