Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η γιαγιά μου η κλέφτρα


 

Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος Η γιαγιά μου η κλέφτρα του Ντέιβιντ Ουάλιαμς (μετάφραση: Γαβριηλίδου Πετρούλα), που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός και τις  προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.

 

Φωτογραφίες:

Βάσω, Γεωργία, Γιώτα, Ειρήνη, Ελένη, Κυριακή, Μαρίνα, Πόπη.



 
 

1.

Ληστεία σε...100!


Γιάννου Μαρίνα

"Έλα, χωράς από το παράθυρο του μπάνιου" είπε η γιαγιά στην εγγονή της. Το κορίτσι γλίστρησε απαλά μέσα από το παράθυρο και μπήκε στο σπίτι. Τα μάτια της συνήθισαν το σκοτάδι. Έπρεπε να κάνει γρήγορα. Η φιλντισένια σκακιέρα του καινούργιου πρωταθλητή βρισκόταν στη μέση της σάλας. Κινήθηκε αθόρυβα, σαν σκιά... Γιαγιά και εγγονή βγήκαν τρέχοντας. "Τα κατάφερες;" ρώτησε η γιαγιά. Το κορίτσι έβγαλε από την τσέπη του έναν ξύλινο Πύργο, σκαλισμένο στο χέρι. Το κομμάτι είχε κλαπεί από τη σκακιέρα του παππού της, του παγκόσμιου πρωταθλητή στο σκάκι. Τώρα το κορίτσι θα μπορούσε να εκπληρώσει το όνειρο του.

Κιζιρίδου Γεωργία

Ο παππούς και το παιδί ήταν αποφασισμένοι. Απόψε έπρεπε η ληστεία να εφαρμοστεί με χειρουργική ακρίβεια. Δεν ήταν έμπειροι ληστές, όμως η ίδια η ζωή δεν τους άφησε πολλά περιθώρια. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Μερικές φορές η ζωή σε οδηγεί σε πράξεις που ούτε που περνούσε από το μυαλό σου ότι θα τις έκανες πριν μερικά χρόνια. Ο παππούς έκλεισε το μάτι στον εγγονό του. Απόψε θα έκλεβαν το φάρμακο από τον φαρμακοποιό. Το είχε κρυμμένο στο υπόγειό της βίλας του. Η γιαγιά έπρεπε να ζήσει!

 

2.

Η ληστεία που δεν μάθαμε ποτέ

Γιάννου Μαρίνα

"Τα είχα σχεδιάσει όλα τέλεια! Θα έμπαινα στο κοσμηματοπωλείο από τον εξαερισμό του μανάβικου δίπλα. Πήγα σιγά σιγά το βράδυ και με ένα τσιμπιδάκι από τα μαλλιά μου, παραβίασα την κλειδαριά. Μπήκα σιγά σιγά. Σκαρφάλωσα στον εξαερισμό και χώθηκα μέσα στον αγωγό. Ήταν στενός αλλά ευτυχώς είμαι μικροκαμωμένη και χώρεσα. Προχωρούσα μπουσουλώντας πολύ προσεκτικά. Έφτασα στην άλλη μεριά, αφαίρεσα τις προστατευτικές γρίλιες και έτσι εύκολα και απλά ήμουν μέσα στο κοσμηματοπωλείο. Το κολιέ που ήθελα είχε το μεγαλύτερο ρουμπίνι του κόσμου. Ήμουν λίγο απρόσεκτη όμως και άρχισε να χτυπάει ο συναγερμός. Το άρπαξα και με δύο δρασκελιές ήμουν και πάλι στον αγωγό. Σε λίγα λεπτά κατέφτασε η αστυνομία και εγώ εγκλωβίστηκα εκεί μέσα. Πήγα στο μανάβικο, έκρυψα το κολιέ μέσα σε ένα λάχανο και κρύφτηκα ξανά στον αγωγό. Είχα αποφασίσει ότι θα περιμένω το πρωί να ανοίξει το μανάβικο και να παραστήσω την πελάτισσα. Στις οκτώ ακριβώς ο κύριος Στιβ άνοιξε το μανάβικο. Μόλις μπήκε στο τεράστιο ψυγείο, βγήκα από τον αγωγό και έκανα την πρωινή πελάτισσα. Εκείνη την ώρα όμως μπήκε κι ένας αστυνομικός. "Πώς βρέθηκες εσύ εδώ; Από που μπήκες; Ήμουν έξω στην πόρτα και δεν σε είδα να έρχεσαι" είπε και με αγριοκοίταξε. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Έπρεπε να βρω κάτι πειστικό να πω. Πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα μου, ο κύριος Στιβ βγήκε από το ψυγείο φορτωμένος λάχανα. "Κύριε αστυνόμε μου, μπήκε από εδώ" είπε και έδειξε το ψυγείο. Στο βάθος υπήρχε μια μικρή πορτούλα που έβγαινε στο πάρκινγκ και από εκεί τα φορτηγά έφερναν τα τελάρα με τα φρούτα και τα λαχανικά. Ο αστυνομικός μας κοίταξε με δυσπιστία αλλά έφυγε. Πήρα το λάχανό μου κι έφυγα κι εγώ. "Γιαγιά, τον παππού Στιβ δεν τον έλεγαν;" Η γιαγιά μού έκλεισε πονηρά το μάτι. "Πώς να μην τον ερωτευτώ;"

