Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023

«Μια φορά κι έναν καιρό το Φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί…»

 


Αγγέλου Αγάπη

Μια φορά κι έναν καιρό το Φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί. Μα μόλις έκλεισε τα μάτια του, ακούστηκαν χιλιάδες παιδικές φωνούλες, σαν χορωδία:

«Φεγγαράκι μου λαμπρό,

φέγγε μου να περπατώ,

να πηγαίνω στο σχολειό…»

Ευθύς άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τριγύρω.

Τ’ αστέρια ίσα που φαίνονταν. Κοίταξε το ρολόι του.

«Μα είναι βράδυ, τι “Φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό” λένε αυτά;»

Αποφάσισε να κατέβει πιο κάτω, να δει από κοντά τι συμβαίνει.

Έφτασε σ’ ένα σπιτάκι με κεραμίδια. Τα παραθύρια του ήταν ανοιχτά κι ένα κοριτσάκι ήταν στην αγκαλιά της γιαγιάς του. Την είδε να το χαϊδεύει και να το νανουρίζει.

«…να μαθαίνω γράμματα,

γράμματα σπουδάγματα...»

«Τι συμβαίνει;» είπε δυνατά.

«Σσσσς!» απάντησε η γιαγιά και έκλεισε το μάτι.

«Είναι απλώς ένα νανούρισμα, μα έχει και μια ιστορία».

Η μικρή άνοιξε τα μάτια της και είπε:

«Πες μας την ιστορία, γιαγιά».

«Μα το φεγγάρι νυστάζει, καρδούλα μου».

«Θέλω να την ακούσω…» απάντησε εκείνο.

«Νυστάζεις;» ρώτησε το κορίτσι.

«Ναι, λιγάκι».

Η μικρή χαμογέλασε κι έκανε χώρο.

«Έλα να κοιμηθείς εδώ, μαζί μου. Κοίτα πόσο απαλά είναι».

Βολευτήκαμε και η γιαγιά ξεκίνησε:

«Μια φορά κι έναν καιρό...»

 

Γιανναδάκη Μαρία

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί. Η προηγούμενη νύχτα ήταν πολύ κουραστική. Ήταν πανσέληνος και ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, ολόγιομο κι ολόλαμπρο, να φωτίσει τις γειτονιές του κόσμου.

Κάποια στιγμή, πέρα μακριά, σε μια αυλή, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. «Τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε το φεγγάρι. Αποφάσισε να πλησιάσει πιο κοντά για να δει τι γίνεται.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα και οι λεμονανθοί σκορπούσαν τις μεθυστικές ευωδιές τους. Τα κάτασπρα πεζούλια αντανακλούσαν το φως της πανσελήνου. Όμως τα πρόσωπα ήταν λυπημένα. Τότε ακούστηκε μια φωνή και ύστερα το κλάμα ενός μωρού. Ήταν η Ισμήνη που έφερνε στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Τα πράγματα έμοιαζαν δύσκολα. Γιατρός δεν υπήρχε εκεί κοντά και το μωρό δεν έλεγε να βγει.

Οι γείτονες αγαπούσαν το νέο ζευγάρι που είχε εγκατασταθεί στη γειτονιά τους πριν τρία χρόνια. Και τώρα που όλα πήγαν κατ’ ευχήν και ήρθε η ώρα η Ισμήνη να γεννήσει, κατέφθασαν όλοι, να δώσουν την καλή τους ενέργεια.

Έτσι μπήκε στην παρέα τους και το φεγγάρι. Έλαμψε τόσο δυνατά, που οι ασημένιες του ακτίνες μπήκαν στη μικρή κρεβατοκάμαρα κι έλουσαν τον χώρο μ’ ένα κρυστάλλινο φως.

Και τότε, λες κι έγινε θαύμα, το μωρό βγήκε τσιρίζοντας! Ήταν κορίτσι. Η Ασημένια. Τόσο όμορφη! Στα μάτια της είχε τη λάμψη του γιομάτου φεγγαριού.

 

Κασσελούρη Αναστασία

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι βγήκε όπως κάθε βράδυ στον ουρανό, να φωτίσει το σύμπαν. Η βραδιά ήταν πάρα πολύ ωραία και τα σύννεφα έκαναν τρελό χορό γύρω του. Η γη ήταν ντυμένη με λαμπιόνια και στη θάλασσα ζωγραφισμένη η φεγγαρόστρατα. Η ηρεμία της ατμόσφαιρας το έκανε να νυστάξει. Ξάπλωσε πάνω σ’ ένα κάτασπρο σύννεφο, έκλεισε τα μάτια του και βυθίστηκε σε γλυκό ύπνο. Τ’ αστέρια το κοίταζαν έκπληκτα.

«Τι έγινε; Μήπως έπαθε κάτι;»

Μα το φεγγάρι απλώς απολάμβανε τον ύπνο του στο μαλακό συννεφένιο του στρώμα.

Ξαφνικά ένα αεροπλάνο που πετούσε ψηλά και πέρασε ανάμεσα από τα σύννεφα, παρέσυρε το φεγγάρι και το έσερνε μαζί του. Η Πούλια κι ο Αυγερινός που είδαν τι συνέβη, πιάστηκαν από το συννεφένιο στρώμα και προσπάθησαν να το ξεκρεμάσουν από την ουρά του αεροπλάνου. Δεν τα κατάφεραν. Φώναξαν και τα υπόλοιπα αστέρια για βοήθεια αλλά μάταια. Οι ώρες περνούσαν. Φάνηκε ο ήλιος που παραξενεύτηκε μ’ αυτήν την τεράστια ουρά αστεριών πίσω από το αεροπλάνο.

