Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαράλαμπος Μαργαρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαράλαμπος Μαργαρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Η τρίχα του λιονταριού



Κάποτε, σε ένα χωριό της Αιθιοπίας, μια νέα και ένας νέος ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον και σε λίγο παντρεύτηκαν. Για κάμποσο διάστημα ήταν τέλεια ευτυχισμένοι από τη σχέση και την αγάπη τους. Σιγά σιγά όμως άρχισαν να παρουσιάζονται τα πρώτα σύννεφα: ο άντρας κατηγορούσε τη γυναίκα ότι ξόδευε πολλά χρήματα για ψώνια. Κι αυτή του έκανε κριτική ότι περνούσε πολύ χρόνο με τους φίλους του και την παραμελούσε. Καμιά φορά νευρίαζαν πολύ, έβαζαν τις φωνές ο ένας στον άλλον ή μπορούσαν να αφήσουν να περάσουν μέρες χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μια κουβέντα. 

Μετά από μερικούς μήνες η νεαρή γυναίκα κατάλαβε ότι τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο και αποφάσισε να ζητήσει διαζύγιο. Πήγε στον σοφό δικαστή της πιο κοντινής πόλης και του εξήγησε την κατάσταση.

— Γιατί θέλετε να χωρίσετε; παραξενεύτηκε ο δικαστής. Δεν κλείσατε ακόμα ούτε ένα χρόνο γάμου. Δεν αγαπάς τον άντρα σου;

— Αγαπιόμαστε αλλά δεν φαίνεται ο γάμος μας να δουλεύει.

— Τι εννοείς «δεν δουλεύει»;

— Αντιδικούμε συχνά και για το παραμικρό. Κάνει πράγματα που με ενοχλούν. Πετάει τα ρούχα του οπουδήποτε στο σπίτι και περιμένει να του τα μαζέψω εγώ. Γκρινιάζει με το τίποτα. Απλά φαίνεται ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί.

— Καταλαβαίνω, είπε ο σοφός. Αλλά έχω ένα φάρμακο που κάνει θαύματα, που θα σας ξαναφέρει πάλι κοντά και θα σας κάνει να δείξετε όλη την αγάπη σας.

— Το θέλω αυτό το φάρμακο. Θέλω να νιώσουμε πάλι αγαπημένοι.

— Περίμενε, είπε ο δικαστής. Για να φτιάξω αυτό το φάρμακο χρειάζομαι μια τρίχα από τη χαίτη του λιονταριού που έχει το λημέρι του στο φαράγγι στο απέναντι βουνό.

— Μα πώς θα μπορέσω να πλησιάσω το τρομερό λιοντάρι και να του βγάλω μια τρίχα από την χαίτη χωρίς να με κατασπαράξει; έκανε τρομαγμένη η νεαρή γυναίκα.

— Αυτό δεν το ξέρω δυστυχώς,  είπε αυτός. Ξέρω από φάρμακα και φίλτρα, από ανθρώπινες σχέσεις και πάθη, αλλά ομολογώ ότι από λιοντάρια δεν ξέρω σχεδόν τίποτα.

Η γυναίκα έφυγε στενοχωρημένη. Όμως αγαπούσε τον άντρα της και ήθελε να φτιάξει το φάρμακο που θα έσωζε τη σχέση τους. Αποφάσισε να δοκιμάσει τα πάντα για να πάρει μια τρίχα από το τρομερό λιοντάρι.

Το άλλο πρωί πήγε στο μέρος που ζούσε το λιοντάρι. Κρύφτηκε πίσω από έναν βράχο και περίμενε.  Πραγματικά, σε λίγο, βρήκε το τεράστιο λιοντάρι να πίνει νερό στο ποταμάκι. Η κοπέλα πάγωσε μόλις είδε τα δόντια και τα νύχια του και ένιωσε το έδαφος να τρέμει όταν εκείνο άνοιξε το στόμα του και έβγαλε ένα βρυχηθμό που αντιλάλησε στη ρεματιά. Χωρίς να κάνει καθόλου θόρυβο έφυγε νυχοπατώντας και γύρισε στο χωριό της.

Την άλλη μέρα ξαναπήγε στο λημέρι του λιονταριού, αλλά αυτή τη φορά είχε μαζί της και ένα μεγάλο κομμάτι κρέας. Άφησε το κρέας μακριά από το λιοντάρι και κρύφτηκε πίσω από το βράχο όσο το θηρίο το καταβρόχθιζε. 

