Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Το συννεφένιο δέντρο

Μια φορά σ’ ένα δάσος έπιασε μια τόσο δυνατή μπόρα, που δεν είχε ξαναγίνει. Τα σύννεφα πάλευαν στον ουρανό με βογκητά, βροντές, με χτυπήματα, κεραυνούς, αστραπές, κι έριχναν ποτάμι τη βροχή.

Τα μικρά δέντρα, τρομαγμένα, γαντζώνονταν με τις ρίζες τους στη γη, να μην τα παρασύρει το νερό. 
Τα μεγάλα λούζονταν και δέρνονταν με τη βροχή, προσπαθώντας να σώσουν τα φύλλα και τα τρυφερά κλαδιά τους.

Μέσα στην αντάρα τ’ ουρανού, γλίστρησε ένα σύννεφο και, πέφτοντας πάνω σ’ ένα δέντρο, σκάλωσε στα κλαδιά του. Σιγά σιγά η μπόρα κόπασε, όλα άρχισαν να γαληνεύουν και μόνο το δέντρο που είχε το σύννεφο στα κλαδιά του ήταν αλαφιασμένο, ξαφνιασμένο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Το σύννεφο που είχε πέσει πάνω του ήταν τόσο απαλό, που θάρρεψε πως ήταν φίλημα τ’ ουρανού. Μαγεύτηκε τόσο, που τ’ αγκάλιασε για να το κρατήσει για πάντα. Λίγο λίγο το ρούφηξε μέσα του, να νιώσει τη δροσιά και την απαλοσύνη του ως μέσα στην καρδιά του. Έτσι άρχισε να νομίζει πως ήταν αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα δέντρα, γιατί κρατούσε κάτι από τον ουρανό. Το σύννεφο πάλι, κλεισμένο στον κορμό του δέντρου, θέλοντας να ξεφύγει, να πετάξει, το τραβούσε το δέντρο όλο προς τα πάνω κι εκείνο ψήλωνε, ψήλωνε, και ξεπέρασε όλα τα δέντρα του δάσους.

Το δέντρο ήταν σαν αλλοπαρμένο, δεν κοίταζε πια στη γη, παρά μόνο στον ουρανό, κι άρχισε μέρα με τη μέρα να νιώθει ανάλαφρο σαν πουλί, που πετάει με τα κλαδιά του ανοιχτές φτερούγες.

Σε λίγον καιρό έβγαλε ανάμεσα στα φύλλα του μικρούλια σύννεφα, που έπαιζαν γύρω στα κλαδιά του κι έμοιαζαν με συννεφένια λουλούδια. Ήταν τόσο όμορφο, που άλλο δεν είχε πουθενά, αλλά και τόσο περήφανο, γιατί όλοι το θαύμαζαν. Ο ήλιος δε χόρταινε να το κοιτάει με χίλια χρυσά μάτια. Η ομορφιά του είχε ακουστεί παντού, κι έτρεχαν από μακριά άνθρωποι, ζώα, πουλιά για να δουν το παράξενο συννεφένιο δέντρο, κι όλοι έτσι το έλεγαν.

Μα η ομορφιά, η περηφάνια κι η χαρά του δε βάσταξαν για πολύ.

Μια μέρα ήρθε πάλι μια δυνατή μπόρα. Το συννεφένιο δέντρο, έτσι όπως είχε ξεφύγει από τα μέτρα του -ήταν πάνω απ’ τ’ άλλα δέντρα γιατί κοίταζε μόνο ψηλά-, το βρήκε εύκολα τ’ αστροπλέκι. Μ’ ένα κουφαντικό μπουμπουνητό και μια τυφλωτική αστραποβολιά, έπεσε πάνω του το πυρωμένο τσεκούρι και το έκαψε ως τη ρίζα.

Το περήφανο δέντρο ρημάχτηκε. Απόμεινε ένα καψαλισμένο κούτσουρο, χωρίς κλαδιά και φύλλα, χωρίς συννεφένια λουλούδια. Κι έτσι χάθηκε το όνειρο, που το έκανε και θαρρούσε πως πετάει σαν πουλί, πως το φιλάει ο ουρανός, πως σμίγει με τα σύννεφα.

Όλα τα πλάσματα του δάσους λυπήθηκαν κι έκλαψαν το κεραυνοκαμένο δέντρο. Κι ένα πουλί, από συμπόνια και αγάπη, έκανε τη φωλιά του σε μια κουφάλα του ξερού κορμιού του, για να το συντροφεύει με το κελάηδημά του, που έλεγε τραγούδια για τις μέρες της χαράς.

ΘΕΤΗ ΧΟΡΤΙΑΤΗ, Τα δέντρα μας, εκδόσεις Πατάκη.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Θεοδώρα Μουλαδένιου.


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Κ.Π. Καβάφης

Γεννήθηκα το 1975 και οι γονείς μου μου έδωσαν το όνομα Θεοδώρα της οικογένειας Μουλαδένιου. Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια σ΄ ένα χωριουδάκι, Τούμπα, του Ν. Σερρών. Σπούδασα δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη, εργάστηκα στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης" κάποια χρόνια και αργότερα τα βήματά μου με πήγαν στην Έδεσσα, πόλη των νερών. Εκεί έφτιαξα την οικογένειά μου και "σπούδασα" ανθρωπολογία διατηρώντας το κεντρικό καφενείο της πόλης. Ανακατεύτηκα με χορευτικούς συλλόγους, παραστάσεις... Η ζωή όμως είναι ταξίδι και έτσι σήμερα είμαι μόνιμος κάτοικος Augsburg, της Γερμανίας, πόλη όπου η τέχνη και ο πολιτισμός δεν είναι ελίτιστικα πράγματα, αλλά διαπνέουν από άκρη σε άκρη τους ανθρώπους.  Αυτόν τον καιρό σπουδάζω τη γερμανική γλώσσα αργότερα... ποιός μπορεί να γνωρίζει τί θα συμβεί αργότερα;
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;