Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Κείμενο που επέλεξε η Ιωάννα Κυρίτση-Τζιώτη



Έλληνες συγγραφείς επιλέγουν και μοιράζονται μαζί μας αγαπημένα τους αποσπάσματα από βιβλία παιδικής, εφηβικής ή νεανικής λογοτεχνίας



Φλας αριστερά

-Να έχει φέρει άραγε μαζί του το τουμπερλέκι, αναρωτιόταν, καθισμένος στη θέση του συνοδηγού, το επόμενο πρωί.  Ο Παναγιώτης ήταν στο πόστο του αλλά ο Γιώργος, πουθενά. Θα αρρώστησε, ανησύχησε, ύστερα από το χθεσινό ταράκουλο. Αν και δεν ήταν και τόσο αδύναμος όπως είχα φανταστεί. Πραγματικά χθες με έστειλε, με αυτό που έκανε.  Μια χαρά τα βόλεψε  με τα αλητόπαιδα. Αν μπορούσαν, ας έπαιρναν το τουμπερλέκι. Παναγιά μου πως το έσφιγγε! Τρεις τραβούσαν, έσπρωχναν κι αυτός εκεί. Τι παράξενο! Την άλλη φορά με ένα ακούμπημα είχε φοβηθεί και τώρα, πάλεψε σαν θηρίο ανήμερο, έλεγε από μέσα του.
-Μπάρμπα! Το Γιώργο, τι τον έκανες σήμερα; Πού τον άφησες;
-Α! Ο Γιώργος σήμερα, μεγαλεία! Πήγε σχολείο. Ευτυχώς διόρθωσαν  τη στέγη και μας ειδοποίησαν να τον πάμε. Ρε Βαλάντη εσύ του το έδωσες εκείνο το τουμπερλέκι; Α! δε μπορείς να φανταστείς κόλλησε μαζί του. Όλη τη νύχτα το κρατούσε αγκαλιά. Κι όταν τον ρωτήσαμε μας είπε πως σε αγαπάει «αγαπάει  Βαλάντη», είπε ο Παναγιώτης, χαϊδεύοντας του το κεφάλι.
-Άντε πήγαινε μια γύρα, του έδωσε άδεια  ο παππούς, βλέποντας τον μαραμένο, να ξαναγυρνά πίσω,. Όμως ο Βαλάντης δεν κουνήθηκε.  Μέχρι την καντίνα πήγε μόνο όταν του το ζήτησε ο ψαράς από δίπλα, για να του πάρει καφέ. Στο γυρισμό ούτε τις γάτες  ταλαιπώρησε , ούτε τα περιστέρια. Φτάνοντας κοντά  είδε τον παππού του να μιλά με κάποια. Τη γνώρισε με τη μια, ήταν εκείνη η κυρία. Εκείνη  που τον ρώταγε τις άλλες, γιατί δεν πάει σχολείο.
Σκατά! Αυτή μας έλειπε τώρα, έφτυσε, τρυπώνοντας  πίσω από ένα σκουπιδοτενεκέ, για να αποφύγει τη συνάντηση.
-Τι έγινε Χαμπίμπη;  Πόσα καράβια σου πέσανε έξω κι έχεις τέτοια μούτρα , τον ρώτησε ο παππούς, χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια του από το δρόμο.
-Μήπως θέλεις κάτι να μου πεις; Γιατί εγώ έχω, συνέχισε. Σήμερα μου έπιασε κουβέντα μια δασκάλα. Μου έλεγε λοιπόν πως υπάρχουν κάτι  σχολεία που μέσα τους έχουν μια τάξη αλλιώτικη. Μια τάξη  σπέσιαλ, σαν πως λέμε σουβλάκι σπέσιαλ ή παγωτό σπέσιαλ. Δηλαδή καλύτερη από τα άλλες. Τάξη φτιαγμένη  για παιδιά, τσακάλια στο μυαλό που ξέρουνε και δυο γλώσσες και τουμπερλέκι, όπως εσύ!  Τι λες; Θα δοκιμάσεις; Θα πας να δείξεις σε όλους τι αξίζεις;
Κι αυτή τι την κόφτει; Είναι εκεί δασκάλα; Ρώτησε.
Ναι! Και μου είπε πως σε ξέρει κιόλας.  Για αυτό σε διάλεξε.
Τι λες θα το κουτουρήσεις;
-Θα πάω! Απάντησε βιαστικά. Θα πάω και θα γίνω δάσκαλος. Δάσκαλος. Κι έπειτα θα πάω να δουλέψω. Ξέρεις πού;
Σ' ένα σχολείο σαν κι αυτό του Γιώργη, κι ύστερα στη λαϊκή κι ύστερα στο συνεργείο που φτιάχνουν αυτοκίνητα, κι ύστερα θα γίνω  και σπάιντερμαν, ανακοίνωσε επίσημα κάνοντας τον παππού να σκάσει στα γέλια.
-Ε! Τώρα είσαι μάγκας φώναξε, κόβοντας ταχύτητα, σταματώντας σχεδόν στη μέση της λεωφόρου. Έλα κόλλα το, του είπε περιμένοντας τον μικρό να κτυπήσει την παλάμη του στην μεγάλη δικιά  του.
–Μπιμπ-μπιμπ! Μπιμ!!!!  Ε!!!!! Γύφτοι !  Τι σταματάτε ρε μέσα στη μέση του δρόμου; Τι το περάσατε εδώ πέρα; Ακούστηκαν φωνές και κορναρίσματα. Βροχή πέφτανε οι βρισιές!  Αλλά τους δυο Βαλάντηδες καθόλου δεν τους ένοιαξε. Βάζοντας τέρμα το κασετόφωνο, βγάζοντας φλας μπήκαν αριστερά, χωματόδρομο  που έβγαζε στο συνοικισμό τους.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αλλιώτικοι μα φίλοι»