Κιζιρίδου Γεωργία

Ο στρυφνός γείτονας που βλέπεις, αγαπητέ μου εγγονέ, κάποτε υπήρξε ερωτευμένος μαζί μου και μάλιστα συνεργός μου. Μην τον παρεξηγείς... Είχαμε σχεδιάσει μια ληστεία διαμαντιού από ένα κοσμηματοπωλείο που θα άφηνε εποχή. Μάλιστα θα κρύβαμε το διαμάντι μέσα στο λάχανο, σύμφωνα με το σχέδιο που είχαμε καταστρώσει. Δυστυχώς όταν μπήκαμε στο κοσμηματοπωλείο, τρομάξαμε από ένα ποντίκι που εμφανίστηκε αναπάντεχα και έπεσε το λάχανο από τα χέρια μου. Επικράτησε πανικός, δεν ήταν έμπειρος ληστής. Ήρθε η αστυνομία, μας συνέλαβαν και μας άφησαν ελεύθερους μετά από δύο ημέρες λόγω του νεαρού της ηλικίας μας. Έκτοτε δεν μου το έχει συγχωρήσει ποτέ και έχει μετατραπεί στον πιο νομοταγή πολίτη και στον πιο άσπονδο κι ενοχλητικό εχθρό μου...

 

3.

Η βασίλισσα γράφει στο ημερολόγιό της

Γιάννου Μαρίνα

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα ήμουν πολύ απογοητευμένη. Περίμενα τα εγγόνια μου για τσάι αλλά δεν ήρθαν γιατί προτίμησαν να πάνε στις κούνιες. Λαχταρούσα πολύ να τα δω. Στεναχωρημένη καθώς ήμουν, πήγα στην αίθουσα των κοσμημάτων, να χαϊδέψω το διαμάντι του στέμματος μπας και μου φτιάξει η διάθεση. Είχα όμως την πιο απρόσμενη συνάντηση της ζωής μου. Μια γιαγιά, κοντά στην ηλικία μου, με τον εγγονό της, ετοιμάζονταν να κλέψουν τα βασιλικά κοσμήματα. Το θέαμα ήταν τόσο αστείο! Τρόμαξαν πολύ βέβαια αλλά τους συγχώρεσα. Βασικά θαύμασα την ωραία σχέση που είχαν. Τι όμορφο που είναι να δημιουργείς αναμνήσεις με τα αγαπημένα σου πρόσωπα. Να ξεφεύγεις από τη ρουτίνα και τα πρέπει. Αύριο λοιπόν, αντί για τσάι, θα καλέσω τα εγγόνια μου σε ροκ εντ ρολ πάρτι και θα ξεβιδωθούμε από τον πολύ χορό!

Δούστου Ιωάννα

Αγαπητό μου ημερολόγιο, σήμερα έγινε κάτι αδιανόητο. Ήμουν στο δωμάτιο με τα κοσμήματα, όταν ξαφνικά άκουσα έναν θόρυβο. Νομίζοντας ότι είναι κάποιος από τους φρουρούς πήγα και άνοιξα την πόρτα. Μα τι να δω; Μια γιαγιά με τον εγγονό της, δεν μου φάνηκαν για κλέφτες, έμοιαζαν περισσότερο με δύο εξερευνητές που έχασαν τον δρόμο τους! Αντί να βάλω τις φωνές ή να πατήσω τον συναγερμό, στάθηκα και τους άκουσα. Μου εξομολογήθηκαν την ιστορία τους κι αυτή η γιαγιά είχε περισσότερο θάρρος και ζωντάνια από ολόκληρη τη φρουρά μου! Μου θύμισε πόσο βαρετή μπορεί να γίνει η βασιλική ζωή πίσω από τα πρωτόκολλα και τα βαριά στέμματα. Τους άφησα να φύγουν μυστικά από την πίσω πόρτα.

Καραβασίλη Πόπη

Ήταν μια μέρα διαφορετική. Εγώ ζήλεψα αυτήν τη γιαγιά! Αυτήν που τόλμησε να δοκιμάσει να κλέψει τα κοσμήματά μου (θα τα επέστρεφε, είμαι σίγουρη, φαινόταν στη ματιά της), για να πλησιάσει την καρδιά του εγγονιού της. Να κερδίσει την αγάπη του, με ήσυχη την συνείδησή της ξεπερνώντας τα όρια, τις συμβατικότητες, τα «πρέπει»… όλα εκείνα που υψώνουν έναν τοίχο και μας απομονώνουν. Θα ήθελα στον λόγο μου τα Χριστούγεννα να βάλω κάτι από την ψυχή αυτής της γιαγιάς. Κανείς δεν ακούει συμβουλές, τα ξύλινα λόγια κάνουν φτερά και πετάνε. Πώς, πώς να τους κάνω να με ακούσουν; Ίσως αν, για μια φορά, μια βασίλισσα ξέφευγε λίγο από το πρωτόκολλο θα…

1. Άφηνε, δήθεν κατά λάθος, να φανεί το εσώρουχό της κάτω από το βασιλικό φόρεμα και θα έλεγε: «Ας μιλήσουμε πιο… ειλικρινά».

2. Διάβαζε πρώτα τη λίστα για το σούπερ μάρκετ. Δήθεν πως μπέρδεψε τα χαρτιά.

3. Έβγαζε από την τσάντα της έναν κουραμπιέ, θα δάγκωνε λίγο και θα ψιθύριζε: «Συγχωρήστε με, αλλά πιστεύω ότι η ζάχαρη άχνη μας φέρνει πιο κοντά».

Το αποφάσισα, θα μεταμφιεστώ, θα πάω στο σπίτι αυτής της ηλικιωμένης. Έχουμε πολλά να πούμε.

