Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Ο καθρέφτης του Ματσουγιάμα



Η ιστορία αυτή είναι από την Ιαπωνία, σε μια εποχή που οι καθρέφτες ήταν πολύ σπάνιοι και οι άνθρωποι στα χωριά αγνοούσαν την ύπαρξή ή τη χρήση τους.

Ζούσε κάποτε σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ιαπωνίας ένας άντρας, ο Ματσουγιάμα, με τη γυναίκα του και με την κόρη τους την οποία λάτρευαν. Κάποια μέρα, όταν το παιδί τους ήταν μωρό ακόμα, ο πατέρας χρειάστηκε να ταξιδέψει στην πρωτεύουσα για κάποια πολύ σημαντική υπόθεση. Ένα τέτοιο ταξίδι εκείνη την εποχή κρατούσε πολλές μέρες. Η μητέρα έμεινε μόνη με την κόρη της και ένιωθε κάπως φοβισμένη. Αισθανόταν όμως και περήφανη, γιατί ήταν η πρώτη φορά που κάποιος από το χωριό τους πήγαινε στην πρωτεύουσα, εκεί που ζούσε ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς και όπου μπορούσε κανείς να αγοράσει τα πιο παράξενα και πιο πολύτιμα πράγματα.

Όταν η μέρα του γυρισμού ήρθε, η μητέρα έντυσε την κόρη τους με τα ωραιότερα ρούχα και μαζί περίμεναν με ανυπομονησία να δουν τον ταξιδιώτη να εμφανίζεται στον μεγάλο δρόμο. Μπορεί κανείς να φανταστεί τη χαρά τους όταν συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν και γελούσαν, πάλι μαζί μετά από τόσες μέρες. 

Ο πατέρας τους είχε φέρει από τη μεγάλη πολιτεία πολλά και παράξενα παιχνίδια και άλλα πράγματα, αλλά και ατέλειωτες ιστορίες για τις νύχτες του χειμώνα.

Όταν έμειναν μόνοι τους ο άντρας είπε στη γυναίκα:

— Σου έχω φέρει κάτι ακόμα, ένα παράξενο αλλά ωραίο πράγμα. Κοίταξε και πες μου τι βλέπεις.

Η γυναίκα άνοιξε το ξύλινο κουτί και παρουσιάστηκε ένα γυαλιστερό ασημί χρώμα σαν να ήταν η καθαρότερη λίμνη.  

— Βλέπω μια ωραία κοπέλα που με κοιτάζει και κουνά τα χείλη της σαν να θέλει να μου μιλήσει. Ω, και κατά σύμπτωση, φορά ένα γαλάζιο φόρεμα σαν το δικό  μου!

— Η ωραία κοπέλα που βλέπεις είσαι εσύ! Το πράγμα λέγεται καθρέφτης, είναι σπάνιο στα μέρη μας και μπορεί να σε δείξει όπως σε βλέπουν οι άλλοι.

Η γυναίκα κατενθουσιάστηκε με τον καθρέφτη. Από καιρό σε καιρό της άρεσε να τον ανοίγει και να κοιτάζεται, να παίρνει διάφορες εκφράσεις, να διαλέγει το καλύτερο χαμόγελό της, το πιο συναρπαστικό γέλιο της, την πιο ζεστή έκφρασή της.

Η μητέρα έκρυψε τον καθρέφτη για να μην τον βρει η κόρη της, γιατί είχε καταλάβει πόσο κενόδοξος μπορεί να γίνει κάποιος κοιτώντας τον εαυτό του αντί να κοιτάζει τους άλλους. Ο κίνδυνος ήταν πιο μεγάλος για κάποιον που ήταν όμορφος από τη φύση του και η κόρη τους έμοιαζε να έχει κληρονομήσει τα ωραιότερα στοιχεία και από τους δυο και να της μοιάζει όλο και περισσότερο.

Έκρυψε λοιπόν τον καθρέφτη και κανένας δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν. Ο πατέρας είχε ξεχάσει εντελώς την ύπαρξή του και η κόρη μεγάλωνε χωρίς ποτέ να έχει συναίσθηση πόσο όμορφη ήταν.