Την επόμενη μέρα ξαναπήγε με το κρέας και το άφησε πιο κοντά το λιοντάρι. Και την επόμενη μέρα το άφησε μόνο λίγα μέτρα πιο πέρα. Η ιστορία αυτή συνεχίστηκε για μέρες και κάθε φορά πλησίαζε πιο πολύ το λιοντάρι, ώσπου μια μέρα έβαλε το κρέας απευθείας στο στόμα του θηρίου και είδε τα δόντια του να το κατασπαράζουν. Για μια στιγμή λύγισε, αλλά αγαπούσε τον άντρα της τόσο πολύ που ξαναπήρε θάρρος. Κλείνοντας τα μάτια της άπλωσε και τράβηξε μια τρίχα από την χαίτη του. Έπειτα, οπισθοχωρώντας σιγά σιγά για να μην εξαγριώσει το θηρίο, απομακρύνθηκε μερικά μέτρα και έπειτα το έβαλε στα πόδια τρέχοντας με όλες τις δυνάμεις της. 

Έφτασε λαχανιασμένη στο σπίτι του δικαστή:

— Σου έφερα την τρίχα από τη χαίτη του λιονταριού που μου ζήτησες για να φτιάξεις το φάρμακο, είπε με κομμένη την ανάσα.

Ο δικαστής πήρε την τρίχα στα χέρια του, κοίταξε επί ώρα σιωπηλός τη νεαρή γυναίκα και μετά της είπε:

—Έχεις τρομερή δύναμη, τεράστια υπομονή, ανεξάντλητη αποφασιστικότητα, απέραντο θάρρος για να μπορέσεις να το κατορθώσεις αυτό.

— Ναι, χρειάστηκε να αγωνιστώ πολύ, παραδέχτηκε αυτή. Αλλά δώσε μου τώρα το φάρμακο που θα σώσει το γάμο μας.

— Δεν έχω κανένα φάρμακο να σου δώσω, είπε ήρεμα ο σοφός.

— Μα μου το υποσχέθηκες! διαμαρτυρήθηκε εκείνη.

— Αυτό που έκανες είναι το πιο δυνατό φάρμακο που υπάρχει στον κόσμο. Ημέρεψες το λιοντάρι. Με τέτοια θέληση, δύναμη, αποφασιστικότητα και γενναιότητα μπορείς να πετύχεις πράγματα που δεν πετυχαίνει κανένα φάρμακο. Ξαναγύρισε στο σπίτι σου, βάλε όλες αυτές τις δυνάμεις σου σε ενέργεια και μπορεί να αγαπηθείτε πάλι, αυτή τη φορά όχι με σύντομο πάθος, αλλά για πάντα.

(Αιθιοπία) 
           
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Χαράλαμπος Μαργαρίτης.



Ονοματεπώνυμο:     Χαράλαμπος Μαργαρίτης
Τόπος γέννησης:      Ηράκλειο Κρήτης
Τόπος διαμονής:      Φλώρινα

Φοιτητής Τμήματος Εικαστικών & Εφαρμοσμένων Τεχνών Φλώρινας  Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Κατεύθυνση ζωγραφικής με καθηγητές τους κυρίους Χάρη Κοντοσφύρη και Θωμά Ζωγράφο, καθώς και εμβάθυνση στην Παραστατική Αρχαιολογία με καθηγητή τον κύριο Δημοσθένη Αβραμίδη.

Η σελίδα του Χαράλαμπου στο facebook:

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Η γύρη της ποίησης



Κάποτε ο Χρόνος είχε 13 μήνες. Θα μου πείτε, πώς γίνεται αυτό. Κι όμως γίνεται. Αντί για 12, οι μήνες ήταν 13. Τον 13ο μήνα τον ‘λέγαν Ιάκωβο. Και ήταν ο πιο χαϊδεμένος και ονειροπόλος γιος του Χρόνου. Μόνο που ήταν πολύ αφηρημένος και αδέξιος. Με τα χίλια ζόρια και τα χίλια παρακάλια του πατέρα τους, τον έπαιρναν πότε η μία και πότε η άλλη εποχή και άρον άρον τον έστελναν πίσω. Κι ο Ιάκωβος κάθε φορά έβαζε τα κλάματα. Τον λυπόταν ο Χρόνος και παρακαλούσε πάλι τις εποχές να τον πάρουν μαζί τους να τις βοηθάει.

Μια φορά αρρώστησε ο Γενάρης.

