Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Μια ακατάδεχτη βασιλοπούλα



Κάποτε ζούσε στην Αγγλία ένας βασιλιάς που είχε μια πολύ όμορφη κόρη. Όση όμως ήταν η ομορφιά της,  άλλος τόσος ήταν ο κομπασμός και ακαταδεξιά της. Πίστευε ότι η ίδια ήταν το παν και οι άλλοι τίποτα. 

Με τέτοια ομορφιά ασφαλώς δεν της έλειψαν οι προτάσεις για γάμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που την είχαν ερωτευτεί ήταν και ο νεαρός πρίγκιπας της Δανίας, ο οποίος είχε ορκιστεί ότι δεν θα ησύχαζε αν δεν κατακτούσε την καρδιά της. Στην πρότασή του για γάμο η υπεροπτική πριγκίπισσα απάντησε ότι θα προτιμούσε να τριγυρίζει ζητιανεύοντας παρά να παντρευτεί τον πρίγκιπα της Δανίας.

Αυτός, όσο κι αν απογοητεύθηκε από την πρώτη κρούση, δεν εγκατέλειψε. Της έστειλε σαν δώρο έξι κάτασπρα άλογα που έκαναν μεγάλη εντύπωση στον Άγγλο βασιλιά. Αλλά, την ίδια νύχτα, η πριγκιποπούλα έβαλε να τους κόψουν τις μακριές χαίτες, να λερώσουν το κάτασπρο τρίχωμά τους και να τα στείλουν πίσω στον επίδοξο μνηστήρα με την απάντηση ότι θα προτιμούσε να γνέθει σ’ όλη της τη ζωή παρά να γίνει γυναίκα του. 

Το πριγκιπόπουλο δεν σταμάτησε να επιμένει. Ζήτησε να ναυπηγήσουν το πιο όμορφο ιστιοφόρο που είχε γίνει ποτέ και το έστειλε δώρο στη βασιλοπούλα. Το καράβι έκανε τρομερή εντύπωση στην Αγγλία, αλλά δεν μαλάκωσε την καρδιά της πριγκίπισσας: έβαλε ανθρώπους της και βούλιαξαν το καράβι, αφού είχαν απομακρύνει το πλήρωμα, το οποίο έστειλαν στο βασιλόπουλο με την απάντηση ότι προτιμά να κάνει λάντζα σ’ όλη της τη ζωή παρά να τον παντρευτεί.

Οι απανωτές αρνήσεις της έκαναν πιο επίμονο το βασιλόπουλο. Αυτή τη φορά ντύθηκε ρούχα ζητιάνου και, μετά από μέρες ταξίδι, έφτασε στην Αγγλία, κατευθύνθηκε στο παλάτι και ζήτησε δουλειά στον στάβλο. Του ανέθεσαν να ποτίζει τα ζώα.

Την πρώτη κιόλας μέρα που οδήγησε ένα ένα τα ζώα στην ποτίστρα είδε τη βασιλοπούλα στο παράθυρο. Έβγαλε από τον κόρφο του ένα χρυσό χαλινάρι και το πέρασε στο κεφάλι του αλόγου. Η βασιλοπούλα είδε το θαυμαστό χαλινάρι και ζήτησε από ένα υπηρέτη της να πάει να το αγοράσει από το ζητιάνο. Εκείνος απάντησε στον υπηρέτη:

— Δεν το πουλώ, αλλά μπορώ να της το δώσω δωρεάν αν μου απαντήσει σωστά σε ένα αίνιγμα.

Η βασιλοπούλα θύμωσε πολύ με το θράσος του ζητιάνου και είπε ότι δεν απαντά ποτέ σε ερωτήσεις, πολύ περισσότερο όταν προέρχονται από ζητιάνο.

— Δεν πειράζει, είπε αυτός στον υπηρέτη που μετέφερε τα μηνύματα. Φαίνεται ότι η πριγκίπισσά σου δεν θέλει αρκετά το χρυσό χαλινάρι.

Δεν ξέρουμε πραγματικά πόσο πολύ το επιθυμούσε η ακατάδεχτη πριγκίπισσα, αλλά μόνο ότι κάποιος της αρνήθηκε κάτι, την έκανε να το θέλει πολύ περισσότερο. Αναγκάστηκε να δεχτεί τον όρο του ζητιάνου και ζήτησε να ακούσει το αίνιγμα.

— Είναι ο ουρανός γαλάζιος, πριγκίπισσα;

— Ορίστε; έκανε αυτή έκπληκτη. Αυτό το θεωρείς αίνιγμα; Ναι, ασφαλώς.

Εκείνος τη συνεχάρη για την απάντησή της και της έδωσε το χρυσό χαλινάρι.

Την άλλη μέρα ο ζητιάνος οδηγούσε τα βόδια στην ποτίστρα. Τα έσπρωχνε με μια χρυσή βουκέντρα. Η πριγκίπισσα τον είδε πάλι και ζήτησε να αγοράσει τη χρυσή βουκέντρα. Αυτός της είπε ότι θα της την χαρίσει αν του απαντήσει σωστά σε ένα αίνιγμα. «Τώρα θα με ρωτήσει αν το γάλα είναι άσπρο!» σκέφτηκε ειρωνικά η βασιλοπούλα. Συμφώνησε και εκείνος τη ρώτησε: 

— Είναι το γρασίδι πράσινο, πριγκίπισσα;

— Ναι, ασφαλώς, είπε αυτή. 

Εκείνος τη συνεχάρη για την απάντησή της και της έδωσε τη χρυσή βουκέντρα.

Την επόμενη μέρα η ιστορία επαναλήφθηκε με τον ζητιάνο να έχει ένα χρυσό μαστίγιο.

Πάλι αυτή θέλησε να το αγοράσει και ξανά εκείνος της ζήτησε να απαντήσει πρώτα σε μια ερώτηση. 

Η βασιλοπούλα σκέφτηκε ειρωνικά ότι μάλλον θα τη ρωτήσει αν τα πορτοκάλια είναι πορτοκαλί. 

— Μπορώ να απαντήσω από τώρα στην ερώτησή σου, είπε με φανερότατο κομπασμό. Ναι, ασφαλώς –αυτή είναι η απάντησή μου.

— Σκόπευα να αλλάξω λίγο την ερώτησή μου αυτή τη φορά, υψηλοτάτη και να σε ρωτήσω: «Θέλεις να με παντρευτείς, πριγκίπισσα;». Χαίρομαι που δέχτηκες κιόλας!

— Θα αστειεύεσαι βέβαια! έβαλε οργισμένη τις φωνές αυτή. Εγώ να παντρευτώ έναν ζητιάνο όταν έχω πει όχι σε πρίγκιπες! Αυτό δεν θα συμβεί ποτέ! 

Ο βασιλιάς άκουσε τις φωνές της και όταν έμαθε τα συμβάντα της είπε αυστηρά:

— Δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψω σε οποιονδήποτε υπήκοό μου να μην κρατήσει τον λόγο του, πολύ περισσότερο στην κόρη μου! 

Τους πάντρεψε την ίδια στιγμή και τους έδιωξε από το παλάτι.

Πέρασαν την πρώτη νύχτα του γάμου τους σ’ ένα φτωχικό πανδοχείο, αυτός ντυμένος ζητιάνος, εκείνη πριγκίπισσα.

— Αν δεν θες να νιώθεις αστεία δίπλα μου, της είπε κάποια στιγμή, είναι καλύτερα να δώσεις το μεταξένιο φουστάνι και τα κροκοδειλέ παπούτσια στην κόρη του πανδοχέα και να πάρεις κάτι πιο άνετο για τον δρόμο.

Το άλλο πρωί πήραν πάλι τον δρόμο και τώρα η πριγκίπισσα φορούσε ντρίλινο φουστάνι, χωριάτικο πανωφόρι και χοντροκομμένα παπούτσια.

Ρίχνοντας μια ματιά στον σύζυγό της για πρώτη φορά παρατήρησε ότι δεν ήταν ούτε γέρος, ούτε άσχημος, μάλιστα της φάνηκε σχεδόν συμπαθητικός.

— Ξέρω ότι η πριγκίπισσά μου δεν είναι μαθημένη στην οδοιπορία, κυρίως ντυμένη με τέτοια ρούχα και φορώντας αυτά τα  χοντροπάπουτσα. Αν βαδίζω πολύ γρήγορα ας μου πει να μην την κουράζω, της είπε με μια έκφραση που της φάνηκε τρυφερή.

Το ίδιο βράδυ μπήκαν σε ένα καράβι και έφυγαν για τη Δανία. Εκεί ο άντρας νοίκιασε ένα σπιτάκι κοντά στο παλάτι και ζήτησε δουλειά σαν ξυλοκόπος. Η γυναίκα του βρήκε δουλειά στη βασιλική κουζίνα.

— Και υποτίθεται ότι κάποτε με είχε ζητήσει για γυναίκα του ο πρίγκιπας της Δανίας κι εγώ του είχα αρνηθεί! έκανε μονολογώντας εκείνη.

— Ορίστε; Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, αλλά τώρα πρέπει να δουλέψουμε σκληρά για να τα βγάλουμε πέρα.

Πράγματι δούλευαν πολύ σκληρά. Το βράδυ η άμαθη πριγκίπισσα ερχόταν στο σπίτι κατακουρασμένη.

Κάποια μέρα είπε στον άντρα της:

— Έμαθα ότι τις μέρες αυτές παντρεύεται ο πρίγκιπας με τη Ρωσίδα πριγκίπισσα Τατιάνα. Επειδή το καράβι της έπεσε σε κακοκαιρία και θα καθυστερήσει είπαν ότι ψάχνουν για μια κοπέλα για να προβάρει το νυφικό της. Λες να πάω για να σπάσει λίγο η μονοτονία;

— Όπως θες, της είπε εκείνος. Αν έχεις το ίδιο σώμα με τη Ρωσίδα πριγκίπισσα μπορεί να σου δώσουν και κάποιο δώρο.

Την άλλη μέρα περίμενε στη σειρά με εκατοντάδες άλλες κοπέλες που ήθελαν να μπορούν κάποτε να λένε ότι είχαν προβάρει το νυφικό της Τατιάνας, της Ρωσίδας πριγκίπισσας και μελλοντικής βασίλισσάς τους.

Μόλις τη μέτρησε ο μόδιστρος ενθουσιάστηκε. 

— Νομίζω ότι έχεις το πιο κατάλληλο σώμα. Ταιριάζει απόλυτα με τα μέτρα που μου έδωσε ο πρίγκιπας!

Έτσι η Αγγλίδα δούλεψε όλη τη μέρα προβάροντας το νυφικό. Το απόγευμα της είπε ο υπεύθυνος για την τελετή:

— Η πριγκίπισσα θα αργήσει περισσότερο απ’ ό,τι πιστεύαμε. Πρέπει να κάνουμε γενική πρόβα της εκδήλωσης για να ξέρει καθένας τον ρόλο του. Εσύ θα παίζεις τον ρόλο της πριγκίπισσας.

Έξι θαυμάσια άσπρα άλογα έσερναν την άμαξα στην οποία οδήγησαν σε λίγο την Αγγλίδα, ενώ το πριγκιπόπουλο ήταν ήδη στη θέση του. Καθώς έκαναν την πρόβα, πέρασαν μπροστά από την καλύβα τους. Με έκπληξη είδε ότι το σπίτι τους είχε πάρει φωτιά και ήταν ένας σωρός κάρβουνα και στάχτες.

— Ο άντρας μου ίσως ήταν μέσα στο σπίτι! έβαλε τις φωνές.

Πήδηξε από την άμαξα και προσπάθησε να τρέξει  προς το σπίτι, αλλά το μόνο που κατάφερε, με το μακρύ νυφικό που φορούσε, ήταν να σκοντάψει και να βρεθεί ξαπλωμένη στο χώμα.

— Αυτός ο φουκαράς ξυλοκόπος είναι άντρας σου; ρώτησε έκπληκτος ο πρίγκιπας. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι μια πανέμορφη κοπέλα σαν εσένα θα παντρευόταν έναν ανεπρόκοπο σαν αυτόν!

— Ο άντρας μου δεν είναι ανεπρόκοπος! φώναξε νευριασμένη η κοπέλα. Αν είναι κάποια ανεπρόκοπη αυτή είμαι εγώ. Αλλά τον αγαπάω και δεν θα τον άφηνα ακόμα κι αν μου πρότεινες να γίνω πραγματική νύφη στη θέση της Ρωσίδας σου και να σε παντρευτώ!

— Δεν χρειάζεται να με ξαναπαντρευτείς! της είπε εκείνος και ξεκόλλησε το ψεύτικο μουστάκι του, έβγαλε την περούκα του και έγινε πάλι ο άντρας της!

Αυτή, σε μια στιγμή, τα κατάλαβε όλα. Τον αγκάλιασε, του ζήτησε συγγνώμη και του είπε ότι πάντα θα τον αγαπά είτε πρίγκιπας είναι, είτε ζητιάνος.

Και, πραγματικά, ήταν μια από τις καλύτερες βασίλισσες που πέρασαν από τη χώρα.

(Δανία) 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά Μιχοπούλου.


Γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1971 στο Βόλο, όπου και κατοικεί.
Έχει δύο παιδιά, τη Φωτεινή και τον Φίλιππο.
Το 1992 πήρε το πτυχίο της νηπιαγωγού από την ιδιωτική σχολή Granits στην Αθήνα. Εργάστηκε στον Βρεφονηπιακό Σταθμό Βόλου για 4 χρόνια και, παράλληλα, φοίτησε στο δημόσιο Ι.Ε.Κ. Βόλου (τμήμα προσχολικής αγωγής).
Παρακολούθησε για έναν χρόνο μαθήματα στο τμήμα καλών τεχνών του Καλλιτεχνικού Οργανισμού του Δήμου Βόλου.
Ζωγραφίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό της και σχεδόν πάντα σε ερασιτεχνικό επίπεδο.
Οι μεγάλες της αγάπες είναι τα παιδιά, τα  βιβλία, η μουσική, η θάλασσα, τα ζώα, οι ζεστές αγκαλιές, το φεγγάρι και ο Βόλος.
Πιστεύει πως η τέχνη, όταν προσεγγίζεται βιωματικά, αποκαλύπτει αλήθεια και μπορεί μ’ ένα μαγικό τρόπο να λυτρώνει και να αγγίζει.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;