Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

Ο κόρακας

 


 

Στολίστηκ’ ένας κόρακας με παγωνιού φτερά

κι ύστερα καθρεφτίστηκε στης λίμνης τα νερά.

Τόσο περηφανεύτηκε και τόσο καμαρώνει,

που πίστεψε πως έγινε αληθινό παγώνι.

 

Κι είπε: «Με τόσα χρώματα, με τόση ομορφιά,

με τα κοράκια είναι ντροπή να κάνω συντροφιά».

Κι αφήνοντας τ’ αδέρφια του, που ζούσε τόσα χρόνια,

επήγε κει που τριγυρνούν τα πλουμιστά παγώνια.

 

Μ’ αυτά σαν να μυρίστηκαν τα ξένα τα φτερά,

τους κακοφάνηκε κι ευθύς του ρίχτηκαν γερά.

Κι αφού τον απομάδησαν κι ήταν κοράκι πάλι,

του πλήγωσαν με τις τσιμπιές το άστοχο κεφάλι.

 

Τότε μέσα στους πόνους του στοχάστηκε ο φτωχός

πως δεν μπορεί να γιατρευτεί, να ζήσει μοναχός.

Και με τη δόλια του καρδιά, σαν τα φτερά του μαύρη,

στ’ άλλα κοράκια γύρισε παρηγοριά για να βρει.

 

Αυτά τον καλοδέχτηκαν πάλι σαν αδελφό,

μα κάποιος γεροκόρακας, που ήταν πουλί σοφό,

του ’πε: «Τώρα που φόρεσες τη φορεσιά την ίδια,

σκέψου πως πέφτουν γρήγορα τα ξένα τα στολίδια».

 

Ι.ΠΟΛΕΜΗ

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Ο Φλεβάρης

 


Είμ’ ο Φλεβάρης ο μικρός,

ο παραπονεμένος.

Τη μια μέρα μού κλέψανε

κι είμαι σημαδεμένος.

 

Δεν φτάνει που με κλέψανε,

όλοι με κοροϊδεύουν.

Με λένε Κουτσοφλέβαρο

κι αρχίζουν να χορεύουν.

 

Μα γω κακία δεν κρατώ,

δεν θλίβομαι, δεν κλαίω.

Και πρώτος μπαίνω στον χορό.

«Αποκριές!» τους λέω.

 

Και με το πόδι το κουτσό

ως το πρωί χορεύω.

Εσείς με κοροϊδεύετε;

Κι εγώ σας μασκαρεύω.

 

Σοφία Φίλντιση

Ποιήματα για παιδιά, Εκδόσεις Πατάκη.

Η εικόνα είναι προϊόν AI

 

Ο χορός των εφτά

 


Η Δευτέρα με την Τρίτη

στης Τετάρτης παν το σπίτι.

Με την Πέμπτη κουβεντιάζουν,

την Παρασκευή φωνάζουν,

παίρνουνε και το Σαββάτο

και τραβάνε παρακάτω.

Να κι η Κυριακή απ’ το πλάι,

το μαντίλι τους πετάει.

Κι αρχινάνε ζωηρό

της βδομάδας τον χορό.

 

Γιώργης Κρόκος

Η εικόνα είναι προϊόν AI

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

Πώς διαβάζονται τα εξωσχολικά βιβλία:

 


1.Μπορείς να έχεις τα πόδια ψηλά πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και η υπόλοιπη να ’σαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα και να κρατάς το βιβλίο στον αέρα.

2.Μπορείς να είσαι μπρούμυτα στο κρεβάτι και το βιβλίο κάτω στο πάτωμα.

3.Μπορεί, αν έχεις αδελφή, να είναι εκείνη μπρούμυτα στο πάτωμα κι εσύ από πάνω της σαν να σχηματίζετε σταυρό και τα βιβλία βέβαια στο πάτωμα.

4.Το βράδυ, όταν πάτε για ύπνο και σας φωνάζουν να σβήσετε το φως, να κουκουλώνεστε με τα σκεπάσματα και να έχετε ένα κλεφτοφάναρο και να διαβάζετε -αυτό μάλλον τον χειμώνα γιατί το καλοκαίρι θα σκάσετε.

5.Στην τουαλέτα μπορείς να διαβάζεις τα απαγορευμένα βιβλία.

 

ΑΛΚΗ ΖΕΗ

Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Η εικόνα είναι προϊόν AI

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Πώς ένα άλογο κι ένας σπουργίτης βοηθούν ο ένας τον άλλο

 


Ήταν χειμώνας, χιόνια σκέπαζαν τα βουνά και τους κάμπους, κάτασπρες ήταν οι στέγες των σπιτιών. Τα σπουργίτια δεν έβρισκαν τροφή και πεινούσαν. Ένα σπουργίτι πέταξε στον στάβλο ενός αλόγου.

«Μου δίνεις την άδεια να φάω κι εγώ λίγους σπόρους;» του λέει. «Όλα γύρω τα σκέπασαν τα χιόνια. Δεν βρίσκω να φάω και πεινώ το άμοιρο. Αν έβρισκα, δεν θα ζητιάνευα».