-Άντε, Ιάκωβε, του είπε ο Χειμώνας. Πήγαινε εσύ στη θέση του. Μόνο πρόσεχε, να ‘χεις το μυαλό σου στη δουλειά, κι όχι στα όνειρα και στις φαντασίες. Πρέπει να φυλάξεις τον ήλιο μέσα στις καταχνιές, για να μη βγει και ζεστάνει τον καιρό και λιώσουν οι πάγοι.

Ο Ιάκωβος, όμως, όπως συνήθως, είχε αλλού το νου του και ξέχασε τι του είπε ο Χειμώνας. Έτσι αντί να φυλάει τον ήλιο, πήγε και φύλαγε την παγωνιά στη σπηλιά της.

-Χριστιανέ μου, άφησέ με να βγω, του φώναξε εκείνη. Έχω να γυαλίσω τα κρύσταλλα των πάγων στις στέγες των σπιτιών και στα κλαδιά. Έχω τα χιονοσέντονά μου  απλωμένα στα λαγκάδια και στις ρεματιές, έχω τα ζώα μου σε χειμερία νάρκη. Θα ξυπνήσουν και θα ψοφήσουν από την πείνα. Μπα, σε καλό σου!

-Όχι, δεν μπορώ να σ’ αφήσω, απάντησε ο Ιάκωβος. Μου είπε να σε φυλάω ο Χειμώνας.

Και κλείδωσε την παγωνιά στη σπηλιά της.

Έτσι αντί να βγει η παγωνιά, βγήκε ο ήλιος και τρύπησε τα χιονοσέντονα, ξέσκισε τα άσπρα βελούδα στις πλαγιές των βουνών, ράγισε τα κρύσταλλα στις λίμνες. Ο κόσμος σάστισε, πέταξε τα παλτά, έβγαλε τις ζακέτες, έσβησε τις σόμπες, το ‘ριξε στις εκδρομές. Φύτρωσαν καρποί στα δέντρα, βγήκαν τα κεράσια, βγήκαν τα καρπούζια, βγήκανε τα παγωτά. Πού μυαλό για μαθήματα!

-Πατέρα, είπε ο Χειμώνας στον Χρόνο. Πάρε πίσω τον Ιάκωβο. Δεν τον θέλω. Είναι εντελώς ανίκανος!

-Γιατί παιδί μου δε μαζεύεις τα μυαλά σου στη δουλειά; Τι θα σε κάνω τώρα; Δε σε θέλει πια κανείς!

Ο Ιάκωβος έβαλε τότε τα κλάματα. Ο Χρόνος τον λυπήθηκε γιατί του είχε αδυναμία.

-Καλά, μην κλαις. Θα παρακαλέσω το Καλοκαίρι να σε πάρει μαζί του, τον παρηγόρησε και του σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.

-Τι να τον κάνω, πατέρα, φώναξε το Καλοκαίρι, όταν το άκουσε. Αυτός είναι μόνο για ζημιές. Είναι πολύ αφηρημένος και ανίκανος.

Όμως ο Χρόνος επέμενε τόσο πολύ που στο τέλος το Καλοκαίρι υποχώρησε.

-Καλά, του είπε. Για χάρη σου θα τον πάρω. Αν όμως κάνει πάλι καμιά ζημιά, θα στον στείλω πίσω αμέσως!

Μετά φώναξε τον Ιούλη:

-Ιούλη, πάρε μαζί σου τον Ιάκωβο. Βάλτον στις αποθήκες του ουρανού, να φυλάει τις συννεφιές.

Πραγματικά ο Ιούλης πήρε μαζί του τον Ιάκωβο και τον έβαλε να φυλάει τα σύννεφα, για να μη βγουν και χαλάσουν τις καλοκαιριάτικες λιακάδες.

Στην αρχή ο Ιάκωβος ήταν πολύ προσεκτικός. Μετά από λίγες μέρες όμως άρχισε πάλι να ξεχνιέται. Άφησε τις αποθήκες ξεκλείδωτες και τα σύννεφα γλίστρησαν αθόρυβα στον ουρανό. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ξέσπασε μπόρα, έπιασε βροχή, σηκώθηκε τρικυμία στη θάλασσα. Βούλιαξαν οι βάρκες, τρόμαξαν οι κολυμβητές, μάζεψαν τα πράγματά τους, φόρεσαν αδιάβροχα, φόρεσαν κασκόλ, άνοιξαν τις ομπρέλες τους. Η ομίχλη τύλιξε τα καλοκαιρινά τοπία.