Κιζιρίδου Γεωργία

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

σήμερα, μετά από καιρό, ένιωσα επιτέλους ζωντανή. Λίγη περιπέτεια στη ζωή δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, πόσο μάλλον την ίδια τη βασίλισσα. Συνάντησα μια γιαγιά με τον εγγονό της την ώρα που προσπαθούσαν να με ληστέψουν. Αντί να θυμώσω, χάρηκα. Οι κοινοί θνητοί μπορούν να ζουν ελεύθεροι, κάνοντας λάθη. Εγώ δυστυχώς είμαι αναγκασμένη να ακολουθώ και να επιβάλλω σε άλλους τα πρωτόκολλα. Ώρες ώρες εύχομαι να ήμουν κι εγώ μια καθημερινή γιαγιά και απλώς να κάναμε σκανταλιές με τα εγγόνια μου...

 

4.

Η μεγάλη αποκάλυψη

Γιάννου Μαρίνα

Ο Μπεν ήταν στο σπίτι της γιαγιάς του. Η γιαγιά, κάπως αδύναμη, καθόταν στον καναπέ. "Φέρε μου, αγόρι μου, μια ζακέτα από την ντουλάπα μου, σε παρακαλώ". Το παιδί έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο. Άνοιξε την ντουλάπα και καθώς τράβηξε μια ζακέτα από την κρεμαστά, έπεσε κάτω ένα γυαλιστερό κορμάκι, σαν αυτά που φοράνε τα κορίτσια στη γυμναστική. Ο Μπεν το πήρε και πήγε στο σαλόνι. Τύλιξε τη γιαγιά με τη ζακέτα και κάθισε δίπλα της. "Μπορείς να μου πεις τι είναι αυτό;" τη ρώτησε γεμάτος περιέργεια. Η γιαγιά χαμογέλασε και τα μάτια της φωτίστηκαν. "Αχ, Μπεν μου, άμα σου πω μπορεί να μην με πιστέψεις, μετά το αθώο ψεματάκι που σου είπα για τις κλοπές κοσμημάτων. Όμως αυτή η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Στα νιάτα μου δούλεψα κάποια χρόνια σε τσίρκο. Ήμουν ακροβάτισσα. Κρεμιόμουν στην κούνια, έκανα μερικές τούμπες και κάμποσες πιρουέτες στον αέρα και με έπιανε ο συνάδελφος ακροβάτης στην άλλη κούνια!" Το αγόρι άκουγε με ανοιχτό το στόμα. Η γιαγιά, κατενθουσιασμένη, άρχισε να λέει ιστορίες από το τσίρκο. Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο και είχε δώσει σόου σε όλες τις μεγάλες και μικρές πόλεις! "Τελικά η γιαγιά μου είναι υπερβολικά πολύ κουλ" σκέφτηκε το παιδί και την αγκάλιασε σφιχτά.

Καραβασίλη Πόπη

«Αλήθεια, γιαγιά, εσύ σκότωσες τον Χίτλερ;» ρώτησε ο Μπεν και τα μάτια του κοίταξαν με έναν θαυμασμό τη γιαγιά του, σαν να την ανακάλυπταν εκείνη τη στιγμή.

«Μα δεν ήσουν πολύ μικρή;»

«Ναι, ίσως γι’ αυτό μπόρεσα να περάσω απαρατήρητη. Κυνηγούσα τη γάτα μου, που είχε κρυφτεί στο γραφείο του. Εκεί βρήκα ένα πιστόλι και το άδειασα πάνω του».

«Δεν το μάθαμε στο σχολείο» είπε, με μιαν αμφιβολία να τρέμει στη φωνή του. Άνοιξε μια εγκυκλοπαίδεια από τη βιβλιοθήκη και πρόσθεσε: «Γιαγιά, ο Χίτλερ αυτοκτόνησε. Κανείς δεν τον σκότωσε».

Το βλέμμα του ήταν γελαστό, μα εκείνος ο θαυμασμός είχε χαθεί.

«Σιγά, βρε γιαγιά, σε λίγο θα μας πεις πως βγήκες για κυνήγι κατσαρίδων, τον συνάντησες, του έδωσες μία στο κεφάλι με την παντόφλα και έπεσε ξερός». 

Και οι δύο ξέσπασαν σε γέλια.

Κιζιρίδου Γεωργία

Ο Μπεν, εντελώς τυχαία, σκόνταψε σε ένα κασελάκι στο υπνοδωμάτιο της γιαγιάς. Λίγο η περιέργεια, λίγο η συνηθισμένη βαρεμάρα, τον οδήγησαν να το ανοίξει. Αυτό που αντίκρισε ούτε που το φανταζόταν... Φωτογραφίες και αναμνηστικά από τα Μάταλα! Η γιαγιά του, πριν από χρόνια, όχι μόνο δεν ήταν μια άχρωμη παρουσία, αλλά ζούσε σε σπηλιές φορώντας ένα πολύχρωμο φουλάρι στα μαλλιά της. Η έκπληξή του δεν μπορούσε να κρατηθεί μόλις διάβασε ένα γράμμα προς τον αγαπημένο της, που του εξηγούσε γιατί αυτό το καλοκαίρι δεν θα ταξίδευε για την Ελλάδα όπως συνήθιζε. Ποια ήταν η γιαγιά του και τι σήμαινε αυτό το γράμμα; Το είχε στείλει άραγε ποτέ ή μήπως δεν τόλμησε και το έκρυψε στο μικρό σεντούκι με άλλα βαθιά θαμμένα μυστικά;



 

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Το Ψέμα (μέρος 2)

 

Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος Το Ψέμα, της Ζωρζ Σαρή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και τις πέντε προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.

