Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

Μια ένεση να μεγαλώσω


Ξημέρωσε. Το ξυπνητήρι χτυπά ανυπόμονα. Για όλους οι εφιάλτες τελειώνουν το πρωί. Για μένα αρχίζουν με το πρώτο χτύπημα του κουδουνιού στο σχολείο. Το στομάχι μου είναι πέτρα με το που ανοίξω τα μάτια.

Απέναντι από το κρεβάτι στέκει η σχολική τσάντα. Για τα περισσότερα παιδιά είναι απλώς μια σάκα που κουβαλά τα βιβλία. Για μένα είναι το εισιτήριο για το κτίριο του τρόμου γεμάτο με μάτια που με κοιτούν άγρια και θυμωμένα χωρίς καν να ξέρω τον λόγο.

Παντού υπάρχουν πρόσωπα παιδιών που μοιάζουν με τρομαχτικές μάσκες Αποκριάς. Κι εγώ ανίκανος να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Φοβάμαι στην τάξη. Τρέμω στην αυλή του σχολείου.

Χθες έμεινα νηστικός. Κάποιοι μου πέταξαν το κολατσιό από τα χέρια. Προχθές η ζωγραφική που είχα φτιάξει για τη μητέρα μου ρίχτηκε με μίσος στα λασπόνερα… μαζί της κι εγώ…!

Τα γόνατά μου μάτωσαν, τα χέρια μου ήταν γεμάτα γρατζουνιές. Κάθε μέρα η γωνιά μου στην αυλή του σχολείου με περιμένει. Εκεί μόνος θέλω να γίνομαι αόρατος. Κανείς να μη με βλέπει. Μα όλοι με βλέπουν. Κάτι τους τραβά πάνω μου σαν μαγνήτης.

Τι να είναι άραγε; Κανέναν δεν ενοχλώ. Σε όλους μιλώ ευγενικά. Δεν καταλαβαίνω όλα τα μαθήματα, αλλά προσπαθώ. Δεν είμαι άρρωστος.

Μπορώ κι εγώ να τρέξω και να παίξω. Έχω καταπληκτικές ιδέες για παιχνίδι. Κανείς δεν θέλει ν’ ακούσει. Κανείς δεν με θέλει για φίλο. Απομόνωση. Μοναξιά. Θλίψη. Κλάματα, μα θαρρείς πως έχουν στερέψει κι αυτά.

Ο κόμπος στον λαιμό δεν λέει να φύγει. Τον νιώθω να φτάνει στην κοιλιά μου, να φουσκώνει τα σωθικά μου κι ύστερα πονάω πολύ. Μαλώνω τον πόνο. Του λέω να μην υπάρχει, μα εκείνος πεισματάρης! Κάθε μέρα εκεί! Υπάρχει άραγε κάποιο χάπι που να μπορεί να με βοηθήσει;

- Νίκο, ξύπνα! Θα αργήσεις για το σχολείο! ακούγεται η φωνή της μητέρας μου.

«Δεν θέλω να σηκωθώ. Θέλω να μείνω στο κρεβάτι μέχρι να μεγαλώσω. Μέχρι τουλάχιστον να μεγαλώσει η δύναμη στην ψυχή μου!» είμαι έτοιμος να της φωνάξω μα σιωπώ.

- Άντε, παιδί μου και θ’ αργήσεις! ξαναφωνάζει.

Σηκώνομαι. Η κοιλιά μου αρχίζει πάλι να πονά. Κουβέντα δεν λέω. Αν πω, θα ξεκινήσει τις ερωτήσεις. Πάλι σιωπή.
Στήνομαι μπροστά στον καθρέφτη. Βλέπω τον εαυτό μου μέσα στα μάτια σαν να βλέπω ξένο.

Σφίγγω τα χέρια μου σε γροθιές. «Πρέπει κάτι ν’ αλλάξει!

«Δεν θέλω να φοβάμαι πια!» λέω γεμάτος δύναμη μα το επόμενο λεπτό κιόλας σκέφτομαι πως και χθες τα ίδια έλεγα και τίποτα δεν έκανα…

Έτοιμος για το σχολείο. Ήρθε η ώρα να διαβώ την πόρτα της κόλασης. Το κουδούνι χτυπά.