-Βρήκα τον μπελά μου με σένα, φώναξε θυμωμένο το Καλοκαίρι κι έδιωξε τον Ιάκωβο. Άντε να πας πίσω στον πατέρα μας, γιατί είσαι ανίκανος κι ονειροπαρμένος.

Για να μη σας τα πολυλογώ, ο Ιάκωβος έκανε τα ίδια με όλες τις εποχές. Με την αφηρημάδα του χάλασε την ισορροπία της φύσης. Την Άνοιξη ξεχνούσε τις παγωνιές και το Φθινόπωρο ξεχνούσε τις λιακάδες. Ο κόσμος άρχισε πια να χάνει τη σειρά του. Είδε κι απόειδε ο Χρόνος και δεν ξανάστειλε τον μικρό του γιο στον κόσμο.

-Κάτσε, παιδί μου, εδώ στο σπίτι, τον συμβούλεψε. Εσύ δεν κάνεις για τούτες τις δουλειές. Καλύτερα να μείνεις κοντά μου, να φροντίζεις τον κήπο και να μου κρατάς συντροφιά.

Ο Ιάκωβος έσκυψε το κεφάλι του και δεν μίλησε. Βγήκε στον κήπο και κάθισε σε μια πέτρα λυπημένος. Τον πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει. Τον είδε το φεγγάρι που έβγαινε εκείνη τη στιγμή και τον λυπήθηκε.

-Γιατί κλαις, Ιάκωβε;, τον ρώτησε.

-Γιατί είμαι άχρηστος και ανίκανος, είπε εκείνος με παράπονο.

-Μην το ξαναπείς αυτό, του φώναξε τότε το φεγγάρι με μια παράξενη κραυγή.

-Άκου, θα σου κάνω ένα δώρο. Εδώ που κύλησαν τα δάκρυά σου θα φυτρώσει το πιο θαυμαστό λουλούδι του κόσμου. Από τη γύρη αυτού του λουλουδιού θα γεννιέται η ποίηση. Κοιμήσου απόψε και αύριο το πρωί, όταν ξυπνήσεις, θα το δεις!

Πραγματικά, εκείνη τη νύχτα ο Ιάκωβος κοιμήθηκε ανάλαφρα και το πρωί ξυπνώντας είδε ένα καινούργιο λουλούδι στην αυλή του. Είχε τεράστια ασημένια πέταλα που έλαμπαν στον ήλιο και ήταν φορτωμένο με μια μαύρη γύρη. Ο αέρας φυσούσε και έπαιρνε από τη γύρη και τη σκόρπιζε πάνω απ’ τον κόσμο. Κι όσοι ανέπνεαν τη μαγική γύρη, έγραφαν στίχους και ποιήματα και γίνονταν ποιητές.

Το λουλούδι αυτό το ονόμασαν λουλούδι της ποίησης. Ο Ιάκωβος το πότιζε και το φρόντιζε κάθε μέρα. Και εκείνο δεν μαραινόταν ποτέ, αλλά ήταν πάντα γεμάτο από τη μαγική του γύρη.

Έτσι ο Ιάκωβος έγινε φύλακας του θαυμαστού λουλουδιού της ποίησης κι έζησε έξω από τον κύκλο του χρόνου.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ, 18 ιστορίες που ξεχωρίζουν-Εκδόσεις Γνώση

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας, διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Χαράλαμπος Μαργαρίτης.


Ονομάζομαι Χαράλαμπος Μαργαρίτης. Με φωνάζουν Χάρη, Μπάμπη, Χαραλάμπη. 

Μόνο η γιαγιά μου με φώναζε «Λαμπερό», μάλλον επειδή ήμουν από όλα της τα εγγόνια το πιο μελαχρινό…

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ηράκλειο της Κρήτης, ωρίμασα στην Αθήνα & φοιτώ(ζω) στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας της Φλώρινας. Αντιμετωπίζω τη ζωή όπως της πρέπει και αυτή το ίδιο. Αγαπώ τα χρώματα και θα ήθελα μία μέρα όλος ο κόσμος να καταλάβει ότι είμαστε πολύχρωμοι και όχι μονόχρωμοι. 

