Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

Ο χιονάνθρωπος που μάγεψε τα Χριστούγεννα

 


Στην κοιλάδα των χιονανθρώπων άγριος καυγάς είχε ανάψει. Οι φάρσες του Άισμπορν είχαν φέρει μεγάλη αναστάτωση. Είχε κρύψει τις καροτένιες μύτες τους. Κάθε Χριστούγεννα άφηναν την κοιλάδα και πήγαιναν στις πόλεις των ανθρώπων. Ο κάθε ένας διάλεγε την αυλή κάποιου σπιτιού. Εκεί στέκονταν ακίνητοι, για να μην καταλάβουν οι άνθρωποι πως ήταν ζωντανοί. Χωρίς μύτες, όμως, δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά. Λες και δεν έφτανε αυτό, ο Άισμπορν είχε ξεχάσει πού τις είχε καταχωνιάσει. 

«Μα όλα εδώ γύρω είναι ίδια» διαμαρτυρήθηκε. «Παντού χιόνι και δέντρα. Και σκεπασμένα κι αυτά με χιόνι. Πώς να αναγνωρίσω το σημείο που τις έκρυψα;»

«Δεν σε αντέχουμε άλλο» φώναξαν οι άλλοι χιονάνθρωποι και του γύρισαν θυμωμένοι την πλάτη.

Ο Άισμπορν, φουρκισμένος από τη συμπεριφορά τους, έφυγε από την κοιλάδα. Ακόμη κι αν με ψάξουν, δεν θα γυρίσω, σκεφτόταν. Όταν νύχτωσε, το είχε μετανιώσει. Μα ήταν αργά για να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Βρήκε μια σπηλιά για να περάσει το βράδυ. Όταν το φως χάθηκε εντελώς, άρχισε να τρέμει από τον φόβο. Παράξενοι ήχοι τον έκαναν να αναπηδά τρομαγμένος. Προσπάθησε να βρει μια γωνιά για να προφυλαχτεί, όταν σκόνταψε κι έπεσε στο έδαφος. Κάτι έλαμψε μπροστά του. Άπλωσε το χέρι και το έπιασε. Ήταν ένα  μαγικό ραβδί.  Το κούνησε και είδε πολύχρωμες λάμψεις να ξεφεύγουν από την άκρη του. «Με αυτό το ραβδί μπορώ να γίνω ξεχωριστός. Να γίνω μάγος. Και τότε κανείς δεν θα μου γυρίσει ξανά την πλάτη. Όλοι θα με θαυμάζουν».

Αποφάσισε να το δοκιμάσει. Θα ήταν ωραία η σπηλιά στολισμένη όπως τα σπίτια των ανθρώπων. Τίναξε το ραβδί και είπε δυνατά: «Να έρθουν εδώ τα Χριστούγεννα!» Πολύχρωμες λάμψεις φάνηκαν όμως αυτήν τη φορά ακούστηκε και μια δυνατή βουή. Ένας στρόβιλος τον προσπέρασε και χάθηκε στο βάθος της σπηλιάς. Αντί για τα στολίδια μπροστά του εμφανίστηκε ένας τρομερός άντρας. Ο Άισμπορν σάστισε και το ραβδί κύλησε από τα χέρια του. Ο άντρας το άρπαξε πριν προλάβει να πέσει στο έδαφος. 

«Δεν ξέρεις πως δεν κάνουν μάγια με ξένο ραβδί;» τον ρώτησε. «Τώρα τα Χριστούγεννα θα φυλακιστούν για πάντα στη σπηλιά. Εκτός αν εσύ…»

«Θα κάνω τα πάντα για να επιστρέψουν τα Χριστούγεννα» κλαψούρισε εκείνος. 

«Πολύ καλά! Τότε θα γίνεις ένα στολίδι και μόνο αν πέσει επάνω σου αγνή μαγεία, θα μπορέσεις να επαναφέρεις τα Χριστούγεννα στη μνήμη των ανθρώπων». 

Ο μάγος κούνησε το ραβδί του κι ο νεαρός έγινε ένας κρυστάλλινος χιονάνθρωπος, κρεμασμένος σ’ ένα δέντρο, να περιμένει…

Μάουρα Ρομπέσκου

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου «Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα» των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 


 

 

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Η Ελπίδα των Χριστουγέννων

 


Η Χόουπ τριγυρνούσε στον κόσμο. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα αλλά κανείς δεν έμοιαζε να θυμάται πως έρχονται γιορτές. Κανένα σπίτι δεν ήταν στολισμένο και τα μόνα φωτάκια που αναβόσβηναν ήταν αυτά των φαναριών. Ο κόσμος ήταν γκρίζος και μονότονος. Το μόνο που ένοιαζε τους ανθρώπους ήταν η άδεια για να ξεκουραστούν. Και τα παιδιά ανυπομονούσαν να κλείσουν τα σχολεία για να μπορέσουν να παίξουν περισσότερο με τα τάμπλετ και τα ηλεκτρονικά τους παιχνίδια.

Η Χόουπ πετούσε με δυσκολία. Οι άνθρωποι είχαν χάσει την πίστη στη μαγεία των ημερών και μαζί χάνονταν και τα μαγικά πλάσματα, όπως οι νεράιδες. Ήδη οι αδελφές της είχαν ξεθωριάσει. Η ίδια είχε δύναμη μόνο για ένα μαγικό, για να βοηθήσει τους ανθρώπους να θυμηθούν.

Ένιωθε να ξεθωριάζει κι η ίδια όταν, πάνω σε ένα καχεκτικό δεντράκι, είδε ένα ξεχασμένο χριστουγεννιάτικο στολίδι σε σχήμα χιονάνθρωπου. Αν δεν ήταν αυτό το κατάλληλο αντικείμενο, τότε κανείς δεν είχε ελπίδα.

Μάζεψε τις δυνάμεις της, κούνησε το ραβδί της και η νεραιδόσκονη έπεσε πάνω στο στολίδι. Χωρίς άλλες δυνάμεις, κούρνιασε στα γεμάτα χιόνι κλαδιά του δέντρου και περίμενε.

Σε λίγο μια ομάδα παιδιών γυρνούσε από το σχολείο. Όλα προσηλωμένα στις οθόνες των κινητών τους. Ένα μεγάλο κομμάτι χιονιού έπεσε στο κεφάλι του Γιώργου. Κοίταξε ψηλά και…

«Παιδιά, δείτε!»

Τα παιδιά σήκωσαν τα κεφάλια τους αδιάφορα. Μα σαν είδαν  το στολίδι, κάτι άλλαξε μέσα τους. Άφησαν τα κινητά και κοίταξαν τους φίλους τους. Χαμογέλασαν κι άρχισαν να παίζουν χιονοπόλεμο.

Τα γέλια τους απλώθηκαν πάνω από την πόλη. Πάνω από τον κόσμο. Έδιωξαν τη λήθη. Οι μητέρες άρχισαν να φτιάχνουν μελομακάρονα, κουραμπιέδες και βασιλόπιτες. Οι μπαμπάδες βγήκαν να παίξουν με τα παιδιά τους. Τα σπίτια στολίστηκαν κι ακούστηκαν ήχοι από τρίγωνα και φωνές που έλεγαν κάλαντα.

Όλοι είχαν θυμηθεί την πιο γλυκιά γιορτή του χρόνου. Τα Χριστούγεννα!

Μάουρα Ρομπέσκου

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου «Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα» των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 


 

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2024

Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα 2

 


Κουρέτα Μαρία

Η μαγεία των Χριστουγέννων

Μια φορά κι έναν καιρό ο Ζίγκι και ο Ντίγκι, τα δυο μικρά ποντικάκια, προσπαθούσαν να βρουν ένα μέρος για να προστατευτούν από την παγωνιά. Η φωλιά τους ήταν πολύ κρύα και σκοτεινή. Η κουζίνα και η αποθήκη του σπιτιού όπου ζούσαν είχαν αρχίσει να έχουν πολύ κόσμο γιατί πλησίαζαν Χριστούγεννα και όλοι προετοιμάζονταν για τις γιορτές. Πολύ γρήγορα θα τους ανακάλυπταν…

Ένα βράδυ έστεκαν απογοητευμένα σε μια άκρη του σαλονιού. Τότε το είδαν μπροστά τους∙ φωτεινό, στολισμένο και ζεστό. Θα κρύβονταν μέσα στα κλαδιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Φοβερή ιδέα! Ακόμα κι αν τα έβλεπαν, θα έμεναν ακίνητα και θα τα περνούσαν για στολίδια.

Τις πρώτες μέρες περνούσαν τέλεια. Ανεβοκατέβαιναν στα κλαδιά και ξεκουράζονταν όπου ήθελαν. Κάπου εκεί είδαν δύο στολίδια που έμοιαζαν με χειμωνιάτικα μπλουζάκια. Ο Ζίγκι δεν κρατήθηκε κι έτρεξε να φορέσει το ένα. Είχε πάνω του ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. «Έλα, Ντίγκι» φώναξε στον φίλο του. «Έχει και για σένα, με έναν χιονάνθρωπο». Ο Ντίγκι το δοκίμασε και είδε ότι του ταίριαζε γάντι.

Ο Ζίγκι χάιδεψε την μπλούζα του και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Τα φωτάκια του δέντρου άρχισαν να αναβοσβήνουν! Επανέλαβε την κίνησή του κι έγινε πάλι το ίδιο. «Περίμενε» είπε τότε και ο Ντίγκι. «Μήπως είναι και η δική μου μπλούζα μαγική; Ας την τρίψω…» Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κίνησή του και τα στολίδια του δέντρου άρχισαν να ζωντανεύουν. Νεράιδες χόρευαν, στρατιωτάκια παρήλαυναν, άγγελοι τραγουδούσαν.

Ο Ζίγκι και ο Ντίγκι ανεβοκατέβαιναν στο δέντρο τρελοί από χαρά, χαϊδεύοντας συνεχώς τις μπλούζες τους. Έτσι όμως δεν είδαν τον Χάρη και την Ελπίδα, τα παιδιά που ζούσαν στο σπίτι και είχαν ξυπνήσει από τη φασαρία, να έχουν πλησιάσει το δέντρο και να παρατηρούν αποσβολωμένα το θέαμα. 

Κάποια στιγμή, που σταμάτησαν να πάρουν μια ανάσα, είδαν δύο ζευγάρια τεράστια γουρλωμένα μάτια να τα κοιτάζουν περίεργα. «Τώρα την πατήσαμε» σκέφτηκαν ενώ άρχισαν να τρέμουν, όχι από το κρύο αυτήν τη φορά αλλά από τον φόβο τους. Ο Χάρης κι η Ελπίδα χειροκρότησαν. «Συνεχίστε, συνεχίστε!» φώναζαν. «Είναι καταπληκτικό! Μικρά μας ποντικάκια, πώς το κάνατε αυτό; Δείξτε μας…»

Όλο το βράδυ έπαιζαν αδιάκοπα. Όταν άρχισε να ξημερώνει και φοβήθηκαν ότι θα ξύπναγαν οι μεγάλοι, τα παιδιά έτρεξαν στα κρεβάτια τους και τα παιχνίδια του δέντρου πήραν πάλι τη θέση τους. Είχαν δώσει ραντεβού, όμως, για το άλλο βράδυ και για πολλά βράδια ακόμα για τα επόμενα χρόνια.

 

Λαμποβιτιάδη Ιωάννα

Ένα μαγικό δώρο

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χειμωνιάτικη πόλη κοντά στα Χριστούγεννα, ζούσαν δυο φίλοι ποντικοί. Τον έναν τον έλεγαν Πιπίκο. Ήταν έξυπνος, ζωηρός, λίγο μεγαλύτερος από τον άλλον, που τον έλεγαν Φιφίκο. Εκείνος ήταν ήρεμος, γλυκός και ευαίσθητος. Του Πιπίκου τού άρεσε πολύ το κόκκινο χρώμα και πάντα τα Χριστούγεννα ντυνόταν με πουλόβερ και σκούφο κόκκινο σαν τον Άγιο Βασίλη. Του Φιφίκου τού άρεσε το πράσινο και το μπλε χρώμα.

Οι δυο φίλοι ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Πήγαν στο αγαπημένο τους μαγαζί, αγόρασαν κρουασάν και από μια ζέστη σοκολάτα. Όλη η πόλη ήταν πανέμορφη! Στολισμένη με φώτα, ένα μεγάλο δέντρο και στολίδια από ζαχαρωτά. Ο Πιπίκος ήθελε να κάνει ένα δώρο στον φίλο του. Ενώ έβλεπαν τις βιτρίνες, του είπε ότι κάτι ξέχασε και να πάει να τον περιμένει μπροστά στο δέντρο.

Στο μεταξύ βρήκε κάπου ένα πουλόβερ που ήταν μαγικό κι όταν το άγγιζες, μπορούσες να πετάς ψηλά. Το αγόρασε, γύρισε στον φίλο του και πρόσφερε το δώρο. Ο Φιφίκος, ενθουσιασμένος, το άνοιξε και είδε το πουλόβερ. «Δεν είναι ένα απλό πουλόβερ. Το φοράς και πετάς ψηλά» είπε ο Πιπίκος. Τότε ο Φιφίκος το φόρεσε και πράγματι άρχισε να πετάει ψηλά. Μπορούσε να δει όλη την πόλη στολισμένη και πανέμορφη.

Οι δυο φίλοι σκέφτηκαν κάτι. Κι αν πήγαιναν στον Άγιο Βασίλη; Να τον βοηθήσουν με τα δώρα, για να τα παραλάβουν εγκαίρως όλα τα παιδιά; Έτσι κι έκαναν! Βρήκαν τον αγαπημένο Άγιο, του εξήγησαν για το πουλόβερ και δέχτηκε πρόθυμα τη βοήθειά τους.  Σε λίγη ώρα ήταν πανέτοιμοι να ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι! 

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

 

Ρομπέσκου Μάουρα

Το δώρο της αγάπης

Ο Κλάιβ έψαχνε εδώ και μέρες, να βρει το καλύτερο δώρο για τον φίλο του. «Πόσο δύσκολο» μονολόγησε καθώς τίναζε τη γούνα του από το χιόνι που έπεφτε απαλά. Εντόπισε τον Ριφ κοντά στο δέντρο που είχαν στολίσει τα ζωάκια, μικρά και μεγάλα, για να υποδεχτούν την ωραιότερη γιορτή του χρόνου. Σήκωσε το χέρι και ετοιμάστηκε να τον φωνάξει, όταν τον είδε να πατά τη μακριά ουρά του και να σωριάζεται στο έδαφος. Έτρεξε αμέσως να τον βοηθήσει. «Είσαι καλά;» ρώτησε  με έγνοια. «Τι καλά να είμαι; Αυτή η ατυχία μου δεν με αφήνει να ησυχάσω». Ο Κλάιβ ετοιμάστηκε να του πει πως είναι παράλογος, όταν μια μεγάλη μπάλα χιονιού έπεσε από το χριστουγεννιάτικο δέντρο πάνω στο κεφάλι του Ριφ. Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό του Κλάιβ. «Περίμενε εδώ!» είπε κι έφυγε τρέχοντας. Δεν πέρασε πολύ ώρα και γύρισε λαχανιασμένος κρατώντας ένα κουτί δεμένο όμορφα με μια κορδέλα. «Έι, Ριφ» φώναξε. «Δες τι σου έφερα για τα Χριστούγεννα». Ο Ριφ άνοιξε το δώρο κι έβγαλε από μέσα ένα μπλε πουλόβερ με έναν χιονάνθρωπο. Το αναγνώρισε αμέσως. «Μα, Κλάιβ, αυτό είναι το τυχερό σου πουλόβερ». «Ναι, φίλε μου και θα ήθελα να το έχεις εσύ». «Μα αν το έχω εγώ, μήπως η καλή σου τύχη σε εγκαταλείψει;» «Μη φοβάσαι, καλέ μου Ριφ, αν η τύχη μου με εγκαταλείψει, θα έχω πάντα εσένα στο πλευρό μου κι αυτό είναι το πιο σημαντικό». Τα δυο ποντικάκια αγκαλιάστηκαν κι ετοιμάστηκαν να υποδεχτούν τα Χριστούγεννα.

