Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ-Κάρολος Ντίκενς



Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων
ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ-Κάρολος Ντίκενς



«Ο δρόμος που χαράζει ένας άνθρωπος στη ζωή του με τις πράξεις του,
έχει πάντα ένα ορισμένο τέλος.
Κι αν δεν αλλάξει δρόμο,
τότε ίδιο κι απαράλλαχτο μένει και το τέλος του.
Αν, όμως, αλλάξει και πάρει δρόμο αλλιώτικο,
τότε θ’ αλλάξει και το τέλος του»
Κ.ΝΤ.

Ο Εμπενέζερ Σκρουτζ είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας σαφώς πολυσυζητημένος. Ο Κάρολος Ντίκενς, μέσα από τη μαγική του πένα, κατάφερε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα τόσο δυνατό, που, όχι μόνο έγινε πασίγνωστος, αλλά το όνομά του έγινε και συνώνυμο της φιλαργυρίας.

Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον συγγραφέα να περιγράψει τον ήρωά του:

«Α! Ήταν ένας άπληστος… σωστός γδάρτης αυτός ο Σκρουτζ! Και σπαγγοραμμένος και τσιγκούναρος και πλεονέκτης και φιλοχρήματος ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο! Σκληρός και κοφτερός σαν την πέτρα στο τσακμάκι του, που καμιά της σπίθα δεν είχε σκορπίσει γύρω φως ή ζεστασιά. Μονόχνοτος, ούτε παρέες ήθελε ούτε κουβέντες· αμίλητος, κλειστός σαν στρείδι. Η παγωνιά της καρδιάς του έκανε το γέρικο πρόσωπό του να φαντάζει πιο γέρικο, τα μάγουλά του πιο ζαρωμένα, τη μύτη του πιο σουβλερή, την περπατησιά του πιο αλύγιστη, τα μάτια του πιο κόκκινα, τα στενά του χείλια πιο μελανά. Λες κι η σκοτεινιά κι ο πάγος του χειμώνα σκέπαζαν βαριά το κεφάλι του, τα φρύδια του, ακόμα και το μυτερό πηγούνι του. Όπου κι αν πήγαινε, το κρύο αυτό της ψυχής του το κουβαλούσε μαζί του…»

Πρόκειται, λοιπόν, για έναν όχι νέο άντρα, ούτε καν μεσήλικα, αλλά ηλικιωμένο, παθιασμένο με την ύλη. Τόσο τσιγκούνη, που τη μέρα της κηδείας του συνεταίρου και μοναδικού φίλου του Μάρλει, δεν διστάζει να «παζαρέψει αμείλικτα την πληρωμή του νεκροθάφτη». 

Ένας άνθρωπος που δεν νιώθει αγάπη για κανέναν, φόβος και τρόμος των υπόλοιπων συνανθρώπων του:

 «Κανείς ποτέ δεν τολμούσε να τον σταματήσει στο δρόμο και να του πει με χαμόγελο: Αγαπητέ μου Σκρουτζ, πώς είστε; Πότε θα περάσετε από το σπίτι να σας δούμε; Οι ζητιάνοι δεν του γύρευαν δεκάρες, τα παιδιά δεν τον ρωτούσαν την ώρα, και στη ζωή του όλη ούτε άντρας ούτε γυναίκα τον είχαν παρακαλέσει να τους δείξει το δρόμο. Ακόμα και τα σκυλιά των τυφλών τον ήξεραν. Κι όταν τον έβλεπαν να ‘ρχεται, τραβούσαν τ’ αφεντικά τους να παραμερίσουν στο άνοιγμα κάποιας πόρτας, στη γωνιά κανενός στενοσόκακου. Και κουνούσαν την ουρά τους, σαν να ήθελαν να πουν: Καλύτερα αόμματος, αφέντη μου, παρά ανοιχτομάτης και γρουσούζης να ματιάζεις τον κόσμο».

