Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Η ξένη



Χτύπησα το κουδούνι στην πόρτα. Ξεφλουδισμένη μπογιά και μια ξινή μυρωδιά από μαγειρεμένο λάχανο. Πιανόμουν από τα μικροπράγματα των ήχων και της όσφρησης να μην το βάλω στα πόδια.

Στ’ αυτιά μου ο ήχος του κουδουνιού ακούστηκε σα συναγερμός. Ύστερα από ενός λεπτού χτυποκάρδι, η πόρτα άνοιξε. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα. Λίπος διπλωμένο στην κοιλιά. Σκόρπια ρόλεϊ στα θαμπά κόκκινα μαλλιά της. Άσπρες ρίζες μέχρι τη μέση. Το τσιγάρο ξεχασμένο στο στραβωμένο της στόμα. Η τσίτινη ρόμπα μισάνοιχτη. Η μητέρα μου.

Χρησιμοποίησα το άλλοθι της στατιστικής υπηρεσίας, όπου δούλευα για λίγες ώρες το καλοκαίρι και πέρασα μέσα. 

Κανένα μητρικό ένστικτο, ξεπηδώντας σα χείμαρρος, δεν την προέτρεψε να μ’  αναγνωρίσει. Καθιστικό μαζί με κουζίνα. Μια παλιά τηλεόραση στη διαπασών –τη χαμήλωσε χωρίς να την κλείσει. Κάθισα στην ξεφτισμένη πολυθρόνα που μου υπέδειξε. Τίποτα δε με είχε προετοιμάσει γι’  αυτό. Ανακάτευε κάτι στην κατσαρόλα και φώναξε από τον πάγκο της κουζίνας αν ήθελα καφέ. «Ναι, ευχαριστώ», ψέλλισα για να κερδίσω χρόνο. Η ίδια δικαιολογήθηκε ότι έπινε πάντα λίγο τζιν πριν το μεσημεριανό, αλλά τα άδεια μπουκάλια του μπέρμπον πάνω στον πάγκο δε συνηγορούσαν σ’  αυτό…

«Οικογενειακή κατάσταση;». Άρχισα τις ερωτήσεις μέσα από τα έντυπα που κρατούσα. Φωνή σταθερή. Χέρια που έτρεμαν κάτω απ’  τα χαρτιά. «Δια-δια-ζευγμένη» είπε τραυλίζοντας. Το ποτήρι γεμάτο στο χέρι. «Τέκνα;», «Τρία», απάντησε μετά από ένα σύντομο δισταγμό και σήκωσε το ποτήρι. «Στα τέκνα… στα τεκνά!...» μου έτεινε το δείκτη. «Να, εκεί πάνω», ρούφηξε με θόρυβο μια γουλιά. Πνίγηκε στο βήχα της. Έστρεψα το βλέμμα στη φωτογραφία που έδειχνε. Πάνω στη σκονισμένη εταζέρα. Τρία άγνωστα παιδικά πρόσωπα χαμογελούσαν στο φακό. Μακαριότητα της πρώτης ηλικίας. Την κοίταξα ερωτηματικά φαίνεται, γιατί αμέσως απάντησε θυμωμένα. «Δε λείπει κανείς!» Σχεδόν πίστεψα πως προδόθηκα. Θυμήθηκε το κρεμασμένο τσιγάρο στο στόμα της. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά. Κατάπιε τον καπνό. Για μερικά δευτερόλεπτα νόμισα πως θα σκάσει. Άλλαξε κουβέντα. « Είσαι παντρεμένη;» Στην αρνητική μου απάντηση σχολίασε «Καλύτερα. Ούτε παιδιά να κάνεις. Τα παιδιά είναι μπελάς». Συνέχισα τις τυπικές ερωτήσεις των φυλλαδίων. « Άνεργη», «συντηρείται από την πρόνοια». «Παιδιά εκτός γάμου;»

Η ερώτηση που στριφογύριζε σαν τρελή στο μυαλό μου, επιτέλους, βρήκε το δρόμο της. «Είναι πολύ αδιάκριτοι εκεί στην υπηρεσία». Έκανα είκοσι χρόνια να τη βρω. Δε θα έχανα τώρα την ευκαιρία . Να την κάνω να μιλήσει. Να σπάσει. Να το παραδεχτεί. Μόνο αυτό μ’ ένοιαζε. Όμως, συνεχώς, ξεγλιστρούσε. Ανέβαλλε. Άλλαζε. Μαγική εικόνα.

Το μάτι μου έπεσε σε μία ακόμα φωτογραφία. Στο κουτσό τραπεζάκι δίπλα μου. Την πήρα στα χέρια. Το τραπεζάκι έγειρε. Έτοιμο να πέσει. Η κιτρινισμένη φωτογραφία με τα ξεβαμμένα χρώματα κρατούσε την ισορροπία. «Ποιο είναι αυτό το μωρό στο καρότσι;» είπα δήθεν αδιάφορα. «Εγώ μωρό. Στην παραλία». Κοίταξε λοξά μακριά. Για μια στιγμή την είδα μικρή. Είχα μια ίδια στο δωμάτιό μου. Η ομοιότητα ήταν η απόδειξη. «Δε ζεις αν ζεις σα σκιά ανάμεσα σε άλλες σκιές και κυνηγάς τη σκιά σου…», έλεγε ένα παλιό γαλλικό τραγούδι. Η μητέρα μου ήταν σίγουρα μια σκιά. Μια αναιμική σκιά, μακριά από ό, τι είχα φανταστεί. Καθόταν απέναντί μου στην άκρη της καρέκλας και κοίταζε το πάτωμα. Κατηγορούμενη σε  μία δίκη που αγνοούσε. Πολεμούσα να τη λυπηθώ, να τη συγχωρήσω, μα συγκρουόμουν κατά μέτωπο με την ανάγκη μου για δικαιοσύνη. Η τηλεόραση έμεινε ανοιχτή να παίζει. Χωρίς ήχο. Εκείνη κοίταζε χωρίς να βλέπει. Οι ερωτήσεις μου είχαν τελειώσει. Σηκώθηκα να φύγω. Με συνόδεψε ως την πόρτα. Αναπάντεχα γύρισε. Με κοίταξε στα μάτια. Τρόμαξα. Έκανα ένα βήμα πίσω. Χαμογέλασα αμήχανα. «Έχεις με την κόρη μου το ίδιο…», συλλάβισε, «…χαμόγελο», συμπλήρωσα έντρομη, μέσα μου. «Στυλό», είπε και πήρε από το παγωμένο μου χέρι το στυλό να υπογράψει το έντυπο.

Χαιρέτησα. Βγήκα έξω στο ηλιόλουστο μεσημέρι, κατεβαίνοντας τροχάδην τις βρόμικες σκάλες της εργατικής πολυκατοικίας του 17ου τομέα. Κάθισα σ’  ένα παγκάκι στο κοντινό πάρκο κι άναψα τσιγάρο. Τα χέρια μου συνέχισαν να τρέμουν. Δεν ήμουν σίγουρη ότι δε μ’ αναγνώρισε. Ξαφνικά δε μ’ ένοιαζε πια. Σκέφτηκα άλλη μια φορά ότι, μάνα είναι αυτή που σε μεγαλώνει. Δεν την αναζήτησα ξανά. Μερικά χρόνια αργότερα, έμαθα τυχαία πως είχε πεθάνει από καρκίνο στους πνεύμονες. Δεν ξανακάπνισα ποτέ.

ΜΑΝΘΟΣ ΑΓΓΕΛΗΣ

(Ιστορίες Μπονζάι, περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51, Αθήνα, Δεκέμβριος 2011)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Γιώργος Χατζηγιάννης.


Γεννήθηκα στις 30 Ιουλίου του 1981 στην Αθήνα και μεγάλωσα στη Ιτέα Φωκίδας. Από μικρός ασχολήθηκα με το σχέδιο, ως χόμπυ, κάτι με το οποίο συνεχίζω να ασχολούμαι, μέχρι σήμερα, στον ελεύθερο χρόνο μου. Σπούδασα στην Πάτρα, πρώτα στο ΤΕΙ, σε τμήμα Πληροφορικής και έπειτα στο Παιδαγωγικό τμήμα του πανεπιστημίου Πατρών. Έκτοτε,  έχω παραμείνει στην πόλη.

Ενδιαφέρομαι πολύ και ασχολούμαι με την εκπαίδευση παιδιών με Ειδικές Ικανότητες και ο κόσμος του παραμυθιού σε συνδυασμό με εκείνον της ζωγραφικής είναι μια καταπληκτική βοήθεια, για την επικοινωνία και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών με ή χωρίς Ειδικές Ικανότητες.

Στον ελεύθερο χρόνο μου, πέρα από το σχέδιο και τη ζωγραφική,  λατρεύω την πεζοπορία, ιδιαίτερα  στο βουνό . Επίσης, να βλέπω ταινίες και να μπαίνω στο διαδίκτυο.   
   
Facebook: GEORGE HATZON

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:


           

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;