 

Η ζωγραφιά είναι απ’ το pinterest. Αν κάποια/ος γνωρίζει πηγή και δημιουργό, ας αφήσει σχόλιο, για να το προσθέσουμε.

 

Γράφτηκαν στα πλαίσια του εργαστηρίου «Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα» των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.



Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα 1

 


Διαμαντοπούλου Πένυ

Πατημασιές στο χιόνι

Το σπίτι είναι στολισμένο. Τα φωτάκια του δέντρου αναβοσβήνουν χαρωπά. Μοσχομυρίζουν τα μελομακάρονα, η ζεστή σοκολάτα, τα κάστανα που ψήνονται. Χιονίζει κι η αυλή έχει ντυθεί στα λευκά. Ο χιονάνθρωπος στέκεται καμαρωτός και χαμογελαστός.

Ο Τόμι διαβάζει στην Ντία το χριστουγεννιάτικο βιβλίο που τους έκαναν δώρο ο παππούς και η γιαγιά. Μαγικές ιστορίες ξεπηδάνε από τις σελίδες… Τα αλεπουδάκια-αδελφάκια είναι ξαπλωμένα στις μεγάλες μαξιλάρες, πάνω στο πάπλωμα, τυλιγμένα με τις κουβέρτες τους, μπροστά από το τζάκι. Τα κόκκινα σκουφιά, δώρο του θείου Άντονι, δεν τα αποχωρίζονται ούτε λεπτό.

«Ο χιονάνθρωπος αφήνει πατημασιές καθώς το σκάει αλλά το χιόνι τις καλύπτει. Τα αδελφάκια δεν τον βρίσκουν το άλλο πρωί…» διαβάζει ο Τόμι. «Δεν θα ήθελα να πάθουμε κάτι τέτοιο» λέει κλαψιάρικα η Ντία. «Έχω μια φανταστική ιδέα!» «Τι;» ρωτάει με γουρλωμένα μάτια η αδελφή του. «Θα τον δέσουμε για να μην μπορεί να φύγει». «Ναι!» χοροπηδάει και χτυπάει τα χεράκια της. Ο μεγάλος αδελφός πάλι βρήκε τη λύση!

Φοράνε γάντια, κασκόλ και τις κόκκινες κάπες τους κι ανοίγουν σιγά σιγά την πόρτα. Βγαίνουν στις μύτες των ποδιών, για να μην τους καταλάβουν οι γονείς τους. Φτάνουν στο σημείο που είχαν φτιάξει τον χιονάνθρωπο κι ανακαλύπτουν ότι το έχει σκάσει. Οι πατημασιές ήταν ακόμα φρέσκες. Τις ακολουθούν και τον βρίσκουν κουλουριασμένο κάτω από το υπόστεγο, με ενωμένα τα χεράκια του, μπροστά από το στόμα του, να τα φυσάει για να ζεσταθεί. «Σε τσακώσαμε!» λέει ο Τόμι. «Δεν ήθελα να το σκάσω… Ήθελα απλώς να ζεσταθώ λιγάκι…» Η Ντία τραβάει τον Τόμι από το μανίκι και σκύβει να την ακούσει. «Να τον βάλουμε σπίτι. Να του δώσουμε ζεστή σοκολάτα και κάτι να φάει».

Ο χιονάνθρωπος τρέχει προς το τζάκι και πιάνει το κάστανο. «Μη!» φωνάζει ο Τόμι. «Καίει». Είναι όμως αργά. Αρχίζει να λιώνει. Το κάστανο κυλάει στα πόδια της Ντίας. Τότε ο Τόμι τραντάζεται ολόκληρος κι ανοίγει τα μάτια του διάπλατα. Κρατάει ακόμα το βιβλίο κι η αδελφούλα του κοιμάται με το κεφάλι της στον ώμο του. «Όνειρο ήταν!» Κοιτάζει από το παράθυρο. Ο χιονάνθρωπος είναι εκεί. Του δείχνει το κάστανο και του κλείνει το μάτι…


Καρλή Πολίνα

Η Μίνα κι ο θυμός

To σπίτι της οικογένειας αλεπούδων μύριζε από το πρωί Χριστούγεννα. Η κυρία Μάρω, από πολύ νωρίς, ήταν χωμένη στην κουζίνα. Το τραπέζι γεμάτο άχνες, μπισκότα, ζάχαρες κι αλεύρι. Έτρεχε  να τα προλάβει όλα ώστε να είναι έτοιμα για το γιορτινό τραπέζι. Η μικρή της κόρη, η Μίνα η αλεπουδίτσα, στριφογυρνούσε εκεί γύρω με τις πιτζάμες της ακόμα, κρατώντας στα χέρια ένα βιβλίο. «Θέλω να μου διαβάσεις το παραμύθι» είπε στη μαμά της και χασμουρήθηκε. «Αγάπη μου, πρέπει να τελειώσω με τα μαγειρέματα πριν έρθουν οι καλεσμένοι. Σου υπόσχομαι όμως να τελειώσουμε την ιστορία μας το βράδυ, όταν θα είμαστε στο κρεβάτι. «Όχι! Τώρα θέλω! Τώρα, τώρα, τώρα…» φώναξε η Μίνα χτυπώντας το πόδι της στην καρέκλα. Η κυρία Μάρω την κοίταξε στα μάτια και είπε: «Μήπως θέλεις να με βοηθήσεις με το σπίτι, να τελειώσουμε πιο γρήγορα; Κι ίσως βρούμε έτσι χρόνο να τη διαβάσουμε πριν το μεσημεριανό». «Όχι» απάντησε θυμωμένα μικρή. «Τώρα!»

Η κυρία Μίνα έδωσε χρόνο στον εαυτό της και στην κόρη της, συνέχισε τις δουλειές στην κουζίνα κι άφησε τη Μίνα να γκρινιάζει και να επιμένει στα δικά της. «Θα ήθελα να μπαίνεις καμιά φορά στη θέση μου, γλυκιά μου» είπε μονάχα και συνέχισε να ετοιμάζει το φαγητό. «Πήγαινε στο δωμάτιό σου και προσπάθησε να σκεφτείς τα όμορφα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε όταν δεν αφήνουμε τον θυμό μας να γίνεται αρχηγός στην καρδιά μας».

Η αλεπουδίτσα χώθηκε πάλι κάτω από τα σκεπάσματά της και δεν βοήθησε καθόλου τη μαμά της μέχρι που ήρθαν οι καλεσμένοι. Μάλιστα ήταν κατσουφιασμένη και στο τραπέζι και δεν πολυμιλούσε με κανέναν. Ο θυμός της δεν είχε ακόμα περάσει.

Το βράδυ, όταν πια το σπίτι είχε ησυχάσει, η κυρία Μίνα πήγε στο δωμάτιο της Μίνας κρατώντας το βιβλίο. Ήταν σίγουρη πως θα είχε καταφέρει να ηρεμήσει μετά από τόσες ώρες. «Σου το είχα υποσχεθεί» είπε τραβώντας την κουβερτούλα της μικρής για να τη σκεπάσει. «Συγγνώμη, μαμά». «Είναι εντάξει, μικρή μου. Μήπως θέλεις να μου διαβάσεις εσύ το τέλος της ιστορίας;»


Κουρέτα Μαρία

Τα πιο μαγικά Χριστούγεννα στο δάσος

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο Τσάρλυ με τον μπαμπά του κάθονταν κάτω από το αγαπημένο τους δέντρο και διάβαζαν ιστορίες. «Αχ, μπαμπά» είπε ο Τσάρλυ διακόπτοντάς τον. «Δεν θέλω να μου διαβάσεις άλλα παραμύθια. Θέλω να μου πεις μια ιστορία από παλιά, με τον παππού». «Καλά» είπε ο μπαμπάς. «Θα σου πω για τότε που ήταν ο πιο παγωμένος χειμώνας στο δάσος. Όλα τα ζώα είχαν κρυφτεί μέσα στις φωλιές τους κι αρνιόντουσαν να βγουν έξω για να μην παγώσουν. Πώς όμως θα γιόρταζαν όλοι μαζί τα Χριστούγεννα; Ο καθένας μόνος του;

»Ο παππούς σου, τότε, αψήφησε το κρύο. Ξεκίνησε να φτυαρίζει το χιόνι, να στολίζει τα δέντρα με λαμπιόνια και καρπούς, έφτιαξε λιχουδιές για όλους και ξεκίνησε να πηγαίνει από φωλιά σε φωλιά και να χτυπάει τις πόρτες των φίλων του. Όλοι έβγαζαν τα κεφάλια τους διστακτικά. Μόλις όμως έβλεπαν πόσο μαγικά στολισμένο ήταν το δάσος τους έβγαιναν έξω χοροπηδώντας και χορεύοντας.

»Εκείνη τη στιγμή, που είχαν μαζευτεί όλα τα ζώα, ένας φωτεινός ήλιος έστειλε τη λάμψη του πάνω από το δάσος και ζέστανε τις καρδιές όλων. Από τότε, κάθε χρόνο, τα ζώα συνηθίζουν να ακολουθούν αυτό το έθιμο, να στολίζουν και να γιορτάζουν όλα μαζί.

»Σήμερα, Τσάρλυ, είναι αυτή η μέρα. Πάμε να βοηθήσουμε;»

 

Ρομπέσκου Μάουρα

Μπάμπα Νάμπα

«Γιαγιά, θα έρθει και σε μας, το βράδυ των Χριστουγέννων, ο Άγιος Βασίλης;» ρώτησε ο Μπου.

Η γιαγιά πήρε στην αγκαλιά τον εγγονό της.

«Ο Άγιος Βασίλης είναι για τους ανθρώπους. Εμείς οι αλεπούδες έχουμε την Μπάμπα Νάμπα».

«Την Μπάμπα Νάμπα; Δεν την έχω ξανακούσει. Πες μου την ιστορία».

Η γιαγιά φόρεσε τα γυαλιά της και πήρε ένα βιβλίο.

«Πριν πολλά, πολλά χρόνια, γεννήθηκε η Μπάμπα Νάμπα. Ήταν χειμώνας βαρύς και η μικρή αλεπού πεινούσε και κρύωνε.  Ίσως στο χωριό βρω κάτι να φάω, σκέφτηκε. Τότε είδε ένα αστέρι να λάμπει πιο πολύ από όλα και τρεις άντρες με καμήλες να το ακολουθούν. Πήγε κι εκείνη. Έφτασαν σε έναν στάβλο. Η Μπάμπα Νάμπα τρύπωσε μέσα και είδε τον νεογέννητο Χριστό. Τα ζώα του παχνιού ήταν μαζεμένα και τον ζέσταιναν με τα χνώτα τους. Η αλεπουδίτσα ανέβηκε και τον τύλιξε με το κορμί της. Όταν η οικογένεια έφυγε, η Μπάμπα Νάμπα πήγε μαζί τους. Έγινε σύντροφος πιστή στα παιχνίδια του μικρού Χριστού. Κι όταν γέρασε πολύ, άφησε την τελευταία της πνοή στα χέρια του αγαπημένου της φίλου. Από τότε η Μπάμπα Νάμπα φροντίζει κάθε αλεπουδάκι να έχει τα δώρα που του πρέπουν».

«Θα φέρει και σ’ εμένα δώρο, γιαγιά;»

«Μα φυσικά, μικρέ μου. Την ώρα που θα κοιμάσαι, θα μπει και θα το αφήσει».

«Τότε πρέπει να πάω για ύπνο. Μην την κάνουμε να περιμένει μέσα στο κρύο».

«Καληνύχτα, μικρέ μου» είπε η γιαγιά και τον φίλησε καθώς τον σκέπαζε με μια ζεστή κουβέρτα.

 


Γράφτηκαν στα πλαίσια του εργαστηρίου «Σύντομα παραμύθια για τα Χριστούγεννα» των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.