Κοτσαύτη Γιώτα
Παγάκια στον ήλιο
Η μαμά άπλωσε μια μεγάλη κουβέρτα δίπλα στα αγριολούλουδα. Ο Βλάσης κι η Λίνα κάθισαν δίπλα της χωρίς να μιλάνε.
Ο Βλάσης φοβόταν γιατί, κάθε βράδυ εδώ και μέρες, έβλεπε έναν τρομακτικό εφιάλτη.
Η Λίνα στενοχωριόταν γιατί, στο σχολείο, δεν τη διάλεγαν πρώτη στις ομάδες που έκαναν για τα παιχνίδια τους.
Η μαμά τούς αγκάλιασε με όλη της τη δύναμη.
Και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Οι φόβοι κι οι στεναχώριες άρχισαν να λιώνουν όπως τα παγάκια στον ήλιο...
Πλιάτσικα Βάσω
Η αγκαλιά που ανθίζει!
Εκείνη μόλις είχε επιστρέψει από ένα μακρινό ταξίδι που την κρατούσε μακριά τους. Πριν προλάβει να μπει στο σπίτι, είδε τα μικρά της βλαστάρια, τα παιδιά της, να τρέχουν με δύναμη κοντά της. Πόσο είχαν μεγαλώσει! Και πόσο έλαμπαν από τη χαρά τους που την έβλεπαν!
Κάθισε καταμεσής του κήπου, άπλωσε τα χέρια της και εκείνα κούρνιασαν στην αγκαλιά της. Καθώς σιγοψιθύριζαν λόγια αγάπης, τα χέρια όλων έμοιαζαν με αλυσίδα που πλεκόταν γλυκά για να τους κρατήσει ενωμένους.
Το ένιωσε ο άνεμος και φύσηξε απαλά το μυστικό τους στα λουλούδια, που άρχισαν να λικνίζονται, ακολουθώντας την πνοή του. Μικρά και μεγάλα άνθη με το μεθυστικό άρωμά τους και κόκκινες καρδούλες απλώθηκαν γύρω από τη σφιχτή αγκαλιά, που έμοιαζε να ανθίζει την αγάπη!
Χαραμή Μεταξία
Πρωτομαγιά
Εκείνο το πρωί ξύπνησαν νωρίς. Ήταν Πρωτομαγιά. Θα έπλεκαν το στεφάνι μαζί με τη μαμά. Κατέβηκαν στον κήπο. Τα τριαντάφυλλα λιγοστά. «Πάμε στο διπλανό λιβάδι. Έχει μαργαρίτες» είπε ο Κωστάκης. «Ναι» φώναξε η Στελλίτσα με ενθουσιασμό. Έφυγαν λοιπόν τρέχοντας, χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν. Η μητέρα τελείωσε τις πρωινές δουλειές του σπιτιού και τα φώναξε να κατέβουν στον κήπο για το στεφάνι.
Όμως δεν πήρε απάντηση. Ανησύχησε κι άρχισε να ψάχνει παντού. Πουθενά τα παιδιά. Απομακρύνθηκε αρκετά μέχρι που έφτασε στο ανθισμένο λιβάδι. Τα είδε από μακριά. Έκλαιγε από χαρά και θυμό μαζί. Έτρεξε κοντά τους, τα αγκάλιασε. Ο θυμός έφυγε. Μόνο χαρά! Το αεράκι φυσούσε. Χαιρόταν κι αυτό μαζί τους. Τα λουλούδια έγειραν τα κεφαλάκια τους κι αγκάλιασαν την ευτυχισμένη παρεούλα. Ο ήλιος γέλασε. Συνέχισε τον δρόμο του κάνοντας τον κόσμο χαρούμενο. Πρωτομαγιά, άνθρωποι και φύση στην καλύτερη στιγμή τους!
Χίου Έλσα
Το χρυσό τσακαλάκι
Η μαμά αγαπάει πολύ τ’ ανθισμένα χωράφια της άνοιξης. Τις Κυριακές με λιακάδα μας παίρνει μαζί της, να περπατήσουμε στη φύση. «Τάκη μου, μη φωνάζεις τόσο. Θα ξυπνήσεις το χρυσό τσακαλάκι». «Πού κοιμάται το χρυσό τσακαλάκι;» ρωτάει η Μάρω, η αδελφή μου. «Στην κουφάλα της γέρικης ελιάς. Ελάτε κοντά, να καθίσουμε ανάμεσα στις παπαρούνες και τα χαμομήλια». Κάθισε σταυροπόδι η μαμά και μας πήρε στην αγκαλιά της. «Πότε θα ξυπνήσει το χρυσό τσακαλάκι;» «Μόλις πέσει η νύχτα, Μάρω μου. Τις βραδιές με φεγγάρι στο τρίχωμά του λαμπυρίζουν χρυσές ανταύγειες. Είναι σπάνιο ζώο και απαγορεύεται να το πειράξουν οι κυνηγοί. Είναι όμορφο και το προστατεύει ο νόμος». «Τι όνειρο να βλέπει άραγε το τσακαλάκι;» ρώτησα. «Σίγουρα ονειρεύεται τη μαμά του, που έφυγε μακριά, να του βρει φαγητό. Όταν γυρίσει, θα το αγκαλιάσει με το σώμα της και θα το ξυπνήσει για να φάει. Ύστερα θ’ αρχίσει να το μαθαίνει να φωνάζει τους φίλους του απ’ το δασάκι. Ούϊ Ούϊ! Ελάτε να παίξουμε! Ούϊ Ούϊ Ούϊ! Η τσακαλομάνα τού έφερε φρούτα και αποφάγια με κρέας. Τα φέρνει από εκεί που πετάνε τα σκουπίδια τους οι άνθρωποι. Κι αμέσως μαζεύονται τα χρυσά τσακαλάκια και φωνάζουν χαρούμενα. Άντε, παιδιά. Πάμε κι εμείς να μαζέψουμε αλισφακιές και ρίγανη». Όταν φτάσαμε στο σπίτι, η αγκαλιά της μαμάς ήταν γεμάτη κλαδάκια ρίγανης. Τι όμορφα που μυρίζει η αγάπη στην αγκαλιά της μαμάς! Καλό βράδυ, τσακαλάκι! Ούϊ Ούϊ.
Η εικόνα δημιουργήθηκε μέσω ΑΙ για το ιστολόγιο.
Τα κείμενα γράφτηκαν με αφορμή το παιχνίδι γραφής εδώ:
https://www.facebook.com/groups/1006082537869676

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Για πες μας, πώς σου φάνηκε;