Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Ποιος είναι;

 



                                                            

Όλο τον χρόνο τη λίστα ετοιμάζει

με τα καλά και τ’ άτακτα παιδιά.

Στο εργαστήρι του προσεκτικά επιβλέπει

όσα παιχνίδια φτιάχνουνε τα ξωτικά.

 

Καθώς κοντεύουν οι γιορτές έτοιμα είναι

δώρα, ελάφια, έλκηθρο, στολή,

ο χάρτης και η λίστα που θα πάρει

για να βρεθεί μ’ ακρίβεια στη γη.

 

Σε κάθε σπίτι μπαίνει μ’ ευκολία,

ξέρει καλά τον τρόπο τον σωστό.

Όταν στα δέντρα αφήσει αυτό που πρέπει,

δεν λέει όχι σ’ ένα νόστιμο γλυκό!

 

Γιώτα Κοτσαύτη

 

Πηγή: Χριστούγεννα που δεν τελειώνουν ποτέ!, Εκδόσεις Σαΐτα.

http://www.saitapublications.gr/2023/01/blog-post_10.html

 

Η ζωγραφιά είναι απ’ το pinterest

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Χριστουγεννιάζει

 


Ο καιρός χριστουγεννιάζει,
πέφτει στόλισμα το χιόνι.
Πράσινο άρωμα του ελάτου,
πόλεις και χωριά κυκλώνει.

Κι ο καιρός χριστουγεννιάζει.
Κάθε τόσο μια καμπάνα
δίνει μήνυμα στον κόσμο:
Σπήλαιο, γιος, αστέρι, μάνα.

Κι ο καιρός χριστουγεννιάζει.
Κάποιο φέρνει ουράνιο χέρι
την αγάπη-αρνί κοντά μας,
την ειρήνη-περιστέρι.

Φως και κρύσταλλα κι αχτίδες,
κι όλη η πλάση τρεμουλιάζει.
Χιόνι φτερουγούν οι αγγέλοι,
κι όσο πάει, χριστουγεννιάζει.

 

Πηγή: Αγαπημένες χριστουγεννιάτικες ιστορίες,

Εκδόσεις Μίνωας, μετάφραση: Αναστασία Σακελλαρίου.

 

Η χάρτινη φάτνη

 


Μια φορά κι έναν καιρό, σε χωριό μακρινό, ζούσε ένα μικρό κορίτσι, η Άνι. Οι γονείς της ήταν ξυλοκόποι και κάθε μέρα που περνούσε δούλευαν σκληρά για να της προσφέρουν όσα έβγαζε το δάσος. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχε ούτε παιχνίδια ούτε πολλά ρούχα. Όλα τα έφτιαχναν. Τα παιχνίδια της ήταν μερικές σβούρες από ξύλα οξιάς και τα ρούχα της από παχουλές γούνες ζώων.

Όπως είναι λογικό, σ’ ένα σπίτι δίχως ανέσεις, τα Χριστούγεννα είναι πάντοτε πολυτέλεια. Δεν στόλιζαν δέντρο γιατί δεν είχαν στολίδια. Μόνο ευχές αντάλλασσαν στο φαγητό. Απλό φαγητό, μη φανταστείτε πιάτα γαρνιρισμένα. Λίγες πατάτες κι ελάχιστα λαχανικά.

Κάποια Χριστούγεννα όλοι οι άνθρωποι ήταν θλιμμένοι. Είχαν-δεν είχαν ανέσεις, δεν μπορούσαν να τις απολαύσουν. Εξαπλώθηκε ένας ιός θανατηφόρος και κανένας δεν επιτρεπόταν να ψωνίσει ή να κάνει δώρα για να μην αρρωστήσει. Απαγορεύονταν οι συγκεντρώσεις πολλών ατόμων, αλλά κι οι αγκαλιές.

Η Άνι τα άκουσε όλ’ αυτά από ένα μικρό ραδιοφωνάκι. «Δεν βαριέσαι, αφού εγώ δεν ψωνίζω τα Χριστούγεννα. Δεν έρχεται κανένας σπίτι, γιατί ποιος θέλει να κάνει παρέα με φτωχούς; Δεν είναι και μεγάλη συμφορά για μένα».

Όλα κυλούσαν ήρεμα για το κοριτσάκι. Ακόμα κι η ημέρα των Χριστουγέννων. Οι γονείς της δεν πρόλαβαν να της ευχηθούν γιατί δούλευαν. Της είχαν αφήσει ένα μικρό έλατο αστόλιστο κι ένα ζεστό ποτήρι γάλα.