 

Φωτογραφίες:

Βάσω, Βίκυ, Γαβριέλα, Γεωργία, Γιώτα, Ειρήνη, Ελένη, Κυριακή, Μαρίνα, Πόπη.


 

Ένα παραμύθι για το Ψέμα

Γιάννου Μαρία

Μια φορά κι έναν καιρό το Ψέμα βρέθηκε σε ένα όμορφο χωριό. Πεινασμένο καθώς ήταν, σταμάτησε στον φούρνο. "Άκουσα να λένε πως φτιάχνετε τα χειρότερα ψωμιά στον κόσμο" είπε φεύγοντας στην χαμογελαστή φουρνάρισσα. Η φουρνάρισσα στεναχωρήθηκε πολύ, θύμωσε κι άλλο τόσο κι αποφάσισε να μην ξαναφτιάξει ψωμί.

Λίγο αργότερα άρχισε να κάνει ψύχρα και το Ψέμα, παγωμένο όπως ήταν, μπήκε σε ένα μαγαζί να αγοράσει ένα πανωφόρι. "Άκουσα να λένε πως τα ρούχα που ράβετε σκίζονται γρήγορα" είπε φεύγοντας στην καλόκαρδη ράφτρα. Κι εκείνη θυμωμένη έκλεισε την πόρτα του ραφτάδικου και σταμάτησε να ράβει.

Πολύ γρήγορα στο χωριό δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Όλοι κοιτούσαν πίσω από τις κλειστές πόρτες τους θυμωμένοι και στεναχωρημένοι. Κανείς δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί αλλά και κανείς δεν είχε διάθεση να μάθει.

Το Ψέμα ένιωθε πολύ μόνο του. Διψασμένο καθώς ήταν, έσκυψε στο ποτάμι να πιει νερό. Τρόμαξε με την αντανάκλαση του εαυτού του. "Μα πώς έγινα έτσι;" αναρωτήθηκε. Τα μάτια του έμοιαζαν με χαραμάδες, το δέρμα του κάτασπρο, τα χείλη του στενά και σφιγμένα. "Γι’ αυτό δεν μου μιλάει κανείς πια" σκέφτηκε.

Το Ψέμα, μόνο όπως ήταν, περπατούσε στους άδειους δρόμους ελπίζοντας να συναντήσει κάποιον. Πράγματι, φτάνοντας στην είσοδο του χωριού, συνάντησε μια κοπέλα. Ήταν ντυμένη πολύ απλά, είχε μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες και ροδοκόκκινα μάγουλα. Του χαμογέλασε και τότε το Ψέμα την θυμήθηκε. Ήταν η Αλήθεια, εμφανιζόταν πάντα την ώρα που αυτό έφευγε. Τι περίεργο. Το Ψέμα γύρισε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του. Είχε να πάει κι αλλού...

Καραβασίλη Πόπη

Οι καθρέφτες και τα αγκάθια

Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε μια κοπέλα, η Μαρία. Η ζωή εκεί της φαινόταν βαρετή, γι’ αυτό αποφάσισε να γνωρίσει μια μακρινή πόλη. Αφού ρώτησε για τη διαδρομή, ξεκίνησε γεμάτη χαρά ανάμεσα σε ανθισμένα λουλούδια.

Στον δρόμο συνάντησε δύο περίεργους τύπους: το Ψέμα και τον Φόβο. Περπατούσαν χέρι-χέρι και της πρότειναν να πάνε μαζί.

«Αυτός είναι ο δρόμος!» της είπε το Ψέμα. Μέσα στα μάτια του, που έμοιαζαν με καθρέφτες, η Μαρία είδε μια πανέμορφη πόλη. Ενθουσιάστηκε, όμως πρόσεξε πως, εκεί που πατούσε το Ψέμα, τα λουλούδια μαραίνονταν αμέσως.

«Ο δρόμος που μου έδειξαν, όμως, είναι ο άλλος»  ψιθύρισε δειλά.

«Είναι επικίνδυνη διαδρομή. Θα χαθείς μόνη σου» αποκρίθηκε ο Φόβος.

Η Μαρία τους ακολούθησε, αλλά το μονοπάτι γινόταν όλο και πιο σκοτεινό, γεμάτο ξερά φύλλα και αγκάθια. Κατάλαβε τότε ότι απομακρυνόταν από τον στόχο της. Σταμάτησε να κοιτάζει τους καθρέφτες και να ακούει τον Φόβο. Γύρισε πίσω, και καθώς ακολουθούσε το δικό της, ολάνθιστο μονοπάτι, έφτασε τελικά στην πόλη που λαχταρούσε.

Κιζιρίδου Γεωργία

Το Ψέμα ντύθηκε με τα καλύτερα και ακριβότερα ρούχα που αγόρασε προσφάτως. Ήξερε πως πρέπει να είναι εντυπωσιακό και ότι η δουλειά του ήταν να σαγηνεύει τους πάντες στο πέρασμά του. Οι δουλειές τον τελευταίο καιρό είχαν αυξηθεί και δεν πρόφταινε να τις αναλαμβάνει όλες. Πιθανό να ζητούσε βοηθούς, να έβαζε μια αγγελία για την στελέχωση της επιχείρησης που είχε στήσει με τόσο κόπο. Καθώς περπατούσε στον κεντρικό δρόμο, αντίκρισε μια νεαρή γυναίκα ολόγυμνη που περπατούσε αγέρωχα μέσα στο πλήθος. "Συγγνώμη, κυρία, να σου δανείσω μερικά από τα ρούχα μου; Έχω παραπανίσια κι εσύ κανένα... Δεν ντρέπεσαι, δεν φοβάσαι;" Η γυναίκα το κοίταξε κατάματα, σχεδόν υποτιμητικά κι έφυγε με μια περίεργη σιγουριά... Το Ψέμα δεν είχε μάθει να το αγνοούν, ούτε να το απορρίπτουν...