Το άλογο αποκρίθηκε με καλοσύνη:

«Έλα κοντά με θάρρος και φάε όσο θέλεις. Είναι εδώ αρκετό κριθάρι και για μένα και για σένα».

Το σπουργίτι πλησίασε και έτσι έτρωγαν μαζί, σαν αγαπημένοι φίλοι. Αφού χόρτασε το σπουργίτι, είπε:

«Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ πολύ. Μου έκανες μεγάλη χάρη και δεν θα τη λησμονήσω».

Κι ενώ πετούσε, έλεγε με τον νου του:

«Η χάρη θέλει αντίχαρη. Μα τι μπορώ να κάνω εγώ, ο μικρός, στο μεγάλο και δυνατό άλογο;»

Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη και ύστερα το καλοκαίρι. Πολύ μεγάλη η ζέστη.

Πλήθος οι μύγες ήταν στον στάβλο και πείραζαν το άλογο και δεν το άφηναν να ησυχάσει. Τότε είπε ο σπουργίτης:
«Να ώρα να κάνω κι εγώ κάτι καλό στο άλογο».

Πέταξε μέσα στον στάβλο και κατάπινε τις μύγες. Έτσι χόρταινε μα κι ελευθέρωνε τον φίλο του από τη μεγάλη ενόχληση. Το άλογο χλιμίντριζε από ευχαρίστηση, σαν να έλεγε στον σπουργίτη:
«Σ’ ευχαριστώ, αγαπητό μου σπουργιτάκι!»

Αρ.Κουρτίδης

 

Πηγή: Ρούλα Παπανικολάου, Ιστορίες και παραμύθια για το νηπιαγωγείο,

Εκδόσεις Μικρός Πρίγκιπας.

 

Η εικόνα είναι προϊόν AI.

 

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Μια μαγική μέρα με τον κύριο Λαμπερό

 


Τον Ιανουάριο του 2022, κατά τη διάρκεια ενός εργαστηρίου, ο μικρός Γιώργος, ο γιος της Σοφίας, θέλησε να μοιραστεί με την ομάδα μας μια ζωγραφιά του. Την ιστορία αυτήν την εμπνεύστηκα απ' τη ζωγραφιά του Γιωργάκη, που πρόσθεσε χρώμα σ’ εκείνη τη χειμωνιάτικη μέρα.

«Γεια σου! Με λένε κύριο Λαμπερό. Εσένα;» φώναξε ο χιονάνθρωπος.

Ο κατσουφιασμένος άντρας γύρισε το κεφάλι και κοντοστάθηκε.

«Εδώ! Εδώ! Είμαι ο κύριος Λαμπερός. Εσύ ποιος είσαι;»

Ο άντρας κάτι μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του κι έφυγε πιο κατσουφιασμένος από πριν.

«Γεια σου! Με λένε κύριο Λαμπερό. Εσένα;» φώναξε ο χιονάνθρωπος.

Η θλιμμένη γυναίκα γύρισε το κεφάλι και κοντοστάθηκε.

«Εδώ! Εδώ! Είμαι ο κύριος Λαμπερός. Εσύ ποια είσαι;»

Ένα δάκρυ έσταξε απ’ τα μάτια της κι η γυναίκα έφυγε πιο θλιμμένη από πριν.

«Γεια σας! Με λένε κύριο Λαμπερό. Εσάς;» φώναξε ο χιονάνθρωπος.

Η Ελένη κι ο Μάριος, τα δίδυμα αδελφάκια, γύρισαν τα κεφάλια και κοντοστάθηκαν.

«Εδώ! Εδώ! Είμαι ο κύριος Λαμπερός. Εσείς ποιοι είστε;»

Τα παιδιά έτρεξαν αμέσως κοντά του.

«Είμαι η Ελένη! Γεια σου, Λαμπερέ!» είπε το κορίτσι, έβγαλε τον σκούφο και τον έβαλε στο κεφάλι του.

«Είμαι ο Μάριος! Γεια σου, Λαμπερέ!» είπε το αγόρι, έβγαλε το κασκόλ και το πέρασε στον λαιμό του.

Οι χιονονιφάδες στροβιλίστηκαν. Κι άρχισαν να παίρνουν διάφορα χρώματα. Μια μαργαρίτα ξεφύτρωσε απ’ τη χιονισμένη γη. Δυο χελιδόνια καλωσόρισαν την Άνοιξη που ήταν στον δρόμο. Ένας ήλιος κατακόκκινος φώτισε τον ουρανό.