Πρώτη και τελευταία του έγνοια: τα χρήματα. Ακόμα κι όταν κάτι τέτοιο λειτουργεί εις βάρος των βασικών του αναγκών. Ακόμα και στο πιο τσουχτερό κρύο χωρίς δυνατή φωτιά και τίποτα παραπάνω από ένα συνηθισμένο θλιβερό γεύμα κάθε μέρα την ίδια ώρα, στην ίδια θλιβερή ταβέρνα. 

Χωρίς ίχνος συναισθηματισμού και πάντα αρνητικός, δεν δέχεται καν ευχές για τα Χριστούγεννα. Τα θεωρεί περιττά και, μάλιστα, τα στέλνει «στον αγύριστο». Η σκληρότητά του φτάνει συχνά στα άκρα. «Αν περνούσε από το χέρι μου, θα ‘πιανα όλους τους σαχλούς, που τριγυρίζουν και εύχονται στον κοσμάκη Καλά Χριστούγεννα και θα τους έβραζα μέσα στην ίδια την πουτίγκα τους! Μάλιστα! Θα τους έθαβα με ένα παλούκι μπηγμένο στα στήθια τους».

Τόσο φιλάργυρος και με καρδιά σαν πέτρα, που δεν διστάζει να πει σ’ αυτούς που με αγάπη και ανιδιοτέλεια συγκεντρώνουν χρήματα για όσους τα έχουν ανάγκη: «Αν προτιμούν να πεθάνουν (σ.σ. αυτοί που αρνούνται να πάνε στα ιδρύματα) ας το κάνουν με την ευχή μου. Να λιγοστέψουμε λιγάκι οι υπόλοιποι».

Τίποτα δεν φαίνεται ικανό να τον ταρακουνήσει. Ούτε η γιορτινή ατμόσφαιρα, ούτε η χαρούμενη διάθεση του κόσμου γύρω του, ούτε καν το φάντασμα του Μάρλει. Αρχικά τουλάχιστον. Οι αισθήσεις του αρνούνται να λειτουργήσουν ακόμα κι όταν συνομιλεί μαζί του. Μάλιστα, αρνούμενος να εγκαταλείψει την ψυχρή λογική του ακόμα και σε αυτήν την περίσταση, επιχειρεί να φερθεί με πονηριά και δόλο: 

«-Μπορείς να καθίσεις;… ρώτησε ο Σκρουτζ κοιτάζοντας με ύφος όλο αμφιβολία το φάντασμα.

-Μπορώ.

-Τότε κάτσε!

Ο Σκρουτζ την είχε κάνει αυτή την ερώτηση, γιατί φανταζότανε πως ένα τόσο διάφανο φάντασμα δε θα είχε τη δύναμη και τον τρόπο να πιάσει μια καρέκλα και να καθίσει πάνω της. Με το πίσω μέρος του μυαλού του, μάλιστα, σκεφτόταν ότι ξεσκεπάζοντας την αδυναμία του αυτή θα το ‘φερνε σε δύσκολη θέση και θα το ανάγκαζε να εξηγηθεί».

Σταδιακά όμως, η λογική του παραλύει, η αδιαφορία και η απάθειά του γίνονται έκπληξη και φόβος, τρόμος και πανικός –απόγνωση. Τα τρία Πνεύματα, και μαζί τους κι ο αναγνώστης, βλέπουν να συντελείται μία βαθμιαία αλλαγή στον ηλικιωμένο άντρα. Να χαίρεται, να διασκεδάζει, να ενθουσιάζεται, να συγκινείται, να λυπάται, να πονάει, να υποφέρει, να φοβάται, να τρομάζει, να αγωνιά, να μετανιώνει…

Κι έτσι, στο τέλος του βιβλίου, συναντάμε τον Σκρουτζ εντελώς διαφορετικό! «Ντύθηκε με τα καλύτερά του ρούχα, στολίστηκε και βγήκε επιτέλους στο δρόμο. Περπατώντας με τα χέρια του δεμένα πίσω, στη ράχη, ο Σκρουτζ τους κοίταζε όλους χαμογελαστός. Κι έμοιαζε τόσο ευχάριστος, τόσο ακαταμάχητα συμπαθητικός, που δυο τρεις πρόσχαροι διαβάτες τον χαιρέτησαν κι ας μην το ήξεραν».