"Κύριε, την κοπέλα αυτήν, την έχετε ξαναδεί; Γνωρίζετε πώς τη λένε;" ρώτησε έναν τυχαίο περαστικό.

"Είναι η Αλήθεια. Κυκλοφορεί πάντα γυμνή χωρίς να ντρέπεται... Σε αντίθεση με εμάς..."

Μπλιούμη Ελένη

Σε ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ο Μύθων. Ήταν ένας έξυπνος νέος, που από τα πολλά ψέματα είχε εξελιχθεί σε πρώτο ψεύτη της περιοχής. Παινευόταν για τα πάντα και για πράγμα που δεν έκανε ο ίδιος. Ένας παράξενος εμποράκος, ήρθε στο βασίλειο, άκουσε τις ιστορίες του και κατάλαβε πως δεν ήταν αληθινές. Του λέει λοιπόν: «Πολύ ωραίες οι ιστορίες σου και μπράβο για το θάρρος και τους ηρωισμούς σου. Θα ήθελα να σου χαρίσω ένα μαγικό καπέλο με ξεχωριστές ιδιότητες. Όποιος το φοράει κι έχει αγνή ψυχή γίνεται ο ομορφότερος άνθρωπος. Όποιος λέει ψέματα πάλι, το καπέλο βαραίνει και αυτός που το φοράει καμπουριάζει και ασχημίζει». Ο Μύθων με αυτοπεποίθηση φόρεσε το καπέλο και συνέχιζε να μοιράζει ιστορίες, μέχρι που έφτασε στη λίμνη του παλατιού. Μόλις κοίταξε μέσα, τρόμαξε τόσο πολύ από την ασχήμια του, που έφυγε τρέχοντας προσπαθώντας να βγάλει το καπέλο που είχε σφηνώσει. Πέρασε από την αγορά. Ομολόγησε σε όλους ότι οι ιστορίες του ήταν ψεύτικες. Ευθύς αμέσως φύσηξε ένα απαλό αεράκι, πήρε το καπέλο, το ανέβασε ψηλά, ώσπου χάθηκε. Η ομορφιά του ήταν τέτοια τώρα που, βλέποντάς τον η πριγκίπισσα που περνούσε από εκεί, τον ερωτεύτηκε. Σε λίγες μέρες το βασίλειο γιόρταζε τους γάμους του ζευγαριού.


Διάλογος με την Αλήθεια

Χτυπά την πόρτα της Χριστίνας ένα βράδυ.

Οι δυο τους συζητούν. Τι λένε;

Γιάννου Μαρίνα

- Χριστίνα, μην κλαις, δώσε μου το χέρι σου.

- Φύγε, Αλήθεια, ντρέπομαι να σε κοιτάξω.

- Δεν υπάρχει λόγος, καλή μου, πάντα έρχομαι μετά το Ψέμα. Άλλοι είναι έτοιμοι να περπατήσουμε μαζί, άλλοι θέλουν τον χρόνο τους.

- Εγώ θέλω να φύγω, φοβάμαι, Αλήθεια. Δεν σε δέχονται εύκολα οι άλλοι.

- Όσοι έχουν καλή καρδιά, με δέχονται και με κατανοούν. Σκέψου, Χριστίνα, ποιους θέλεις γύρω σου;

Η κοπέλα ανασήκωσε το κεφάλι, κοίταξε κατάματα την Αλήθεια, σηκώθηκε και πιασμένες χέρι χέρι κατευθύνθηκαν προς την πόρτα...

Δούστου Ιωάννα

— Γεια σου, Χριστίνα. Είμαι η Αλήθεια. Ήρθα μέχρι την πόρτα σου για να σου μάθω μερικά πράγματα;

— Γεια σου, Αλήθεια. Τι θα ήθελες να μάθω;

— Ήθελα να εκτιμάς αυτό που έχεις όσο μικρό και αν είναι. Να θυμάσαι πως στο τέλος οι άνθρωποι μας εκτιμούν γι’ αυτό που είμαστε πραγματικά.

— Γνωρίζω πως συμπεριφέρθηκα άσχημα. Περισσότερο στη μαμά. Δεν της άξιζε τίποτα από όσα πέρασε και έκανε ό,τι μπορούσε για εμένα. Βέβαια αυτό το έμαθα με δύσκολο τρόπο. Και η Μαρία, ω, η Μαρία, πώς της συμπεριφέρθηκα έτσι; Το κατάλαβα τελικά με περίεργο τρόπο. Έκανα λάθος. Είδες που τελικά όλα έγιναν διαφορετικά;

— Ναι, το είδα και χάρηκα πολύ για όλα τα παιδιά.

Καρασαββίδου Ελένη

Ήταν αργά όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα.

—Ποιος είναι; ρώτησε η Χριστίνα.

—Η Αλήθεια.

Η Χριστίνα δίστασε.

—Άργησες να έρθεις.

—Όχι, απάντησε η Αλήθεια. Εσύ άργησες να με καλέσεις.

—Κρυβόμουν πίσω από ένα ψέμα. Νόμιζα πως έτσι θα με αγαπούσαν περισσότερο.

Η Αλήθεια την κοίταξε τρυφερά.

—Το ψέμα σε προστάτευσε για μια στιγμή. Ύστερα έγινε το πιο βαρύ σου φορτίο.

—Και τώρα; Θα μπορέσω να διορθώσω όσα έγιναν;

—Δεν μπορείς να αλλάξεις το χθες. Μπορείς όμως να διαλέξεις το αύριο.

