Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Η ανοιχτή μπαλκονόπορτα


(Ο Φράμτον Νάτελ, ένας άντρας που ασθενεί, ακολουθεί τη συμβουλή του γιατρού του να πάει στην εξοχή. Η αδερφή του, που κάποτε είχε ζήσει στην περιοχή, του συστήνει την κυρία Σάπλετον. Τον υποδέχεται μία απαθής κοπελίτσα δεκαπέντε ετών. Όταν επιβεβαιώνει ότι ο κύριος Νάτελ δεν γνωρίζει κανέναν στο χωριό, ούτε καν τη θεία της, αποφασίζει να του πει την «ιστορία» της. )

«Η μεγάλη της τραγωδία συνέβη μόλις πριν τρία χρόνια, σαν σήμερα» είπε το κορίτσι. «Η αδερφή σας πρέπει να είχε φύγει τότε».

«Η τραγωδία της;» είπε ο Φράμτον. Σ’ αυτό το γαλήνιο τοπίο οι τραγωδίες έμοιαζαν εξωπραγματικές.

«Ίσως αναρωτηθήκατε γιατί έχουμε ορθάνοιχτη αυτή την μπαλκονόπορτα ενώ έχει μπει ήδη ο Οκτώβριος» είπε η ανιψιά, δείχνοντας μια μεγάλη μπαλκονόπορτα που έβγαζε στον κήπο.

«Για τέτοια εποχή κάνει αρκετή ζέστη» είπε ο Φράμτον. «Τι σχέση όμως έχει η μπαλκονόπορτα με την τραγωδία;».

«Απ’ αυτή την μπαλκονόπορτα, πάνε τρία χρόνια τώρα, βγήκαν ο άντρας της και τα δυο μικρότερά της αδέρφια για το καθημερινό τους κυνήγι. Δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Περνώντας μέσα από τα έλη, ψάχνοντας για μπεκάτσες έπεσαν σ’ έναν ύπουλο βάλτο. Είχε βρέξει πολύ εκείνο το καλοκαίρι, όπως θυμάστε, και μέρη που ήταν ασφαλή τ’ άλλα χρόνια, τώρα ξαφνικά βούλιαζαν χωρίς προειδοποίηση. Τα πτώματά τους δε βρέθηκαν ποτέ. Κι αυτό ήταν το φριχτότερο απ’ όλα». Εδώ η φωνή του κοριτσιού έχασε την απάθειά της κι άρχισε να ψελλίζει. «Η καημένη η θεία μου δεν παύει να πιστεύει ότι κάποια μέρα θα επιστρέψουν μαζί με το καφετί τους σπάνιελ που χάθηκε κι αυτό, κι ότι θα μπουν απ’ αυτή την μπαλκονόπορτα όπως έκαναν πάντα. Γι’ αυτό την αφήνουμε ανοιχτή κάθε απόγευμα ώσπου να βραδιάσει. Η καημένη η θεία μου, πόσες φορές δε μου έχει διηγηθεί πώς βγήκαν έξω, ο άντρας της με το λευκό του αδιάβροχο στο χέρι, κι ο Ρόνι, ο μικρότερος αδερφός, τραγουδώντας -όπως έκανε πάντα για να την πειράξει- το Μπέρτυ, γιατί δε μ’ αγαπάς; τραγούδι που όπως έλεγε η θεία μου της χτυπούσε στα νεύρα. Ξέρετε, ακόμη και σήμερα, κάποια ήσυχα απογεύματα σαν κι αυτό, ανατριχιάζω στη σκέψη ότι μπορεί να τους δω να μπαίνουν μέσα απ’ αυτή την μπαλκονόπορτα».

Σταμάτησε απότομα μ’ ένα σύγκρυο. Ο Φράμτον ένιωσε ανακούφιση όταν η θεία εισέβαλε στο δωμάτιο μ’ ένα σωρό δικαιολογίες για την αργοπορία της.

«Ελπίζω να σας κράτησε καλή συντροφιά η Βέρα, ε;» είπε.

«Ναι, είπαμε πολλά ενδιαφέροντα» είπε ο Φράμτον.

«Πιστεύω να μη σας ενοχλεί η ανοιχτή μπαλκονόπορτα» είπε απότομα η κυρία Σάπλετον. «Ο άντρας μου με τ’ αδέρφια μου θα ‘ρθουν απ’ το κυνήγι και μπαίνουν πάντα από κει. Πήγαν για μπεκάτσες στους βάλτους κι όταν γυρίσουν θα γεμίσουν λάσπες τα φτωχά χαλιά μου. Έτσι όμως δεν είναι όλοι οι άντρες;»

Συνέχισε να φλυαρεί χαρούμενα για το κυνήγι και για τα λιγοστά πουλιά, καθώς και για τις πιθανότητες για πάπιες τον χειμώνα. Ο Φράμτον ένιωθε απαίσια. Προσπάθησε απεγνωσμένα να γυρίσει την κουβέντα σε κάτι λιγότερο φρικιαστικό. Ήξερε ότι η οικοδέσποινα τον πρόσεχε πολύ λίγο κι ότι τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και στον κήπο μπροστά της. Σίγουρα ήταν μια ατυχής σύμπτωση που η επίσκεψή του συνέπιπτε μ’ αυτή την τραγική επέτειο.

«Οι γιατροί συμφώνησαν ότι χρειάζομαι απόλυτη ξεκούραση κι ότι πρέπει ν’ αποφεύγω κάθε πνευματική έξαψη κι οτιδήποτε που θα σήμαινε έντονη φυσική εργασία» είπε ο Φράμτον που ματαιοπονούσε κάτω από την οδυνηρή αυταπάτη ότι οι άγνωστοι και οι τυχαίες γνωριμίες διψούν και για την τελευταία λεπτομέρεια για την αρρώστια και την αδυναμία κάποιου, τα αίτια και τη θεραπεία τους. «Στο θέμα της δίαιτας ήταν που διαφώνησαν» συνέχισε ο Φράμτον.

«Ναι;» έκανε η κυρία Σάπλετον που μόλις πρόλαβε να κρύψει ένα χασμουρητό. Ύστερα ξαφνικά το πρόσωπό της φωτίστηκε –όχι όμως απ’ αυτά που έλεγε ο Φράμτον.

«Νάτοι επιτέλους!» φώναξε. «Πάνω στην ώρα για το φαγητό, και βουτηγμένοι μες στη λάσπη ως το λαιμό!».

Ο Φράμτον ανατρίχιασε ελαφρά και στράφηκε προς την ανιψιά μ’ ένα βλέμμα κατανόησης και συμπάθειας. Η κοπέλα κοιτούσε έξω απ’ την μπαλκονόπορτα με μάτια ορθάνοιχτα απ’ τον τρόμο. Μ’ ένα σύγκρυο ανείπωτου φόβου, ο Φράμτον έκανε μια στροφή στο κάθισμά του και κοίταξε προς την ίδια κατεύθυνση.

Στο μούχρωμα που πύκνωνε, τρεις φιγούρες φαίνονταν να έρχονται προς την μπαλκονόπορτα. Κρατούσαν όλοι όπλα κι ο ένας τους ήταν φορτωμένος μ’ ένα άσπρο αδιάβροχο ριγμένο στους ώμους του. Ένα κουρασμένο καφετί σπάνιελ μπερδευόταν στα πόδια τους. Πλησίασαν αθόρυβα το σπίτι κι ύστερα μια βραχνή εφηβική φωνή ακούστηκε να τραγουδά μες στο σούρουπο Αχ, Μπέρτυ μου, γιατί δε μ’ αγαπάς;

Ο Φράμτον άρπαξε βιαστικά το καπέλο και το μπαστούνι του και πέρασε σαν αστραπή το χολ, το χαλικόστρωτο δρομάκι και την πύλη του κήπου. Ένας ποδηλάτης που ερχόταν αναγκάστηκε να πέσει πάνω στο φράχτη για να μην τον χτυπήσει.

«Να ‘μαστε πάλι, αγάπη μου» είπε ο άνθρωπος με το άσπρο αδιάβροχο, μπαίνοντας απ’ την μπαλκονόπορτα. «Βουτηγμένοι στη λάσπη, που έχει όμως ξεραθεί η περισσότερη. Αλήθεια, ποιος ήταν εκείνος που το ‘βαλε στα πόδια μόλις μας είδε;»

«Ένας πολύ παράξενος άνθρωπος, κάποιος κύριος Νάτελ» είπε η κυρία Σάπλετον. «Δε μιλούσε παρά για την αρρώστια του και το ‘σκασε δίχως να πει ούτε ένα γεια, μόλις φτάσατε. Θα ‘λεγε κανείς πως έκανε σα να είδε φαντάσματα».

«Φαντάζομαι πως φταίει το σπάνιελ» είπε ατάραχα η ανιψιά. «Μου εξομολογήθηκε ότι φοβάται τα σκυλιά. Μια φορά, κάμποσα αδέσποτα τον κυνήγησαν μέσα σ’ ένα νεκροταφείο, κάπου στις όχθες του Γάγγη, κι αναγκάστηκε να περάσει τη νύχτα του σ’ ένα φρεσκοσκαμμένο τάφο μ’ αυτά τα πλάσματα να μουγκρίζουν, να γρυλίζουν και να αφρίζουν πάνω απ’ το κεφάλι του. Πράγμα που μπορεί να σπάσει τα νεύρα του καθενός».

Τα παραμύθια, με δυο λόγια, ήταν η ειδικότητά της.

ΣΑΚΙ
Παράξενες ιστορίες, εκδόσεις Γράμματα.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε ο Κωνσταντίνος Βασιλειάδης.


Γεννημένος το 1988, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, ενώ παράλληλα σπούδασε και Comics & Animation στο εργαστήριο ελευθέρων σπουδών, τμήματος Comink. Αργότερα θα σπουδάσει Graphic Design στο ΙΕΚ ΑΚΜΗ και θα συνεχίσει ως γραφίστας - εικονογράφος. Πλέον, διατηρεί το δημιουργικό γραφείο SugeGraphics στη Θεσσαλονίκη όπου αναλαμβάνει εργασίες εικονογράφησης, γραφιστικής και διαφημιστικών βίντεο.

Στοιχεία επικοινωνίας:
Σταθερό τηλέφωνο 2315.535.122
Ιστοσελίδα: www.suge.gr
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;