Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Η Σαμπίνα και οι λέξεις



Η μία μετά την άλλη κατακεραύνωναν τη Σαμπίνα οι άγνωστες λέξεις που άκουγε στα ισπανικά.  Προσπαθούσε, αλλά της ήταν αδύνατο να καταλάβει όσα έγραφε εκείνο το «όμορφο βιβλίο», που με τόση συγκίνηση είχε διαλέξει η δασκάλα να τους διαβάσει. Και όμως, τα σπινθηροβόλα μαύρα μάτια της δασκάλας λαμπύριζαν τόσο έντονα, λες και για πρώτη φορά ανακάλυπτε μία μία τις λέξεις του βιβλίου, που διάβαζε στα παιδιά.

Για τη Σαμπίνα, όμως, οι λέξεις αυτές δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ήχους κενούς, τίποτα δεν είχαν να της πουν. Μπορούσε να πιάσει μερικές όπως: μαλλιά, χρυσό, γύπας, άντρας, βοσκοπούλα, αλλά η ιστορία του βιβλίου παρέμενε για κείνη κρυμμένη στο χαρτί. 

Η Σαμπίνα φοβόταν. Ένιωθε σαν ένα τριζόνι να έχει φωλιάσει κάτω από το στήθος της. Φοβόταν μήπως η δασκάλα τη ρωτήσει κάτι σχετικά με την ιστορία που τους διάβαζε. Ύστερα, κάτι συνέβη, σαν κάποιος να την κάλεσε από ένα μέρος μακρινό και μυστηριώδες. Ήταν τη στιγμή που η δασκάλα άφησε το βιβλίο, που μέχρι τότε διάβαζε στα παιδιά, και στα χέρια της έπιασε ένα άλλο. Οι λέξεις του δεύτερου βιβλίου ήταν γραμμένες στη γλώσσα των Κέτσουα. Αυτήν τη φορά η Σαμπίνα παρατήρησε τα σπινθηροβόλα μαύρα μάτια της δασκάλας και αμέσως μπόρεσε πιο εύκολα από ποτέ, να διακρίνει πώς βουτούσαν τις λέξεις μια μια και έπλεκαν μ’ αυτές ολόκληρη ιστορία, μια ιστορία που ξεκάθαρα πια, μιλούσε για κάποιο γύπα που είχε απαγάγει μια χρυσόμαλλη βασιλοπούλα.

Όλα τα παιδιά της τάξης, σαν να ήταν μαγεμένα, δεν έβγαζαν άχνα. Είχαν χαθεί μέσα στην ιστορία. Προσπαθούσαν να καταλάβουν πώς ο νεαρός βοσκός κατάφερε κάθε μέρα να παίρνει από μια τρίχα της χρυσόμαλλης βοσκοπούλας και πώς ο γύπας το καταλάβαινε, μετρώντας καθημερινά μία μία τις τρίχες του κεφαλιού της.

Μόλις η ιστορία τελείωσε, τα παιδιά -για πρώτη φορά- ζήτησαν από τη δασκάλα να τους διαβάσει άλλη μία. Η Σαμπίνα ήθελε να δει το βιβλίο, να το αγγίξει, να το χαιδέψει, να το μυρίσει. Ο βοσκός ήταν πολύ λιγότερο όμορφος στις εικόνες του βιβλίου απ’ ό, τι στη φαντασία της, ωστόσο, η Σαμπίνα ήθελε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να δει με τι έμοιαζαν οι λέξεις αυτού του βιβλίου, έτσι που ήταν γραμμένες στη γλώσσα των Κέτσουα. Στο βάθος της καρδιάς της, το ίδιο τριζόνι με πριν -όλο χαρά αυτήν τη φορά- ήθελε να φωνάξει.

Τη νύχτα, κι ενώ στριφογύριζε ολομόναχη στο κρεβάτι της, η Σαμπίνα ένιωσε να την επισκέπτεται το ίδιο τριζόνι -τώρα, ήθελε να τραγουδήσει. Μια ανατριχίλα τη διαπέρασε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Τώρα το τριζόνι ήθελε να τραγουδήσει με όση δύναμη είχε και δεν είχε. Και όλα αυτά είχαν συμβεί εξαιτίας της γλώσσας των Κέτσουα, της γλώσσας των προγόνων της, της γλώσσας των γεροντότερων της πόλης όπου ζούσε. Τώρα πια η Σαμπίνα ήξερε πάρα πολύ καλά πως όμορφες ιστορίες μπορούσαν να γραφτούν ακόμα και στη γλώσσα των Κέτσουα.

Με το κεφάλι της γυρτό στο μαξιλάρι, ταξίδεψε σε όλες εκείνες τις ιστορίες που είχε ακούσει από τους παππούδες και τις γιαγιάδες της. Ήταν τόσο πολλές! Με τα μάτια της φαντασίας της μπορούσε να τις δει να ξετυλίγονται μπροστά της μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου γραμμένου στη γλώσσα των Κέτσουα. Μπορούσε να δει την πολύχρωμη εικονογράφησή του και τα ωραιότερα τοπία της πόλης που έμενε να απλώνονται γύρω της σε φύλλα χαρτιού. Τότε, ένιωσε το τριζόνι της χαράς να αναπηδά και πάλι μέσα στο στήθος της.

Μετά αποφάσισε κάτι πολύ σημαντικό και προσωπικό μαζί. Αποφάσισε να χτίσει με λόγια, εντελώς μόνη της, όλες αυτές τις μοναδικές και έξοχες σκέψεις, που περνούσαν από το μυαλό της, και να τις κάνει ιστορίες που θα τις αφηγούνταν τα παιδιά στη γλώσσα των Κέτσουα. Κράτησε το μυστικό της και δεν το μοιράστηκε με κανέναν, ακόμα και τις στιγμές εκείνες που ένιωθε πως το τριζόνι που έκρυβε βαθιά μέσα της ανυπομονούσε να φτερουγίσει και να ψελλίσει λέξεις εδώ κι εκεί. Αυτό θα ήταν το μεγάλο της μυστικό! 

Έψαξε να βρει ένα παλιό τετράδιο, στο οποίο θα μπορούσε και να σχεδιάζει. Έκοψε όσες σελίδες της χρειάζονταν και αποφάσισε πως αυτό θα γινόταν το πρώτο της βιβλίο στη γλώσσα των Κέτσουα. Έγραψε τον τίτλο του βιβλίου της με χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο. Γύρω από τις λέξεις του τίτλου σχεδίασε μικρά, χαρούμενα λουλουδάκια σε διάφορα μεγέθη. Στο κάτω αριστερό μέρος της σελίδας σχεδίασε ένα τετράγωνο. Έγραψε την πρώτη της πρόταση. Ύστερα από λίγο άρχισε να σχεδιάζει ένα κουνέλι, που έτρεχε να βρει την αιώνια εχθρό του, την αλεπού. Η Σαμπίνα ήταν περισσότερο βυθισμένη και χαμένη στις σκέψεις της από ποτέ. Ήταν λες και οι σελίδες αυτού του παλιού τετραδίου είχαν πάρει σάρκα και οστά, και μαζί μ’ αυτές ο λαγός και η αλεπού. Βρίσκονταν όλοι οι ήρωες της ιστορίας εκεί μπροστά της, ζωντανοί μόνο και μόνο επειδή εκείνη τους είχε φέρει στη ζωή.
Κάθε νύχτα, στο κρεβάτι της, σε κάποιο απόκρυφο μέρος του μυαλού της, συναντούσε τις σελίδες που έλειπαν, για να ολοκληρωθεί το βιβλίο της -κάθε νύχτα που περνούσε οι σελίδες του γίνονταν ακόμα πιο πολύχρωμες και πιο όμορφες.

Έπειτα από λίγες μέρες, η Σαμπίνα έβαλε το παλιό τετράδιο με την ιστορία μέσα στη σχολική της τσάντα. Στιγμή δε σταμάτησε να παλεύει με το φόβο, που φώλιαζε βαθιά στην καρδιά της. Ήταν λες και το τριζόνι που έκρυβε μέσα της είχε πολλαπλασιαστεί, λες και τώρα εκατοντάδες τριζόνια τραγουδούσαν μαζί. Ήθελε περισσότερο από ποτέ να πλησιάσει τη δασκάλα της, αλλά και κάτι την τραβούσε πίσω. Ξαφνικά, η Σαμπίνα αποφάσισε να αφήσει την ιστορία της πάνω στην έδρα και μια φωνούλα, που μονάχα ο Θεός ξέρει από πού ακούστηκε, είπε: «Κυρία, εγώ έχω γράψει αυτό το μικρό βιβλίο».

Το χαρούμενο βλέμμα της δασκάλας στράφηκε προς το μέρος της, ενώ την ίδια στιγμή τα ζωηρά, μαύρα μάτια της άρχισαν να ρουφούν μια μια τις λέξεις της ιστορίας, που είχε γράψει η Σαμπίνα.

Έτρεμε ολόκληρη, ταυτόχρονα τα εκατοντάδες τριζόνια, που είχαν μαζευτεί βαθιά μέσα στην καρδιά της, τερέτιζαν αδιάκοπα.

Σε λίγο, ακούστηκε η φωνή της δασκάλας: «Παιδιά, σας έχω μια έκπληξη. Σαμπίνα, κάτσε στη θέση σου!».

Οι λέξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Ήταν όλες λέξεις από τη γλώσσα των Κέτσουα.

Η φασαρία, που μέχρι πριν λίγο επικρατούσε στην τάξη, είχε μετατραπεί σε απέραντη σιωπή. Οι λέξεις των προγόνων τους έμοιαζαν να τους τυλίγουν.

Μετά το τέλος της ιστορίας, όλοι οι μαθητές ήθελαν να δουν, να μυρίσουν και ν΄αγγίξουν το βιβλίο της Σαμπίνας.

Εκείνη τη νύχτα, η Σαμπίνα ονειρεύτηκε ότι ένα γέρικο, σοφό τριζόνι ξεπήδησε από την καρδιά της και της είπε πως έπρεπε να βάλει στόχο στη ζωή της να γεμίσει τα σπίτια των παιδιών με ιστορίες και βιβλία.

Μέχρι το τέλος του χρόνου, η Σαμπίνα είχε γράψει δεκάδες ιστορίες και βιβλία, όλα γραμμένα στη γλώσσα των Κέτσουα, ένα για κάθε συμμαθητή της. Μόνο για τη δασκάλα της με τα μαύρα, χαρούμενα μάτια, έγραψε το πρώτο της βιβλίο στα ισπανικά.

ΓΚΑΜΠΙ ΒΑΓΙΕΧΟ ΚΑΝΕΔΟ 

(Βολιβία, Ιστορίες απ’ όλο τον κόσμο, Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα, IBBY, εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Εύα Καλισκάμη)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Δέσποινα Χατζηγρηγοριάδου.


Η Δέσποινα Χατζηγρηγοριάδου γεννήθηκε το 1989 και μεγάλωσε στην Κατερίνη του Ν. Πιερίας. Σπούδασε Ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Απέκτησε κλινική εμπειρία στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Κατερίνης. Διετέλεσε εκπαιδεύτρια στο Δημόσιο ΙΕΚ Κατερίνης και στο Επιμορφωτικό πρόγραμμα «ΣΧΟΛΕΣ ΓΟΝΕΩΝ» του Ε.Π. «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση». Παρείχε ψυχολογικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ΠΛΑΤΩΝ και στο ΤΕΕ Ειδικής Αγωγής Κατερίνης. Απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Σχολική Ψυχολογία του Ιταλικού Πανεπιστημίου TOR VERGATA. Ασχολείται ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και ενδιαφέρεται να επεκτείνει τις σπουδές της και τις δραστηριότητές της στον τομέα της Ψυχοθεραπείας μέσω Τέχνης
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;