«Τι κάνετε εδώ;»

Αφού του εξήγησαν τι έγινε, φρόντισε να πλησιάσει το φεγγάρι και να το ξυπνήσει. Εκείνο, όταν κατάλαβε τι συμβαίνει, κατέβηκε από το σύννεφο και ξαναπήρε τη θέση του στον ουρανό. Ευχαρίστησε τους φίλους του και υποσχέθηκε ότι δεν θα ξανακάνει τέτοια απερισκεψία.

 

Κολιγιώτη Αλεξάνδρα

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί. Δεν είχε όμως μαζί του το αγαπημένο του μαξιλάρι. Το είχε ξεχάσει στην καλή του τη γιαγιά. Τώρα; Τι θα έκανε; Δεν θα μπορούσε να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα. Να πλησιάσει την κοντινότερη παιδική χαρά και να κάνει τσουλήθρα. Ίσως έτσι να κουραζόταν και να μπορούσε να το πάρει πιο εύκολα ο ύπνος.

Πράγματι, έτσι κι έκανε. Ήταν υπέροχα! Ανέβαινε και κατέβαινε τη μεγάλη τσουλήθρα και το καταευχαριστήθηκε.

Ύστερα από λίγο άκουσε φωνές. Όλα τα παιδιά του χωριού μαζεύτηκαν γύρω του.

«Φεγγάρι, θέλεις να γίνουμε φίλοι;»

Η παιδική χαρά γέμισε χαμόγελα, φωνές κι αγάπη.

Ήταν τόσο όμορφα που τελικά ξέχασε το αγαπημένο του μαξιλάρι. Όμως έπρεπε να βιαστεί. Είχε σχεδόν ξημερώσει κι οι μικροί φίλοι έπρεπε να επιστρέψουν στα κρεβάτια τους.

«Αντίο, φίλοι μου! Ο ύπνος είναι απαραίτητος και δεν πρέπει να τον διακόπτουμε».

Το επόμενο βράδυ το φεγγάρι κοιτούσε με νοσταλγία την παιδική χαρά. Κάπου εκεί διέκρινε ένα καινούργιο...μαξιλάρι!

 

Κουρέτα Μαρία

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί. «Πού να ξαποστάσω;» σκέφτηκε. Κοιτάζοντας από ψηλά είδε μια γέρικη ιτιά κοντά στην άκρη ενός ποταμού. «Νομίζω ότι βρήκα το ιδανικό μέρος» είπε. Βιαστικά χώθηκε σε μια διχάλα κι έκλεισε τα μάτια του. Σε λίγο κοιμόταν βαθιά κι η ιτιά απέκτησε το δικό της φως.

Τ’ αστέρια όμως τ’ ουρανού, όταν τον είδαν και το φεγγάρι κρυμμένο μέσα στο δέντρο, δεν άργησαν να το ακολουθήσουν. Ένιωθαν πολύ μόνα τους χωρίς εκείνο. Έτσι απλώθηκαν σε όλα τα κλαδιά της ιτιάς που έλαμψε ακόμη περισσότερο.

Η νύχτα τότε, μαγεμένη από το θέαμα, δημιούργησε μια απαλή πάχνη για να φτιάξει ένα μαλακό πάπλωμα και να τα σκεπάσει. Το ποτάμι, με τη σειρά του, αποφάσισε να πει ένα νανούρισμα. Το δημιούργησε με τον ήχο από τα απαλά κυματάκια του. Οι πάπιες, που είχαν φτιάξει τη φωλιά τους στην άκρη του ποταμού, πρόσθεσαν το δικό τους τραγούδι στον παφλασμό των κυμάτων.

Τότε ήταν που η Ελπίδα ξύπνησε από τον παράξενο αυτόν ήχο μέσα στη νύχτα. «Μπαμπά!» φώναξε. «Ξέχασες το παράθυρό μου ανοιχτό και είδα το φεγγάρι. Είμαι σίγουρη ότι είναι εκείνο!»

Το φεγγάρι άνοιξε για λίγο τα μάτια του, χαμογέλασε και κοιμήθηκε ξανά…

 

Μακαριάν Μαριάννα

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι αποφάσισε να κοιμηθεί.

Κάθε νύχτα έβγαινε στο προσκήνιο και τραγουδούσε με τα χιλιάδες αστέρια για ορχήστρα, ώστε κάθε ον να κοιμάται γλυκά.

«Θ’ αφήσω στη θέση μου τον Άρη» σκέφτηκε.

Μα ο μικρός κόκκινος πλανήτης δεν μπορούσε να την καλύψει.

Αποφάσισε να μιλήσει στην Αφροδίτη κι έπειτα στον Κρόνο.

Αδύνατον κι αυτό. Το δακτυλίδι του Κρόνου δεν τον άφηνε να βγει, είχε κολλήσει αρκετό καιρό και δεν μπορούσε πλέον να ξεκολλήσει.

Αχ, πόσο ανάγκη τον είχε τον ύπνο. Μια νύχτα μόνο να μην τραγουδήσει και ν’ αναπαυτεί. Όμως κανένας πλανήτης δεν μπορούσε να μετακινηθεί από τη θέση του.

Έτσι λοιπόν το πήρε απόφαση και μελαγχολικά βγήκε στον νυχτερινό ουρανό.

Μερικά αστέρια αποφάσισαν να βοηθήσουν. Μπορούσαν κι εκείνα να λάμπουν σαν το φεγγάρι. Τι κι αν ήταν μικρούλια; Όλα μαζί, αν συνεργάζονταν, θα μπορούσαν να το αντικαταστήσουν για μερικές μέρες τον χρόνο.

Συγκινημένο το φεγγάρι έκρυψε τα δάκρυά του με μια έκλειψη κι άφησε τ’ αστέρια να δημιουργήσουν μια φωτεινή μεγάλη σφαίρα όμοια με την πανσέληνο.