Όλες οι υποσχέσεις που έδωσε στον εαυτό του και στα Πνεύματα τηρήθηκαν και με το παραπάνω και ξεκίνησε για εκείνον μία καινούργια ζωή!

«Έγινε ο πιο καλός φίλος, το πιο καλό αφεντικό, ο πιο καλός άνθρωπος που γνώρισε ποτέ η παλιά καλή πόλη του Λονδίνου κι όποια άλλη καλή πόλη, κωμόπολη ή χωριό στον παλιό καλό κόσμο μας. Κάποιοι γελούσαν βλέποντας το πόσο είχε αλλάξει. Μα εκείνος τους άφηνε να γελούν και δε νοιαζότανε καθόλου. Γιατί ήταν πια αρκετά σοφός κι ήξερε πως τίποτα καλό δε γίνεται σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να βρεθούνε κάποιοι να το περιγελάσουν. Ήξερε πως οι άνθρωποι αυτοί ήταν έτσι κι αλλιώς τυφλοί. Τι να τον πειράζει, λοιπόν, που γελούσαν εις βάρος του; Η καρδιά του ήταν χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Κι αυτό του έφτανε…».

Καλές γιορτές σε όλους!

Γιώτα Κοτσαύτη
…
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Μια κρύα νύχτα, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, διαλέγει ο Ντίκενς για να ξετυλίξει το κουβάρι της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του, και σκιαγραφεί με τρόπο ανεπανάληπτο μία από τις πιο κλασικές φιγούρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Εμπενέζερ Σκρουτζ.

Η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" πρωτοκυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1843 και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Από τότε και μέχρι τις μέρες μας διαβάστηκε και αγαπήθηκε όσο ελάχιστα κλασικά κείμενα. Το μήνυμά της, διαχρονικό και επίκαιρο, αναδεικνύεται πανίσχυρο μέσα από την εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου και την εμπνευσμένη εικονογράφηση του Π. Τζ. Λιντς.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ, Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, εκδόσεις Αίσωπος, εικονογράφηση Π.Τζ. Λιντς, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.



…
Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.
Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Book Tour, τον Δεκέμβριο του 2014)



Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Τα μαγικά Χριστούγεννα της Κλάρας



«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και τα Χριστούγεννα δεν είναι παρά μονάχα ένα αστείο παραμύθι για μικρά παιδιά», έλεγε με αυστηρό ύφος η Κλάρα στη μικρή αδερφή της, η οποία εκείνη τη στιγμή διάβαζε την αγαπημένη της ιστορία με τα ξωτικά και τη χώρα του πάγου. Φαινόταν τόσο ενθουσιασμένη, λες και το βιβλίο ρούφαγε όλη την ύπαρξή της, κι αυτό πείσμωνε ακόμη πιο πολύ την Κλάρα…

 Η Κλάρα έριξε μια φευγαλέα ματιά έξω από το παράθυρο. Χιόνιζε και ο αέρας με την παγωμένη ανάσα του σχημάτιζε μια άσπρη κρούστα στο θολό τζάμι. «Βαρετά», ψιθύρισε, ενώ ζέσταινε τα χέρια της στο τζάκι χαζεύοντας  τις κατακόκκινες φλόγες. Δίχως να γνωρίζει το γιατί τα Χριστούγεννα της ήταν αδιάφορα: «Μια οικογενειακή γιορτή», μονολογούσε, «μια γιορτή με χιλιάδες λαμπιόνια, πολύχρωμες μπάλες να στολίζουν όλη την πόλη, ένα μικρό διάλειμμα από το σχολείο και την καθημερινότητα -τίποτα το συγκλονιστικό…».

Το μεγάλο παγοδρόμιο, δυο στενά πιο κάτω, ετοιμαζόταν να υποδεχτεί παιδιά και μεγάλους, να τους χαρίσει λίγες στιγμές ξεγνοιασιάς. Όλοι οι φίλοι της Κλάρας θα πήγαιναν, μα εκείνη όχι. «Κάθε χρόνο τα ίδια», είπε στη φίλη της που την προσκάλεσε να περάσουν την παραμονή των Χριστουγέννων εκεί. «Άραγε τι το ιδιαίτερο κρύβει τούτη η βραδιά; Γιατί οι περισσότεροι την περιμένουν με τόση ανυπομονησία ολόκληρο τον χρόνο;».

