Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Κείμενο που επέλεξε ο Άρης Δημοκίδης



Έλληνες συγγραφείς επιλέγουν και μοιράζονται μαζί μας αγαπημένα τους αποσπάσματα από βιβλία παιδικής, εφηβικής ή νεανικής λογοτεχνίας


Την Κυριακή, κατά το μεσημεράκι, το ογκώδες τζιπ της οικογένειας Παρωρίτη βρυχήθηκε, ενθουσιασμένο λες που κάποιοι το χρησιμοποιούσαν, και έσυρε τα πέντε χιλιάδες κυβικά του έξω απ’ το γκαράζ. Έπειτα από λίγη ώρα, το αυτοκίνητο κατάπινε αχόρταγα τα χιλιόμετρα της εθνικής οδού. Πίσω από τα φιμέ τζάμια, στη θέση του οδηγού, ο Μάξιμος Παρωρίτης βαστούσε συνοφρυωμένος το τιμόνι.

«Κρίμα…» μουρμούρισε κάποια στιγμή. «Τέτοια αυτοκινητάρα και να μην τη χαιρόμαστε. Θα πρέπει να το καθιερώσουμε. Να ταξιδεύουμε πιο συχνά».  

«Αστειεύεσαι, Μάξιμε;» τον επανέφερε στην τάξη η σύζυγός του. «Για ταξιδάκια αναψυχής είμαστε; Ξέρεις πόσο πίσω με πηγαίνει στη δουλειά αυτό το σημερινό;»  

«Εμένα να δεις…» μουρμούρισε εκείνος παραδεχόμενος την ανοησία του.

Στο πίσω κάθισμα, ο Χρήστος και η Βικτώρια κοιτούσαν από τα παράθυρα σιωπηλοί. Στο παρελθόν είχαν εκφράσει αρκετές φορές την επιθυμία τους να ταξιδέψουν, τώρα όμως όλη αυτή η διαδικασία τους φαινόταν εξίσου βαρετή με τη συνηθισμένη τους ρουτίνα. Ακόμη και οι τηγανητές πατάτες που έφαγαν στο φαστ φουντ όπου έκαναν μια σύντομη στάση ήταν ολόιδιες με εκείνες που μασουλούσαν στις ατέρμονες βόλτες τους στο εμπορικό κέντρο.

Η μονοτονία της εθνικής οδού τερματίστηκε έπειτα από δύο ώρες, όταν έστριψαν σε μια παράκαμψη και ακολούθησαν μια ταμπέλα που έγραφε: «Μουντή Κοιλάδα 75 χλμ».

Λίγη ώρα αργότερα, το τζιπ έτρεχε σε έναν στενό επαρχιακό δρόμο γεμάτο λακκούβες και στροφές. Μετά από δύο ανεβοκατεβάσματα σε λόφους και βουναλάκια και τρεις στάσεις για να ξεζαλιστούν τα παιδιά, έφτασαν σε μια στενή κοιλάδα που στο κέντρο της έρεε βουβά ένα μικρό ποτάμι. Πυκνά δέντρα κάλυπταν και τις δυο όχθες, ενώ από πάνω τους κρεμόταν ένας ουρανός βαρύς σαν μολύβι.

«Το πάει για βροχή» είπε ο Χρήστος.

«Η αλήθεια είναι πως στη Μουντή Κοιλάδα έχει πάντα συννεφιά» τον πληροφόρησε ο πατέρας του.

«Είναι ένα τοπικό φαινόμενο με αντικυκλώνες, χαμηλά βαρομετρικά και τα ρέστα».

«Όμως, αγόρι μου, μην κοιτάς προς τα πάνω» είπε η Ελένη. «Κάπου διάβασα πως αυτό μπορεί να προκαλέσει άσχημο στραμπούληγμα στον λαιμό».

«Αυτό μας έλειπε…» μουρμούρισε ο Μάξιμος, κοιτάζοντας τα παιδιά του από τον καθρέφτη. «Και εσύ, Βικτώρια, γιατί έβγαλες τα γυαλιά σου; Θύμισέ μου τι έχουμε πει!»

«Ότι πρέπει πάντα να βλέπουμε καθαρά» είπε το κορίτσι και τα ξαναφόρεσε.

«Έτσι μπράβο. Όποιος βλέπει θολά ονειροπολεί και τελικά δεν προκόβει σε αυτή τη ζωή».

Με αυτά και με αυτά, έφτασαν σε ένα πλάτωμα δίπλα στο ποτάμι και σταμάτησαν κάτω ακριβώς από μια κουτσουρεμένη ξύλινη ταμπέλα.

«Εδώ είμαστε» είπε ο Μάξιμος καθώς τραβούσε το χειρόφρενο.

«Προς Βροχερό Βουνό» διάβασε δυνατά ο Χρήστος.

«Όμως…» έκανε έπειτα στρέφοντας πέρα δώθε το κεφάλι του. «Πού είναι ο δρόμος;»

Πράγματι, η ταμπέλα έδειχνε σε ένα στενό γεφυράκιπου κρεμόταν ανάμεσα από τα αιωνόβια πλατάνια ενώνοντας τις όχθες του ποταμιού. Μόνο πεζός θα μπορούσε κανείς να το διαβεί και πάλι με μεγάλη προσοχή, αφού μερικά σανίδια του έλειπαν ενώ τα σκοινιά που το κρατούσαν είχαν ξεφτίσει σε επικίνδυνο βαθμό.

Ο Μάξιμος Παρωρίτης άνοιξε την πόρτα.

«Δεν υπάρχει δρόμος» είπε πηδώντας στο έδαφος. «Από δω αρχίζει το μονοπάτι για το Βροχερό Βουνό».

«Εννοείς πως θα πάμε με τα πόδια;» ρώτησε ο Χρήστος.

«Εμείς δε θα πάμε πουθενά. Εσείς θα πάτε» διευκρίνισε ο πατέρας του.

Τα παιδιά βγήκαν από το αυτοκίνητο και τον πλησίασαν αναστατωμένα.

«Ακούστε, παιδιά» πήρε τον λόγο η μητέρα. «Η προγιαγιά σας ήταν απόλυτη ως προς αυτό. Απαιτεί εμείς να φύγουμε και εσείς να μείνετε εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, και να περιμένετε. Θα στείλει εκείνη κάποιον να σας παραλάβει».

Η Βικτώρια γούρλωσε τα μάτια της.

«Τι; Θα μείνουμε ολομόναχοι σε αυτή την ερημιά;»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αλάστρα-Το βιβλίο των δύο κόσμων»

(Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Αλάστρα-Το βιβλίο των δύο κόσμων, εκδόσεις Πατάκη, σχεδιασμός εξωφύλλου: Μιχάλης Διαλυνάς)

Ο Άρης Δημοκίδης γεννήθηκε το 1978 στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Μικρός πήγαινε στο ωδείο, άκουγε ξένη μουσική, έγραφε παιδικά παραμύθια, έφτιαχνε αυτοσχέδιες εφημερίδες. Όταν τον ρωτούσαν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε δημοσιογράφος ή / και συγγραφέας. Σπούδασε στο Λονδίνο ΜΜΕ και πολιτισμό, αλλά, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, τα καλύτερα τα έμαθε πηγαίνοντας σε εκθέσεις, παρουσιάσεις, ομιλίες, ταινίες, συναυλίες, μιλώντας με ανθρώπους και διαβάζοντας εφημερίδες. Δούλεψε ως δημοσιογράφος στο BBC και σε διάφορα αγγλικά έντυπα και πήρε μάστερ στην Πολιτιστική Διαχείριση. Η καλύτερη δουλειά του ήταν στο Μουσείο Παιδικής Τέχνης στο Λονδίνο, εξαιτίας της οποίας ξανάρχισε να γράφει παιδικά παραμύθια. Η καθημερινή επαφή με πίνακες ζωγραφισμένους από παιδιά του θύμισε την παιδική του ηλικία, τότε που έγραφε παραμύθια και τα χάριζε σε φίλους. Ξεκίνησε να γράφει μετά τα 25 του, γιατί χρειάστηκε αρκετός καιρός για να καταλάβει ότι μόνο με έναν τρόπο θα μπορούσε να ζήσει έστω και επιφανειακά, στους κόσμους που του αρέσουν. Μόνο αν τους έφτιαχνε ο ίδιος.


Ιδέα-επιμέλεια στήλης: Γιώτα Κοτσαύτη 




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;