Μου λείπει η θάλασσα και για αυτό έχω συνέχεια δίπλα μου ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό (κατά διαστήματα το πίνω αλλά το ξαναγεμίζω!)
Συμμετοχές: Βραδιά Ερωτικής ποίησης (Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών Αμυνταίου) 2013, RemBrand2013 (Γκαλερί Λόλα Νικολάου, Τεχνοχώρος), RemBrand2014 (ArtAthens), Εικαστική Μπουγάδα (Θεσσαλονίκη), Μικροφόρμα (Γκαλερί Παπατζίκου - Βέροια), Συνομιλία 23 – Cafe Goose (Φλώρινα),  Έκθεση Ενάντια στη Βία Κατά των Γυναικών – Αριστοτέλης (Φλώρινα)

Εικονογραφήσεις:   «ΓΕΩ» ένθετο περιοδικό της Ελευθεροτυπίας, «Ερπετά και αμφίβια» Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,  «Άγρια Θηλαστικά» Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, “The Amphibians and Reptiles of Greece”  Edition Chimaira Frankfurt am Main , “Conservation Biology” εκδόσεις «αει», «Το Βυζάντιο και η Ελλάδα» εκδόσεις Πατάκη, «Ο Σπυράκος κ το Κατάστημα Παιχνιδιών» εκδόσεις Μέλει, «Ο Σπυράκος στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο» εκδόσεις Μέλει, «Ερπετά και αμφίβια της Κύπρου», «Η Μπαρή Σεβνταβά» εξώφυλλο (του Θ. Αλεξανδρή από εκδόσεις Περίπλους).


Facebook Profile: Harris Margas
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Συννεφιάζει

…Είχε στρώσει για καλά η δουλειά του πουλητή εκεί κάτω στο  Βερτεκόπι –«Σκύδρα» το λένε τώρα.
Μέρα με τη μέρα, καλάθι με καλάθι, είχα βρεθεί ένα πρωί πλούσιος! Περιουσία να δουν τα μάτια σου! Ε β δ ο μ ή ν τ α  π έ ν τ ε δραχμές ολοστρόγγυλες! Ούτε δεκάρα λιγότερο! Περιουσία να την βλέπεις και ν’ αλληθωρίζεις! Το πώς την έκανα; Α… Αυτό είναι πάλι μια άλλη ιστορία, μια λυπητερή Οδύσσεια από μικρά παιδικά πάθη: Σκαρφαλώναμε στα κάγκελα του Σταθμού, καβγαδίσματα με τους ξενόγλωσσους μουστερήδες, κυνηγήματα και κλωτσιές απ’ τους καποτρένους, πετριές απ’ τους κλειδούχους και τους χωροφύλακες… και το χειρότερο: σπρωξιές και κασκαρίκες απ' τους πουλητάδες συντρόφους μου  που, κι ο μικρότερός τους ήταν διπλός από μένα. Τότες λοιπόν, πως τα κατάφερα να συνάξω όλο κείνο το θησαυρό; Τα κατάφερα: Είχα πάρει παραγιό. Έναν τίμιο παραγιό, που τον άφηνα να χει έγνοια στο πράμα, κι εγώ άρπαζα δυο δυο τα μισοκάρικα καλάθια και σκαρφάλωνα στα βαγόνια… Μα τώρα τί ήθελα και τον ανέφερα τον παραγιό; Τί ήθελα να πάρω –ύστερα από τόσα χρόνια- αυτή τη βραδινή λύπη; Μα ας είναι… Ας το πιω το ποτήρι.

Σουκρή τον λέγανε. Ήταν ένα δεκάχρονο τουρκόπουλο που με τιμούσε σαν τρανό αφέντη. Βολικό και φιλότιμο σαν το σκυλί. Τίμιο σαν άγγελος και άσκημο σαν μάρτυρας. Το γνώρισα ένα μεσημέρι καθώς περιτριγύριζε ένα γύρω στο Σταθμό μη βρει κάνα φανταχτερό χαρτί, κάνα πιωμένο τσιγάρο για τη βάβω τη θεριακλίδισσα, κάνα σάπιο φρούτο για να καταλαγιάσει την πείνα του. Ήταν απ’ τα μπουλούκια τις τούρκικες φαμελιές που τις είχαν τώρα μήνες στοιβαγμένες μες στα χωράφια για να τις πάρουνε τα τρένα και να τις πάνε στις καινούριες πατρίδες. Εκεί κάτου, στα χωράφια που αφήσαμε κι ήρθαμε τόσο μακριά για να τα θυμόμαστε και να λέμε «αχ…».

