Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Το διπλό παραμύθι

Δεν είμαστε πια παιδιά. Αγόρια και κορίτσια στο σπίτι μας, κοντεύαμε να γίνουμε της παντρειάς. Ωστόσο μας άρεσαν ακόμα τα παραμύθια της γιαγιάς.

Μα τώρα δεν ήσανε τα παραμύθια με τους δράκους και τις βασιλοπούλες, που ξέραμε. Τώρα η γιαγιά μας έλεγε πότε-πότε, όταν ήταν στις καλές της, ένα άλλο παραμύθι, που το είχαμε βγάλει: «το διπλό παραμύθι». Και το λέγαμε διπλό, γιατί δεν τόλεγε μονάχα η γιαγιά. Τόλεγε μαζί με τον παππού, καθώς καθόμαστε, το χειμώνα, κοντά στην πυροστιά. Εκείνη το άρχιζε κι εκείνος το αποτελείωνε ή έλεγε ο ένας και τον διόρθωνε ο άλλος, θυμίζοντάς του εκείνα, που ξεχνούσε. «Λέγε τώρα εσύ, γέρο…», τούλεγε καμιά φορά εκείνη. Κι εκείνος πάλι κάποτε την έκοβε στη μέση και της έλεγε: «Δεν το θυμάσαι καλά, γριά. Στάσου να το πω εγώ τώρα. Και λες εσύ παρακάτω»… Και έτσι οι δύο γέροι, ο παππούς και η γιαγιά, πιάνοντας ο ένας κι αφήνοντας ο άλλος, μας έλεγαν το παραμύθι. Το διπλό παραμύθι:

«Μια φορά κι ένα καιρό –το διπλό παραμύθι άρχιζε, όπως όλα τα παραμύθια –ήτανε ένας νιός και μια νιά. Και είχαν πιάσει μια τρανή αγάπη. Μα κι εκείνοι δεν ήξεραν πώς αγαπήθηκαν. Μήπως ξέρει κανένας πώς πιάνεται η αγάπη;…».

Έλεγε η γριά κι εκοίταζε πονηρά το γέρο της.

«Η αγάπη πιάνεται σαν το συνάχι», έλεγε, χωρατεύοντας ο γέρος. «Συναχώνεται κανείς και δεν το ξέρει πώς συναχώθηκε. Παρακάτω…»

Η γριά τούλεγε να σκάσει και ξακολούθαγε το παραμύθι της.

«Η νιά ήτανε μια αρχοντοπούλα, ξανθή και πανέμορφη, μοναχοθυγατέρα των γονιών της. Παυλίνα τη λέγανε και καθότανε στην εξοχή με τους γονιούς της, σ’ έναν παλιό πύργο, που είχανε κληρονομήσει πάππου προς πάππου. Εκεί είχε μεγαλώσει, μαζί με τη φουντωτή λεμονιά, που είχε φυτέψει ο πατέρας της στο χτήμα, όταν γεννήθηκε η μοναχοκόρη του, μαζί με το γαϊδουράκι, που έπαιζε μαζί του, όταν ήτανε και τα δυό μικρά, και μαζί με το μεγάλο τους τσομπανόσκυλο, που ήτανε γέρος τώρα κι άρρωστος και δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια του. Και όμως ο καημένος ο γεροσκύλος είχε ίσια ίσια τα χρόνια της Παυλίνας, που ήτανε τώρα ολόδροση κοπέλα δεκαπέντε χρονών, σα μπουμπούκι τριανταφυλλιάς, που γλυκοσκάζει μιάν ανοιξιάτικη αυγή…».

Τα άλλα παραμύθια δεν την κούραζαν τόσο τη γιαγιά. Μπορούσε να λέει και ν’ ανιστορεί όλη τη νύχτα. Τούτο το παραμύθι όμως, φαίνεται, πως την κούραζε πολύ. Και ξανάπιανε πάλι το παραμύθι ο γέρος:

«Ας αφήσουμε τώρα την Παυλίνα κι ας πιάσουμε το νέο. Παύλο τον λέγανε. Ήταν ένας λεβέντης είκοσι χρονών και ήταν αξιωματικός στα πολεμικά καράβια. Φορούσε άσπρη στολή, σαν το χιόνι, με χρυσά γαλόνια και κουμπιά, και, όταν γύριζε απ’ τα ταξίδια του, πήγαινε να ιδεί την ξαδερφούλα του την Παυλίνα στον πύργο, γιατί ο πατέρας της Παυλίνας και η μητέρα του ήσαν πρώτα ξαδέρφια. Έτσι ο Παύλος, σαν ταξίδευε, λαχτάριζε πάντα τη στεριά, με τα λουλούδια της, και η Παυλίνα, σαν έμενε μοναχή της στον πύργο, λαχτάριζε τη θάλασσα, με τ’ αφρισμένα κύματά της».

Ο γέρος σταματούσε πάλι, αναστέναζε κι έλεγε στη γριά:

«Πες τα τώρα εσύ, γριά, που τα θυμάσαι καλύτερα».

Και η γιαγιά μας έλεγε τώρα, πώς είχανε αγαπηθεί ο Παύλος και η Παυλίνα, δίχως να τα καταλάβουν.

Εκείνος δεν της είχε πει ποτέ τίποτα. Κι εκείνη το ίδιο. Ώρες περπατούσανε μαζί στο έρημο δάσος, κατέβαιναν στις δασωμένες ρεματιές, βοηθούσε ο ένας τον άλλον, να περάσουνε τα τρεχούμενα νερά, σκαρφάλωναν στις ανηφοριές, και στα μονοπάτια γλιστρούσαν απ’ τα ξερά φύλλα των πεύκων, κρατώντας ο ένας το χέρι του αλλουνού, μιλιά όμως δεν βγάζανε. Λες και είχανε βουβαθεί…

«Λέγε τώρα, γέρο…».

Ο γέρος αναστέναζε κι έπιανε το παραμύθι εκεί, που το άφησε η γριά:

«Λες και είχανε βουβαθεί. Και μονάχα, όταν έφευγε εκείνος, να γυρίσει στη θάλασσα, εκείνη τούλεγε δακρυσμένη: Πότε θα ξανάρθεις πάλι; Μην αργήσεις. Κι εκείνος της έλεγε με μάτια βουρκωμένα: Μήπως είναι στο χέρι μου να πω πότε θα ξανάρθω; Η θάλασσα ορίζει. Τίποτε άλλο. Και δίνανε τα χέρια ν’ αποχαιρετισθούν. Και κρατούσε πολλή ώρα ο ένας το χέρι του αλλουνού, που έκαιγε, το κρατούσε, σα να μη μπορούσανε να τα χωρίσουνε. Αν αυτό θα πει «σ’ αγαπώ», τότε το είχανε πει ο ένας στον άλλον. Τίποτε άλλο όμως δεν είπανε ποτέ τους, όσον καιρό ο Παύλος ερχότανε στον πύργο απ’ τη θάλασσα και όσον καιρό η Παυλίνα, βλέποντας απ’ το παραθυράκι της ψηλής σοφίτας τη μακρινή θάλασσα, με τα λευκά πανιά, την παρακαλούσε να της τον φέρει… Λέγε τώρα, γριά, γιατί εγώ νύσταξα».

Μα τί να πει κι η γριά, που είχε νυστάξει κι εκείνη;

Δεν ήταν όμως και ανάγκη να μας τελειώσουν το παραμύθι ο γέρος κι η γριά. Τα παρακάτω τα ξέραμε. Ο Παύλος κι η Παυλίνα παντρευθήκανε, απόχτησαν παιδιά κι αγγόνια και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Ο Παύλος κι η Παυλίνα ήσαν ο παππούς και η γιαγιά μας. Και μας λέγανε το διπλό τους παραμύθι. Μα δεν το φτάνανε ποτέ ως το τέλος, οι δυό γέροι. Γιατί πάντα στο ίδιο μέρος, εκεί που παντρεύθηκε ο Παύλος την Παυλίνα, τους έπιανε νύστα και τους δυό και αποκοιμόντουσαν βαθιά, μπροστά στην πυροστιά, που σιγόσβηναν θλιβερά τα τελευταία της ξύλα…

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ιωάννα Σταθοπούλου.


Η Ιωάννα Σταθοπούλου πρωτοασχολήθηκε με τη ζωγραφική στην τρυφερή ηλικία των 4 ετών, με δασκάλα την εικαστικό Κίττυ Σταγκοπούλου, παίρνοντας μέρος σε αρκετούς διαγωνισμούς ζωγραφικής.

Στα 14 της μια αναπάντεχη πρόταση για συνεργασία από μεγάλο γερμανικό σχεδιαστικό όμιλο μένει ανεκπλήρωτη λόγω του νεαρού της ηλικίας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 η συνωνυμία της με τον γνωστό σύγχρονο ζωγράφο Γεώργιο Σταθόπουλο της χαρίζει μια θέση εργασίας στην γκαλερί του Χρήστου Ζέρβα.

Το 2006 τελειώνει τις σπουδές της στο τμήμα Διοίκησης και Οικονομίας του Ανώτατου Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πάτρας και ξεκινά την επαγγελματική της πορεία σε ποικίλους τομείς δράσης, χωρίς να ξεχνά τη μεγάλη της αγάπη.

Η εμπειρία της στο ευρύ δημιουργικό χώρο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, σχεδιασμό ρούχων και decents, κατασκευή κοσμημάτων και δημιουργία καλλιτεχνικών κατασκευών.

Αυτό το διάστημα ετοιμάζει την πρώτη της έκθεση ζωγραφικής με τίτλο "The Lost Dreaming Pleasure" η οποία θα εκτεθεί προς τις αρχές του καλοκαιριού στο νησί της Κεφαλλονιάς.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.


Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:





2 σχόλια :

  1. Πόσο όμορφο παραμύθι! Έχει μια ωραία ατμόσφαιρα...μπράβο σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χαιρόμαστε που σας άρεσε! Ευχαριστούμε πολύ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;