Όλ’ αυτά όμως μπόρεσαν να τα δουν μόνο τα παιδιά…

 

Γιώτα Κοτσαύτη

https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Τι ζήτησε ο Χιονάνθρωπος απ’ τον Γενάρη

 

Γιαμουρίδου Κική

Στέκω καμαρωτός, με χρωματιστή μυτούλα, μάτια μεγάλα, μέχρι και καπέλο και κασκόλ. Γιατί άραγε τόση περιποίηση; Εγώ θα λιώσω. Δεν είναι πολύς ο χρόνος της ζωής μου. Σύντομη η χαρά των ανθρώπων που με δημιούργησαν, όπως κι η παραμονή μου εδώ. Εσύ, Γενάρη, όμως έχεις τριάντα μια ολόκληρες μέρες. Προφταίνεις να δώσεις μεγάλες χαρές και να ζωγραφίσεις το χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων. Μπορείς να «μαλακώσεις», να αφήσεις τον ήλιο να απλώσει τις ακτίνες του και να ξεπροβάλλει. Παιδικές φωνές θα ακουστούν παντού. Με παιχνίδια θα περνούν οι ώρες και βόλτες θα λαχταρούν οι μεγάλοι. Έχει και ο Χειμώνας ομορφιές και η φύση δεν θα είναι μόνη. Κρίμα πια τόση ησυχία και όλοι κλεισμένοι μέσα. Δεν σου στοιχίζει τίποτα να γαληνέψεις λίγο τις ψυχές και να δώσεις ανάσες και έμπνευση για όνειρα. Είσαι ο πρώτος μήνας του χρόνου. Βάλε τα θεμέλια για ζωή γεμάτη ομορφιά, αισιοδοξία, ελπίδα. Πέρασε το μήνυμα και στους άλλους μήνες για μια χρονιά γεμάτη φως και χρώματα και ζωντάνια. Εγώ θα λιώσω γρηγορότερα, μα δεν με νοιάζει. Θα έχω κάνει ήδη ένα μεγάλο καλό και ας έζησα λίγο. Θα φύγω χαρούμενος και γεμάτος ικανοποίηση. Όλοι για κάποιον καλό σκοπό ερχόμαστε σε τούτον τον κόσμο. Μη με παρακούσεις, Γενάρη!

 

Κοτσαύτη Γιώτα

Σ’ ένα χωριό, στην άκρη της Γης, ζούσε κάποτε ένας Χιονάνθρωπος. Για καλή του τύχη είχε πολύ κρύο και δεν έλιωνε ποτέ.

Μια μέρα ο Γενάρης κατέβηκε απ’ τον χρυσό του θρόνο, πήρε το μεγάλο του ραβδί και κίνησε για τη Γη. Ακολούθησε το πρώτο δρομάκι που συνάντησε. Σύντομα βρέθηκε στο χωριό του Χιονάνθρωπου. Με μια ειδική σκόνη έγινε αόρατος. Τρύπωνε στα σπίτια χωρίς να τον δουν κι άκουγε τις συνομιλίες. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήθελαν χρήματα και υλικά αγαθά, άλλοι υγεία, αγάπη, φίλους, καλοτυχία, δόξα. Πολλά ζωάκια ζητούσαν ένα σπιτικό. Και τα φυτά νερό, φως και λίγη ζεστασιά για να μπορούν να ζουν και ν’ αναπτύσσονται. Πού να φανταστούν ότι ήταν η τυχερή τους μέρα!

Όταν τέλειωσε η σκόνη που τον έκανε αόρατο, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Κάπου εκεί συνάντησε και τον Χιονάνθρωπο.

«Είμαι ο Γενάρης και σήμερα εκπληρώνω κάθε επιθυμία. Τι επιθυμείς ν’ αποκτήσεις;»

Ο Χιονάνθρωπος μίλησε για τους ανθρώπους στο χωριό, που ήθελαν χρήματα και υλικά αγαθά, υγεία, αγάπη, φίλους, καλοτυχία, δόξα. Για τα ζωάκια που ζητούσαν ένα σπιτικό. Και για τα φυτά που επιθυμούσαν νερό, φως και λίγη ζεστασιά για να μπορούν να ζουν και ν’ αναπτύσσονται».

«Αυτά τα έκανα ήδη, καλέ μου φίλε. Λέω για σένα. Εσύ τι θα ήθελες;»

«Εγώ; Μα εγώ έχω όλα όσα μου χρειάζονται. Κι αν μου λες πως έχουν ό,τι επιθυμούν κι οι άνθρωποι του χωριού, τα ζώα και τα φυτά, τι άλλο να ζητήσω;»

Ο Γενάρης αποχαιρέτησε τον Χιονάνθρωπο κι έφυγε προβληματισμένος.