Η νύχτα δεν άργησε να φτάσει και το φεγγάρι γοργά έτρεξε να κρυφτεί στο παγωμένο πέπλο της. Οι πρώτες νιφάδες του χιονιού σκέπασαν την πόλη κάνοντας την να μοιάζει παραμυθένια. Η Κλάρα ανέβηκε κατσουφιασμένη στο δωμάτιό της και αμέσως την πήρε στην αγκαλιά του ο γλυκός ύπνος. Από κάπου μακριά ακούστηκαν ποδοβολητά και ήχοι -κάτι σαν κουδούνισμα, κάτι απροσδιόριστο για την Κλάρα που δεν ήξερε αν ονειρευόταν ή αν όλα αυτά ήταν πραγματικά. Τρίβοντας τα νυσταγμένα μάτια της είδε έκπληκτη ένα ξύλινο σκαλιστό έλκηθρο στολισμένο με κόκκινες κορδέλες, φορτωμένο με πολύχρωμα δέματα και δυο πανέμορφους τάρανδους να το σέρνουν. Μάλιστα είχαν κι ανθρώπινη λαλιά! «Έλα, Κλάρα, ανέβα!», της έγνεψαν. «Μη φοβάσαι. Θα ζήσεις την πιο όμορφη χριστουγεννιάτικη νύχτα της ζωής σου!».

Η Κλάρα δίστασε λίγο στην αρχή, μα, με ένα μετέωρο βήμα, βρέθηκε πάνω στο έλκηθρο. Ήταν… ήταν απερίγραπτα εδώ πάνω! Πόσο όμορφη φαίνονταν η πόλη από ψηλά! Από τις κόχες του ουρανού αντάμωνες αλλιώς τον κόσμο! Η Κλάρα ήταν σιωπηλή. Ανέλπιστα σιωπηλή. Μοναχή της σε μια αλήθεια ή ένα ψέμα; Πέρασαν πάνω από χωριά, πολιτείες, βουνά και θάλασσες ώσπου έφτασαν και σταμάτησαν σε μια απόμερη γωνιά του σκοτεινού δάσους. Κοίταξε ψηλά τα αστέρια. Ήταν απίστευτο πως φεγγοβολούσαν! Έμοιαζαν καμωμένα από χρυσό. Θαρρείς πως τίναζαν από πάνω τους την περίσσεια αστερόσκονή τους  και τη σκορπούσαν πάνω στην κρύα γη…

 Η Κλάρα ένιωθε μουδιασμένη έπειτα από τόσες ώρες ταξιδιού. Πεινούσε και κρύωνε τρομερά. Ένα μικρό ξωτικό με μακριά γενειάδα και πράσινες μπότες την οδήγησε σε ένα ξέφωτο όπου υπήρχε ένα ξύλινο σπιτάκι. Έμοιαζε σαν να ήταν ζωγραφισμένο: φορτωμένο με χριστουγεννιάτικα στολίδια… Και τα δέντρα που το πλαισίωναν είχαν φυσικά στολιστεί με σκόρπιες χιονόμπαλες. Ήταν υπέροχα όλα τόσο που το κορίτσι κρατήθηκε με το ζόρι να μην τα αγγίξει. Ήθελε να σκορπίσει από πάνω τους όλο αυτό το χιόνι που έκρυβε τις μεταξένιες πευκοβελόνες τους.