Η Χριστίνα σιώπησε για λίγο και μετά άνοιξε αργά την πόρτα.

—Τελικά, ήσουν πολύ πιο φωτεινή απ’ όσο φανταζόμουν, ψιθύρισε.

Η Αλήθεια τής έπιασε το χέρι.

Κιζιρίδου Γεωργία

- Καλησπέρα. Ήρθα απρόσκλητη. Με λένε Αλήθεια.

- Τι θες;

- Άφησέ με να περάσω μέσα. Έχουμε να πούμε πολλά... Πάρα πολλά.

- Δεν μου αρέσουν τα πολλά λόγια με αγνώστους... Μπορείς να πηγαίνεις...

Και η Αλήθεια έφυγε ματαιωμένη... Θα επέστρεφε όμως κάποια στιγμή!

Μπλιούμη Ελένη

-Γεια σου, Χριστίνα, τι κάνεις; Είμαι η Αλήθεια.

-Είμαι καλά, γιατί ρωτάς;

-Μπορώ να περάσω;

-Όχι, σε περιφρονώ, όπως και όλους...

-Και γιατί το κάνεις αυτό, δεν θέλεις να κοιμάσαι ήσυχα τα βράδια;

-Μια χαρά κοιμάμαι... δεν δίνω λόγο σε κανέναν ...ούτε σε εσένα...

-Ακόμη κι αν ξέρεις, δεν θα δώσεις λόγο; Σκέψου...

-Ναι, ξέρω... ξέρω, αλλά ΔΕΝ ξέρω τι να κάνω... αν δεν μιλήσω, κρύβω μεν το μυστικό μου, αφήνω όμως να κατηγορείται η καλύτερή μου φίλη... τι να κάνωωω... Κλάματα γέμισαν τώρα το πρόσωπο της Χριστίνας, κλάματα με λυγμούς και ικεσία στην Αλήθεια για βοήθεια. Κλάματα κάθαρσης και λύτρωσης. Κλάματα μεγάλης απόφασης.

-Έχεις δίκιο, Αλήθεια, δεν αντέχω άλλο να κρατώ μυστικά και να ξεστομίζω το ένα ψέμα μετά το άλλο. Είναι τόσο εξουθενωτικό... Θα μιλήσω...

-Και σωστά θα πράξεις, Χριστίνα. Χαίρομαι που πήρες τη σωστή απόφαση...

 -Αλήθεια, πέρασε σε παρακαλώ μέσα... έφτιαξα σπιτική λεμονάδα... έχω και κουλουράκια....

 Πλιάτσικα Βάσω

Ένα ακόμη βράδυ η Χριστίνα προσπαθούσε να κοιμηθεί, παλεύοντας με τη συνείδησή της. Στο άκουσμα του χτυπήματος στην πόρτα σηκώθηκε κι αντίκρισε μια κοπέλα που της χαμογελούσε.

- Καταλαβαίνω γιατί δυσκολεύεσαι να κοιμηθείς… Χριστίνα.

- Ποια είσαι;

- Είμαι η Αλήθεια. Με έχεις κάθε μέρα συντροφιά στις σκέψεις σου. Ήρθα να σε βοηθήσω!

- Ναι, έτσι είναι. Κάθε φορά που ησυχάζω… σε νιώθω που τριγυρνάς στο μυαλό μου…

- Ήρθε η ώρα να ελευθερωθείς από τις τύψεις σου! Το σημείωμα που βρήκες είναι μια καλή αφορμή! Εσύ μόνο μπορείς να βοηθήσεις να λυθεί το πρόβλημα της Μαρίας που όλοι την κατηγορούν ότι λέει ψέματα.

- Αχ και να ήξερες πόσο πολύ θέλω να βοηθήσω τη Μαρία! Πώς όμως θα φανερώσω το τόσο μεγάλο δικό μου ψέμα;

- Θα δεις ότι μόλις φανερώσεις το ψέμα σου, θα ξαλαφρώσεις! Στο υπόσχομαι! Ταυτόχρονα θα ανακαλύψεις ποιοι σε αγαπούν πραγματικά και ποιοι είναι οι αληθινοί σου φίλοι, καθώς θα μείνουν δίπλα σου και θα σε συγχωρήσουν, επειδή θα καταλάβουν πόσο πολύ μετάνιωσες!

Ξαφνικά χτύπησε το ξυπνητήρι. Η Χριστίνα άρχισε να ετοιμάζεται για το σχολείο. Φεύγοντας πήρε μαζί και το σημείωμα της Τάνιας. Είχε έρθει η στιγμή να μιλήσει!

 

Μία σκηνή στο σήμερα

Μεταφέρετε μια σκηνή του βιβλίου στο 2026.

Υπάρχουν κινητά, Instagram, TikTok, ομαδικές συνομιλίες κλπ.

Πώς αλλάζει το ψέμα;

Γιάννου Μαρίνα

Η ομαδική της τάξης έχει πάρει φωτιά. Η Μαρία δεν έχει δουλειά εκεί και την διαγράφουν. Στο προφίλ της στο Facebook βάζει μια μαύρη φωτογραφία, κάποιοι "φίλοι" εκτός σχολείου ρωτούν τι έπαθε και απαντά με αοριστίες.

Κατηγόριες, υποθέσεις, μηνύματα, ατελείωτα μηνύματα για το τι έγινε και πώς θα λυθεί το θέμα της αντιγραφής.