Ο τόπος πρόκοψε, από τότε, πολύ. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, είχαν πάντα ό,τι επιθυμούσαν κι ακόμα περισσότερα. Δεν έμαθαν ποτέ, ούτε κι ο Χιονάνθρωπος, πως το χρωστούσαν σ’ εκείνον και στη μεγάλη, γενναιόδωρη καρδιά του…

 

Μπόικου Θεοδώρα

Η καρδιά του Φρο

Η Πρωτοχρονιά και η Πρωτομηνιά, στεφανωμένες με αλεξανδρινά εγκαινίασαν την έλευσή τους. Ο παγωμένος άνεμος σφύριζε τα κάλαντα, το χιόνι ξάπλωνε πυκνό και σκέπαζε το χώμα. Σε μια κάτασπρη αυλή ο Φρο ο Χιονάνθρωπος, με το καπέλο και τα ξύλινα χέρια του, έστεκε προβληματισμένος. Ο Ιανουάριος έριξε την κόκκινη ανεμόσκαλά του και μεμιάς βρέθηκε μπροστά του. Ο Φρο έκπληκτος υποκλίθηκε στον επισκέπτη. Ο Ιανουάριος ξεκίνησε τη συζήτηση. «Ευλογημένη η Νέα Χρονιά. Είμαι ο Ιανουάριος και σε βλέπω κατηφή. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;» Ο Φρο απάντησε: «Θέλω να αποκτήσω καρδιά και να νιώθω τα ανθρώπινα συναισθήματα». Ο Ιανουάριος το σκέφτηκε. «Φίλε μου καλέ, τα ανθρώπινα συναισθήματα περιέχουν ευάρεστες αλλά και δύσκολες όψεις. Είσαι προετοιμασμένος για αυτό;» Ο Φρο ανταπάντησε: «Θέλω να γνωρίσω την Αγάπη. Έχω ακούσει ότι είναι όμορφη και πετάς στα σύννεφα». Ο Ιανουάριος αποφάσισε να του χαρίσει καρδιά αλλά να νιώθει μόνο την αγάπη των παιδιών. Ο Φρο χοροπηδούσε και τραγουδούσε γιορτινούς σκοπούς από τη χαρά του. Γύρω του μαζεύτηκαν τα παιδιά κι εκείνος τα αγκάλιασε με τα ξύλινα χεράκια του και τη ζέστη καρδιά του.

 

Σπαθαράκη Κατερίνα

Ένας χειμώνας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας χιονάνθρωπος που τον έλεγαν Μπίλμπο. Ο Μπίλμπο δεν ήταν ένας συνηθισμένος χιονάνθρωπος, γιατί ενώ όλοι οι φίλοι του γκρίνιαζαν που μόλις τέλειωνε ο χειμώνας θα γινόντουσαν σύννεφα και θα επέστρεφαν στον ουρανό, εκείνος χαιρόταν που του δόθηκε, έστω και για λίγο, η ευκαιρία να δει τη ζωή στη γη. Πώς του άρεσε να βλέπει από εδώ κάτω το καημένο το φεγγάρι που παράβγαινε με τον ήλιο και ακόμα ήλπιζε πως θα τον προφτάσει. Πώς του άρεσαν οι χιονονιφάδες όταν χόρευαν στον άνεμο, η βροχή που πότιζε το χώμα. Μα πιο πολύ από όλα, του άρεσε το χαμόγελο των παιδιών όταν έρχονταν να παίξουν μαζί του.

Ο Γενάρης παρακολουθούσε από ψηλά τον Μπίλμπο. Τόσα χρόνια στην ίδια δουλειά, δεν είχε δει άλλον χιονάνθρωπο με τόση αγάπη για τη ζωή. Αποφάσισε λοιπόν να τον επισκεφτεί για να μάθει το μυστικό του. Ο Μπίλμπο, όταν είδε τον Γενάρη να πλησιάζει, δεν αντέδρασε. Ήταν λες και περίμενε εδώ και πολύ καιρό την άφιξή του. Κι όταν τον ρώτησε το μυστικό του, χωρίς να το σκεφτεί απάντησε: «Όποιος έχει ζήσει για χρόνια ολόκληρα στα μαύρα σύννεφα θα έπρεπε να ρουφάει τον χειμώνα μέχρι το μεδούλι. Εσείς που ζείτε συνέχεια στη γη δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο σημαντικός είναι για εμάς, τα πλάσματα του ουρανού, ο χειμώνας. Μπορεί να βρέχει, μπορεί να κάνει κρύο, αλλά είναι η μοναδική περίοδος που είμαστε αληθινά ζωντανοί. Αν είχα μόνο μια ευχή, αγαπητέ μου Γενάρη, θα ήθελα να σου ζητήσω οι νιφάδες μου να λιώσουν όσο πιο αργά γίνεται. Κι ας είναι σύντομη, κι ας είναι παγωμένη, τούτη είναι η μόνο πραγματική ζωή που έχω».

 

Φλογερά Ελένη

«Αγαπημένε μου Γενάρη, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;» ρώτησε ο Χιονάνθρωπος.

«Φυσικά, ό,τι θέλεις».

«Θέλω, σε παρακαλώ, τώρα που θα αρχίσουν οι Αλκυονίδες ημέρες σου να με προστατεύσεις από τις ηλιαχτίδες. Δεν θέλω να λιώσω. Κι όταν με το καλό τελειώσει η θητεία σου και φύγεις για το παγωμένο βασίλειό σου, να με πάρεις μαζί σου κι εγώ για αντάλλαγμα θα σου κρατώ συντροφιά».