«Ελα Κλάρα, της είπε ένα ψηλό έλατο. Έλα να με γνωρίσεις. Είμαι ο Βασιλιάς των δέντρων ετούτου τους δάσους». Η Κλάρα πλησίασε δειλά. «Μιλάς; Εσύ ένα δέντρο;». «Χα, χα, χα», γέλασε δυνατά το έλατο και ο αντίλαλος της φωνής του πλημμύρισε τη σιγαλιά του δάσους. «Βέβαια και μιλάω βλέπεις ακόμη κι εμείς τα δέντρα έχουμε ψυχή». «Είσαι πανέμορφο!», ψιθύρισε η Κλάρα και ο θαυμασμός που ένιωθε αποτυπωνόταν στο βλέμμα της. «Είναι υπέροχα τα Χριστούγεννα για εμάς εδώ γιατί οι άνθρωποι δεν έρχονται σε αυτά τα μέρη κι έτσι δεν κινδυνεύουμε να βρεθούμε μέσα σε κάποιο σαλόνι ενός σπιτιού. Ούτε σαν κούτσουρα αφού περάσουν οι γιορτές, να σιγοκαίμε μέσα σε ένα τζάκι». «Ναι», είπε η Κλάρα, «ευτυχώς!» και σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό της η εικόνα του δικού της σπιτιού, όπου κάθε χρόνο ο πατέρας της έφερνε από την αγορά ένα καταπράσινο έλατο που μέρα με την μέρα μαράζωνε και στο τέλος γινόταν ένας ξερός κορμός στο τζάκι τους.  «Λυπάμαι», είπε απολογητικά η Κλάρα, «δεν ήξερε πως ήσασταν ζωντανά». «Εντάξει, Κλάρα», ξερόβηξε το έλατο, «οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το γνωρίζουν αυτό. Μα έλα τώρα, πήγαινε μέσα να ζεσταθείς. Κοίτα, κοντοζυγώνει η νύχτα στο τελείωμα της…».

Η Κλάρα άνοιξε διστακτικά την ξύλινη πόρτα που έτριζε και χώθηκε σε μια άκρη δίπλα στη φωτιά. Ξαφνικά ακούστηκαν βήματα απαλά, διακριτικά και από την σκάλα ξεπρόβαλλε ο πιο γλυκός γέροντας που είχε δει ποτέ στη ζωή της! Ασπρομάλλης, με κόκκινα μάγουλα και μια άσπρη μακριά γενειάδα που έμοιαζε καμωμένη από άσπρα  πούπουλα. «Γεια σου, Κλάρα. Να σου συστηθώ: ονομάζομαι Βασίλης και τα παιδιά απλά με αποκαλούν ο Άγιος-Βασίλης των δώρων». «Μα δεν μπορεί», είπε μαρμαρωμένη η μικρή, «ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, ούτε μπαίνει τα μεσάνυχτα από τις καμινάδες, ούτε μοιράζει δώρα. Όλα αυτά είναι ιστορίες τίποτα παραπάνω..». «Αχ, Κλάρα, η μαγεία βρίσκεται εδώ, στην ψυχή μας. Πώς να δεις κάτι στο οποίο δεν πιστεύεις; Τη μαγεία τη δημιουργείς, δεν τη βρίσκεις πουθενά γύρω σου αν εσύ δεν τη φτιάξεις. Ξεκουράσου τώρα, σε λίγες ώρες φεύγουμε. Μας περιμένει πολύ δουλειά…».Ήταν τόσο κουρασμένη για αντιρρήσεις. Εξάλλου μπορεί όταν ξυπνούσε όλα αυτά να ήταν απλώς ένα μυστήριο όνειρο.

Το καμπανάκι, πάλι αυτό το κουδούνισμα ήχησε στα αυτιά της σαν μελωδία. «Ξύπνα, Κλάρα. Άνοιξε τα φτερά σου. Απόψε θα πετάξουμε ψηλά. Τόσο ψηλά που σχεδόν  θα γρατζουνήσουμε το φεγγάρι!». Η Κλάρα μισάνοιξε τα μάτια της και είδε δίπλα της τον Βασίλη να της χαμογελά. «Χο, χο, χο! Φύγαμε! Κρατήσου!» είπε και τίναξε με δύναμη τα γκέμια. Οι τάρανδοι ανέβαιναν με φόρα στον παγωμένο ουρανό. Τόσο κοντά που η Κλάρα νόμιζε πως θα άγγιζε τα αστέρια. Τύλιξε τα χέρια της μέσα στην χοντρή της κάπα κι απολάμβανε το ταξίδι της. Δεν την ένοιαζε αν ονειρευόταν, έφτανε που το ζούσε. Ήταν δικιά της η στιγμή! 

