Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Το παιδί στο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Χριστού

Είμαι μυθιστοριογράφος και νομίζω πως μια «ιστορία»  την έπλασα μόνος μου. Γιατί γράφω «νομίζω», αφού το ξέρω πως εγώ την έπλασα; Κι όμως πάντα μου ‘ρχεται στο μυαλό ότι αυτό έχει συμβεί κάπου και κάποτε, και συνέβη ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων, σε κάποια πελώρια πόλη και σε τρομακτικό κρύο.

Φαντάζομαι ένα αγοράκι, αλλά πολύ μικρό, ίσαμε έξι χρονών ή και πιο μικρό ακόμα. Το αγοράκι αυτό ξύπνησε το πρωί σ’ ένα υγρό και κρύο υπόγειο. Φορούσε μια ποδίτσα και έτρεμε. Η ανάσα του έβγαινε αχνός κι αυτό, καθισμένο στη γωνιά, πάνω σ’ ένα σεντούκι, μην έχοντας τι να κάνει, ξεφυσούσε με το στόμα του αυτόν τον αχνό επίτηδες και περνούσε την ώρα του βλέποντας πώς βγαίνει. Πεινούσε πολύ, όμως, πολύ. Μερικές φορές από το πρωί ζύγωνε στα ξύλα που σχημάτιζαν ένα κρεβάτι, όπου σε στρωσίδι στεγνό σαν τηγανίτα, μ’ ένα μπόγο για μαξιλάρι, κοίτονταν η άρρωστη μάνα του.  Πώς βρέθηκε εκεί μέσα; Φαίνεται πως ήλθε με το αγοράκι της από μιαν άλλη πόλη και έξαφνα αρρώστησε.

[…]

Το παιδάκι βρήκε κάπου στην είσοδο νερό για να πιεί, μα πουθενά δεν μπόρεσε να βρει ένα ξεροκόμματο και κάπου για δέκατη φορά ξύπνησε τη μάνα του να την ξυπνήσει. Ένιωσε τρομάρα στο τέλος από την σκοτεινιά. Το βράδυ είχε πέσει από ώρα και δεν άναψαν φως. Βρίσκοντας ψηλαφιστά το πρόσωπο της μαμάς, το παιδί ξαφνιάστηκε που δεν σάλεψε καθόλου κι έγινε το ίδιο κρύα με τον τοίχο. «Πολύ κρύο κάνει εδώ», σκέφθηκε το αγοράκι· στάθηκε για λίγο εκεί, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του πάνω στον ώμο της μακαρίτισσας, ύστερα χαμήλωσε τα δαχτυλάκια του και ξαφνικά, βρίσκοντας πάνω στο κρεβάτι το σκουφάκι του, σιγά-σιγά, ψηλαφιστά τράβηξε έξω από το υπόγειο. Θα ‘φευγε νωρίτερα, μα φοβόταν το μεγάλο σκυλί πάνω στη σκάλα, που ούρλιαζε όλη μέρα στην πόρτα των γειτόνων. Το σκυλί όμως δεν ήταν εκεί, και το παιδάκι ξαφνικά βρέθηκε στο δρόμο.
Θεέ μου, τι πολιτεία! Ποτέ του δεν είχε δει κάτι τέτοιο. Εκεί απ’ όπου ήρθε, τις νύχτες το σκοτάδι ήταν τόσο μαύρο, ένα φανάρι για όλον τον δρόμο. Τα ξύλινα χαμηλά σπιτάκια κλείνουν τα παντζούρια τους. Στον δρόμο μόλις σκοτεινιάσει δεν βρίσκεις ψυχή. Όλοι κλειδώνονται στα σπίτια τους και μόνο κοπάδια τα σκυλιά ουρλιάζουν, εκατό και χίλια, μουγκρίζουν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Εκεί όμως ήταν ζέστη και του έδιναν να φάει, μα εδώ -Θεέ μου, ας έβρισκε να φάει!

[…]

Να κι άλλος δρόμος, κοίτα τι πλατύς! Εδώ σίγουρα θα το τσαλαπατήσουν. Πόσο φωνάζουν όλοι, τρέχουν με τα πόδια και τ’ αμάξια, και πόσο φως, πόσο φως! Κι αυτό πάλι, τι είναι; Αχ, τι μεγάλο τζάμι, με κάμαρα, και μέσα στην κάμαρα ένα δέντρο ως το ταβάνι: είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο, και πάνω στο χριστουγεννιάτικο δέντρο τόσα πολλά φωτάκια, τόσα χρυσόχαρτα και μήλα γύρω γύρω, εδώ πάλι, κυκλάκια, μικρά αλογάκια. Και μες στην κάμαρα τρέχουν παιδάκια στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και τρων και πίνουν. Να ένα κοριτσάκι που άρχισε να χορεύει μ’ ένα αγόρι· τι χαριτωμένο κοριτσάκι! Να κι η μουσική, ακούγεται μέσα από το τζάμι. Το αγοράκι βλέπει, θαυμάζει και γελάει πια, μα του πονάνε πια και τα δαχτυλάκια και τα πόδια του, και τα χεράκια του έγιναν κατακόκκινα και δεν λυγάνε πια και πονάει να τα σαλέψει. Και ξαφνικά θυμήθηκε το παιδί πως του πονάνε τόσο πολύ τα δαχτυλάκια του, έβαλε τα κλάματα και έτρεξε παραπέρα.

[…]

Του φάνηκε ξαφνικά πως κάποιος τον έπιασε από την ποδιά. Ένα μεγάλο κακό αγόρι στεκόταν δίπλα του και ξαφνικά του έδωσε μια κατακεφαλιά, του άρπαξε το σκουφί του, ενώ από κάτω του έδινε μια γονατιά. Κατρακύλησε το παιδάκι χάμω, γύρω ‘βάλαν τις φωνές, τα σάστισε αυτό, πετάχθηκε πάνω και το ‘βαλε στα πόδια, κι έτρεχε, έτρεχε και έξαφνα μπήκε τρέχοντας κάπου, δεν ήξερε πού, σε μεγάλη αυλόπορτα, σε ξένη αυλή –και κοντοκάθισε πίσω από τα καυσόξυλα:
«Εδώ δεν θα με βρουν, είναι και σκοτεινά».

[…]

-Έλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγόρι μου, είπε ψιθυριστά από πάνω μια σιγανή φωνή.

Σκέφθηκε στην αρχή πως είναι πάντα η μαμά του· αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος, λοιπόν, τον φώναξε;  Δεν έβλεπε, μα κάποιος έσκυψε και το αγκάλιασε στα σκοτεινά. Κι αυτό του άπλωσε το χεράκι και… κι άξαφνα –αχ, τι φως είναι αυτό! Τι ωραίο δέντρο! Μα ούτε χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι, ποτέ δεν είδε τέτοια δέντρα! Πού  να ‘ναι τώρα:  όλα λάμπουν, όλα φέγγουν και γύρω είναι όλο κουκλάκια. Μα δεν είναι κουκλάκια, είναι αγοράκια και κοριτσάκια, μα τόσο φωτεινά· όλα στριφογυρίζουν γύρω του, πετάνε, όλα τον φιλάνε, τον παίρνουν μαζί τους, κι αυτός πετάει και βλέπει:  τον κοιτάει η μαμά του και γελάει χαρούμενη.

-Μαμά! Μαμά! Πόσο καλά είναι εδώ, μαμά! της φωνάζει το αγοράκι και πάλι φιλιέται με τα παιδιά. 

«Ποιοι είσαστε σεις αγοράκια; Ποιοι είσαστε, κοριτσάκια;» τα ρωτάει με γέλια και αγάπη γι’ αυτά.

-Είναι το «χριστουγεννιάτικο δέντρο του Χριστού», του αποκρίνονται. Ο Χριστός πάντα τέτοια μέρα έχει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο για τα μικρά παιδάκια, που εκεί κάτω δεν έχουν δικό τους δέντρο…

Κι έμαθε το παιδάκι πως όλα εκείνα τ’ αγοράκια και κοριτσάκια είναι παιδάκια σαν κι αυτό· πως άλλα πάγωσαν ακόμα στα πανέρια τους, που μ’ αυτά τα είχαν παρατήσει στα σκαλιά, στις εξώπορτες των κρατικών λειτουργών στην Πετρούπολη· κι άλλα έπαθαν ασφυξία στις χωριάτισσες της Τσούχνα, που τα ‘παιρναν από το βρεφοκομείο για να τ’ αναστήσουν· άλλα πάλι πέθαναν στο στερεμένο στήθος της μητέρας τους (όταν στην περιοχή της Σαμάρα ήταν λιμός)· κι άλλα που έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τη δυσωδία. Και τώρα όλα αυτά τα παιδιά είναι εδώ, όλα τους είναι σαν αγγελούδια όλα καλεσμένα του Χριστού και Αυτός εν τω μέσω αυτών απλώνει προς αυτά τα χέρια Του και τα ευλογεί, μαζί με τις αμαρτωλές μανάδες τους…

Κι οι μανάδες των παιδιών αυτών στέκουν εδώ πάλι, παράμερα και κλαίνε. Η κάθε μια  αναγνωρίζει το αγοράκι ή το κοριτσάκι της, κι αυτά τις ζυγώνουν πετώντας και τις φιλούνε, τους σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χεράκια τους και τις παρακαλούν να μην κλαίνε, γιατί εδώ νιώθουν τόσο καλά!...

ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ, Χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Φ.Μ.Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις Gutenberg.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Απολλώνια Παραμυθιώτη.


 Ονομάζομαι Απολλώνια Παραμυθιώτη. Είμαι 20 ετών και η καταγωγή μου είναι από την Παραμυθιά και την Κέρκυρα. Είμαι αυτοδίδαχτη ζωγράφος και τα πρώτα μου βήματα άρχισαν από πολύ μικρή ηλικία. Συμμετείχα σε διαγωνισμούς και εκθέσεις ζωγραφικής -από τους περισσότερους απέσπασα διακρίσεις. Όπως π.χ. στον Πανευρωπαϊκό και Πανελλήνιο Διαγωνισμό του 2009 με θέμα "Έρευνα και Καινοτομία".

Έχω εικονογραφήσει για τον Ιταλικό οίκο Aletti Editore το παραμύθι της συγγραφέως Γεωργίας Χαϊδεμενοπούλου με τίτλο "7 Favole... 7 Colori dell' arcobaleno". 
Συμμετέχω εθελοντικά ως εικονογράφος στις Εκδόσεις Σαΐτα.

Δύο νέες δουλειές εικονογραφημένες από την Απολλώνια:
1.Η πηγή της γνώσης και άλλα παραμύθια (Γεωργίας Χαϊδεμενοπούλου, εκδόσεις Πένα)
2.Δεν θέλω αδερφάκι (Γαντζούδη Χάρη, εκδόσεις Bookstars)

Η ομάδα της στο facebook:

...
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;