Πανέμορφα κι ολόλαμπρα στόλισαν τον ουρανό και ξεκίνησαν να τραγουδούν το πιο γλυκό νανούρισμα για το αγαπημένο τους φεγγάρι.

Είναι το μυστικό τους. Κάνεις δεν γνωρίζει ποιες νύχτες το φεγγάρι κοιμάται μα είναι αλήθεια πως αν κοιτάξεις προσεχτικά την κατάλληλη νύχτα, θα δεις ίσως χιλιάδες αστέρια πιασμένα αγκαλιά να τραγουδάνε μελωδίες για όνειρα γλυκά.

 

Ρηγάτου Βασιλική

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια του κι έγειρε πάνω σ’ ένα αστέρι, καθώς το έπαιρνε βαθιά και γλυκά ο ύπνος. Το κακόμοιρο το αστέρι όμως ήταν πολύ μικρό για να μπορέσει να κρατήσει ολόκληρο το βάρος του φεγγαριού! Έβαλε τα δυνατά του, μα οι δυνάμεις του το εγκατέλειπαν. Ευτυχώς ο διπλανός του κατάλαβε τι γινόταν κι αποφάσισε να βοηθήσει. Συγκέντρωσε όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού για να μπορέσουν να στηρίξουν το φεγγάρι που κοιμόταν. Στην προσπάθειά τους έβαλαν τόση δύναμη που το φεγγάρι κοιμισμένο άρχισε να κατρακυλάει. «Ωχ, τι κάναμε;» ακούστηκε μια φωνή. «Γρήγορα! Τρέξτε να το προλάβουμε!» ξεστόμισε μια άλλη κι όλα μαζί ξεχύθηκαν να το κυνηγούν. Αν δεν το σταματούσαν, θα έφτανε στη μεριά του Ήλιου! Έτρεχαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, μα καθώς έβλεπαν σιγά σιγά γύρω τους τον ουρανό να φωτίζεται, έχαναν την ελπίδα τους. «Μπουμ!» ακούστηκε ξαφνικά ένας τεράστιος κρότος κι όλοι μαρμάρωσαν. Ποιος να το φανταζόταν ότι το φεγγάρι είχε συγκρουστεί με τον Ήλιο! «Μα τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε ο ήλιος έκπληκτος. Όταν είδε  μαζεμένα γύρω του το φεγγάρι και τ’ αστέρια. «Ωωω, τι ωραίο όνειρο! Είναι όλοι οι φίλοι μου εδω! Μα γιατί κάνει τόση ζέστη;» μουρμούρισε το φεγγάρι τρίβοντας τα μάτια του. «Δεν ονειρεύεσαι, φίλε μου!” είπε ο ήλιος γελώντας. «Ελάτε να φωτίσουμε όλοι μαζί, να γεμίσει λάμψη όλη η γη!»

 

Τσιφοπούλου Όλγα

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί. Τ’ αστέρια που το τριγύριζαν προσπάθησαν να το κρατήσουν ξάγρυπνο με τη λάμψη τους Έκαναν έναν κύκλο γύρω του και ξεκίνησαν να τραγουδάνε. Δεν ήθελαν να κοιμηθεί γιατί όταν έβγαινε, φώτιζε τους δρόμους και τα όνειρα των ανθρώπων. Χωρίς τη λάμψη του όλοι θα ήταν σκυθρωποί και κακόκεφοι. Έτσι τα όμορφα αστέρια το τράβηξαν σ’ ένα πανηγύρι ολονύκτιο, με τραγούδι και χορό. Εκείνο παρασύρθηκε στο γλέντι και ξέχασε ότι ήθελε να κοιμηθεί. Κάθισε όλη τη στον ουρανό, έλαμπε ακόμα πιο πολύ  κι η διάθεση του, χάρη στα φιλικά αστέρια, άλλαξε. Το φως του μάγεψε πολλές θάλασσες, πολλά χωριά και πολιτείες. Ευτυχώς που ’ αστέρια, οι φίλοι του, δεν τον άφησαν να κοιμηθεί και να σκοτεινιάσει η πλάση...

 

Φλογερά Ελένη

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί. Κοίταξε γύρω του, να βρει κάποιο σύννεφο να γείρει πάνω του, αλλά ο ουρανός δεν είχε καθόλου σύννεφα. Ήταν καλοκαίρι βλέπετε.

Κοίταξε κάτω χαμηλά, να βρει μια γωνίτσα πάνω στη γη, αλλά δεν έβλεπε κάτι που πάνω του θα μπορούσε να ξαπλώσει.

Τα κρινάκια της θάλασσας από χαμηλά είδαν τα χασμουρητά του και τα νυσταγμένα του ματάκια και του φώναξαν:

«Ε! Φεγγαράκι, έλα ξάπλωσε πάνω μας. Θα σου φτιάξουμε απαλό στρώμα».

«Ευχαριστώ, καλά μου κρινάκια, αλλά φοβάμαι μη σας κάψω με το φως μου».

«Μη φοβάσαι, εμείς είμαστε συνηθισμένα, φυτρώνουμε μέσα στην καυτή άμμο και το φως του καλοκαιριάτικου ήλιου μάς καίει όλη μέρα. Έλα…»

Τελικά πείστηκε, πήγε και ξάπλωσε πάνω στα κρινάκια της θάλασσας που του είχαν φτιάξει με τα άσπρα λουλούδια τους ένα απαλό στρώμα. Μερικά ξάπλωσαν δίπλα του και του χάιδευαν το κεφαλάκι μέχρι να το πάρει ο ύπνος.

Κάποια νυχτολούλουδα που ήταν εκεί κοντά, φυτρωμένα στην αυλή ενός σπιτιού, ακούμπησαν απαλά πάνω στο φεγγάρι κι έγιναν το σεντονάκι του.

