Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Η βατραχίνα και το αγόρι



Πριν από πολλά χρόνια, πριν τα χλωμά πρόσωπα έρθουν στη γη μας, ζούσε σε ένα χωριό μια οικογένεια με το μωρό της. Ήταν ένα χαριτωμένο, γερό, χαρούμενο μωρό με κατάμαυρα μάτια. Κάποιο απόγευμα η μητέρα του άφησε στην άκρη το κέντημα που έφτιαχνε, έριξε μια ματιά στο μωρό της που κοιμόταν ήσυχο δίπλα της, πήρε το δίκοπο τσεκούρι της και πετάχτηκε να κόψει μερικές λυγαριές, γιατί σε λίγο θα γύριζε ο άντρας της από το κυνήγι και ήθελε να έχει ζεστή τη σκηνή.

Δυνατή καθώς ήταν της πήρε πολύ λίγο μέχρι να βρεθεί στη γειτονική ρεματιά, να κόψει τα κλαδιά, να τα δέσει σε δεμάτι και να γυρίσει πίσω στη σκηνή της. Αλλά στα λίγα αυτά λεπτά το κακό είχε γίνει: μπαίνοντας στη σκηνή είδε ότι το μωρό της έλειπε. Έβαλε τις φωνές, μαζεύτηκαν οι χωριανοί και άρχισαν όλοι να ψάχνουν μέχρι που το σκοτάδι έγινε τόσο πυκνό και δεν έβλεπαν τίποτα πια. Κανένα αποτέλεσμα και κανένα ίχνος του παιδιού, ακόμα και για τους πιο έμπειρους ανιχνευτές της φυλής. Το ψάξιμο συνεχίστηκε και την άλλη μέρα και για αρκετές ακόμα μέρες, αλλά χωρίς να βρεθεί κάποιο ίχνος του παιδιού. Κάποτε η φυλή σταμάτησε πια να ψάχνει, εκτός από τη μητέρα και τον πατέρα, που κάθε βράδυ αναζητούσαν στη ρεματιά και στην κοντινή λίμνη το χαμένο αγοράκι τους. Από καιρό σε καιρό ακουγόταν το μοιρολόι της μάνας και οι αναστεναγμοί του πατέρα.

Πέρασαν οι μήνες, άρχισε να χειμωνιάζει, η φυλή μάζεψε τις σκηνές και τα υπάρχοντά της και πήρε τον δρόμο για ζεστότερο μέρος για να ξεχειμωνιάσει. Μαζί αποχαιρέτησε και την ελπίδα ότι θα μπορούσε να βρει το χαμένο μωρό.

Πέρασαν πέντε-έξι χρόνια. Η φυλή περιπλανήθηκε σε πολλά μέρη. Κάποτε συνέπεσε να ξαναρθεί στο ίδιο μέρος που κάποτε είχε χαθεί το παιδί. Για τους γονείς του χαμένου παιδιού ήταν σαν να μην είχε περάσει καθόλου ο χρόνος. Ξαναγύρισαν τα παλιά γνωστά σημεία με πίκρα στην καρδιά, με κλάμα, αναστεναγμούς και λυπητερά τραγούδια.

Από τη λιμνούλα ένα αγοράκι με κατάμαυρα μάτια σταμάτησε να παίζει και γύρισε και κοίταξε μια γυναίκα που έκλαιγε. Φορούσε όλο κι όλο ένα πανί από βούρλα γύρω από τη μέση του. Καθώς το κλάμα της γυναίκας έγινε πιο δυνατό, το αγόρι ένιωσε να τρέχει νερό στα μάτια του. Έτρεξε γρήγορα στην μητέρα του, τη Βατραχίνα.

— Μητέρα, γιατί βγαίνει νερό από τα μάτια μου όταν ακούω μια ανθρωπίνα που είναι στην παραλία; Μου άρεσε πολύ που την έβλεπα και την άκουγα, αλλά την ίδια στιγμή έβγαινε νερό από τα μάτια μου.