Τα πρώτα ενοχλητικά σπρωξίματα έχουν ήδη αρχίσει. Τελευταίος πάλι στη σειρά. Μόνος. Αρχίζουν όλοι να μπαίνουν στην τάξη. Τα πόδια μου ριζώνουν θαρρείς στο τσιμέντο και δεν μπορώ να κουνηθώ. Η δασκάλα φωνάζει:

-Προχώρα, Νίκο! Τι έπαθες; Εσένα θα περιμένουμε;

Έχω μουλαρώσει. Ασάλευτος περιμένω κάποιος να κάνει μαγικά και να με εξαφανίσει. Ακούω τα χλευάσματα των άλλων:

- Άντε, καθυστερημένο! Μια ζωή προβληματικός!

Η δασκάλα με πιάνει από το χέρι. Προσπαθεί να με τραβήξει. Αντιστέκομαι. Νιώθω να ζαλίζομαι. Καταρρέω. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο!

Νιώθω σαν να χουν περάσει αιώνες. Ανοίγω τα μάτια. Η μητέρα μου δίπλα μου. Μου κρατάει το χέρι και μου χαϊδεύει το κεφάλι. Βρίσκομαι στο νοσοκομείο.

-Επιτέλους ξύπνησες, μου λέει.

Αρχίζω να περιεργάζομαι το σώμα μου, τα χέρια μου και τα πόδια μου.

- Τι κοιτάς παιδί μου;
-Κοιτάω να δω αν μεγάλωσα. Δεν μπορεί! Πρέπει να μεγάλωσα!
- Δεν σε καταλαβαίνω, αγόρι μου! Ηρέμησε!
- Φώναξε τον γιατρό και πες του να μου κάνει ένεση να μεγαλώσω! Πρέπει να μεγαλώσω. Δεν θέλω να είμαι άλλο παιδί!

Με πιάνει κρίση κι αρχίζω να χτυπιέμαι πάνω στο κρεβάτι. Ο γιατρός φτάνει τρομαγμένος.

- Τι έπαθες, Νίκο;
- Σας παρακαλώ, γιατρέ, κάντε μου μια ένεση να μεγαλώσω. Ίσα που να με φτάσει δεκαοχτώ χρονών.
- Δεκαοχτώ;
- Ναι, δεκαοχτώ! Τότε δεν είναι που τελειώνει το σχολείο; Σε παρακαλώ, γιατρέ μην αργείς!

Ο γιατρός μού έκανε ένεση, όχι βέβαια για να μεγαλώσω, αλλά για να ηρεμήσω. Έκανα μήνες να ξαναπάω στο σχολείο.

Όταν έφτασε η ώρα να διασχίσω πάλι την αυλή του σχολείου και να σταθώ στην ουρά για την προσευχή, ένιωθα πια τόσο δυνατός κι έτοιμος να υπερασπιστώ τον εαυτό μου λες κι ήμουν δεκαοχτώ χρονών σε σώμα δωδεκάχρονου.

Πώς τα κατάφερα; Μίλησα. Μιλούσα για ώρες μέχρι να διώξω κάθε φόβο από την ψυχή μου, μέχρι να αποβάλλω και την τελευταία σταγόνα που μου δηλητηρίαζε τα πιο ωραία μου χρόνια.

Γι’ αυτό, σε παρακαλώ, αν κι εσύ νιώθεις το σχολείο σαν ένα τεράστιο δράκο έτοιμο να σε καταπιεί, ΜΙΛΑ!

Υπάρχουν άνθρωποι που σ’ αγαπούν και θα σε προστατέψουν!

ΜΙΛΑ! ΜΗΝ ΑΡΓΕΙΣ ΚΙ ΟΛΑ ΘΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ!

ΖΩΗ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΟΥ




Ονομάζομαι Ζωή Κοντόγιαννου και κατάγομαι από τη Ρόδο. Ζω και εργάζομαι στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσα, διδάσκοντας γερμανικά. Είμαι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είμαι επίσης μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου το "Αγέρι Γραφής ".
Από μικρή αγαπούσα το διάβασμα και το γράψιμο. Η συγγραφή είναι για μένα ένα μαγικό ταξίδι που σε φτάνει σε κάθε γωνιά του κόσμου μα και του ουρανού...μα αυτό το ταξίδι δεν ήθελα να το κάνω μόνη...Έτσι άρχισα να δημοσιοποιώ τις ιστορίες μου και να ταξιδεύω παρέα με όσους αγαπούν το διάβασμα...

Από τις πρότυπες  εκδόσεις Πηγή  i write κυκλοφορεί το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο "Το μπαουλάκι της Αγάπης"


Το "Μια ένεση να μεγαλώσω" πρωτοδημοσιεύτηκε εδώ:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;