Οι νυχτοπεταλούδες, παρακινημένες από το φως του, πετούσαν γύρω του και δεν άφηναν κανέναν να πλησιάσει, μην τυχόν και το ξυπνήσουν. Ως και η θάλασσα, που ήταν σιμά τους, με τα κυματάκια της του τραγούδησε το πιο γλυκό νανούρισμα.

Το φεγγάρι, όταν ήρθε η αυγή και ξύπνησε, δεν μπορούσε να καταλάβει αν όλ’ αυτά τα έζησε ή αν τα είχε ονειρευτεί.

 

Χρυσοπούλου Βέτα

Μια φορά κι έναν καιρό το φεγγάρι νύσταξε κι αποφάσισε να κοιμηθεί.

«Αχ, πόσο καιρό έχω να κοιμηθώ» μονολογούσε. «Ο βραδινός ύπνος είναι ο καλύτερος, Σε ξεκουράζει περισσότερο, όπως μου είπε και ο φίλος μου ο ήλιος. Αλλά πώς να καταφέρω να κοιμηθώ βράδυ όταν όλοι με κοιτούν και με θαυμάζουν είτε είμαι μισό είτε ολόγιομο;»

Ένα μεγάλο λαμπερό αστέρι που ήταν δίπλα του το άκουσε και το λυπήθηκε.

«Θα σου πω εγώ τι θα κάνεις για να κοιμηθείς όπως θέλεις χωρίς να σε βλέπει κανείς. Θα μιλήσω με το μεγάλο σύννεφο και θα σε καλύψει. Όλους θα μας καλύψει κι έτσι θα μπορείς να κοιμηθείς όσο θέλεις».

«Μα κι άλλη φορά μας κάλυψε, αλλά δεν ήταν αρκετό».

«Θα του μιλήσω και θα μας καλύψει μέχρι να βγει ο ήλιος, καλό μου φεγγάρι. Καταλαβαίνω πόσο θέλεις να ξεκουραστείς και ν’ απολαύσεις κι εσύ επιτέλους ένα βραδινό ύπνο. Εμείς τ’ αστέρια, ξέρει,ς μπορούμε να κοιμόμαστε όποτε θέλουμε, συνεννοούμαστε μεταξύ μας. Κοιμάται μια το ένα, μια το άλλο και κανείς δεν καταλαβαίνει το παραμικρό».

Κι έτσι, την επομένη κιόλας βραδιά, το λαμπερό αστέρι τα κανόνισε με το μεγάλο σύννεφο και τους κάλυψε μέχρι το πρωί. Μέχρι να βγει ο ήλιος.

Πόσο χαρούμενο ένιωσε το φεγγάρι και πόσο ξεκούραστο ήταν!

«Σας ευχαριστώ πολύ, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που κάνατε για μένα, φίλοι μου. Σας αγαπώ πολύ!» φώναξε όσο πιο δυνατά γινόταν. Τ’ αστέρια χαμογέλασαν κι ο ουρανός έγινε πιο φωτεινός από κάθε άλλη φορά.


Τις ιστορίες έγραψαν μέλη της Αλατοπαρέας, στα πλαίσια μιας συγγραφικής πρόσκλησης.

Η εικόνα είναι απ’ το διαδίκτυο.

Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

Καρπουζοϊστορίες

 


Κασσελούρη Αναστασία

Ο δήμαρχος κύριος Καρπούζης

Στην πόλη των φρούτων και των λαχανικών επικρατούσε συνεχώς μια αναστάτωση. Μικροί και μεγάλοι πηγαινοέρχονταν κι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι σκουπίδια. Παντού φλούδες από μανταρίνια, ρόγες από σταφύλια, ώριμες φράουλες, μαρουλόφυλλα, αριστερά και δεξιά κουκούτσια. Όλα πεταμένα εδώ κι εκεί με αποτέλεσμα να υπάρχει μια άσχημη μυρωδιά παντού.

Μια μέρα ξεσηκώθηκε η πόλη από τις φωνές. Ο μικρός κύριος Καρπούζης παίζοντας με τον μικρό Πέπο Πεπόνη γλίστρησε σε μια μπανανόφλουδα και χτύπησε το πόδι του. Πήγε στον γιατρό να του φροντίσει το τραύμα κι έπρεπε να μείνει στο κρεβάτι για καιρό. Έτσι έχασε το παιχνίδι και τη συντροφιά των φίλων του.

Όλοι αναστατώθηκαν κι ένιωσαν υπεύθυνοι γι’ αυτό που έγινε. Κι αφού σκέφτηκαν και ξανασκέφτηκαν, αποφάσισαν να διαλέξουν κάποιον να βάλει τάξη στην πόλη. Αφού ψήφισαν μεταξύ τους, διάλεξαν για Δήμαρχο τον κύριο Καρπούζη.

Ο κύριος Καρπούζης με χαρά δέχτηκε κι αφού τους ευχαρίστησε για την τιμή που του έκαναν, έπιασε αμέσως δουλειά.

Όρισε σύμβουλούς του τα κουκούτσια γιατί τα ήξερε πάρα πολύ καλά και τους είχε εμπιστοσύνη.

Στον τομέα της καθαριότητας, που ήταν πολύ σημαντικός, έβαλε την κυρία Άννα Να που έφτιαξε σκούπες με το επάνω μέρος όλων των ανανάδων, καθάρισαν την πόλη και τοποθέτησε παντού κάδους για να συγκεντρώνουν εκεί τα σκουπίδια.

Στον τομέα του περιβάλλοντος έβαλε τον κύριο Πέτρο Ακτινίδιο που φρόντισε όλα τα φρούτα που βρίσκονταν στους κάδους να πάνε για κομποστοποίηση. Συγκέντρωσε όλα τα κουκούτσια κι αφού τα χώρισε σε κατηγορίες, τα έβαλε σε σακουλάκια και τα φυτεύανε τη σωστή εποχή στους κήπους για να μη φυτρώνουν εδώ κι εκεί και δημιουργούν προβλήματα στην κυκλοφορία.

Στον σημαντικό τομέα της Παιδείας έβαλε τον κύριο Μύρτιλο ο οποίος τους θύμιζε πόσο σημαντικό είναι να διατηρούμε την πόλη μας καθαρή.

Ο Δήμαρχος κύριος Καρπούζης βλέποντας το αποτέλεσμα ήταν χαρούμενος και περήφανος για όλους.

 

Μπαφούτσου Χρύσα

Το καρπουζένιο βαρκάκι

Η  Χρυσή με τις φίλες της προχώρησε στο ήσυχο απάνεμο λιμάνι του μικρού νησιού. Κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της ένα ολόδροσο καρπούζι. Σε λίγα λεπτά έφτασαν στη χρυσή παραλία τους. Η γιαγιά Χρυσαφένια τις περίμενε με μια τεράστια κίτρινη ομπρέλα. Μια μεγάλη αγκαλιά και μετά μπλουμ στα υπέροχα γαλάζια νερά. Μόνο το καρπούζι κι η γιαγιά έμειναν κάτω από την ομπρέλα.

Μετά το κολύμπι τρία λαχταριστά σαντουιτσάκια περίμεναν τα κορίτσια. «Πόσο όμορφα είναι εδώ!» είπε η μικρή Χρυσή ξαπλωμένη στο ροζ στρωματάκι της. Όμως ξαφνικά έγινε κάτι αναπάντεχο. Το καρπούζι έκανε μπλουμ στη θάλασσα κι ένα πανέμορφο καρπουζένιο βαρκάκι άρχισε να κυλά. Πάνω του η Χρυσή ταξίδευε μαγεμένη στις όμορφες παραλίες του νησιού.

Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά τους ένα μικρό νησί γεμάτο καρπουζιές! Η επιθυμία της να βρεθούν οι φίλες της δίπλα πραγματοποιήθηκε. Τα τρία κορίτσια, χαρούμενα, μάζευαν ολόγλυκα καρπούζια, γέμισαν το καρπουζένιο βαρκάκι και ενθουσιασμένα τα μοίρασαν στις γύρω παραλίες. Τι χαρά έπαιρναν όλα τα παιδιά!

Η Χρυσή είπε στις φίλες της να ξαναγεμίσουν το βαρκάκι. Όμως… «Ξύπνα, υπναρού!» φώναξε η γιαγιά Χρυσαφένια. «Θα κόψουμε το καρπούζι να δροσιστούμε».

Η Χρυσή έτριψε τα μάτια της. Το καρπούζι κύλησε αργά αργά προς τη θάλασσα. «Άσ’ το, γιαγιά, σε παρακαλώ, ας μην το κόψουμε. Νομίζω ότι αυτό το καρπούζι είναι μαγικό».

Η γιαγιά και τα κορίτσια την κοίταξαν παράξενα.

Η Χρυσή βρέθηκε δίπλα στη θάλασσα με το κόκκινο φτυαράκι της, να χτυπά το καρπούζι λέγοντάς του:

«Καρπούζι, καρπουζάκι, γίνε, σε παρακαλώ, ένα όμορφο καρπουζένιο βαρκάκι».

Η γιαγιά την κοιτούσε απορημένη. Το ίδιο και τα κορίτσια.

«Πού να σφίξουν οι ζέστες περισσότερο…» μονολόγησαν χαμογελώντας.

 

Πολυκανδριώτη Αστερόπη

Η καρπουζοπολιτεία

Μια φορά κι έναν καιρό τα καρπούζια ξεσηκώθηκαν κι ήθελαν να δημιουργήσουν τη δική τους πολιτεία. Πήραν, λοιπόν, τα εργαλεία τους κι άλλαξαν το σχήμα όλων τους. Από οβάλ, έγιναν καρδούλες, αστέρια κι ό.τι άλλο βάζει ο νους σας!

Έτσι έγιναν και τα σπίτια! Κι αφού πλάστηκαν αυτά, τα καρπούζια ήθελαν να έχουν και μια πλατεία. Εκεί, ο κάθε επισκέπτης, θα έβρισκε ένα σωρό μέσα μεταφοράς για να κάνει ανενόχλητος τα ταξίδια του.

Αφού η πλατεία ήταν τεράστια, κόκκινη κι αυτή, δίχως κουκούτσια, μπήκε στην είσοδό της το καρπουζοτρένο που πετούσε. Υπήρχαν ειδικά παράθυρα για να βλέπει κανείς τον ήλιο. Πόσο όμορφος είναι ο ήλιος σ’ αυτήν την πολιτεία, δεν λέγεται!

Επίσης, υπήρχε το καρπουζοαεροπλάνο που σε πήγαινε πάνω από τα καρπουζόδεντρα για να μαζεύεις καρπούς αλλά και το καρπουζολεωφορείο που σου επέτρεπε να κάνεις μια μεγάλη βόλτα ανάμεσα στα σπίτια.

Όλα τα μέσα ήταν πολύ μα πολύ οικολογικά, δεν χρειάζονταν βενζίνη, ήθελαν για να κινηθούν μόλις ένα μικρό ποτηράκι καρπουζοχυμό.

Είναι μια πολιτεία δίκαιη, εκτός από οικολογική, γιατί οι κάτοικοι φροντίζουν να ζουν με καλοσύνη και να ταξιδεύουν πολύ.

Για όποιον θέλει να την επισκεφτεί, το σύνθημα είναι «καρπουζεύω». Μα τι σημαίνει αυτό; Είναι μια λέξη που λένε οι κάτοικοι μεταξύ τους και σημαίνει κάνω τρέλες δίχως φόβο.

Φώναξε κι εσύ λοιπόν «Καρπουζεύω!» κι ίσως βρεθείς πολύ κοντά στην πύλη της καρπουζοπολιτείας!

 

Φλογερά Ελένη

Η περιπέτεια του κυρίου Καρπουζάκη

Ο κύριος Καρπουζάκης, πολύ αναστατωμένος, έφτασε στο γραφείο του ντετέκτιβ. Κοίταξε την πινακίδα έξω από την πόρτα για να σιγουρευτεί ότι ήρθε στο σωστό μέρος. «ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ ΨΑΞΕΒΡΕΣΤΟ» έγραφε και έτσι χτύπησε πριν μπει.

«Κύριε Ψαξεβρέστο, θέλω να σας αναθέσω μια υπόθεση» ξεκίνησε ο κύριος Καρπουζάκης με το που μπήκε. «Την εξαφάνιση...»

Ο κύριος Ψαξεβρέστο πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Με την αναδουλειά που είχε πέσει τον τελευταίο μήνα καιγόταν για μια υπόθεση.

«Ποιος εξαφανίστηκε; Πότε;»

«Τα κουκούτσια μου εξαφανίστηκαν. Θέλω να μου τα βρείτε. Θα πληρώσω καλά».

Ο ντετέκτιβ ανέλαβε την υπόθεση.

Πήρε τον μεγεθυντικό φακό του, απαραίτητο εργαλείο στην αναζήτηση ιχνών. Του ζήτησε να τον οδηγήσει στο σημείο που άρχισαν όλα και να του περιγράψει πώς τα έχασε. Ο κύριος Καρπουζάκης είπε πως, ενώ ήταν ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο, τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε, αντιλήφθηκε πως έλειπαν τα κουκούτσια του.

«Και καταλαβαίνετε, χωρίς αυτά δεν θ’ αφήσω απογόνους».

Σε λίγο έφτασαν στο σημείο μηδέν. Ο κύριος Ψαξεβρέστο, με τον μεγεθυντικό φακό στο χέρι, άρχισε να παρατηρεί το έδαφος. Μετά από λίγη ώρα, που φάνηκε αιώνας στον κύριο Καρπουζάκη, ο ντετέκτιβ κατευθύνθηκε προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση.

«Βρήκατε κάτι;»

«Ακολουθώ κάποια ύποπτα ίχνη».

«Αχά!» αναφώνησε μετά από λίγο ο κύριος Ψαξεβρέστο. «Κύριε, σας ανακοινώνω πως τα κουκούτσια σας βρέθηκαν».

«Με κοροϊδεύεις; Εγώ δεν βλέπω τίποτα».

«Για κοιτάξτε καλύτερα στο έδαφος» απάντησε και του έδωσε τον μεγεθυντικό φακό.

Τότε ο κύριος Καρπουζάκης είδε μια στρατιά από μυρμήγκια να κουβαλούν στη φωλιά τους τα κουκούτσια του.

Αμέσως ευχαρίστησε τον κύριο Ψαξεβρέστο και τον πλήρωσε για τις υπηρεσίες του. Μετά, αφού χάρισε αρκετά κουκούτσια στα μυρμήγκια για να έχουν τροφή για τον χειμώνα, μάζεψε τα υπόλοιπα ευχαριστημένος.

 

Χιώτη Ειρήνη

Ο Καρπουζίνος και το Τριαντάφυλλο

Κάποτε, στα νότια της Ρόδου, σ’ ένα μποστάνι με καρπούζια, φύτρωσε ένα τριαντάφυλλο. Το τριαντάφυλλο, άντεξε τις αντίξοες συνθήκες και κατά τον Μάρτιο, άνθισε. Κι όλο έπαρση καμάρωνε δίπλα στα καρπούζια. «Εγώ είμαι πιο όμορφο από εσάς. Θα με βάλουν σ’ ένα ωραίο βάζο».

Εκεί κοντά μεγάλωνε κι ένα καρπουζάκι. Δεν άργησε να το ερωτευτεί. «Τι να κάνω να της τραβήξω την προσοχή;» Περνούσαν οι μέρες, το τριαντάφυλλο όχι μόνο δεν πρόσεχε το καρπούζι, κορόιδευε κιόλας. «Καρπουζίνο, έτσι στρογγυλό που είσαι, μόνο για επιδόρπιο κάνεις». Στενοχωριόταν το καρπουζάκι αλλά δεν έλεγε τίποτα. Ήταν, άλλωστε, τόσο όμορφο το τριαντάφυλλο. Πώς μπορούσε να του φέρει αντιρρήσεις;

Μια μέρα έφτασαν στο χωράφι οι αγρότες. Όσο δούλευαν, άφησαν ελεύθερα τα ζωντανά. Μια κατσικούλα, καθώς βοσκούσε, έφτασε και στο τριαντάφυλλο. «Ωραίος μεζές. Μια χαψιά θα τον κάνω» σκέφτηκε κι ετοιμάστηκε να το καταβροχθίσει. Πανικόβλητο το λουλούδι, άρχισε να ουρλιάζει. «Καρπουζίνε, σώσε με!» Ο Καρπουζίνος σύρθηκε προς το μέρος του ζώου. «Μη, καλό μου κατσικάκι. Το αγαπώ το τριαντάφυλλο». «Ναι, αλλά εγώ πεινάω». Λέγε λέγε ο Καρπουζίνος, το έπεισε. Έφυγε, ύστερα από λίγο, ψάχνοντας να βρει αλλού χορτάρι. Ντροπιασμένο το τριαντάφυλλο, του είπε: «Εγώ σε χλεύαζα κι εσύ μου έσωσες τη ζωή». Από κείνη τη μέρα, το τριαντάφυλλο, δεν κορόιδεψε ποτέ ξανά τον Καρπουζίνο. Και τον άφηνε να χαϊδεύει τα φύλλα του.