«Θα το στολίσω εγώ το ελατάκι» σκέφτηκε. «Θα ζωγραφίσω και θα κόψω στολίδια. Είμαστε η μόνη οικογένεια που δεν στολίζουμε ποτέ. Δεν υπάρχει καν ένα μέρος για τον νεογέννητο Χριστό. Θα φτιάξω και μια μικρή φάτνη».

Στην άλλη άκρη της γης, οι τρεις μάγοι τριγυρνούσαν έρημοι και μόνοι, γιατί δεν έπρεπε να συναντηθούν λόγω ιού ούτε με το βοσκούς ούτε με τα ζώα ούτε με το θείο βρέφος. Ο καθένας θα γιόρταζε μόνος.

Το αστέρι εξαφανίστηκε για να μην προδώσει με τη λάμψη του τον μικρό Χριστό και του κάνει σύσταση η αστυνομία λόγω πανδημίας. Ωστόσο τους οδηγεί ένα αστέρι χάρτινο με κίτρινους μαρκαδόρους.

«Για δες, Βαλτάσαρ, δύο παιδικά χέρια δίνουν στον ουρανό ένα νέο αστέρι της γέννησης, ας ακολουθήσουμε».

Οι μάγοι τράβηξαν για το σπίτι της Άνι. Ώρες πολλές περπάταγαν μέχρι που βρήκαν ένα φτωχικό καλύβι που ήταν περιτριγυρισμένο από έλατα. Χτύπησαν πολύ ήρεμα την πόρτα, κρατώντας ο καθένας ένα κουτάκι.

Το κοριτσάκι τούς άνοιξε. Κοίταξε τους μάγους θαμπωμένο.

«Τι όμορφα ρούχα που φοράτε! Ποιοι είστε;»

«Οι μάγοι με τα δώρα».

«Μα γιατί δεν είστε στη φάτνη της Βηθλεέμ;»

«Ο μικρός Χριστός φέτος θα γεννηθεί μόνος, δεν έχει πρόβλημα, μας δικαιολογεί λόγω πανδημίας».

«Έχω ακούσει γι’ αυτήν. Περάστε στο φτωχικό μας».

Η Άνι κέρασε τους μάγους ζεστό γάλα. Εκείνοι το ήπιαν και γονάτισαν μπροστά της. Ένα διαφορετικό σκηνικό γέννησης. Ένα μικρό κορίτσι ντυμένο με μια γούνα ζώου, ένα τραπέζι ξύλινο μ’ ένα αστόλιστο δεντράκι, τρεις καλοντυμένοι μάγοι.

Άνοιξαν τα δώρα τους γεμάτοι χαρά.

«Άνι, εγώ σου έφερα στολίδια για το έλατο και λαμπάκια» είπε ο πρώτος

«Εγώ μια γαλοπούλα με μπόλικα κάστανα, για να την ψήσετε στο τζάκι» είπε ο δεύτερος.

«Εγώ σου χαρίζω χριστουγεννιάτικα παραμύθια» είπε ο τρίτος που ήταν στριμωγμένος οικονομικά αλλά το κοριτσάκι το σκέφτηκε.

Τούτη τη νύχτα η Άνι στόλισε το ελατάκι της μαζί με τους μάγους, έψησαν τη γαλοπούλα και διάβασαν μπόλικα παραμύθια. Αφού τα έκαναν όλ’ αυτά, τη χαιρέτησαν θερμά και την άφησαν τρισευτυχισμένη στο τραπεζάκι της, να κοιτάει το δέντρο της, χορτάτη και χαρούμενη.

Σε λίγο θα σχόλαγαν κι οι γονείς της για να πάρουν λίγη από τη μαγεία που δίνουν οι καλές ψυχές. Ήταν οι τρεις μάγοι; Ήταν απλώς χωρικοί που ντύθηκαν μεγαλόπρεπα για να προσφέρουν χαρά; Η πραγματικότητα δεν έχει δα και τόση σημασία.

Το θείο βρέφος από τη Βηθλεέμ κοίταζε το κοριτσάκι από πολύ ψηλά και του χαμογελούσε.

Τώρα που μιλάμε, ετοιμάζεται. Βάζει τις φασκιές του. Θ’ αποφύγει τον συνωστισμό. Θα πάει μόνο.