«Έχεις τον λόγο μου, θα σε προστατεύσω απ’ τον ήλιο όσο διαρκούν οι Αλκυονίδες, αλλά γιατί δεν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα εδώ; Οι μέρες του αδερφού μου του Φλεβάρη, που θα έρθει μετά από μένα, είναι παγωμένες σαν τις δικές μου. Και πού ξέρεις; Ίσως έρθουν πάλι τα παιδιά που σ’ έφτιαξαν, να παίξουν μαζί σου».

«Μπα, δεν το ρισκάρω. Δεν έχεις ακούσει την παροιμία που λέει: "Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει;" Όσο για τα παιδιά, μου είπαν πως δεν μπορούν να ξανάρθουν γιατί πάνε σχολείο και έχουν διάβασμα. Θα τα θυμάμαι όμως πάντα με αγάπη» είπε ο Χιονάνθρωπος και χάιδεψε το κασκόλ που είχε στον λαιμό του. «Να τολμήσω να ζητήσω και κάτι ακόμη;»

«Για λέγε» είπε ο Γενάρης.

«Κοιτάζω την ανθισμένη αμυγδαλιά εκεί πέρα και θέλω να σου ζητήσω να μη στείλεις τους βοριάδες σου και σκορπίσουν τα άνθη της, είναι τόσο όμορφη».

«Άντε, με πέτυχες στις καλές μου, θα σου κάνω όλα τα χατίρια και μετά θα σε πάρω μαζί μου. Θα κάνουμε ωραία παρέα οι δυο μας!»

 

Χαραμή Μεταξία

Το τραγούδι του Χιονάνθρωπου

«Μα γιατί κλαις, καλέ μου;» είπε ο Γενάρης στον φανταχτερό Χιονάνθρωπο που έστησαν τα παιδιά. «Έφυγαν από κοντά μου. Ήμουν ευτυχισμένος γιατί τα είχα δίπλα μου. Όμως τώρα; Τι θα γίνει τώρα; Πάλι μόνος». «Τι μπορώ να κάνω για σένα; Δεν γίνεται να κλαις». «Μια παρέα ανθρώπινη γυρεύω. Τόσο μικρή που είναι η ζωή μου, να μένω και στη μοναξιά; Σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι, φαίνεσαι καλόγνωμος». Αυτά είπε ο Χιονάνθρωπος και μαζεύτηκε στη γωνιά του θλιμμένος. Ο Γενάρης, με την καλή του καρδιά, έβαλε τον Βοριά να φυσήξει, να παγώσει το χιόνι, για να μπορέσει ο Χιονάνθρωπος να μείνει περισσότερες μέρες. Έστειλε μήνυμα στα παιδιά με τον Κοκκινολαίμη, τον ταχυδρόμο του. Να βάλουν τα ζεστά τους και να βγούνε στον κήπο. Να τραγουδήσουν το πιο όμορφο τραγούδι τους για τον Χιονάνθρωπο, που κλαίει. Κι ενώ ο Βοριάς φυσούσε, το χιόνι πάγωνε. Πάγωνε κι ο Χιονάνθρωπος. Έτρεξαν τα παιδιά όταν άκουσαν τον Κοκκινολαίμη να τα φωνάζει. Πήγαν κοντά του κι άρχισαν το τραγούδι τους.

«Σταμάτα να δακρύζεις, τραγούδια μόνο για σένα, θα πούμε όσα αξίζεις.

Κοντά σου θα σταθούμε, χορό πάνω στο χιόνι,  παρέα σου θα γενούμε.

Σ’ έχουμε στην καρδιά μας, Χιονάνθρωπε του κήπου, θα ζεις στα όνειρά μας».

Ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια του Χιονάνθρωπου. Μόνο που ήταν δάκρυ χαράς. Ο Γενάρης είχε κάνει το θαύμα του.

 

 

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Ένα τρίστιχο για το χιόνι

 


Μες στον χειμώνα

Χιονισμένες οι στέγες

Σαν σκούφοι λευκοί

 

Γιώτα Κοτσαύτη

 

 

Γράφτηκε με αφορμή μία φωτογραφία απ’ το μπαλκόνι μου στη Φλώρινα.

Θα βρείτε κι άλλα εδώ:

https://www.facebook.com/photo/?fbid=10227955578708270&set=a.10201219933733855

Μπορείτε στα σχόλια ν’ αφήσετε και τα δικά σας τρίστιχα.

 

Η ζωγραφιά είναι προϊόν AI

 

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2024

Ένα σκιουράκι μεγαλώνει

 


Μια χειμωνιάτικη μέρα γεννήθηκε μέσα στο δάσος ένα σκιουράκι. Τίναξε τη φουντωτή ουρίτσα, κούνησε τα πόδια και άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια του. Είδε τότε μπροστά του δυο μεγάλους σκίουρους να το κοιτάζουν περήφανοι. Η μαμά του κι ο μπαμπάς του το αγκάλιασαν και άρχισαν να τραγουδούν.

«Ωραία είναι η ζωή!» είπε το σκιουράκι και έκλεισε τα μάτια ξανά.

Ήταν πολύ μικρό και είχε ανάγκη να κοιμάται πολύ.

Σε λίγες μέρες το σκιουράκι είχε δυναμώσει και μπορούσε να τρέχει μακριά. Γνώρισε όλα τα ζώα του δάσους και έκανε πολλούς φίλους. Καθώς ’παιζαν όλα τα ζώα μαζί, ένα πρωινό το σκιουράκι είπε:

«Πω πω! Κάνει πολύ κρύο!»

«Μα είναι χειμώνας» είπαν τ’ άλλα ζωάκια.

«Και τι είναι ο χειμώνας;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Χειμώνας είναι τώρα που κάνει κρύο, που χιονίζει και βρέχει συχνά. Κοίταξε τα δέντρα! Δεν έχουν πολλά φύλλα. Όμως μέσα στο χώμα κρύβονται οι σπόροι που θα βγάλουν χορτάρι, κλαράκια και λουλούδια την άνοιξη».

«Και πότε θα ’ναι άνοιξη;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Περίμενε λίγο και θα δεις» του απάντησαν τ’ άλλα ζώα.

Το σκιουράκι περίμενε πολλές μέρες για να ’ρθει η άνοιξη και κάθε βράδυ ζωγράφιζε πάνω σ’ άσπρο χαρτί τον χειμώνα.

Ένα πρωί το σκιουράκι, καθώς έβγαινε απ’ τη φωλιά του, φώναξε με χαρά:

«Ήρθε η άνοιξη! Ήρθε η άνοιξη!»

Έξω από τη φωλιά του είχε φυτρώσει πράσινο χορτάρι και λουλούδια άρχιζαν ν’ ανοίγουν. Κοίταξε ψηλά και είδε ψηλά τα δέντρα με πράσινα φύλλα. Ακόμα πιο ψηλά ο ουρανός φαινόταν γαλάζιος με λίγα μόνο σύννεφα. Οι φίλοι του τα ζώα ήρθαν κοντά του και όλοι μαζί πήγαν μια βόλτα να χαρούν την άνοιξη. Τα πουλάκια κελαηδούσαν και ο ήλιος ζέσταινε το δάσος. Τα ζωάκια ’παιξαν πολλές ώρες, γιατί τώρα την άνοιξη οι μέρες ήταν πιο μεγάλες και οι νύχτες πιο μικρές.

«Πόσο θα κρατήσει η άνοιξη;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Περίμενε λίγο και θα ’ρθει το καλοκαίρι» είπαν τ’ άλλα ζωάκια.

Το βραδάκι το σκιουράκι ζωγράφιζε την άνοιξη.

Κάποιο πρωί τα ζωάκια σταμάτησαν το παιχνίδι τους και πήγαν να κάτσουν στη σκιά ενός δέντρου.

«Κάνει πολλή ζέστη» είπε το σκιουράκι.

«Μα είναι πια καλοκαίρι» είπαν τ’ άλλα ζώα.

Το σκιουράκι κοίταξε γύρω και είδε τη γη κίτρινη από το ξερό χορτάρι. Τα πολλά λουλούδια είχαν μαραθεί, όμως πάνω στα δέντρα κρέμονταν πολλά φρούτα. Τέντωσε τ’ αυτιά του και άκουσε τα τζιτζίκια να φωνάζουν «τζι… τζι… τζι…» Ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Μέρες είχε να φανεί κανένα συννεφάκι.

«Δεν βρέχει καθόλου» είπε το σκιουράκι. «Τα δέντρα θα διψούν πολύ».

«Μα σε λίγο θα ’ρθει το φθινόπωρο» είπαν τα ζώα «και θα βρέχει συχνά».

«Τι είναι το φθινόπωρο;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Περίμενε λίγο και θα δεις» είπαν τ’ άλλα ζώα.

Τα βράδια το σκιουράκι ζωγράφιζε το καλοκαίρι.

Ένα πρωί το σκιουράκι ξύπνησε και όλα έξω ήταν βρεγμένα.

«Ήρθε το φθινόπωρο» είπε το σκιουράκι. «Άρχισαν οι βροχές».

Έτρεξε να βρει τους φίλους του και όλοι μαζί πήγαν μια βόλτα, να χαρούν το φθινόπωρο.

Φύσαγε αεράκι και κάθε τόσο κόκκινα φύλλα ’πεφταν κάτω από τα δέντρα. Το σκιουράκι έσκυψε να μαζέψει μερικά και τότε είδε πολλά μικρά σποράκια στο χώμα.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε.

«Είναι σπόροι από τα δέντρα» είπαν τ’ άλλα ζώα. «Θα κρυφτούν στο χώμα όλο τον χειμώνα που θα ’ρθει σε λίγο, για να βγάλουν καινούργια κλαριά την άνοιξη».

Τα βράδια το σκιουράκι ζωγράφιζε το φθινόπωρο.

Μετά από λίγο καιρό άρχισε να κάνει πολύ κρύο.

«Ήρθε ξανά ο χειμώνας» σκέφτηκε το σκιουράκι, που ήξερε πια. Τότε δυο μεγάλοι σκίουροι, η μαμά του και ο μπαμπάς του, ήρθαν κοντά του και του είπαν:

«Σήμερα είναι τα γενέθλιά σου. Ένας ολόκληρος χρόνος πέρασε από τη μέρα που γεννήθηκες. Σήμερα είσαι ενός χρόνου. Κάλεσε λοιπόν τους φίλους, να ’ρθουν να γιορτάσουμε μαζί».

Το σκιουράκι φώναξε τα ζωάκια κι όλα μαζί ’παιξαν, χόρεψαν και ’φαγαν πολλά γλυκά.

Το βράδυ, όταν ’φυγαν οι φίλοι, το σκιουράκι ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

«Ωραία είναι η ζωή!» είπε κι έκλεισε τα μάτια του να κοιμηθεί.

Ειρήνη Νάκου

 

Πηγή: Ρούλα Παπανικολάου, Ιστορίες και παραμύθια για το νηπιαγωγείο,

Εκδόσεις Μικρός Πρίγκιπας.

 

Η εικόνα είναι προϊόν AI.

 

 

 

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Μπριφ, μπρουφ, μπραφ

 


Δυο παιδιά, στην ησυχία της αυλής, παίζανε φτιάχνοντας μιαν ειδική γλώσσα για να μπορούν να μιλούν μεταξύ τους, χωρίς οι άλλοι να καταλαβαίνουν τίποτα.

«Μπριφ, μπραφ» είπε το πρώτο.

«Μπραφ, μπρουφ» είπε το δεύτερο.

Και ξέσπασαν σε γέλια.

Σ’ ένα μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ήταν ένας ηλικιωμένος καλός κύριος που διάβαζε εφημερίδα και στο απέναντι παράθυρο καθόταν και μια ηλικιωμένη κυρία, ούτε καλή, ούτε κακιά.

«Τι ανόητα είναι αυτά τα παιδιά!» είπε η κυρία.

Αλλά ο καλός κύριος δεν ήταν σύμφωνος:

«Εγώ δεν βρίσκω!» είπε.

«Μη μου πείτε ότι καταλάβατε τι είπαν».

«Κι όμως τα κατάλαβα όλα. Το πρώτο είπε: “Τι ωραία μέρα!” Το δεύτερο “Αύριο θα είναι ακόμα ωραιότερη!”»

Η κυρία ζάρωσε τη μύτη της αλλά δεν είπε τίποτα γιατί τα παιδιά είχαν ξαναρχίσει να μιλάνε τη γλώσσα τους.

«Μαράσκι, μπαραμπάσκι, πιπιριμόσκι» είπε το πρώτο.

«Μπρουφ» απάντησε το δεύτερο.

Και να πάλι γέλια και τα δύο.

«Μη μου πείτε ότι καταλάβατε τώρα» φώναξε αγανακτισμένη η ηλικιωμένη κυρία.

«Κι όμως, τα κατάλαβα όλα» απάντησε χαμογελώντας ο ηλικιωμένος κύριος. «Το πρώτο είπε: “Πόσο είμαστε ευχαριστημένα που βρισκόμαστε στον κόσμο”. Και το δεύτερο είπε: “Ο κόσμος είναι πολύ ωραίος!”»

«Μα είναι ωραίος στ’ αλήθεια» επέμενε η ηλικιωμένη κυρία.

«Μπριφ, μπρουφ, μπραφ» απάντησε ο ηλικιωμένος.

Τζιάννι Ροντάρι

 

Πηγή: Ρούλα Παπανικολάου, Ιστορίες και παραμύθια για το νηπιαγωγείο,

Εκδόσεις Μικρός Πρίγκιπας.


Πηγή ζωγραφιάς: διαδίκτυο.

Αν κάποια/ος γνωρίζει τη/τον δημιουργό, ας επικοινωνήσει με το yotakotsafti1@yahoo.gr για να το προσθέσουμε.

 

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Ο Γενάρης που άλλαξε έντεκα γνώμες

 


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Γενάρης. Ο πρωτότοκος γιος του Χρόνου. Καθόταν ολομόναχος στο παράθυρο ενός μεγάλου πύργου αγναντεύοντας πέρα απ’ τα σύννεφα. Μια σκέψη φτερούγιζε σαν πεταλούδα στο μυαλό του, που τον έκανε χαρούμενο κι ανήσυχο συνάμα. Σε λίγο είχε τα γενέθλιά του. Θα έπαιρνε την ευχή του πατέρα του και με τη σύμφωνη γνώμη των αδερφών του, θα κατηφόριζε προς τη γη. Έτσι πρόσταζε το έθιμο. Κατέβηκε στη Μεγάλη Αίθουσα. Ο πατέρας Χρόνος περίμενε ήρεμος και γαλήνιος. Ο θρόνος ήταν καμωμένος από λιόξυλα που τα ’χαν δέσει οι γιοι του μ’ ασημοκαπνισμένα φύλλα. Οι μήνες έσκυψαν και τον προσκύνησαν. Τότε ο Γενάρης ζήτησε πρώτος τον λόγο και είπε:

«Σεβαστέ πατέρα, δώσε μου την ευχή σου. Κι εσείς, πολυαγαπημένα μου αδέρφια, πείτε τη γνώμη σας, για να ξεκινήσω το ταξίδι μου».

«Πήγαινε στο καλό, γιε μου» είπε ο Χρόνος. «Εύχομαι τα έργα σου να τιμηθούν και να εκτιμηθούν από τους ανθρώπους. Ας ακούσουμε τώρα και τη γνώμη των αδερφών σου».

Εκείνοι είπαν:

«Η γνώμη μας δεν θα σου αρέσει, Γενάρη, αλλά δυστυχώς πρέπει να σου την πούμε».

Κι ένας ένας άρχισε να λέει την ιδέα που είχε γι’ αυτόν.

«Αντιπαθητικός».

«Μονόχνοτος».

«Ακατάδεχτος».

«Μυγιάγγιχτος».

«Παγωμένος».

«Κακόκεφος».

«Μουντός».

«Χιονιάς».

«Άχρωμος».

«Άκαρπος».

«Αφιλόξενος».

Ο καημένος ο Γενάρης! Έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε ούτε μια λέξη.

Τόσο άσχημη γνώμη είχαν γι’ αυτόν τ’ αδέρφια του;

Ο γερο-πατέρας πήρε τον λόγο.

«Ακούσαμε και μάθαμε τις γνώμες των αδερφών σου. Θέλω να πας στη Γη και να γυρίσεις να μας πεις τη γνώμη που έχουν για σένα όσα ζωντανά πλάσματα προλάβεις να δεις και να σε δουν σε μια μέρα. Έπειτα να γυρίσεις και να μας πεις τι άκουσες».

Έτσι κι έγινε.

Ο Γενάρης κατηφόρισε στη γη. Κοίταξε γύρω του.

Οι άνθρωποι περπατούσαν γρήγορα, σκυφτοί και κουκουλωμένοι.

«Ωραία μέρα σήμερα» είπε σ’ έναν χοντρούλη κύριο που κουβαλούσε μια σακούλα με ψώνια.

«Πού την είδες; Μας παράχωσε στο χιόνι ο Παλιογενάρης!»

«Παίζουμε χιονοπόλεμο;» ρώτησε μια κοπέλα που θαύμαζε τον εαυτό της σε μια βιτρίνα.

«Τρελάθηκες; Θα βραχούν τα ρούχα μου από την υγρασία. Αχ, πόσο κουραστικός μήνας είναι ο Γενάρης».

Απελπισμένος προχώρησε σε μιαν αλάνα. Ξαφνικά άκουσε γέλια και χαρούμενες φωνές. Μια παρέα παιδιών κουτρουβαλιάστηκε στο χιόνι. Σηκώθηκε. Άπλωσε τα χέρια του και τους πλησίασε. Μια χιονόμπαλα τον πέτυχε στο πρόσωπο. Κι άλλη μια. Έριξε χαρούμενος κι αυτός. Έφαγε όμως τόσο χιόνι που κουκουλώθηκε. Τα παιδιά τον έκαναν χιονάνθρωπο. Στο τέλος έφυγαν ξεχνώντας στο κεφάλι του κι έναν κόκκινο σκούφο. Στεκόταν εκεί ακίνητος μέχρι που νύχτωσε. Τότε έφτασαν στ’ αυτιά του ψίθυροι απ’ τη γη. Ήταν οι σπόροι που λαγοκοιμόντουσαν κάτω απ’ το χιόνι.

«Αχ, τι καλά που ξεκουραζόμαστε. Ευχαριστούμε, Γενάρη. Χάρη σε σένα δυναμώνουμε για να φυτρώσουμε την Άνοιξη».

Χαμογέλασε.

Μα άκουγε κι ένα ροχαλητό. Ήταν η αρκούδα που ηρεμούσε κι αναπαυόταν.

Προτού φύγει κοντοστάθηκε σ’ έναν βράχο. Ένιωσε ένα απαλό χάδι στο χέρι του σαν γαργαλητό. Ένα μοβ κυκλάμινο τριβόταν πάνω του και του είπε:

«Σ’ αγαπώ!»

Πέταξε απ’ τη χαρά του. Δίχως να το καταλάβει έφτασε στην αίθουσα του θρόνου. Είπε όλα όσα είδε κι άκουσε. Η ματιά του έλαμπε. Οι έντεκα γνώμες των αδερφών του άλλαξαν. Έγιναν έντεκα συγγνώμες. Κι αγκαλιάστηκαν ευτυχισμένοι!

Ζωή Ράλλη

 

Πηγή: https://www.ekdoseisalati.com/p/anthologio-peza-kai-poiimata-me-themata-ap-toys-mines-kai-tis-epoches