— Δεν είναι τίποτα, παιδί μου, του είπε η βατραχίνα. Αν θες κι εγώ μπορώ να κάνω όπως κάνει η γυναίκα αυτή, να κλάψω και να φέρω δάκρυα στα μάτια σου. Κι βατραχίνα έβαλε όλη της τη δύναμη να μιμηθεί τη γυναίκα. Ύστερα γύρισε στον γιο της:

— Σου έφερε χαρά, αλλά και δάκρυα στα μάτια με αυτό που έκανα;

— Όχι, μητέρα, είπε το αγόρι. Δεν ήταν το ίδιο με αυτό της ανθρωπίνας. Θέλω να πάω να την ξανακούσω.

— Ήρθε η ώρα να μου φύγει, σκέφτηκε η βατραχίνα. Τόσα χρόνια το είχα σαν παιδί μου και με είχε σαν μητέρα του αλλά φαίνεται ότι ήρθε η ώρα να χωρίσουμε.

— Μητέρα, γιατί δεν μοιάζω καθόλου με τα αδελφάκια μου; ρώτησε το παιδί.

— Έτσι γίνεται πολλές φορές με το πρώτο παιδί, δικαιολογήθηκε κείνη. Συχνά είναι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα αδέλφια του.

Η εξήγηση καθησύχασε για λίγο το παιδί αλλά, κάθε φορά που άκουγε την ανθρωπίνα να τραγουδά λυπητερά τραγούδια, τα μάτια του ξαναγέμιζαν νερό.

Η βατραχίνα έβλεπε ότι το αγόρι απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ από τη λίμνη. Το είχε όμως δεχτεί πια, ήξερε ότι κάποτε θα το έχανε, γι’ αυτό και κάθε μέρα το αποχαιρετούσε σιωπηλά σαν να ήταν η τελευταία φορά.

Κάποια μέρα που το αγόρι είχε φύγει μακριά από τη λίμνη, το είδε ένας Ινδιάνος της φυλής που είχε ακούσει την ιστορία του. Έτρεξε γρήγορα και το είπε στους γονείς του. 

Εκείνοι κατέβηκαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν τη ρεματιά και βρέθηκαν μπροστά στο παιδί με τα κατάμαυρα μάτια.

— Το νιώθουμε, είναι το παιδί μας! είπαν με σιγουριά οι γονείς. Το αγκάλιασαν ευτυχισμένοι και από τα μάτια και των τριών άρχισε να τρέχει νερό…

(Αυτόχθονες Βόρειας Αμερικής)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Snezana Krstic.


Γεννήθηκα 20 Απριλίου 1967 στο Κρούσεβατς, παλιά πρωτεύουσα της Σερβίας. Οι σπουδές μου στη δημοσιογραφία και στη νομική ήταν πάντα κάτω από τη σκιά της αγάπης μου για τη ζωγραφική.
Σε ηλικία 16 ετών έκανα την πρώτη ατομική μου έκθεση στη Σερβία.
Έκτοτε ακολούθησαν 3 ακόμη ατομικές εκθέσεις και άλλες 20 μαζί με άλλους ζωγράφους.
Το 1998 ήρθα στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικώ και εργάζομαι.
Την ίδια χρονιά είχα μία συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο «Αιγαίο», κατά την οποία ανέλαβα την εικονογράφηση μιας σειράς παραμυθιών.
Από τότε έχω λάβει μέρος σε πολλές ατομικές εκθέσεις και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.
Το 2006 μου απενεμήθη το διεθνές βραβείο “Serbian Spirit” για τη συμμετοχή μου στο Πολυεθνικό-Πολιτιστικό Φεστιβάλ και Εκθέσεις Ζωγραφικής.
Για 10 χρόνια είχα το ατελιέ «Παραγωγή έργων Τέχνης» (διακόσμηση-δημιουργία χειροποίητων διακοσμητικών αντικειμένων για τη βιτρίνα- συνεργασία με το κατάστημα ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ HOMESTORES και  SENSO PER LEI).

Η σελίδα της Snezana στο facebook:

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:






Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;