Θα τρυπώσει στο μέρος που αγαπάει περισσότερο, στη χάρτινη φάτνη του κοριτσιού…

Αστερόπη Πολυκανδριώτη

Πηγή: Σε μια κόλλα λευκή (συλλογικό), Εκδόσεις Αλάτι.

https://www.ekdoseisalati.com/p/se-mia-kolla-leyki/

 

Το πεντάστιχο της Άννας

 


Φωνές στους δρόμους

Χιόνι πέφτει απαλά

Κάλαντα ηχούν

 

Οι μάγοι μας κοντεύουν

Γεννήθηκε ο Χριστός

 

Άννα Μπίντση

Μαθήτρια Δ' Δημοτικού

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Το χρυσάφι του κόσμου

 


Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό μικρό χωριουδάκι, ζούσε ένα αγόρι που το λέγανε Μελχιώρ. Είχε σγουρά μαύρα μαλλιά και κάτι μεγάλα καστανά μάτια γεμάτα αγάπη και καλοσύνη. Η οικογένειά του ήταν φτωχή, όμως τον Μελχιώρ καθόλου δεν τον ένοιαζε. Χόρταινε απ’ την αγάπη των φίλων του και ξεδιψούσε απ’ τα όμορφα λόγια που άκουγε απ’ όπου κι αν περνούσε, γιατί ο Μελχιώρ έκανε πάντα το καλό!

Ένα βράδυ που δεν είχε ύπνο, αποφάσισε να εξερευνήσει την παλιά σοφίτα του σπιτιού· όλο και κάτι παλιό αλλά χρήσιμο θα έβρισκε εκεί. Πάντα του άρεσε ν’ ανακαλύπτει παλιά αντικείμενα και να τα ζωντανεύει ξανά. Τα καθάριζε, τα επιδιόρθωνε και καμιά φορά τους μιλούσε, κι αυτά, σαν να είχαν ψυχή, λαμποκοπούσαν χαρούμενα.

Εκείνο το βράδυ αποφάσισε ν’ ανοίξει το παλιό μπαούλο της γιαγιάς. Δεν μπορεί, κάτι θα βρω σκέφτηκε. Και βρήκε! Μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί, σκονισμένο και ξεχαρβαλωμένο, υπήρχε ένας σβώλος, σαν μικρή πετρούλα. Ήταν θαμπός κι είχε χάσει το χρώμα του, όμως εκεί, στην άκρη, ο Μελχιώρ είδε κάτι να λάμπει, όπως λάμπει ο ήλιος στον ουρανό. Γεμάτος περιέργεια άρχισε να καθαρίζει τη μικρή πέτρα με προσοχή, και τότε...

Τα μάτια του θάμπωσαν απ’ τη λάμψη που ξεχύθηκε. Το μικρό αγόρι απόμεινε να κοιτάει με το στόμα ανοιχτό τη μεγάλη μεταμόρφωση: μπροστά του υπήρχε ένας σβώλος χρυσού, καθαρό, ατόφιο χρυσάφι, κίτρινο κι αστραφτερό! «Επιτέλους, είμαστε πλούσιοι!» μονολογούσε απ’ τη χαρά του. Αμέσως στο μυαλό του άρχισε να καταστρώνει όνειρα, τρελά όνειρα που δεν τολμούσε να τα φανταστεί ποτέ. Φαντάστηκε τους δικούς του, ντυμένους με τα πιο ακριβά ρούχα, να τρώνε σ’ ένα τεράστιο τραπέζι που πάνω του υπήρχαν τα καλά όλου του κόσμου, φαντάστηκε το σπίτι του, μεγάλο και φωτεινό, γεμάτο με όμορφα έπιπλα και στολισμένο με πολύχρωμα μεταξωτά υφάσματα... και θα φανταζόταν κι άλλα, αν δεν τον διέκοπτε η φωνή της μητέρας που του έλεγε πως είναι ώρα να κοιμηθεί.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι κρυφογελώντας χωρίς ν’ αποκαλύψει το υπέροχο μυστικό του σε κανέναν. Θα περίμενε μέχρι την Κυριακή που ήταν η γιορτή του μπαμπά. Ο καλός του μπαμπάς, που μοχθούσε κάθε μέρα για την οικογένεια! Θα ήταν το ωραιότερο δώρο που θα έπαιρνε. Και μ’ αυτές τις γλυκές σκέψεις, αποκοιμήθηκε. Όμως το όνειρο που τον επισκέφθηκε έμελλε να του αλλάξει τα σχέδια...

Ήταν, λέει, νύχτα κι είχε κρύο πολύ. Ο Μελχιώρ βρισκόταν πάνω σε μια καμήλα κρατώντας στα χέρια του με προσοχή ένα μικρό βάζο με τον χρυσό που βρήκε στη σοφίτα και δίπλα του προχωρούσαν άλλοι δύο άνθρωποι πάνω στις καμήλες τους. Είχαν κι αυτοί στα χέρια τους κάτι, κάτι που το κουβαλούσαν με ευλάβεια. Δεν τους γνώριζε, μα κάτι τους ένωνε. Δεν ήταν πια παιδί, αλλά ένας μεγάλος άντρας, πολύ σοφός και καλός. Μαζί με τους δυο συνταξιδιώτες του προχωρούσαν στην έρημο, ακολουθώντας ένα αστέρι, το πιο λαμπερό τ’ ουρανού, που έριχνε τ’ αστραφτερό του φως σ’ ένα μακρινό σημείο στον ορίζοντα. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο αστέρι, ήταν το αστέρι ενός νέου βασιλιά που γεννήθηκε εκείνη τη νύχτα. Και κάτι έλεγε στον Μελχιώρ πως δεν ήταν ένας συνηθισμένος βασιλιάς αυτός.

Ξύπνησε γαλήνιος και χαμογελαστός. Το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά σαν να ήταν πασπαλισμένο απ’ την αστερόσκονη εκείνου του άστρου. Τώρα ήξερε πως έπρεπε να περιμένει.

Κι έτσι έγινε. Πολλά χρόνια αργότερα, ο μεγάλος και σοφός πια Μελχιώρ μαζί με τους φίλους του Κασπάρ και Βαλτάσαρ προσκύνησαν τον νεογέννητο Χριστό χαρίζοντάς του τα πολύτιμα δώρα τους. Ο χρυσός του δεν ήταν προορισμένος να κάνει πλούσια την οικογένειά του αλλά όλον τον κόσμο!

 

Ελισάβετ Γραβάνη

Πηγή κειμένου: Ιστορίες με αλάτι (συλλογικό), Εκδόσεις Αλάτι.

https://www.ekdoseisalati.com/p/istories-me-alati-syllogiko/

 

 

Εικόνα: Απ’ το pinterest

(αν κάποια/ος γνωρίζει δημιουργό, ας επικοινωνήσει με το yotakotsafti1@yahoo.gr)

 

 

 

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Το πολύχρωμο κουμπί του Εντ

 


Μια φορά κι ένα καιρό, σ’ έναν μακρινό τόπο, κάπου πέρα από τη Γη, ζούσε ένας νεαρός άντρας, ο Εντ. Μια μέρα, καθώς πήγαινε στο χωράφι του, συνάντησε έναν ηλικιωμένο με κάτασπρα μαλλιά και μια κάτασπρη γενειάδα τόσο μεγάλη, που σχεδόν ακουμπούσε τη γη. «Παιδί μου, σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο νεράκι» είπε στον Εντ. Εκείνος, χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλε απ’ το σακίδιό του ένα φθαρμένο αλλά πεντακάθαρο παγούρι και του το πρόσφερε. Ο γέροντας δίσταζε να το πάρει. «Κι εσύ; Αν διψάσεις εσύ;» ρώτησε. «Μην ανησυχείς, καλέ μου παππούλη. Κάπως θα βολευτώ». Ο ηλικιωμένος τον ευχαρίστησε και ξεκίνησε να πίνει. Όταν τελείωσε, έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα πολύχρωμο κουμπί. «Πριν από σένα πέρασαν κι άλλοι άνθρωποι, πολλοί. Κανείς δεν μοιράστηκε μαζί μου το νερό του. Με αγνόησαν κι ούτε που τους ένοιαξε αν θα πέθαινα από δίψα. Γι’ αυτό κι εγώ θα σου χαρίσω κάτι» είπε κι έβαλε στο χέρι του Εντ το κουμπί. «Κάθε φορά που θα χρειάζεσαι οτιδήποτε, θα το ακουμπάς κι η επιθυμία σου θα πραγματοποιείται».

Ο Εντ ευχαρίστησε τον ηλικιωμένο και πήρε τον δρόμο για το χωράφι του. Δεν πίστεψε, φυσικά, ότι το κουμπί ήταν μαγικό όμως, καθώς απομακρυνόταν, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Ποτέ κανείς δεν του είχε χαρίσει τίποτα.

Αφού δούλεψε αρκετές ώρες κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, άρχισε να διψάει. «Αχ και να είχα λίγο νεράκι» σκέφτηκε και καθώς έβαζε τα χέρια του στις τσέπες, ακούμπησε το κουμπί. Ευθύς εμφανίστηκαν μπροστά του όχι ένα, ούτε δύο, αλλά δέκα ολοκαίνουργια παγούρια με δροσερό νερό. Έκπληκτος άρχισε να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά, μήπως και καταφέρει να διαπιστώσει από πού ξεφύτρωσαν. Μάταια. Αφού ξεδίψασε, πήρε μερικά και κατευθύνθηκε στα γειτονικά χωράφια, να τα μοιραστεί με τους υπόλοιπους γεωργούς. Έπειτα, αφού ολοκλήρωσε τη δουλειά του, κίνησε για το σπίτι του.

«Γιε μου, δεν βρήκα κάτι άλλο να μαγειρέψω» είπε η μητέρα του. «Μόνο αυτά τα χορταράκια». Ο Εντ είχε δώσει το λιγοστό αλεύρι τους σε μία πολύτεκνη οικογένεια. «Δεν πειράζει, μην ανησυχείς. Νόστιμα είναι και τα χόρτα» απάντησε και της χάιδεψε το κεφάλι όμως η καρδιά του σφίχτηκε. Το τελευταίο διάστημα είχε αδυνατίσει πολύ. «Αχ και να μπορούσα να γέμιζα το τραπέζι με φαγητά» σκέφτηκε κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Μόλις τα δάχτυλά του ακούμπησαν το πολύχρωμο κουμπί, εμφανίστηκαν μπροστά του πιάτα και πιατέλες με χίλια δυο καλούδια. Έτριψαν και ξαναέτριψαν τα μάτια τους, κι όμως! Ήταν αληθινά! Αγκαλιάστηκαν και κάθισαν όχι στο παλιό, μισοδιαλυμένο τραπέζι και στις ετοιμόρροπες καρέκλες τους, αλλά σ’ ένα τεράστιο, ολοκαίνουργιο. Πάνω του, εκτός απ’ τα φαγητά, τα ποτά και τα γλυκίσματα, τα σερβίτσια, τα μαχαιροπήρουνα και το ποτήρια, υπήρχαν κεριά σε περίτεχνα κηροπήγια και κάτι πανέμορφα βάζα με φρέσκα λουλούδια. Γύρω γύρω ένα σωρό βελούδινες, αναπαυτικές καρέκλες.

Όταν βεβαιώθηκε πως η ηλικιωμένη γυναίκα βολεύτηκε, ξεκίνησε να τρώει. Κι ενώ τα πάντα ήταν πεντανόστιμα, δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη. Όλο και στριφογύριζε στη θέση του. Δεν του πήγαινε η καρδιά εκείνος να γεύεται τέτοιες λιχουδιές, όταν τόσοι και τόσοι άνθρωποι εκεί γύρω θα έτρωγαν μόνο ένα ξεροκόμματο. Έτσι σηκώθηκε κι έτρεξε γρήγορα στα γειτονικά σπίτια. Πόση χαρά πήραν οι καλοί άνθρωποι όταν έφτασαν και είδαν με τα μάτια τους την όμορφη διακόσμηση και το πλούσιο γεύμα!

Αφού έφαγαν και ήπιαν, γύρισε ο καθένας στο σπίτι του. Έκπληκτος ο Εντ είδε τις δυο φτωχές καμαρούλες τους να μεταμορφώνονται σε τεράστια δωμάτια με πολυτελή έπιπλα. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και χάιδεψε το κουμπί. Από μέσα του ευχαρίστησε θερμά τον ηλικιωμένο.

Από την επόμενη μέρα έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ένα σχέδιο που δούλευε στο μυαλό του όλο το βράδυ.

Όταν ξύπνησε, πήγε και βρήκε τους γείτονές του. Εκείνοι, με τη σειρά τους, βρήκαν φίλους και γνωστούς. Κι εκείνοι άλλους γείτονες, κι άλλους φίλους, κι άλλους γνωστούς. Με τη βοήθεια του πολύχρωμου κουμπιού αγόρασαν πολλά χωράφια, διάφορα μηχανήματα και σπόρους. Ξεκίνησαν να τα καλλιεργούν. Μ’ έναν δίκαιο τρόπο μοίραζαν τα κέρδη στις οικογένειες του χωριού που μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε γιατί όσοι άκουγαν για τον Εντ και τον τόπο του, αποφάσιζαν να πάνε να ζήσουν εκεί.

Μετά από λίγα χρόνια έγινε ξακουστός στα πέρατα της γης. Η ιστορία του έφτασε και στ’ αυτιά ενός βασιλιά. Η χώρα του είχε καταστραφεί από τους συνεχόμενους πολέμους. Ο φόβος, οι αρρώστιες, η φτώχεια δεν άφηναν πολλά περιθώρια. Ή θα έμεναν και θα πέθαιναν ή έπρεπε να φύγουν. Έτσι, λοιπόν, πήρε την απόφαση να μαζέψει τους λιγοστούς κατοίκους που είχαν απομείνει και να μετακινηθούν στο σπουδαίο αυτό μέρος.

Πέρασε το καλοκαίρι. Ήρθε το φθινόπωρο. Κι έπειτα ο χειμώνας. Λίγο πριν μπει η άνοιξη, μια ομάδα ταλαιπωρημένων ανθρώπων παρουσιάστηκε στον Εντ. Μια πανέμορφη κοπέλα πήρε τον λόγο. Ο πατέρας της ήταν βασιλιάς, όμως το ταξίδι τον είχε τόσο πολύ εξασθενήσει, που δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Έτσι ανέλαβε εκείνη να του πει την ιστορία τους και να διαπραγματευτεί για λογαριασμό όλων. Το αίτημά της έγινε αμέσως δεκτό. Σύντομα είχαν όχι μόνο δουλειά, αλλά σπίτια, ρούχα, φαγητό κι ό,τι άλλο χρειάζονταν.

Απ’ το μυαλό του Εντ δεν έβγαινε η θαρραλέα κοπέλα. Πήρε απ’ την τσέπη του το πολύχρωμο κουμπί και ευχήθηκε κάποια μέρα να την παντρευτεί και να κάνει μαζί της οικογένεια. Ήταν τόσο έντονη η επιθυμία του, που το κουμπί έπεσε απ’ τα χέρια του και κατρακύλησε στο πάτωμα. Όσο κι αν έψαξε, δεν κατάφερε να το βρει. Δεν τον πείραζε όμως, γιατί είχε πια όσα επιθυμούσε και ο ίδιος και ο λαός του. Σύντομα, μάλιστα, παντρεύτηκε τη βασιλοπούλα κι έζησαν ευτυχισμένοι μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Τα παιδιά τους έμαθαν για το πολύχρωμο κουμπί, μα δεν το αναζήτησαν. Δεν χρειαζόταν. Γνώριζαν καλά ότι η αγάπη, η συνεργασία, η εργατικότητα κι η δικαιοσύνη θα συνέχιζαν να αποδίδουν τους καλύτερους καρπούς.

Αυτό που δεν έμαθε ποτέ ούτε ο Εντ ούτε κανένας άλλος είναι πως στο πάτωμα του γραφείου του υπήρχε μια μικρή τρυπούλα που οδηγούσε στη Γη. Το πολύχρωμο κουμπί κύλησε εκεί και βρέθηκε... Κανείς δεν γνωρίζει πού. Περιμένει ακόμα αυτόν που θα το εντοπίσει. Λένε μάλιστα πως για να καταφέρει κάποιος να το δει θα πρέπει να είναι ταπεινός και γενναιόδωρος όπως ο προηγούμενος κάτοχός του. Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα βγεις μια βόλτα, ρίχνε πού και πού και καμιά ματιά προς τα κάτω. Πού ξέρεις; Μπορεί να είσαι εσύ εκείνος που θα το ανακαλύψει! Τι λες, έχεις τα απαραίτητα χαρίσματα; Αν ναι, ξεκίνα να ψάχνεις!

 

Γιώτα Κοτσαύτη

(ανέκδοτο κείμενο)

https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

 

 

Εικόνα: Απ’ το pinterest

(αν κάποια/ος γνωρίζει δημιουργό, ας επικοινωνήσει με το yotakotsafti1@yahoo.gr)