Εκεί κάτω στο Βερτεκόπι γινόταν ένα αντάμωμα λυπητερό. Βαγονιές ρωμιοί και ρωμιόπουλα ανέβαιναν για τον τούρκικο κάμπο της Καρατζόβας. Κι άλλες βαγονιές με τουρκόπουλα κατέβαιναν για τους γιαλούς της Ανατολής. Κάτι ταξίδια αθέλητα, απελπισμένα. Να ζηλεύει ο τούρκος το ρωμιό και ο ρωμιός τον τούρκο.

-Ώρα καλή… Και –αμάν…- μη μας τα τυραννήσετε τα χωματάκια μας.

Και σμίγανε τα χέρια τους, μπροστά σε κάτι μάτια κατακόκκινα. Και τα τρένα σφυρίζανε. Σφυρίζανε και τρέχανε σαν τρελά, με κάτι βαρυκαρδισμένους ανθρώπους μέσα. Κάτι ήμερα, καλόβουλα δεντριά, που τα ξεριζώσανε άπονα για να τα φυτέψουνε σε πικρά χώματα και ξένα.

-Εμείς δε φταίμε, αρκαντάς, δεν το θέλαμε. Ο Αλλάχ ας το πει.

-Αμάν… κι εμείς δεν το θέλαμε, αδέρφια. Κιαμήλ! Να, το μαντήλι μου… βάλτο παντιέρα σε  μια καλαμποκιά.

-Αχ!... Να κι εσύ το φέσι μου, Βαγγέλ’… βάν’ το σκουφιά στο μποστάνι σου –αχ- να φευγατίζεις τις κουρούνες.

-Ποιος είν’ ο άπονος που μας το ‘κανε;

-Μπιλμέμ (δεν ξέρω). Απ΄ τον Αλλάχ να το βρει… Και τα μάτια στάζανε ζεστά δάκρυα, και τα τρένα χύνανε ζεστά νερά.  Κι η μηχανή έβγαζε σύννεφα που ανηφόριζαν κατά τα σύννεφα τα’ ουρανού. Και πάνου απ’ τα σύννεφα της μηχανής και τα’ ουρανού, αντάμωσαν ο Έλληνας Θεός με τον Τούρκο Θεό, που αλλάζανε κι αυτοί πατρίδες στον ουρανό –και ρωτήθηκαν κι αυτοί «γιατί», και τα σύννεφα είπαν «μπιλμέμ»«Μπιλμέμ» είπαν κι αυτά (δεν ξέρω) και μαύρισαν πιο πολύ…

Η φαμίλια του Σουκρή έκανε τσαρδί κάτου από μια σκαμνιά και καρτερούσε χωρίς χαρά να ‘ρθει ένα τρένο και να την πάρει. Ένα μήνα τώρα ήταν για πανιά, και πανιά δεν έκανε. Η βάβω του είχε κόκκινα μάτια. Έφταιγε το σεκλέτι, έφταιγε κι η καπνιά. Ύστερα ήταν κι η πείνα, κι η αναποδιά. Σερνικό το σπίτι δεν είχε, τα δυο ξερά χέρια της μάνας το κουμαντάριζαν. Ήρθε τώρα και το ξεσπίτωμα. Έτσι είναι. Όπου πάει μια στεναχώρια πλακώνει κι άλλη μια.

Μεγάλος σεβντάς τον είχε πιάσει τον Σουκρή με την πραμάτεια μου, απ΄ την πρώτη μέρα που την έστησα κάτω απ΄ το πλατάνι του Σταθμού.

Στεκόταν εκεί αντίκρυ στα ροδάκινά μου και τα κοιτούσε με κάτι χοντρές χοντρές άσκημες χειλάρες που στάζανε παχύ σάλιο. Ύστερα γλειφότανε. Τα μάτια του έτρωγαν και τα χείλη του έγλειφαν. Τότες εγώ ο «έμπορας» -που δεν ήμουνα καθώς φαίνεται και πολύ της προκοπής έμπορας, γιατί με πήρε η ψυχοπονιά:

-Γκιέλ, του είπα… Παιδί… του είπα –γκιέλ… (έλα), να, φάε ένα…

Του διάλεξα το καλύτερο της μόστρας και του το χάρισα.

-Γιόκ… μου λέει τς… τς… (όχι όχι!) Δεν το παίρνει. Μόνο απλώνει το μαύρο χέρι του και διαλέγει ένα μικρό, μισοάγουρο και χτυπημένο. Αυτό είναι! Το χώνει βιαστικά στον κόρφμο του και μου κάνει έναν πλούσιο τεμενά.

Βρε! τί ήταν αυτό; Κοιτάζω το σουλούπι μου και με πιάνει ντροπή. Ο Σουκρής πάει σαν το χαρούμενο κουβαλητή στη βάβω του.