Μετά τα καλά, ήρθαν τα άσχημα χρόνια. Η μητέρα αρρώστησε βαριά και κατάλαβε ότι το τέλος της ήταν κοντά. Τις τελευταίες ώρες της ζωής της κάλεσε την κόρη της δίπλα της και της είπε:

— Αγαπημένο μου παιδί, πρέπει να συνηθίσεις στην ιδέα ότι σε λίγο δεν θα είμαι μαζί σας. Όταν αυτό συμβεί, θέλω να ανοίξεις το κουτί με τα προσωπικά μου αντικείμενα και να πάρεις εκείνο το ξύλινο κουτί, τον καθρέφτη. Να τον κοιτάς κάθε πρωί και κάθε βράδυ και να ξέρεις ότι εκεί μέσα θα βλέπεις εμένα.

Η κόρη το υποσχέθηκε στη μητέρα της και αυτή πέθανε λίγο αργότερα.

Από τότε κάθε μέρα, πρωί και βράδυ, η κοπέλα έπαιρνε τον καθρέφτη και τον κοιτούσε. Δεν έβλεπε μέσα του την μητέρα της γερασμένη και με ρυτίδες, όπως ήταν τους τελευταίους μήνες της αρρώστιας της, αλλά όλο ομορφιά, δροσιά και χάρη, όπως τη θυμόταν όταν ήταν ακόμα κοριτσάκι η ίδια. Το βράδυ, πριν να κοιμηθεί, κοιτούσε τον καθρέφτη και έλεγε στη νεαρή μητέρα της τα προβλήματα, τις δυσκολίες, αλλά και τις χαρές της μέρας. Κι εκείνης το πρόσωπο, ανάλογα με το τι της έλεγε, πότε ήταν θλιμμένο και σκεπτικό και πότε γελαστό και χαρούμενο.

Η προσπάθειά της ήταν να φτιάχνει τη ζωή της έτσι που το πρόσωπο της μητέρας της να είναι όσο το δυνατό πιο χαρούμενο, όταν της διηγούταν τη ζωή της το βράδυ. Η μεγάλη της χαρά ήταν να μπορεί να της λέει: «Μητέρα, σήμερα ήμουν όπως θα ήθελες να είμαι. Μπορείς να είσαι περήφανη για μένα».  Και αμέσως στον καθρέφτη έβλεπε την εικόνα να γίνεται χαρούμενη, ευτυχισμένη, αποφασιστική, περήφανη.

Ο Ματσουγιάμα παραξενευόταν που έβλεπε την κόρη του να περνά τόση ώρα μπροστά στον καθρέφτη και να του μιλάει, γι’ αυτό ανησύχησε και κάποια μέρα τη ρώτησε τι της συμβαίνει.

— Πατέρα, βλέπω στον καθρέφτη τη μητέρα και της μιλώ. Ήταν κάτι που της είχα υποσχεθεί λίγο πριν πεθάνει. Και του είπε τις συνομιλίες που κάνει μαζί της, τα προβλήματα και τις χαρές που της διηγείται.

Εκείνος συγκινήθηκε από την απλότητα και την αθωότητα κόρης του, καθώς και την αγάπη της για τη μητέρα της. Έτσι προτίμησε να μην της χαλάσει το όνειρο: ποτέ δεν της είπε ότι το ωραίο, ώριμο, σοφό πρόσωπο που έβλεπε και που κάθε μέρα έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τη μητέρα της, ήταν το δικό της.

(Ιαπωνία)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Έφη Κοκκινάκη.


Γεννήθηκα στην Αθήνα και σπούδασα ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Νίκου Κεσσανλή.

Από το 1995 ζω και εργάζομαι στη Ρόδο, στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Το 2014 είχα τη χαρά να εικονογραφήσω ένα παιδικό βιβλίο «The sweets of God» της Ισραηλινής συγγραφέως Daria Aharoni Bedlinger, το οποίο εκδόθηκε στο Ισραήλ (εκδόσεις Steimatzky).

Την ίδια χρονιά έλαβα μέρος στην έκθεση εικονογράφων από όλο τον κόσμο (Il posto del favor) στη Ρόκα της Ιταλίας.

Έχω λάβει μέρος σε πολλές συλλογικές εκθέσεις. Έργα μου βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο.

Η σελίδα της Έφης στο facebook:

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:





Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;