Η Χριστίνα δεν πηγαίνει ποτέ στο σπίτι του Αλέξη, ανταλάσσουν μερικά μηνύματα, το συναίσθημα κάπου έχει χαθεί. Η έξαψη της προσωπικής επαφής, να είσαι κοντά στον φίλο σου, η χαρά να βλέπεις κάποιον που εκτιμας έχει χαθεί. Ο Αλέξης δεν είδε ποτέ τα δάκρυα της Χριστίνας, δεν κατάλαβε πόσο την πόνεσε αυτό το ψέμα. Δεν δέχτηκε τη συγγνώμη της γιατί ποια ήταν αυτή άλλωστε που μια ολόκληρη χρονιά τους κορόιδευε; Δεν ήθελε καν να σχολιάσει τις φωτογραφίες από το δήθεν σπίτι της που είχε στείλει η Χριστίνα στην ομαδική.

Και τώρα η Χριστίνα, με το Χριστινάκι αγκαλιά, κάθεται στο κρεβάτι της. Περιμένει ένα μήνυμα από τους συμμαθητές της, πόσο ανάγκη έχει την επικοινωνία και την επαφή με τους συνομηλίκους της...

...

Το Ψέμα και η Αλήθεια με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης



Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Το Ψέμα (μέρος 1)

 


Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος Το Ψέμα, της Ζωρζ Σαρή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και τις πέντε προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.

 

Φωτογραφίες:

Βάσω, Βίκυ, Γαβριέλα, Γεωργία, Γιώτα, Ειρήνη, Ελένη, Κυριακή, Μαρίνα, Πόπη.

 


...

Αν το ψέμα είχε... Αν η αλήθεια είχε...

χρώμα,

μυρωδιά,

ήχο,

γεύση,

υφή. 

 

Γιάννου Μαρίνα

Ένα κόκκινο Ψέμα,

κυλάει σαν αίμα.

Η τραχιά του εικόνα,

σου γδέρνει το σώμα.

Μια οσμή σού θυμίζει

το κλειστό σπίτι πώς μυρίζει.

Τα νύχια σου μέταλλα γδέρνουν,

στριγκές αναμνήσεις σού φέρνουν.

Κι αυτή η πικρή σταγόνα,

να θυμίζει τον χαμένο αγώνα.

 

Το κίτρινο φουστάνι η Αλήθεια φοράει

μετάξι απαλό, χαϊδεύει από όπου περνάει,

ένα μωρό ευτυχισμένο γελάει,

λουλούδια στο πέρασμα της σκορπάει,

μια σοκολάτα σού αφήνει που κρατάει.

 

Δούστου Ιωάννα

Το Ψέμα

Μαύρο χρώμα έχει το ψέμα,

μυρωδιά από ασβό,

ήχο σαν παραφωνία,

γεύση από πικρό γλυκό

και υφή τραχιά σαν βράχο.

 

Η Αλήθεια

Η αλήθεια έχει χρώμα ουράνιου τόξου,

μυρωδιά θαλασσινή,

ήχο κελαηδίσματος,

γεύση γλυκιά, φανταστική

και υφή σαν το μετάξι.

 

Καρασαββίδου Ελένη

Το ψέμα

Αν το ψέμα είχε χρώμα, θα ήταν γκρίζο, σαν ουρανός πριν από την καταιγίδα.

Αν είχε μυρωδιά, θα μύριζε καμένο χαρτί και στάχτη.

Αν είχε ήχο, θα ήταν ένας ψίθυρος που τρέμει.

Αν είχε γεύση, θα ήταν πικρή, σαν άγουρος καρπός.

Αν είχε υφή, θα ήταν σαν αγκάθι που πληγώνει όποιον το αγγίζει.

 

Η αλήθεια

Αν η αλήθεια είχε χρώμα, θα ήταν το κίτρινο του ήλιου.

Αν είχε μυρωδιά, θα μύριζε βρεγμένο χώμα μετά τη βροχή.

Αν είχε ήχο, θα ήταν το κελάηδημα ενός πουλιού.

Αν είχε γεύση, θα ήταν δροσερό νερό που ξεδιψά την ψυχή.

Αν είχε υφή, θα ήταν μια ζεστή αγκαλιά

 

Κιζιρίδου Γεωργία

Το ψέμα

Μια γκρίζα μπάλα χνουδωτή

Σαν μαλλιά ανακατεμένα με κόμπους

Πέφτουν κάτω τούφες τούφες

Δίχως να ακούγονται

Απαρατήρητο περνάει

Όμως με τον χρόνο

Μυρίζει θειάφι

Μια παλαιότητα που βαραίνει

 

Η αλήθεια

Κίτρινο σαν φρέσκο λεμόνι

Σκληρή η σάρκα

Χωρίς πολλούς χυμούς

Μυρίζει άνθος της άνοιξης

Την στιγμή που ξυπνάει η φύση

Η πρώτη δροσοσταλίδα της ημέρας

 

Λύχνου Πέπη 

Αν το ψέμα είχε...

χρώμα, θα ήταν του σκοτεινού ουρανού που σου καταπλακώνει την ψυχή.

Μυρωδιά θα ανέδιδε σάπιου που σε κάνει να κρατάς την αναπνοή σου,

με ήχο στριγκό μετάλλου που σέρνεται πάνω σε μάρμαρο,

γεύση λεμονιού που δάκρυα φέρνει στα μάτια

και υφή ηλεκτρισμένου υφάσματος που σου θυμίζει τον κίνδυνο.

 

Αν η αλήθεια είχε...

χρώμα, θα έμοιαζε με το ουράνιο τόξο που δεν αφήνει απέξω καμία απόχρωση

και μυρωδιά πασχαλιάς την Ανάσταση για να φέρει τη λύτρωση.

Ήχο θα ήταν άρπας που χαλαρώνει και φέρνει ύπνο γλυκό στα βλέφαρα,

με γεύση σοκολάτα που τυλίγει θεϊκά τον ουρανίσκο

και υφή βελούδου που σε τυλίγει τους κρύους χειμώνες.

 

Μπλιούμη Ελένη

Γκρίζο χρώμα η ψευτιά,

μούχλα μυρίζει φανερά.

Ψίθυρος βουβός στ’ αυτί

παντού το ψέμα να αντηχεί.

Γεύση ξινή στο στόμα αναπηδά,

την ανάσα κόβει και τη σταματά.

Τραχιά η υφή σου ψέμα,

πληγώνει και την καρδιά ματώνει.

 

Αλήθεια! Φως του ήλιου λαμπερή,

κατάλευκο αστέρι,

το γιασεμί τ’ αυγερινού,

τη μυρουδιά θα φέρει.

Κρυστάλλινος ήχος καθαρός,

την ησυχία σκίζει

κι έχει η γεύση μιαν ορμή,

βελούδινο ποτάμι,

ποτίζει τις ελπίδες μας στο άδοξο σκοτάδι.

 

Πλιάτσικα Βάσω

Αν το ψέμα είχε...

Αν το ψέμα είχε χρώμα,

θα ήταν πρασινοκίτρινο,

σαν τη χολή που σταλάζει.

Αν το ψέμα είχε μυρωδιά,

θα ήταν σαν κλούβιο αυγό,

παλιό και χαλασμένο.

Αν το ψέμα είχε ήχο,

θα ήταν σαν τις Σειρήνες

που πλάνευαν όσους τις άκουγαν.

Αν το ψέμα είχε γεύση,

θα ήταν στην αρχή γλυκό

και πικρό στο τέλος.

Αν το ψέμα είχε υφή,

θα έμοιαζε με τραχύ ύφασμα

γεμάτο αγκάθια.

 

Αν η αλήθεια είχε...

Αν η αλήθεια είχε χρώμα,

θα ήταν γαλάζιο φωτεινό,

σαν του ουρανού όταν ξημερώνει.

Αν η αλήθεια είχε μυρωδιά,

θα ήταν σαν κήπος μοσχομυριστός,

με όλα τα λουλούδια του ανθισμένα.

Αν η αλήθεια είχε ήχο,

θα ήταν τραγούδι γλυκό της μάνας

που ταχταρίζει το μωρό της.

Αν η αλήθεια είχε γεύση,

θα ήταν σαν το μέλι που φτιάχνουν

στις κυψέλες τους οι μέλισσες.

Αν η αλήθεια είχε υφή,

θα ήταν βαμβάκι απαλό

που απλώνεται στους κάμπους.

 

Τοδικαστήριο 

Δύο ομάδες στο facebook “δικάζουν” τη Χριστίνα.

Η μία την υπερασπίζεται.

Η άλλη την κατηγορεί.

 

Γιάννου Μαρίνα

(από τον τοίχο της Τάνιας)

Κοπελιά, τα ψέματα σου τελείωσαν! Κάτσε στο θυρωρείο σου κι άσε μας. Που ήθελες να συναναστρέφεσαι και μαζί μας. Από την αρχή σε κατάλαβα, ότι κάτι παίζει με εσένα. Γιατί αλλιώς θα μας καλούσες στο "καταπληκτικό" σου σπίτι, που δεν ξέραμε καν πού είναι και θα μιλούσες για τον εαυτό σου. Τα ψέματα δεν συγχωρούνται, τώρα όλοι θα σου γυρίσουν την πλάτη και η παρέα θα γίνει πάλι όπως πριν! Πριν έρθεις και μας τα διαλύσεις ΟΛΑ.

(από τον τοίχο του Αλέξη)

Τι σοκ το σημερινό! Δεν καταλαβαίνω πάντα τα κορίτσια αλλά εντάξει, δεν τρέχει τίποτα. Πού να φανταστώ πως η Χ. δεν είχε απλώς τις κοριτσίστικες συμπεριφορές. Σε κανέναν δεν αρέσουν τα ψέματα αλλά υπάρχουν και ψέματα αθώα, που δεν κάνουν κακό στους άλλους. Σιγά, δεν έγινε και τίποτα που δεν μας είπε με τη μία όλα τα προβλήματα της οικογένειάς της. Εγώ δεν έχω θέμα πάντως και θα συνεχίσω να κάνω παρέα μαζί της.

 

Κιζιρίδου Γεωργία

1.

Η εν λόγω μαθήτρια κρίνεται ένοχη, χωρίς ελαφρυντικά, γιατί ο στόχος της ήταν σαφής από την αρχή... Να παραπλανήσει, να κοροϊδέψει, να εμπαίξει και εν πάση περιπτώσει, να ζήσει αριβιστικά ανάμεσά μας...

2.

Στο πρόσωπο, πόσο μάλλον στα μάτια, της συμμαθήτριάς μας δεν βλέπω ένα άτομο που χρησιμοποίησε το ψέμα ούτε για να βλάψει, ούτε για να αποκομίσει όφελος σε προσωπικό επίπεδο. Αντιθέτως, βλέπω ένα θύμα των κοινωνικών και οικογενειακών καταστάσεων που το οδήγησαν για λόγους αυτο-προστασίας και συναισθηματικής επιβίωσης να απομακρυνθεί για ένα διάστημα από τη σκληρή αλήθεια που βίωνε στη ζωή της... Κύριοι ένορκοι, ζητάμε την κατανόησή σας και την επιείκειά σας...

...

Το πορτρέτο της Χριστίνας με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης