Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019

Το δέντρο που δεν ήθελε να κοπεί


«Από πού ήρθαν, γιαγιά, όλα αυτά τα έλατα;» με ρώτησε ο Φίλιππος την προπαραμονή των Χριστουγέννων όταν βγήκαμε μαζί βόλτα στην αγορά της πόλης όπως του είχα υποσχεθεί.
«Τα έφερε ο κύριος που έχει το μαγαζί».
«Μα πώς ήρθαν όλα αυτά παρέα από το βουνό;»
«Τα έφερε ο κύριος για να τα πάρουν οι άνθρωποι, να τα στολίσουν για τα Χριστούγεννα και να γίνουν χαρούμενοι».
«Πώς θα είναι οι άνθρωποι χαρούμενοι όταν τα έλατα θα είναι λυπημένα μακριά από το σπίτι τους;»
Η ερώτηση του Φίλιππου με ξάφνιασε. Πώς γινόταν, αλήθεια, οι άνθρωποι να αισθάνονται τόσο χαρούμενοι και ξένοιαστοι κάθε Χριστούγεννα όταν αγόραζαν ένα δέντρο που δεν ήξεραν πώς είχε φτάσει ως τα χέρια του μαγαζάτορα και ενώ για κάποιους άλλους ήταν μια μεγάλη πολυτέλεια; Και όταν ένα παιδί αισθάνεται με τη δυνατή του διαίσθηση όλον αυτόν τον πόνο πώς να απολογηθούμε εμείς, οι μεγάλοι;
«Καλησπέρα! Αποφασίσατε;» ήρθε και μας ρώτησε ο πωλητής καθώς μας είδε να στεκόμαστε πολλή ώρα κοιτάζοντας τα έλατα.
«Φίλιππε, ποιο δέντρο θα ήθελες;» ρώτησα τον εγγονό μου σε απολογητικό τόνο.
«Αχ γιαγιά, μπορούμε να πάρουμε όλα αυτά τα έλατα και να τα γυρίσουμε πάλι πίσω στο βουνό;»
Ο πωλητής ξεροκατάπιε και προσπάθησε να δικαιολογηθεί:
«Ξέρετε, όλα αυτά τα δέντρα είναι ήμερα. Προέρχονται από φυτώριο…»
Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση και τον αποχαιρέτησα βιαστικά. Όταν απομακρυνθήκαμε αρκετά σταμάτησα να πάρω μια ανάσα. Σίγουρα δεν ήμουν εγώ υπεύθυνη για όλα τα κακά που συμβαίνουν στον κόσμο ούτε μπορούσα να τα διορθώσω μόνη μου. Μπορούσα όμως να δώσω στον μικρό μου εγγονό την ελπίδα ότι όλα μπορούν να αλλάξουν.
Πήρα τον Φίλιππο και καθίσαμε στα παγκάκια που βρίσκονταν στη μικρή πλατεία ανάμεσα στη διασταύρωση των εμπορικών δρόμων. Αγοράσαμε ένα σακουλάκι κάστανα από τον πλανόδιο καστανά και αρχίσαμε να τα καθαρίζουμε.
«Φίλιππε, θα ήθελες να σου πω ένα μικρό παραμύθι μέχρι να ξεκουραστούμε λίγο και μετά να συνεχίσουμε τη βόλτα μας;»
«Κι άλλο παραμύθι, γιαγιά; Δεν συμφωνήσαμε πως είμαι πια μεγάλο παιδί;»
Χαμογελάσαμε χωρίς να το θέλουμε, το νέο ζευγάρι στο διπλανό παγκάκι κι εγώ μαζί.
«Εντάξει, όχι άλλο παραμύθι αφού μεγάλωσες πια! Τι θα έλεγες για μια αληθινή ιστορία;»
«Είναι σίγουρα αληθινή; Το ορκίζεσαι;»
«Φυσικά και είναι! Το ορκίζομαι στα παραμύθια!»
Το διπλανό ζευγάρι χαμογέλασε ξανά, πλατιά τώρα.
«Εντάξει, σε ακούω!» είπε ακουμπώντας αναπαυτικά στην ξύλινη ράχη του παγκακιού.
«Ψηλά, λίγο πριν την γεμάτη βράχια κορυφή του βουνού ζούσε μια μεγάλη συντροφιά από έλατα…»
«Έλα, βρε γιαγιά, έχουν τα έλατα φίλους;»
«Εσύ θα μου πεις αφού ακούσεις πρώτα την ιστορία. … Τα έλατα ζούσαν εκεί για πάρα πολλά χρόνια έτσι που πια γνωρίζονταν πολύ καλά το ένα με το άλλο και είχαν κάνει φιλίες, οικογένειες και μικρές γειτονιές…»
«Μήπως είχαν και πολυκατοικίες;» χασκογέλασε ο Φίλιππος.
«Σσσσστ!» του είπε το διπλανό ζευγάρι.
«… Γιόρταζαν όλα μαζί τις χαρές και μοιράζονταν τις λύπες. Εκεί στην κορυφή του βουνού όπου βρίσκονταν έβλεπαν τις πολιτείες των ανθρώπων, τις θάλασσες και τα ποτάμια, τα ζώα και τα πουλιά. Όταν χρειάζονταν κάτι έρχονταν μέχρι την βουνοκορφή για να το δανειστούν και όταν χρειάζονταν αυτά κάτι κατέβαιναν μέχρι τα δικά τους μέρη. Για πάρα πολύ καιρό η ζωή ακολουθούσε αυτό τον δρόμο και όλοι ήταν ευτυχισμένοι.
Τα πράγματα ωστόσο άρχισαν να αλλάζουν σιγά-σιγά στις ανθρώπινες πολιτείες. Οι άνθρωποι ανακάλυπταν ολοένα και περισσότερα νέα πράγματα και χρειάζονταν συνεχώς όλο και κάτι παραπάνω από τους κοντινούς τους γείτονες. Όταν οι πιο κοντινοί δεν είχαν πλέον τίποτα άλλο να τους δώσουν, έφτασαν κάποτε και στην κορυφή του βουνού. Τα έλατα συνηθισμένα δεν ανησύχησαν. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός η παρέα τους μίκραινε ολοένα και περισσότερο, οι παλιές γειτονιές ερήμωναν και συναντούσε κανείς δέντρα αραιά και που.
Μια μέρα, καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, όλα τα έλατα της κορυφής ήταν ανήσυχα. Κάθε χρόνο οι ξυλοκόποι έκοβαν ολοένα και πιο πολλά δέντρα γιατί στους ανθρώπους άρεσε να τα χρησιμοποιούν για να στολίζουν για τις μέρες των γιορτών τα σπίτια τους και μετά να τα πετάνε στα σκουπίδια. Ένα μικρό ελατάκι που δεν ήξερε καλά ακόμη τι κάνουν οι ξυλοκόποι χάρηκε που είδα να το κοιτάζει ένας απ’ αυτούς. «Αυτό θα είναι τέλειο για το παιδικό δωμάτιο» σκέφτηκε και βάλθηκε να το κόβει. Το ελατάκι άρχισε να κλαίει και δεν σταμάτησε μέχρι που τελείωσαν οι γιορτές και το έβγαλαν στα σκουπίδια. Ένας περαστικός πρόσεξε πως είχε ακόμη τις ρίζες του και το λυπήθηκε. Το πήρε στο σπίτι του και το φρόντισε μέχρι που να δυναμώσει. Όταν έγινε αρκετά δυνατό, ένα Σάββατο πρωί το έβαλε στο αυτοκίνητό του και το φύτεψε ξανά στο βουνό, κοντά στη μητέρα του. Τότε όλα τα έλατα που είχαν μείνει τραγούδησαν και πάλι χαρούμενα κουνώντας τις βελόνες τους στο φύσημα του ανέμου».
Με το τέλος της ιστορίας το ζευγάρι μάς χαιρέτισε συγκινημένο φεύγοντας. Ο Φίλιππος γρήγορα ξέχασε την ιστορία συνεχίσαμε τη βόλτα. Μερικά χρόνια αργότερα δεντροφύτεψε την καμένη πλευρά του κοντινού βουνού.

ΜΕΝΗ ΠΟΥΡΝΗ
...


Γράφω και διαβάζω από παιδί. Αναζητώ την έμπνευση από την ιστορία μέχρι την καθημερινότητα και τη στιγμή, κυρίως όμως μέσα από την περιπέτεια του ανθρώπου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδιαφέρον από την καταγραφή της πορείας του ανθρώπου μέσα στο χρόνο από παιδί μέχρι τα γηρατειά και από την προϊστορία μέχρι σήμερα. Είμαι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας-αρχαιολογίας του πανεπιστημίου Ιωαννίνων και πρόσφατα ολοκλήρωσα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου στο Παιδαγωγικό τμήμα του ΕΚΠΑ.





Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;