Την άλλη, να σου τον μπροστά μου μαύρος και αποφασισμένος:

-Τσελεμπή… μου λέει, με θέλεις για παραγιό; και κοκκινίζει.

Κοίταξα τα χέρια του… ήταν λίγο άπλυτα –διορθωνότανε το κακό. Κοίταξα τα μάτια του. Ήταν τίμια, τίμια και βολικά. Βολικά για κάθε δουλειά που χρειαζότανε εμπιστοσύνη.

-Σύμφωνος… (χάρισέ μου τ’ όνομά σου)… Σύμφωνος, Σουκρή… μα μη μου το ξαναπείς για παραγιό. Αν θες για συνεταίρος κάτι γίνεται. Έλα τώρα, ορίστε στο τραπέζι μου. Αυτά τα λέμε αύριο. Μπούιουρουμ, Σουκρή (ορίστε).

Μοιραστήκαμε το ξεροκόμματό μου και τα σάπια μου φρούτα. Για χάρη του μάλιστα πήγα και στη μανάβισσα του Σταθμού (θεία Κατερινιώ με τ΄ όνομα και τα μουστάκια) κι αγόρασα  μια ζουληγμένη ντομάτα.

Φάγαμε σαν βασιλιάδες. Στο τέλος περάσαμε στα δόντια μας από ένα σπιρτόξυλο –όπως είδαμε να κάνει ο πλούσιος του χωριού, ο κυρ Αυγερινός, που έτρωγε όσες φορές ήθελε… και ήθελε πολλές, και που μύριζε κρεατίλας… δεν τον χώνευα… -και τα ξύναμε…

Σαν ματώσανε καλά τα δόντια μας απ’ την καθαριότητα πήγαμε στην τουλούμπα του Σταθμού… Εκεί φουσκώσαμε τις κοιλιές μας σαν τον κυρ Αυγερινό και ξαπλώσαμε στον παχύ ίσκιο να τις ξεφουσκώσουμε. Μας πήρε το κουβεντολόι και ξεχαστήκαμε. Είχαμε να πούμε για χίλια δυο πράματα. Για εμπόρια, για φορεσιές, για τρένα…. Και για κάτι βάρκες… Για κάτι βάρκες σιδερένιες που μπορούσαν να χωρέσουνε ολάκερα χωριά μέσα και που τις λέγανε «παμπόρια».

-Ναι… μα τι θα πει όμως βάρκες;

-Α…. βάρκες… Να, Σουκρή, σκάφη έχετε; Να, ένα δέντρο σκαλισμένο που πλέουνε τα σκουτιά μέσα… Ένα τέτοιο… Έχετε;

-Ναι… Ναι…

-Ε, να: Πάρε μια σκάφη… μεγάλωσ’ την, μεγάλωσ’ την, κάνε την ως μια σπιταρόνα… βάλ’  της και μια μπουρού να σφυράει… και είναι παμπόρι.

-Α… Εή (καλά). Και ποιος την τσουλάει;

-Εδώ είναι! που δεν την τσουλάει κανένας. Πάει με καπνό. Βγάζει καπνό και πάει.

-Α… καίγεται παναπεί.

-Μμμ… όχι κι έτσι. Μα, κάτι της καίνε μέσα στο άντερό της και τη θυμώνουνε. Και φεύγει…

-Α… Και που περπατάει; Στη σούσα; (δημοσιά).

-Αυτό είναι! Που δεν πάει στη σούσα, μα που κολυμπάει στη θάλασσα.

-Βάι! Τί ‘ναι πάλι αυτό;

-Η θάλασσα; Σουκρή, να: πάρε μια χαβούζα, μεγάλη, μα πολύ μεγάλη…, που να μην έχει άκρη. Γιόμισ’  τη γαλάζιο νερό –ναι, πρέπει να είναι γαλάζιο…

-Ύστερα;

-Ύστερα, Σουκρή, πρέπει να φροντίσεις γι’  αλάτι. Θα χρειαστείς ως δέκα σακιά. Πάρε με τη χούφτα σου αλάτι, ρίξε… ρίξε… ρίξε…

-Ε;

-Ε, έκανες θάλασσα. Μα πρέπει να την καλοπιάνεις. Καμιά φορά –στα καλά καθούμενα- αναποδιάζει, την πιάνει ο θυμός και πνίγει τις βάρκες της.

-Ωχ!

-Ναι, μα το Θεό.

-Βάι… τι λες, εφέντη’  μ;

-Ναι, Σουκρή, ναι.

Σωπάσαμε και συλλογιζόμασταν. Πρώτα το τζαναμπέτικο νερό που το πιάνουν οι αναποδιές. Κι ύστερα για το «παμπόρι», γι’ αυτή τη σιδερένια σκάφη, που είναι σαν κανένας δράκος ξαπλωμένος ανάσκελα στο νερό και καπνίζει την τσιμπούκα του.

-Ε… να, μ’  αυτό θα πάτε στο χωριό μου, Σουκρή.

-Έτσι ε; Και πώς το λένε;

-Το χωριό μου; Έγγερη… Σταμπούλ.

-Έχει πολλά μαγαζιά, λένε, ε;

-Ου, ου! άλλο τίποτα. Όλο μαγαζιά είναι.

-Έχουνε πενίρια (τυριά), σουτζούκια, παστουρμάδες, ψωμιά χάσικα;

-Ναι… ναι… ναι… Όσα θέλεις.

Ο Σουκρής γλείφτηκε. Τότες εγώ κάτι σκέφτομαι. Το συλλογιέμαι πρώτα μοναχός μου κι ύστερα τον πιάνω από το χέρι.

-Σουκρή, όμως…

-Ε;

-Θα σε παρακαλέσω κάτι. Εκεί στο φεγγίτη του σπιτιού μου θα βρεις ένα χρυσό τζιτζίκι.

-Τζιτζίκι;

-Ναι, σε μια κλωστή… που έχει και το καρότσι του μαζί –ένα σπιρτόκουτο. Σουκρή…, τότες που φύγαμε, σηκωθήκαμε βιαστικά και ξέχασα να το μαζέψω… Σουκρή, ξέζεψ’  το, σε παρακαλώ, γιατί θα κουράστηκε τόσον καιρό ζεμένο. Έτσι, Σουκρή;

-Εή, αρκαντάς, θα το κάνω.

-Ευχαριστώ, Σουκρή.


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Συννεφιάζει, εκδόσεις Δωρικός. 
...


Κάθε βδομάδα η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Χαράλαμπος Μαργαρίτης.

Ονομάζομαι Χαράλαμπος Μαργαρίτης. Με φωνάζουν Χάρη, Μπάμπη, Χαραλάμπη.

Μόνο η γιαγιά μου με φώναζε «Λαμπερό», μάλλον επειδή ήμουν από όλα της τα εγγόνια το πιο μελαχρινό…

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ηράκλειο της Κρήτης, ωρίμασα στην Αθήνα & φοιτώ(ζω) στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας της Φλώρινας. Αντιμετωπίζω τη ζωή όπως της πρέπει και αυτή το ίδιο. Αγαπώ τα χρώματα και θα ήθελα μία μέρα όλος ο κόσμος να καταλάβει ότι είμαστε πολύχρωμοι και όχι μονόχρωμοι.

Μου λείπει η θάλασσα και για αυτό έχω συνέχεια δίπλα μου ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό (κατά διαστήματα το πίνω αλλά το ξαναγεμίζω!)…

Συμμετοχές : Βραδιά Ερωτικής ποίησης (Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών Αμυνταίου) 2013, RemBrand2013 (Γκαλερί Λόλα Νικολάου, Τεχνοχώρος), RemBrand2014 (ArtAthens)

Εικονογραφήσεις:   «Η Μπαρή Σεβνταβά» εξώφυλλο (του Θ. Αλεξανδρή από εκδόσεις Περίπλους), «ΓΕΩ» ένθετο περιοδικό της Ελευθεροτυπίας, «Ερπετά και αμφίβια» Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,  «Άγρια Θηλαστικά» Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, “The Amphibians and Reptiles of Greece”  Edition Chimaira Frankfurt am Main , “Conservation Biology” εκδόσεις «αει», «Το Βυζάντιο και η Ελλάδα» εκδόσεις Πατάκη, «Ο Σπυράκος κ το Κατάστημα Παιχνιδιών» εκδόσεις Μέλει, «Ο Σπυράκος στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο» εκδόσεις Μέλει, «Ερπετά και αμφίβια της Κύπρου»

Διακοσμήσεις : Brasserie Café Briki, Στο…Α Café-Beer-Wine Bar, πίνακες ζωγραφικής εσωτερικού χώρου, ρολόγια τοίχου εσωτερικού χώρου.

Mail:  margasgr@yahoo.com
 Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: