Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Η Αννούλα και ο ανθρωπάκος



Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια χήρα γυναίκα που είχε ένα κοριτσάκι. Ήσαν πολύ φτωχές και δεν είχαν καλά-καλά να φάνε. Ένα πρωινό είπε η μητέρα στο κοριτσάκι της:

-Αννούλα μου, θα πάω να ζυμώσω και να ψήσω το ψωμί της ξαδέρφης μου κι εκείνη μπορεί να μου δώσει κανένα κομμάτι για τον κόπο μου. Εσύ πάρε το καλαθάκι σου και πήγαινε στο δάσος να μαζέψεις αγριαγκινάρες. Θα τις φτιάξουμε το βράδυ.

-Καλά, μητέρα, απάντησε η Αννούλα.

Και μόλις έφυγε η μητέρα της, πήρε το καλαθάκι της και πήγε στο δάσος να μαζέψει αγριαγκινάρες. Σε μια στιγμή, ένα αγκάθι της τρύπησε το χέρι και έβγαλε μια φωνή πόνου. 

Την άλλη στιγμή πετάχτηκε μέσα από την κουφάλα ενός δέντρου ένας τόσος δα ανθρωπάκος, ηλικιωμένος, με άσπρο μακρύ γένι κι ένα μυτερό σκούφο στο κεφάλι.

-Τι έπαθες, κοριτσάκι μου; τη ρώτησε. Γιατί φώναξες; 

Η Αννούλα φοβήθηκε που τον είδε, αλλά εκείνος την πλησίασε θαρρετά και της χαμογέλασε. Το κοριτσάκι έπαψε να φοβάται, γιατί είδε ότι τα μάτια του ήσαν γεμάτα καλοσύνη.

-Με τρύπησε μια αγριαγκινάρα, του απάντησε.

-Ω, δεν είναι τίποτε, απάντησε ο ανθρωπάκος.

Και, σκύβοντας, μάζεψε γρήγορα-γρήγορα τις αγκινάρες και γέμισε το καλαθάκι.

-Σ’ ευχαριστώ, παππούλη! είπε η Αννούλα.

-Μπα, δεν κάνει τίποτε, της απάντησε εκείνος. Πάμε τώρα στο σπίτι μου να σε φιλέψω κάτι. Θα γνωρίσεις και τη γυναίκα μου.

Η Αννούλα ήταν πολύ περίεργη να δει σε τι σπίτι έμενε αυτός ο ανθρωπάκος και τον ακολούθησε. Προχώρησαν λίγο και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά τους ένα τόσο δα σπιτάκι, που μόλις χωρούσε την Αννούλα η πόρτα του, Μέσα καθόταν μια γριούλα και έγνεθε, μια γριούλα τόση δα, ήταν δεν ήταν δυο σπιθαμές.

Μόλις είδε την Αννούλα χάρηκε πολύ και της είπε να φάει όσα σύκα και καρύδια ήθελε, από ένα δίσκο. Η Αννούλα πρόσεξε ότι το σπίτι τους ήταν άνω κάτω και πολύ σύντομα έμαθε το λόγο. Η γριούλα είχε χτυπήσει άσχημα το πόδι της και δεν μπορούσε να περπατάει καθόλου.



Η Αννούλα, που ένιωθε μεγάλη υποχρέωση, δεν έχασε καιρό. Έβγαλε την γριούλα έξω στην αυλή, έβγαλε και το γεροντάκι, μπήκε μέσα και άρχισε να συγυρίζει το σπίτι. Άσπρισε τους τοίχους, έπλυνε όλα τα πράγματα και τα έκανε να λάμπουν, σφουγγάρισε, τα έφερε όλα βόλτα. Καθάρισε μάλιστα και λίγες πατάτες και τις έριξε στο φούρνο.

Ο ανθρωπάκος και η γριούλα κόντευαν να τρελαθούν από τη χαρά τους. 

-Έννοια σας, θα έρθω και αύριο, τους είπε η Αννούλα. Θα έρχομαι κάθε μέρα να σας κάνω όλες τις δουλειές, ώσπου να γίνει καλά το πόδι της γιαγιάς.

Και μετά τους αποχαιρέτισε κι έφυγε. Όταν έφτασε στο σπίτι της κατά το μεσημέρι βρήκε τη μητέρα της εκεί. Ήταν πολύ στεναχωρημένη γιατί η ξαδέρφη της δεν της είχε δώσει ούτε ένα κομμάτι ψωμί.

-Δεν πειράζει, μανούλα, είπε το κοριτσάκι. Θα φάμε τις αγκινάρες μας δίχως ψωμί.

Και πήγε να τις βγάλει από το καλάθι. Μόλις τις άδειασε όμως, τι να δει! Κάτω κάτω ήταν ένα σακουλάκι γεμάτο φλουριά.

-Μητέρα! Μητέρα! Κοίταξε!

Η μητέρα της είδε το σακούλι με τα φλουριά και τα έχασε.

-Πού βρέθηκαν, παιδάκι μου; ρώτησε.

-Θα έπεσαν φαίνεται από την τσέπη του ανθρωπάκου, καθώς μου μάζευε τις αγκινάρες, απάντησε η Αννούλα. Πού αλλού θα βρίσκονταν;

-Να πας αμέσως να του τα δώσεις, κόρη μου. Ή περίμενε, θα έρθω κι εγώ μαζί.

Μάνα και κόρη ξεκίνησαν από το σπίτι τους και σε λίγο έφτασαν στο σπιτάκι του ανθρωπάκου και της γριούλας. Τους βρήκαν να κάθονται στον ήλιο, στην αυλή. Η Αννούλα πήρε από τη μάνα της το σακούλι και το έδωσε στο γεροντάκο.

-Από την τσέπη σου θα έπεσε, παππούλη, του είπε, γιατί αλλιώς πώς θα βρισκόταν μέσα στο καλάθι μου;

Ο γεροντάκος την ευχαρίστησε και πήρε το σακούλι χαμογελώντας. Μάνα και κόρη έφυγαν. Όταν έφτασαν στο σπίτι τους όμως, τι να δουν; Πάνω στο τραπέζι τους ήσαν δύο σακουλάκια. Κατάλαβαν τότε πως ο ανθρωπάκος ήταν κάποιος καλός μάγος και άρχισαν να κλαίνε από τη χαρά τους, για την καλή τους τύχη.

Η Αννούλα πήρε ένα φλουρί και έτρεξε στο χρυσοχόο. Το άλλαξε με λεφτά, πήρε ψωμί, λάδι και πολλά άλλα πράγματα και γύρισε στο σπίτι. Ο χρυσοχόος παραξενεύτηκε για το φλουρί και το είπε στη γυναίκα του. Εκείνη το είπε στις γειτόνισσες και σιγά σιγά το νέο έφτασε στ’ αυτιά της θείας της Αννούλας.

Χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε στο σπίτι τους και άρχισε να τις ρωτάει που είχαν βρει το φλουρί. Στην αρχή η μητέρα της Αννούλας δεν ήθελε να της πει τίποτε, αλλά από τα πολλά, αναγκάστηκε να καθίσει να διηγηθεί τι είχε συμβεί.

-Α, έτσι! έκανε η ξαδέρφη συλλογισμένη.

Και το άλλο πρωί πήγε στο δάσος και βρήκε τα δυο ανθρωπάκια.

-Γεια σας, είπε. Έμαθα πως η γιαγιά χτύπησε το πόδι της και δεν μπορεί να κάνει δουλειές. Ήρθα να σας βοηθήσω. Έχετε να σας κάνω καμιά δουλειά;

-Χι, χι! γέλασε το γεροντάκι Και βέβαια έχουμε. Να ζυμώσει, ε γριά;

-Χι, χι! γέλασε κι εκείνη. Καλά λες, γέρο μου, να μας ζυμώσει γιατί μας σώθηκε το ψωμί.

Η γυναίκα έτρεξε να ρίξει το αλεύρι στη σκάφη και άρχισε να ζυμώνει. Ζύμωνε ζύμωνε, αλλά δεν κατάφερνε να φτιάξει ζυμάρι –πέρασαν πολλές ώρες. Έβαλε το φούρνο να κάψει, αλλά όσα ξύλα κι αν έριχνε, αυτός δεν έλεγε να πυρώσει. Έφτασε το μεσημέρι και η γυναίκα κόντευε να τρελαθεί από την πείνα γιατί, πάνω στη φούρια της να πάει να βρει τα φλουριά, δεν είχε φάει τίποτα.

-Θα κάνω υπομονή ώσπου να ψηθούν τα ψωμιά, σκεφτόταν. Τότε θα φάω.

Τα ψωμιά όμως δεν έλεγαν να ψηθούν, έμεναν άσπρα και μαλακά όπως όταν τα είχε βάλει στο φούρνο. Μόνο κατά το σούρουπο άρχισαν να ροδοκοκκινίζουν και να μοσχοβολούν. Στο τέλος ψήθηκαν και η γυναίκα άρχισε να ξεφουρνίζει. Ο ανθρωπάκος, όμως, τα πήρε, τα έβαλε στο ερμάρι του και της είπε:

-Ευχαριστούμε πολύ, κυρά μου. Σύρε στο καλό.

Και δεν της έδωσε ούτε μια μπουκιά. Η γυναίκα ντρεπόταν να ζητήσει και αναγκάστηκε να φύγει νηστική. Έκανε υπομονή όμως, χαιρόταν μάλιστα, γιατί ήξερε ότι φτάνοντας στο σπίτι της θα εύρισκε δυο σακούλια με φλουριά σαν την ξαδέρφη της. Προχωρούσε βιαστική, λοιπόν, για να φτάσει.

Μα όσο κι αν έτρεχε, ο δρόμος δεν έλεγε να σωθεί. Αντίθετα μάκραινε και ήταν γεμάτος αγκάθια και τσουκνίδες. Περπατούσε, περπατούσε, περπατούσε, λοιπόν, όλη τη νύχτα και όταν τα ξημερώματα έφτασε στο σπίτι της ήταν ψόφια από την κούραση και την πείνα.

Μόλις μπήκε στο σπίτι της, όμως, τι να δει! Πάνω στο τραπέζι της ήταν ένα σακουλάκι. Έτρεξε χαρούμενη, το άρπαξε και το άνοιξε, μα αντί για φλουριά βρήκε μέσα μια χούφτα πέτρες.

Έπεσε τότε σε μια καρέκλα και άρχισε να κλαίει για την κακή της τύχη. Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα του σπιτιού της και παρουσιάστηκε μπροστά της ο ανθρωπάκος του δάσους. Μόνο που τούτη τη φορά δεν ήταν γελαστός, αλλά σοβαρός-σοβαρός. 

-Στους καλούς ανθρώπους δίνω πάντοτε φλουριά, της είπε. Στους άσπλαχνους, σαν εσένα, πολύ πέφτουν και οι πέτρες. Η φτωχή ξαδέρφη σου ήρθε και σου ζύμωσε μα δεν της έδωσες ούτε μια φέτα ψωμί να φάει το κοριτσάκι της. Τι παραπονιέσαι, λοιπόν; Το ίδιο έκανα κι εγώ με σένα.

Και λέγοντας αυτά ο ανθρωπάκος εξαφανίστηκε, σαν μάγος που ήταν, και άφησε την άσπλαχνη γυναίκα σαστισμένη και μετανιωμένη για την κακία της.

Από τη συλλογή παραμυθιών Η μαρμαρωμένη βασιλοπούλα και άλλα 19 παραμύθια, εκδοτικός οίκος Αστήρ.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τις σημερινές εικόνες έκανε η Ερμιόνη.



Γεια σας, είμαι η Ερμιόνη και μόλις τελείωσα την Δ’  δημοτικού. Στον ελεύθερο χρόνο μου μου αρέσει να ζωγραφίζω να ακούω μουσική και να χορεύω.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;