Το χιόνι έσταζε ασταμάτητα και έκανε τη γη να μοιάζει με ολόλευκο κύκνο. Οι χιονονιφάδες χόρευαν σε παραθύρια και παρτέρια δίνοντας, όπου έπεφταν, μια παραμυθένια όψη. Πέρασαν από χωριά, από πόλεις και ο Άγιος-Βασίλης, ακούραστος, διάβαζε τα γράμματα και μοίραζε τα δώρα στα παιδιά. Μέσα από καμινάδες και κάτω από τις πόρτες των σπιτιών. Πλούσιων μα και φτωχικών σπιτιών. «Κλάρα, να θυμάσαι», της είπε, «ο πλούτος ο πραγματικός πλούτος υπάρχει μονάχα στην καρδιά μας. Εκεί κρύβεται ο θησαυρός του ανθρώπου, πουθενά αλλού». «Ναι!», απάντησε με θαυμασμό η Κλάρα, «θα το θυμάμαι. Το υπόσχομαι!». Ήταν μια ατελείωτη νύχτα, η μαγική νύχτα των Χριστουγέννων της Κλάρας.

«Ντριινν…». Το ρολόι χτυπούσε ασταμάτητα. «Που είμαι;», αναρωτήθηκε η Κλάρα. «Μα στο κρεβάτι σου, πού αλλού;», ακούστηκε μια γνώριμη απαλή φωνή. Η αδερφή της στεκόταν από πάνω της και την κοιτούσε παράξενα. «Τι ημέρα είναι;», τη ρώτησε. «Καλά, τι έπαθες; Παραμονή Πρωτοχρονιάς, αλλά τι σε μέλλει; Αφού εσύ δεν πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη…». «Μα, τι λες;», είπε θυμωμένα η Κλάρα και, ενώ έτρεχε στις σκάλες, κατεβαίνοντας έπεσε από την τσέπη της ένα καμπανάκι με μια ασημένια στάμπα. «Μαγεία», ψιθύρισε στον εαυτό της. «Ναι, αυτό είναι μαγεία: να πιστεύεις…».

Όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη στη στρογγυλή καρυδένια τραπεζαρία. Όλα ήταν στολισμένα και το καλό σερβίτσιο της μητέρας της περίμενε ανυπόμονα τη γεμιστή γαλοπούλα.. Η Κλάρα στάθηκε μπροστά από το έλατο. Χάιδεψε το δέντρο και μουρμούρισε «Λυπάμαι…». Ο πατέρας της την κοίταξε σκεπτικός. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;». «Πατέρα, θέλω μια χάρη. Αυτό το έλατο ας μην το κάψουμε στη φωτιά, ας το αφήσουμε πίσω στο δάσος, εκεί όπου ανήκει και άλλη φορά να μην αγοράσουμε αληθινό δέντρο, μα ψεύτικο. Το ήξερες πατέρα πως τα δέντρα έχουν ψυχή; Πως πονάνε και υποφέρουν όπως οι άνθρωποι;». «Όχι, ομολογώ πως δεν το γνώριζα. Εντάξει, λοιπόν, θα κάνουμε αυτό που ζητάς». «Σε ευχαριστώ», είπε γεμάτη ευγνωμοσύνη η Κλάρα.

«Τι δώρο ζήτησες από τον Αγιο-Βασίλη;» τη ρώτησε η αδερφή της. «Δεν ξέρω, δεν ζήτησα τίποτα μάλλον», απάντησε διστακτικά.