(Ιωάννα Κυρίτση-Τζιώτη, Αλλιώτικοι μα φίλοι, εκδόσεις Παρρησία, εικονογράφηση: Νίκη Λεωνίδου)

Το σίγουρο είναι πως γεννήθηκα στην Αθήνα. Τώρα για το που ζω δε μπορώ να σας πω με σιγουριά. Άλλοτε στο φεγγάρι, στα σύννεφα, άλλοτε στους ωκεανούς με γοργόνες, καρχαρίες, φάλαινες και φώκιες που τραγουδάνε. Μερικές φορές κρύβομαι σε ποντικότρυπες, βλέπω τη γη κρεμασμένη από τον ιστό μιας αράχνης ή πετάω σκαρφαλωμένη πάνω στα φτερά μιας πασχαλίτσας. Κι όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα τότε μετακομίζω στο σπίτι του Αϊ- Βασίλη, όπου τον βοηθάω να απλώσει τη μπουγάδα του. Πάντως όπου και να βρεθώ σκέφτομαι τα παιδιά. Θέλω  μέσα στις ιστορίες μου να τους διηγηθώ  όσα παράξενα συναντώ στις περιπλανήσεις μου. Είμαι σίγουρη πως αυτά δεν παραξενεύονται καθόλου όταν λέω πως συνάντησα στην αυλή ένα λιοντάρι που φορούσε  γυαλιά, μια μάγισσα που έφτιαχνε κουραμπιέδες, έναν παπαγάλο φανατικό οπαδό της ανακύκλωσης,  έναν δράκο που είχε καλή καρδιά και ζωγράφιζε καρδούλες. Με πιστεύουν γιατί κι εκείνα όπως κι εγώ, έχουμε ένα μαγικό κλειδί  κρυμμένο στο τσεπάκι μας. Αυτό το κλειδί της φαντασίας που κάνει όλα τα απίθανα πραγματικά και όλα τα όνειρα πραγματικότητα.



Ιδέα-επιμέλεια στήλης: Γιώτα Κοτσαύτη 



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;