Με τον καιρό, τα δύο φυτά, έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Το τριαντάφυλλο δεν πήγε σε κανένα βάζο τελικά. Έμεινε εκεί, δίπλα στο χωράφι και σ’ όποιον πήγαινε να κόψει τον Καρπουζίνο, άπλωνε τα αγκάθια του και τον γρατσούνιζε. Ύστερα από κάποια χρόνια, τα δύο πλάσματα, βρέθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο, σχεδόν αγκαλιασμένα, μέσα στις στάχτες, που κατακαίγοντας όλο το νησί, εκείνον τον Ιούλιο, έφτασε μέχρι τη θάλασσα, καίγοντας και το μποστάνι των δύο φίλων...

 

Τις ιστορίες έγραψαν μέλη της Αλατοπαρέας, στα πλαίσια μιας συγγραφικής πρόσκλησης.

Η εικόνα είναι απ’ το διαδίκτυο.

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2023

Καλοκαίρι

 


Ήλθες, ήλθες, καλοκαίρι,
κι ο Θεός πολλά
με το άγιο του το χέρι
σκόρπισε καλά.
 
Στις μυρτιές κρυμμέν’ αηδόνια
ψάλλουν λιγυρά,
και πετούν τα χελιδόνια
μ’ ελαφρά πτερά.
 
Tα μελίσσια με φροντίδες
δω κι εκεί πετούν
και με χάρη οι χρυσαλλίδες
τ’ άνθη χαιρετούν.
 
Eις τους κάμπους πρασινίζουν
χόρτα δροσερά,
εις τους λόφους ψιθυρίζουν
τα γοργά νερά.
 
Eύμορφ’ άνθη στους αέρες
χύνουν μυρωδιά
κι ανθοδέσμες στις μητέρες
φέρουν τα παιδιά.

 

Γεώργιος Βιζυηνός

 

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2023

Ξύπνημα

 

 


Έλα, ροδαυγή,

ξύπνα το παιδί,

ξύπνα το μωρό,

να μου το χαρώ,

ξύπνα το λουλούδι,

το ξεπεταρούδι,

που μοσχοβολάει

και χοροπηδάει

και γελάει και κλαίει

και λογάκια λέει

και θα βγει στην πόλη

να το χαίρονται όλοι.

 

Βασίλης Ρώτας

 

Εικόνα: Απ’ το pinterest

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Παραμύθια

 


Σαν το σιτάρι σπέρνεται στον κόσμο η αλήθεια
Kι απ’ τον καθάριο σπόρο της φυτρώνουν παραμύθια.
Kαλότυχος όποιος μπορεί τα στάχυα να θερίσει
Kαι το σιτάρι απ’ τ’ άχυρο καλά να ξεχωρίσει.
Για τον μικρό τον κόπο του μεγάλο κέρδος μένει:
Όλη η αλήθεια που θα βρει στα ψέματα κρυμμένη!

Γεώργιος Δροσίνης, Παιδικά παραμύθια, Eκδότης Iωάν. N. Σιδέρης, χ.χ.


http://www.snhell.gr/kids/content.asp?id=239&cat_id=11

Εικόνα: απ' το pinterest

 

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

Χειμωνιάτικη αγκαλιά

 


Σαν μας έρθει ο χειμώνας, κάνει κρύο τσουχτερό.

Μες στο σπίτι μου θα κάτσω, αχ ζεστά που θα ντυθώ!

Ποδαράκια παγωμένα και χεράκια ξυλιασμένα

μα το τζάκι στο σαλόνι μια γλυκιά γωνιά για μένα.

Έξω από το παραθύρι οι νιφάδες του χιονιού

με τον άνεμο χορεύουν και γλυκά μου τραγουδούν.

Να και ένα σπουργιτάκι στέκεται και με κοιτά.

Το παράθυρο ανοίγω και το παίρνω αγκαλιά.

«Πού γυρίζεις, σπουργιτάκι;» το ρωτάω τρυφερά.

«Ψάχνω για να βρω σποράκια, να μου δώσουν τα παιδιά.»

«Πεινασμένο μου πουλάκι, ήσουν έξω στον χιονιά,

από ’δω και πέρα όμως θα ’χεις πάντα μια φωλιά!»

 

Μιχαέλα Σιδηρά

Πηγή: Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, εκδόσεις Αλάτι.

 

Ζωγραφιά: Ηλιάνα (μαθήτρια δημοτικού)

Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα είναι αυτά που...

 


Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα είναι αυτά που δεν τυλίγονται σε χρυσά χαρτιά περιτυλίγματος, δεν δένονται με πολύχρωμες κορδέλες κι ούτε στολίζονται με μεγάλους φιόγκους. Δεν είναι τα πανέμορφα στολίδια ούτε οι υπέροχες μουσικές, τα κάλαντα ή οι πεντανόστιμες και λαχταριστές λιχουδιές με τη χιονένια άχνη ζάχαρη.

Δεν είναι ακόμη τα χλιδάτα ρούχα, η ζεστή σοκολάτα που μοσχοβολάει κανέλα, η μυρωδιά του κάστανου σε κάποιο πεζοδρόμιο, το παραδοσιακό φρεσκοψημένο ζυμωτό ψωμί ή τα ξύλα που αργοκαίνε στο τζάκι.

Ούτε οι στολισμένοι δρόμοι και τα πολυκαταστήματα με τις φαντασμαγορικές βιτρίνες, τα τεράστια δέντρα στις χιονισμένες πλατείες ή οι ξέφρενοι χοροί στα βραδινά στέκια.

Δεν είναι καν ο ήχος από τα γέλια των παιδιών ανάμεσα στα δώρα τους ή οι γλυκιές χιλιοειπωμένες ευχές.

Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα είναι αυτά που γίνονται σοκάκια για να σεργιανίσει μέσα τους η θεία Αγάπη, ν’ ανοίξει τα παράθυρα της ψυχής και να τη γεμίσει με Φως κι Αλήθεια. Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα είναι αυτά που τυλίγουν την ψυχή μας με γεύσεις αγνότητας, αρώματα ταπεινότητας και χρώματα αγάπης. Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα είναι αυτά που μιλούν μυστικά στην καρδιά.

Χριστούγεννα, ψυχή μου, στολίσου!

 


Βούλα Νάνη

Πηγή: Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, εκδόσεις Αλάτι.

 

Ζωγραφιά: Νικολέττα Γιαννιτσάρου

Καλώς ήρθες, πρώτο χιόνι!

 


Να οι πρώτες οι τουφίτσες πέφτουν απ’ τον ουρανό λευκές.

Άσπρο πέπλο έχουν ρίξει στων σπιτιών μας τις αυλές.

Το κασκόλ μου, τα γαντάκια και τον σκούφο τον ζεστό,

τις καλτσούλες και τις μπότες τα φοράω στο λεπτό.

Βγαίνω έξω και χορεύω, με χαρά χοροπηδώ.

Τα χεράκια μου ανοίγω και κοιτώ τον ουρανό.

Πώς καρδιοχτυπώ και πάλι με τον πρώτο τον χιονιά.

Μου ’χε λείψει να ασπρίζουν τα καφέ μου τα μαλλιά.

Να και τ’ άλλα τα παιδάκια στη μικρή μας γειτονιά,

κύκλο κάνουμε και όλοι τραγουδάμε δυνατά:

«Καλώς ήρθες, πρώτο χιόνι, καλώς ήρθες χειμωνιά,

χιονανθρώπους και μπαλίτσες, θα σας πλάσουμε ξανά!»

 

Μιχαέλα Σιδηρά

Πηγή: Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, Εκδόσεις Αλάτι.

 

Ζωγραφιά: Ιωάννα Βάλβη

 

 

Το πετράδι που έσβησε

 


Η βασίλισσα Μυριάνθη βρισκόταν ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι από πάγο με περίτεχνα σκαλίσματα. Τα είχαν φτιάξει με μαστοριά κι αγάπη οι τεχνίτες από το μακρινό βασίλειο των μαγικών συμβόλων. Την κρατούσαν αόρατη από τα κακόβουλα πνεύματα.

Το κρεβάτι βρισκόταν κάτω από το ιερό δέντρο που είχε έρθει χιλιετίες πριν από τον θρυλικό τόπο της αφθονίας και της ισορροπίας. Ήταν ακριβώς η τοποθεσία που υπέδειξε ο Λίμερικ, ο μέγας αστρονόμος όλων των βασιλείων.

Όλα τα πλάσματα του πλανήτη ήταν στραμμένα με αγωνία σ’ εκείνο το σημείο. Σιωπηλά προσεύχονταν. Περίμεναν και προσεύχονταν. Θύμησες από τα τελευταία λεπτά της μάχης. Το απόλυτο κακό ν’ απομονώνει τη βασίλισσα. Η Μυριάνθη να μάχεται κυκλωμένη από τη μανία του. Το δευτερόλεπτο εκείνο που κτυπήθηκε. Είχε πέσει στον αιώνιο ύπνο και ταυτόχρονα ο κόσμος σταμάτησε. Δεν πέθανε. Δεν ζούσε. Δεν χάθηκε μα ούτε κι υπήρχε. Όλα κι όλοι θα τελείωναν σε λίγο. Ή θα ξανάρχιζε ο κύκλος της ζωής. Προσεύχονταν να πετύχει το πείραμα, μοναδική ελπίδα τους. Αν όχι, απλώς θα σκορπίζονταν στο τίποτα.

Ο Λίμερικ κοιτούσε τον ουρανό. Μετρούσε, υπολόγιζε, μουρμούριζε αριθμούς, εξαπέλυε κατάρες. Έφτιαξε τα μαλλιά της Μυριάνθης. Έστρωσε τις ανύπαρκτες ζάρες στο φόρεμά της. Χάιδεψε με τ’ ακροδάχτυλα το στέμμα με το σβηστό πετράδι της ζωής. Το κοίταξε και κοίταξε πέρα, τον ορίζοντα, κάνοντας για τελευταία φορά υπολογισμούς.

Εκείνη τη στιγμή. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ήταν που ο άξονας της γης θα πρέπει να έχει στραφεί.

Ω θεοί. Παλιοί και νέοι όλων των πλασμάτων, κάντε να γεννηθεί. Κάντε ν’ ανέβει ξανά. Η πρώτη ακτίνα. Οι ανάσες σταμάτησαν. Έπεσε ακριβώς στο πετράδι. Τρία, δύο, ένα. Δεν έγινε τίποτα. Τα πλάσματα πιάστηκαν μεταξύ τους. Χέρια, πόδια, σώματα, προσευχή. Ο μέγας αστρονόμος χαμογέλασε. Ήταν ο μόνος που διέκρινε τη φλόγα στο κέντρο του πετραδιού. Οι υπολογισμοί του ήταν σωστοί. Και το πείραμα πέτυχε. Η ζωή μόλις είχε αρχίσει ξανά. Ο ήλιος ανέβαινε αργά–αργά. Η φλόγα έγινε φωτιά και το στέμμα της Μυριάνθης έλαμψε.

Από τότε έχουν περάσει χιλιετίες.

Η πραγματικότητα έγινε μύθος. Τραγούδι. Παραμύθι.

Και κάθε χρόνο γιορτάζεται με φωτιές και πάθος.

Κι ας μη γνωρίζει πια κανένας το πραγματικό γιατί.

Έτσι για το «καλό».

Άντρη Καζαμία

Πηγή: Ανθολόγιο, Πεζά και ποιήματα με θέματα απ’ τους μήνες και τις εποχές, εκδόσεις Αλάτι.

 

 

Ζωγραφιά: Γεωργία Βενετσανάκη