Η ώρα κόντευε 12. Τα μεσάνυχτα πλησίαζαν. Η Κλάρα άφησε ένα σημείωμα δίπλα από το τζάκι. «Ελπίζω να το δει», σκέφτηκε και κοίταξε τον ουρανό. Απόψε το φεγγάρι φαινόταν τόσο λαμπρό, ίσως κάπου εκεί κοντά να βρισκόταν και ο αγαπημένος της γέροντας. Ίσως, ποιος ξέρει…;

Το πρωινό ήρθε. Τι να είχε συμβεί αργά το προηγούμενο βράδυ; «Κοίταξε, Κλάρα!», φώναζε ενθουσιασμένη η αδερφή της, «η κούκλα που ζήτησα! Δεν είναι υπέροχος ο Άγιος-Βασίλης;». «Ναι, είναι!», είπε γεμάτη συγκίνηση ανοίγοντας το δικό της δώρο: μια γυάλινη μπάλα των Χριστουγέννων! «Είναι πανέμορφη! Σε ευχαριστώ…», σιγοψιθύρισε. «Σε ευχαριστώ που με έκανες να πιστέψω στο πνεύμα των Χριστουγέννων, σε ευχαριστώ για την πιο όμορφη γιορτινή νύχτα της ζωής μου!».

Ενας ήχος από κουδούνισμα ήχησε από κάπου μακριά. «Του χρόνου πάλι, Κλάρα! Ραντεβού στο φεγγάρι!». 
   
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΙΑΣΤΑΣΗ (ανέκδοτο κείμενο)
…

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αναστασία Λάμπογλου.



Ονομάζομαι Αναστασία Λάμπογλου και μένω στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια. Σπουδάζω διακόσμηση. Ζωγράφιζα από μικρή, αλλά πλέον ασχολούμαι μόνο στον ελεύθερο χρόνο μου. Η εικονογράφηση μου αρέσει γιατί δίνει σε μια ιστορία μία διαφορετική προσέγγιση, μια επιπλέον ευαισθησία  που ίσως καμιά φορά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε με τις λέξεις
…
Το κείμενο έγραψε η Δήμητρα Κολιαστάση.



Ημερομηνία γέννησης: 28 Μαΐου 1973.
Απόφοιτη Γενικού Λυκείου Μίκης Θεοδωράκης-Ωρωπός Αττικής.
Σπούδασα στο Executive Secretary Γραμματέας (απόφοιτη της σχολής Didacta) και στη σχολή PAN-SIC Stylistas.
Τόπος διαμονής: Oρωπός Αττικής.
Τόπος καταγωγής: Κάλαμος Aττικής
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:













Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Τα Χριστούγεννα της μέλισσας



Το χειμώνα οι μέλισσες δεν αποχωρίζονται τη ζεστή τους κυψέλη. Μένουν μέσα, κρυμμένες καλά και προστατεύονται από το κρύο και το χιόνι μέχρι ο καιρός να καλυτερεύσει και να έρθει η άνοιξη. Το ίδιο έκανα κι εγώ με τις φίλες μου πέρσι τα Χριστούγεννα. Ούτε σκέψη να βγούμε έξω! Νιώθαμε τον παγωμένο αέρα που σφύριζε απ’ έξω και ταρακουνούσε ολόκληρη την κυψέλη μας πού και πού…

Μέσα η ατμόσφαιρα ήταν εορταστική. Ετοιμάζαμε μια μεγάλη χριστουγεννιάτικη γιορτή και για μια ακόμη φορά οι εργατικές μέλισσες δεν σταματούσαν ούτε λεπτό! Έφτιαχναν χριστουγεννιάτικες λιχουδιές: μελομακάρονα φυσικά, κουραμπιέδες με μέλι, μελογαλοπούλα, σαλάτα με ζωμό από μέλι, τούρτα με βασιλικό πολτό και τόσα άλλα!

Στόλιζαν τους τοίχους με κατασκευές από κερήθρες και φρόντιζαν για τη μουσική: θα ακούγαμε το συγκρότημα «Μέλισσες!». Όλα έπρεπε να είναι έτοιμα για το βράδυ το Χριστουγέννων!

Στη δική μου ομάδα η βασίλισσα είχε αναθέσει το στολισμό του δέντρου.

Στην περίπτωσή μας βέβαια το δέντρο θα ήταν απλώς ένα κλαδάκι από έλατο. Αλλά πού να το βρούμε; Την απάντηση την ξέραμε… Όμως κοιτάζαμε η μια την άλλη με νόημα και καμία δεν τολμούσε να βγει έξω και να βρει το κλαδάκι. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Όποια το επιχειρούσε είτε θα παρασυρόταν από τον αέρα είτε θα πάγωνε από το κρύο… Κι αν άρχιζε να πέφτει και το χιόνι τότε η τραγωδία ήταν βέβαιη! Από την άλλη μεριά δεν μπορούσαμε και να απογοητεύσουμε όλες τις υπόλοιπες μέλισσες που περίμεναν πώς και πώς αυτήν τη γιορτή.

Τελικά αποφασίσαμε να ρίξουμε κλήρο. Και όπως καλά μαντέψατε κληρώθηκα εγώ! Η καρδούλα μου κόντευε να σπάσει! Τώρα το πιο σημαντικό κομμάτι της γιορτής εξαρτιόταν από μένα! Ένιωθα την ευθύνη να με βαραίνει. Όμως κάθε σωστή μέλισσα αναλαμβάνει πάντα τις ευθύνες της και δεν το βάζει εύκολα κάτω στα δύσκολα! Οπλίστηκα, λοιπόν, με θάρρος και… με ένα πολύ ζεστό κασκόλ κατευθύνθηκα προς την έξοδο.

Τα νέα είχαν διαδοθεί και όλες οι μέλισσες είχαν σταματήσει τις δουλειές τους και είχαν στρέψει τα μάτια τους πάνω μου. Άλλες με κοιτούσαν λυπημένες και άλλες με θαυμασμό. Ήμουν ακριβώς μπροστά στην  πόρτα της εξόδου όταν άκουσα τη φωνή της βασίλισσάς μας: «Η μέλισσα αυτή είναι αποφασισμένη να κάνει το καθήκον της και να διακινδυνεύσει για όλες εμάς. Εμείς τι πρέπει να κάνουμε μέλισσες; Ακριβώς το ίδιο! Και αν το νόημα των Χριστουγέννων είναι η αγάπη για τους άλλους αυτή είναι η ευκαιρία σας να αποδείξετε ότι ξέρετε να γιορτάζετε τα Χριστούγεννα!»

Και τότε έγινε κάτι πραγματικά απίστευτο! Η βασίλισσα φόρεσε το σκούφο και το κασκόλ της και με ακολούθησε. Οι υπόλοιπες οργανώθηκαν αμέσως: άλλες έφτιαξαν μια μελισσοαλυσίδα και με κράταγαν για να μη με παρασύρει ο αέρας, άλλες κράταγαν με όλη τους τη δύναμη ανοιχτή την πόρτα, άλλες άναβαν φωτιές για να κρατήσουν το χώρο ζεστό και άλλες ετοίμασαν πρόχειρο ιατρείο σε περίπτωση που γύριζα παγωμένη! Πετώντας προσεχτικά λίγο πιο πέρα από την κυψέλη μας κατάφερα να βρω πεσμένο κάτω από ένα έλατο το κατάλληλο κλαδί και σε λίγη ώρα όλα είχαν τελειώσει καλά!

Μόλις το πήρα με τράβηξαν αμέσως μέσα και το ζεστό τους χειροκρότημα έκανε εκείνα τα Χριστούγεννα τα καλύτερα που έχω ζήσει!

Περιοδικό Παράθυρο Junior
…

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ελευθερία Λυτριάνη.


 
Η Ελευθερία γεννήθηκε το 1983 και ζει στη Λάρισα. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Βοηθών Βρεφονηπιοκόμων –Παιδοκόμων (Τ.Ε.Ε  Λάρισας Β΄ Κύκλου). Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια (θεατρικού παιχνιδιού, Προγράμματα Προσχολικής Εκπαίδευσης και διαθεματικής διδακτικής προσέγγισης). Έχει εργαστεί ως βρεφονηπιοκόμος σε ιδιωτικούς και δημοτικούς βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς.

Στοιχεία επικοινωνίας: eleftherialitriani@gmail.com
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: