Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Η λίμνη των ευχών



Κάθε βράδυ, σαν νυχτώσει και όλα τα παιδάκια κοιμηθούν, έρχονται μικρές πολύχρωμες λιβελούλες στον ύπνο τους. Με τρόπο μαγικό κλείνουν τα όνειρα και τις ευχές τους σε μικρά φανταχτερά συννεφάκια και τα μεταφέρουν στην λίμνη των ευχών.

Η λίμνη των ευχών είναι ένα πραγματικά παραμυθένιο μέρος. Kρυμμένο σε έναν μακρινό τόπο που ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν αλλά δεν μαρτυρούν, για να μη χάσει τη μαγεία και τη δύναμή του.  Η λίμνη αυτή λοιπόν, είναι στ’ αλήθεια μαγική. Γιατί εκεί φωλιάζουν τα όνειρα και οι ελπίδες όλων των παιδιών. Βλέπετε σαν οι όμορφες, αστραφτερές λιβελούλες πάρουν τα όνειρα τους και τα κλείσουν στα μαγικά διαφανή συννεφάκια, τα μεταφέρουν εκεί και τα ακουμπούν στα μεγάλα νούφαρα της που ανθίζουν στην επιφάνεια του νερού.  Τα νούφαρα, που γνωρίζουν πόσο σημαντικά είναι τα όνειρα των παιδιών, μέσα από τους μίσχους τους, στέλνουν τα συννεφάκια από τους ανθούς έως το βυθό. Εκεί η λίμνη τα δέχεται με αγάπη στην αγκαλιά της. Τα προστατεύει και τα θρέφει ώσπου να γίνουν πραγματικότητα.  

Τα πλάσματα που ζουν εκεί, προστατεύουν την λίμνη και μάλιστα, μπορούν και μιλούν με ανθρώπινη λαλιά. Το ίδιο ισχύει και για τις λιβελούλες που είναι οι φύλακες και προστάτες των ονείρων.  Έτσι και η Ασημένια, η πιο ζωηρή και ονειροπόλα λιβελούλα, ζούσε σ’ εκείνη τη λίμνη και μετέφερε όνειρα και ευχές.

Την ημέρα έπαιζε διάφορα παιχνίδια και κυνηγιόταν με τις υπόλοιπες λιβελούλες. Της άρεσε να πεταρίζει πάνω από τα κρυστάλλινα νερά της λίμνης, στα οποία καθρεφτίζονταν  ο ουρανός και να πιτσιλιέται με τις δροσερές της σταγόνες. Μα, σαν βράδιαζε, δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της. Ανυπομονούσε να πετάξει  μέσα από την ασημόσκονη των αστεριών και να μαζέψει στα πολύχρωμα συννεφάκια της, όνειρα και ευχές απ’ αυτές που μόνο τα παιδιά ξέρουν να κάνουν. Έπειτα τα πήγαινε στη λίμνη που την περίμενε καρτερικά, φωσφορίζοντας και να λαμπυρίζοντας πολύχρωμη μέσα στο σκοτάδι. Και όλα της τα νούφαρα, που φώτιζαν σαν φαναράκια, περίμεναν και αυτά να υποδεχτούν τα συννεφάκια. Πόσο τη λάτρευε αυτή τη μαγεμένη λίμνη! Που όλο άλλαζε χρώματα και σχήματα και χωρούσε όλες τις ελπίδες των παιδιών και τις προφύλασσε στο βυθό της, σαν να ήταν πολύτιμοι θησαυροί.

Ένας πανούργος μάγος όμως έτυχε να μάθει γι’ αυτό το κρυφό μέρος. Πήγε μόνος του να δει με τα ίδια του τα μάτια τη λίμνη και ζήλεψε τη δύναμη και τη μαγεία της. Ο μάγος αυτός, που φορούσε πάντα μαύρα ρούχα, μακριά κάπα και ψηλό μαύρο καπέλο, ήταν γνωστός και ως Μαυροκαπελάς –φυσικά εξαιτίας του καπέλου του. Όλα τα ζώα του δάσους τον φοβούνταν γιατί οι ιστορίες έλεγαν πως σ’ αυτό είχε εξαφανίσει πολλά ζωάκια. Σαν έμαθε όμως για τη λίμνη, ξέχασε τα πάντα και έγινε εκείνη ο μοναδικός σκοπός του. Βάλθηκε λοιπόν να κλέψει τις ευχές και τα όνειρα των παιδιών από το βυθό της, έτσι ώστε να χάσει τη μαγεία της. Ήθελε να είναι αυτός ο μοναδικός μάγος και να είναι η δική του μαγεία η πιο ισχυρή πάνω στη γη.

Η λίμνη όμως κατάλαβε τον πονηρό σκοπό του και το ψιθύρισε στα ζώα και στις λιβελούλες.  Έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι για να προφυλαχθούν από αυτό το μεγάλο κίνδυνο, τον πανούργο Μαυροκαπελά. Η Ασημένια ήταν πολύ αναστατωμένη και φοβισμένη. Αυτός ήταν και ο λόγος που φτερούγιζε συνεχώς γύρω από τη λίμνη. Φοβόταν γι’ αυτόν τον μάγο που είχε βάλει σκοπό να της κάνει κακό. Έτσι, όταν μια μέρα είδε τον Μαυροκαπελά  να έρχεται από μακριά, έτρεξε να ειδοποιήσει όλα τα ζώα και τη λίμνη.

«Καλυφτείτε, καλυφτείτε κι έρχεται ο Μαυροκαπελάς!» φώναζε η καημένη από μακριά. Η λίμνη ταράχτηκε και άφρισαν τα νερά της. Σαν ο μάγος έφτασε κοντά, έβγαλε τα παπούτσια του για να μπει μέσα. Μαζί του κουβαλούσε και έναν μεγάλο σάκο. Εκεί σκόπευε να βάλει τα όνειρα των παιδιών. Η λίμνη άφρισε για άλλη μια φορά και μίλησε με ανθρώπινη φωνή:

«Τι θέλεις, μάγε από μένα και ετοιμάζεσαι να μπεις στα νερά μου;»

«Θέλω τα όνειρα των παιδιών!»

«Και πιστεύεις ότι θα σε αφήσω να μου τα κλέψεις;  Δεν ξέρεις ότι υπάρχω για να τα προστατεύω;»

«Είμαι πιο ισχυρός από σένα και γι’ αυτό θα τα καταφέρω.  Άλλωστε τι μπορείς να κάνεις για να με εμποδίσεις; Εσύ είσαι απλά μια λίμνη!»

Πριν προλάβει να κάνει βήμα, ένας περίεργος θόρυβος ακούστηκε και η λίμνη ευθύς αμέσως πάγωσε τα νερά της. Τώρα πώς θα έμπαινε ο Μαυροκαπελάς μέσα, να φτάσει τον βυθό της;

«Χα χα» γέλασε η Ασημένια και οι υπόλοιπες λιβελούλες, που ήταν κρυμμένες πίσω από τα δέντρα. Όμως του μάγου δεν του φάνηκε καθόλου αστείο. Είχε θυμώσει και άρχισε να πετάει μεγάλες, βαριές πέτρες. Μ’ αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να σπάσει τον πάγο της. Αλλά ο πάγος ήταν παχύς και δεν έλεγε να διαλυθεί.  Έφυγε λοιπόν, αλλά δεν είχε σκοπό να τα παρατήσει τόσο εύκολα. Την επόμενη κιόλας μέρα, επέστρεψε και πάλι κουβαλώντας μαζί του ένα τεράστιο χρυσό δίχτυ. Εκεί είχε σκοπό να παγιδεύσει τα όνειρα. Όμως τα χρυσόψαρα της λίμνης πέρασαν μέσα από αυτό και το έσκισαν. Ο Μαυροκαπελάς κοκκίνισε, πρασίνισε και άλλαξε χίλια χρώματα από το κακό του.

«Δώσε μου τα όνειρα των παιδιών!» ούρλιαξε δυνατά και όλα τα ζώα του δάσους κρύφτηκαν από φόβο.

«Ποτέ δεν θα το κάνω!» απάντησε με γλυκιά φωνή η λίμνη.»

«Δώστα μου αλλιώς με τα μαγικά μου θα σου αδειάσω το νερό.»

«Τα μαγικά σου δεν έχουν δύναμη μπροστά στη δική μου μαγεία. Το ξέρεις ότι δεν θα πετύχεις το σκοπό σου.»

Ο Μαυροκαπελάς είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του.

«Αργά η γρήγορα θα σε νικήσω να το ξέρεις » είπε και έφυγε βιαστικά.

Η λίμνη έμεινε στεναχωρημένη και τα νερά της περιτριγύρισαν με αγάπη τα όνειρα και τις ευχές.

«Μη φοβάστε και δεν θα σας αφήσω να πάθετε κακό» ψιθύρισε και τα νανούρισε στην αγκαλιά της. Τα νούφαρα μαράζωσαν τρομαγμένα.

«Λες να πετύχει τελικά τον σκοπό του;» ρώτησαν τη λίμνη.

«Όχι δεν θα τον πετύχει, θα τον νικήσουμε τον πανούργο Μαυροκαπελά!» φώναξε η Ασημένια αποφασιστικά. «Όλοι μαζί θα προστατέψουμε τη λίμνη και τις ευχές.»

Την άλλη μέρα κιόλας, ο κακός μάγος εμφανίστηκε και πάλι. Αυτή τη φορά με ένα τεράστιο γυάλινο δοχείο που μέσα είχε ένα περίεργο μαύρο υγρό με πολύ άσχημη μυρωδιά.

«Ήρθα και πάλι λίμνη, όπως σου υποσχέθηκα και μαζί μου έφερα και αυτό το μαγικό ξόρκι για να ρίξω στα νερά σου. Τα ψάρια σου θα χαθούν και τα νούφαρα σου θα μαραθούν.  Έπειτα θα μπορέσω να κλέψω τα όνειρα και τις ευχές των παιδιών.»

Η λίμνη φοβήθηκε και κύματα υψώθηκαν σαν τοίχοι μπροστά του. Εκείνος όμως δεν τρόμαξε και άνοιξε το δοχείο. «ΒΖΟΥΥΥΥΜ» ακούστηκε και ευθύς οι λιβελούλες μαζεύτηκαν θυμωμένο σμήνος γύρω του  και άρχισαν να τον τσιμπούν παντού.

«Σταματήστε, σταματήστε άτιμα ζωύφια!» ούρλιαξε εκείνος. Αλλά αυτές δεν σταματούσαν. Έπρεπε να εμποδίσουν τα ύπουλα σχέδιά του. Τα πουλιά όρμισαν και αυτά σκίζοντάς του την μακριά του κάπα και τα βατράχια πήδηξαν πάνω του και του πήραν το καπέλο.

Ο Μαυροκαπελάς έφυγε τρέχοντας.

«Δεν με νικήσατε ακόμα. Ακούσατε; Θα ξαναγυρίσω κι αυτή τη φορά πιο δυνατός.»

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε φοβισμένο ένα μικρό βατραχάκι. Κανείς δεν απάντησε. Μόνο η Ασημένια είχε κάτι να πει, γιατί  είχε μια ιδέα και μάλιστα πολύ καλή.

«Νομίζω ξέρω τι πρέπει να κάνουμε», είπε και όλα τα ζώα την κοίταξαν με προσοχή.

«Ο μάγος δεν θα σταματήσει να προσπαθεί για το κακό.  Μπορεί να καταφέρνουμε να τον διώχνουμε αλλά ως πότε θα γίνεται αυτό;»

«Και τι πρέπει να κάνουμε;» ρώτησαν οι υπόλοιπες λιβελούλες.

«Αυτό που ξέρουμε. Θα του πάρουμε το όνειρο του το βράδυ που κοιμάται. Και ποιο είναι το όνειρο και η ευχή του μάγου;»

«Είναι να κλέψει τη δύναμη και τη μαγεία της λίμνης!» απάντησαν με ένα στόμα, μια φωνή όλοι.

«Ακριβώς! Εμείς θα του πάρουμε την ευχή και με το μαγεμένο συννεφάκι θα τη μεταφέρουμε, αλλά δεν θα τη βάλουμε στη λίμνη. Θα τη θάψουμε βαθιά στη γη, ώστε να μη ονειρευτεί ξανά το κακό μας!»

Αφού το σκέφτηκαν όλοι για λίγο, θεώρησαν ότι η Ασημένια είχε δίκιο. Αυτό θα κάνανε, απόψε κιόλας.

Εκείνο λοιπόν το βράδυ, η Ασημένια πέταξε μέχρι το κρεβάτι του μάγου Μαυροκαπελά και πήρε το όνειρό του. Με ένα μενεξεδί συννεφάκι το μετέφερε, το έκλεισε σε ένα σεντουκάκι και  μετά το διπλοκλείδωσε. Τα βατράχια της λίμνης, έσκαψαν μια τρύπα βαθιά και εκεί μέσα έριξαν το κουτί με την ευχή του μάγου, έτσι ώστε να μην τη βρει ποτέ κανένας και την ελευθερώσει.

Την επόμενη ημέρα που ο μάγος ξύπνησε, είχε μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Ένιωσε ξαφνικά ανακουφισμένος και πολύ χαρούμενος, αλλά δεν ήξερε τον λόγο. Η ευχή του ήταν θαμμένη και ξεχασμένη και μαζί μ’ αυτή είχε ξεχάσει και το κακό του σχέδιο. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στη μαγική λίμνη και να την ευχαριστήσει για το καλό που του έκανε. Γιατί για έναν περίεργο λόγο ήξερε πως εκείνη ευθυνόταν γι’ αυτή του την καλή διάθεση.

Σαν βρέθηκε κοντά της, κάθισε στην όχθη της και κοίταξε τον εαυτό του στο νερό, μόνο που σαν να του φάνηκε πως είδε ένα παιδί και όχι εκείνον. Χάιδεψε τα ήρεμα νερά που αυτή τη φορά ούτε άφρισαν, ούτε ταράχτηκαν και είπε:

«Νιώθω όμορφα σήμερα. Έχω από παιδί να νιώσω τόσο καλά και ξέρω βαθιά μέσα μου, πως εσύ μ’ έκανες χαρούμενο.»

«Είσαι χαρούμενος, επειδή δεν σκέφτεσαι πια άσχημα πράγματα. Απαλλάχτηκες από τη κακία σου και γι’ αυτό νιώθεις τόσο όμορφα» απάντησε τρυφερά η λίμνη.

«Σ’ ευχαριστώ, λίμνη. Σ’ ευχαριστώ. Πες μου το όνομά σου. Πες μου, να ξέρω ποιος με έκανε χαρούμενο.»

Η λίμνη χαμογέλασε γλυκά.

«Με λένε  Ελπίδα!»

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΑ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Αθηνά Πετούλη.


Η Αθηνά Πετούλη γεννήθηκε στην Κόρινθο, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Διαμένει μόνιμα στο νησί της Σάμου με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά τους. Ασχολείται με τη ζωγραφική (ελαιογραφίες, ακουαρέλες, ακρυλικά, έργα για παιδικά δωμάτια), την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων και την εκμάθηση ζωγραφικής σε παιδιά. Έχει λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής κι έχει εικονογραφήσει παραμύθια για παιδιά:
«Καλημέρα ήλιε» της Ευφροσύνης Σπυροπούλου, Andy’s Publishers,
«Ο Κόα και το μεγάλο του δώρο» της Αθηνάς Βουδούρη,
«Μπουκέτα Ανθισμένα» Χαϊκού και άλλα τρίστιχα για παιδιά (έπαινος 2014 από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά) της Γιώτας Κοτσαύτη (υπό έκδοση),
«Η ευχή της Αστεράτης» της Ζωής Παπαδάκη, εκδόσεις Φυλάτος,
«Η μάγισσα Μουρ Μουρ και το πλατύ παπούτσι» της Μαρίας Ιορδανίδου, εκδόσεις Φυλάτος.
«Το μονοπάτι του ήλιου» του Αριστείδη Κάντα, εκδόσεις Ιδέες 

Η σελίδα της Αθηνάς στο facebook:

Το κείμενο έγραψε η Μαρία Κούλα.


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο όμορφο νησί της Σάμου, επηρεασμένη από δύο διαφορετικές κουλτούρες και νοοτροπίες, καθότι η μητέρα μου είναι Δανέζα. Τελείωσα το σχολείο στο νησί, εργάστηκα και καταπιάστηκα με πολλά και διάφορα αντικείμενα, καθώς δεν μπόρεσα ποτέ να κατασταλάξω στο τι ακριβώς ήθελα να κάνω και ποιο δρόμο να ακολουθήσω. Ίσως κάποιοι με θεωρούν επιπόλαια, αυθόρμητη και παρορμητική. Εγώ απλά με αποκαλώ ονειροπόλα! Γιατί εκεί που οι άλλοι βλέπουν ένα συννεφιασμένο ουρανό, εγώ βλέπω σχήματα και τα νεφελώματα παίρνουν μορφές και μου διηγούνται ιστορίες. Ιστορίες, που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Το γράψιμο, ανέκαθεν ήταν κάτι που με εξέφραζε και με απελευθέρωνε. Λειτούργησε πολλές φορές σαν βάλσαμο στην ψυχή μου, μια και σε αυτό αναζητούσα λύτρωση κάθε φορά που ήμουν πιεσμένη. Και κάπως έτσι ξεκίνησα δειλά και διστακτικά τα πρώτα μου βήματα στον χώρο της συγγραφής. Πλέον ζω μόνιμα με το σύζυγο μου Γιάννη και την κόρη μου Λυδία- Ερωφίλη, στη λατρεμένη Πρέβεζα. Εύχομαι μέσα από τις ιστορίες και τα παραμύθια μου να καταφέρω να σας ταξιδέψω και να σας μεταφέρω λίγο στο κόσμο της φαντασίας μου.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:







3 σχόλια :

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;