Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

«Μόλις άρχισε να βρέχει, η Μελίνα…»




Ζώρζου Ιωάννα

Η Μελίνα και ο Χρυσαφιός

Μόλις άρχισε να βρέχει, η Μελίνα βούτηξε βιαστικά την πουά ομπρέλα της, φόρεσε τις ασορτί γαλότσες της και έτρεξε προς την εξώπορτα.

– Πού πας μες στη βροχή, παιδί μου; ακούστηκε η φωνή της μαμάς, μα εκείνη μήτε που γύρισε να της απαντήσει.

Δεν θα έχανε με τίποτα την πρώτη φθινοπωρινή βροχή. Το μεγάλο πλατάνι που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της θα άρχιζε να αποχαιρετά τα φύλλα του. Η Μελίνα αγαπούσε τόσο πολύ να χαζεύει τον χορό των χρυσαφένιων φύλλων. Τα παρατηρούσε να πέφτουν ένα ένα από τα κλαδιά, κάνοντας άλλοτε έναν εντυπωσιακό στροβιλισμό και άλλοτε μια πιρουέτα, σαν την πιο όμορφη μπαλαρίνα.

– Έλα, Χρυσαφιέ μου, είπε στον κανελή γάτο της. Ήρθε η ώρα.

Οι δυο τους άρχισαν να χορεύουν μαζί με τα φύλλα. Ωστόσο η μαμά ακούστηκε και πάλι να φωνάζει από το παράθυρο:

– Το τζάκι είναι αναμμένο και η ζεστή σοκολάτα σε περιμένει!

– Ε, Χρυσαφιέ, θα έχεις σίγουρα κι εσύ τη λιχουδιά σου, είπε χαμογελώντας το κορίτσι.

Με το γέλιο της να αντηχεί ως τις διπλανές αυλές, η Μελίνα μπήκε εντελώς μούσκεμα στο σπίτι. Άλλαξε ρούχα και φόρεσε μια ολόμαλλη ζακέτα ενώ ο Χρυσαφιός στέγνωνε το τρίχωμά του πλάι στο τζάκι γουργουρίζοντας.

Πού να εξηγείς τώρα στις συμμαθήτριές σου ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι χίλιες φορές ωραιότερο από ένα σούπερ βίντεοπαιχνίδι... την ίδια στιγμή που το τάμπλετ στο γραφείο δονούνταν συνεχώς από ειδοποιήσεις.

 

Πλιάτσικα Βάσω

Μόλις άρχισε να βρέχει, η Μελίνα φόρεσε τις αδιάβροχες μπότες της κι άρπαξε την ομπρέλα της. Άνοιξε βιαστικά την πόρτα του σπιτιού και βγήκε στον δρόμο. Αντί όμως να αρχίσει το περπάτημα στη βροχή που τόσες ημέρες περίμενε, κάθισε στο πρώτο πλατύσκαλο που βρήκε και σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό.

Οι αισθήσεις της ήταν εκεί, για να την ταξιδέψουν ανάμεσα στις στάλες της βροχής. Τα μάτια της απολάμβαναν τα διάφανα χρώματά τους, ενώ το δυνατό πλατσούρισμα ακουγόταν σαν ένα γλυκό μελωδικό νανούρισμα στ’ αυτιά της. Το βρεγμένο χώμα και το τσιμεντένιο πλακόστρωτο σκορπούσαν μια γλυκιά μυρωδιά, γεμάτη δροσιά. Τα μαλλιά, τα μάγουλα και τα χέρια της ένιωθαν την ορμή κάθε σταγόνας καθώς εκείνες έπεφταν πάνω τους, αλλά και τα χείλη της αισθάνονταν την ιδιαίτερη γεύση τους.

Χαιρόταν ακόμη που έβλεπε τα δέντρα και τα λουλούδια στα παρτέρια του δρόμου, να απλώνονται για να ρουφήξουν όσο περισσότερο νερό μπορούσαν, αλλά και τα πεσμένα φύλλα που βρήκαν ευκαιρία να ταξιδέψουν στα μικρά ρυάκια που δημιούργησε η βροχή.

Δίπλα της κούρνιασε μια γάτα που απολάμβανε κι εκείνη το πρωτοβρόχι και τα δώρα του, τόσο πολύ που στο τέλος αποκοιμήθηκε.

 

Φέδρους Μακ

Μόλις άρχισε να βρέχει, η Μελίνα έκατσε στο πρώτο σκαλοπάτι που είδε μπροστά της, ακούμπησε την ομπρέλα στον τοίχο και ο Ρι, που τόση ώρα περπατούσε πίσω της κάνοντας ζικ-ζακ, κούρνιασε δίπλα της.

Χοντρές σταγόνες έπεφταν από τον ουρανό αλλά καμιά δεν την άγγιζε, την προστάτευε η στέγη πάνω από το σκαλοπάτι, μόνο οι άκρες από τις γαλότσες βρέχονταν.

Κοίταζε τα γκρίζα σύννεφα που έριχναν χοντρές σταγόνες.

«Πώς κρατούν μέσα τους τόσο νερό;» αναρωτήθηκε. «Αλλά γιατί κάθομαι; Η βροχή είναι τέλεια για παιχνίδι. Οι σταγόνες πέφτουν για μένα!» Άνοιξε την ομπρέλα και το κόκκινο χρώμα της καθρεφτίστηκε στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.

Πλατς! Η πρώτη λακκούβα την υποδέχτηκε με ένα μεγάλο χαμόγελο.

«Ποιος θέλει να χορέψει;» φώναξε.

Ένα βατραχάκι πήδηξε από μια γωνιά.

«Εγώ!»

Μαζί άρχισαν να χοροπηδούν μαζί από λακκούβα σε λακκούβα. Στριφογυρνούσαν ανάμεσα στις σταγόνες, πηδούσαν και τραγουδούσαν.

Ένα στρουμπουλό σαλιγκαράκι τούς ακολούθησε μαζί με δυο σπουργίτια που τσαλαβουτούσαν σε όλες τις λακκούβες τιτιβίζοντας.

Ο Ρι κοίταζε βαριεστημένα, δεν ήθελε να βραχεί, αλλά δεν μπορούσε να χάσει το γλέντι.

Ξαφνικά βγήκε ο ήλιος και εμφανίστηκε ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο, σαν να χειροκροτούσε την παρέα τους.

«Τι ωραία! Να βρέχει πιο συχνά!» είπε η Μελίνα γελώντας.

 

 

Η εικόνα δημιουργήθηκε μέσω ΑΙ  για το ιστολόγιο.

Τα κείμενα γράφτηκαν με αφορμή το παιχνίδι γραφής εδώ:

https://www.facebook.com/groups/1006082537869676

 

 

 

Η Βαλίτσα

 



Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση του παραμυθιού Η Βαλίτσα, Chris Naylor-Ballesteros (μετάφραση: Βίκυ Κατσαρού), που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα και τις προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.

 

Φωτογραφίες:

Γεωργία, Γιώτα, Ειρήνη, Ιωάννα, Πέπη, Πόπη.

 

«Η δική μου βαλίτσα»

Καραβασίλη Πόπη

Κανείς δεν θα καταλάβαινε γιατί πήρα μαζί μου αυτό το μικρό κοχύλι. Γουρουνάκι το λένε στον τόπο μου· είναι λείο και φωτεινό σαν σταγόνα πορσελάνης. Τόσο μικρό, που χωρά στη χούφτα μου, κι όμως μέσα του κουβαλά μια θάλασσα. Τη θάλασσα που δίπλα της μεγάλωσα. Τη θάλασσα που εξερευνούσαμε μαζί, πιασμένοι χέρι χέρι, φορώντας μάσκες και πέδιλα. Το είδαμε αναποδογυρισμένο, μισοκρυμμένο στην άμμο. Βούτηξες και το ακούμπησες στη παλάμη μου.

— Μια όμορφη ανάμνηση ζωής, μου είπες.

Μα εσύ δεν ήσουν κοχύλι· δεν άφησες πίσω καβούκι για να το κρατήσω. Σε στριμώχνω, λοιπόν, στο γουρουνάκι μας, στη μυρωδιά της αλμύρας, γιατί χρειάζομαι να επιστρέφεις.

Καρασαββίδου Ελένη

Μια φωτογραφία, ένα βιβλίο, ένα τετράδιο, την εικόνα του Άι-Γιώργη και μια μαντήλα.

Κανείς δεν θα καταλάβαινε γιατί την πήρα μαζί μου.

Μια μεγάλη μαύρη μαντήλα, με κόκκινα λουλούδια.

Της μάνας μου.

Μια παλιά μαντήλα.

Χωρίς αξία για τους άλλους. Με όλη την αξία του κόσμου για μένα.

Την έκλεισα στη χούφτα μου.

Πάνω της είχαν ακουμπήσει κάποτε τα χέρια της μητέρας. Κι εγώ, τόσα χρόνια μετά, εξακολουθούσα να ψάχνω τα δάχτυλά της μέσα στις πτυχές της.

Την πέρασα στους ώμους μου, όπως θα την περνούσε κάποτε εκείνη. Και ξαφνικά ένιωσα σαν να με τύλιγαν τα χέρια της.

Βγήκα φορώντας τη μαντήλα της.

Μαύρη σαν την απουσία.

Με κόκκινα λουλούδια σαν την αγάπη της.

Κιζιρίδου Γεωργία

Κανένας δεν θα καταλάβει γιατί πήρα μαζί μου το πολύχρωμο φουλάρι. Είναι το πρώτο που σκέφτηκα να πάρω γιατί πέρα από τη συναισθηματική του αξία και τη μυρωδιά οικειότητας που αναδύει, όταν το φοράω νιώθω ότι όχι μόνο δεν κρυώνω, αλλά δεν νιώθω και μοναξιά. Το πολύχρωμο φουλάρι μπορεί να γίνει καπέλο, σφεντόνα, σακούλα αποθήκευσης, ακόμη και μαξιλάρι στις δύσκολες στιγμές που με περιμένουν από δω και πέρα. Θα ταξιδέψουμε παρέα και δεν θα το αποχωριστώ ποτέ!

Μπλιούμη Ελένη

Κανείς δεν θα καταλάβαινε γιατί πήρα μαζί μου τα γούρια μου. Δεν ήταν τίποτα άλλο από μία δεκάρα και μία εικοσάρα της δεκαετίας του πενήντα, δώρο του προπάππου μου, που τα έχω σαν φυλαχτό στο μπρελόκ των κλειδιών. Στις δύσκολες στιγμές μόνο ένα άγγιγμα φτάνει για να ξεπεραστούν όλα. Σαν να είναι εκεί ο προπάππος και λέει: "Θα περάσει κι αυτό. Θα περάσει και θα βγει ο ήλιος. Κάνε υπομονή". Κι εγώ χαμογελώ και τραβάω μπροστά με την ευλογία του και με την ευλογία της εικόνας της Παναγίας που συντροφεύει τα γούρια μου. Τι τέλειος συνδυασμός για να προσπεράσεις τους προβληματισμούς σου! Τι τέλειος συνδυασμός για να κερδίσεις τη ζωή!

 

Σπίτι είναι…

Δούστου Ιωάννα

Σπίτι είναι η αγάπη. Είναι κάποιος που σου φτιάχνει το αγαπημένο σου φαγητό και η ζεστή αγκαλιά των δικών σου ανθρώπων. Σπίτι είναι τα γέλια των παιδιών που γεμίζουν τα δωμάτια και η μυρωδιά από φρέσκο ψημένο ψωμί που σου θυμίζει πως είσαι ασφαλής.

Καραβασίλη Πόπη

Σπίτι είναι η σιωπηλή παρουσία της μάνας μου, έτοιμη να φανεί χρήσιμη.

Σπίτι είναι το καλωσόρισμα της γάτας στην εξώπορτα.

Σπίτι είναι η συνάντηση με τον εαυτό μου.

Σπίτι είναι εκεί που ζωντανεύουν τα αποτυπώματα του χρόνου.

Σπίτι είναι το κάλεσμα των αγαπημένων μου.

Κιζιρίδου Γεωργία

Σπίτι είναι η μυρωδιά από το φρεσκοψημένο φαγητό στον φούρνο

Σπίτι είναι η πρώτη λιακάδα που περνάει μέσα από την κουρτίνα

Σπίτι είναι τα γέλια γύρω από το τραπέζι κάθε γιορτής

Σπίτι είναι η στρωματσάδα του καλοκαιριού

Σπίτι είναι το βάζο με τα λουλούδια, δίπλα από τη φρουτιέρα και την ψωμιέρα 


Μόνο μία στιγμή

Καραβασίλη Πόπη

Δεν ήθελε να κοιτάξει πίσω. Αν γύριζε το κεφάλι. ίσως δεν θα μπορούσε να κάνει ούτε βήμα. Δεν άντεχε τον πόνο του χωρισμού. Κοίταξε τη θάλασσα σαν να ήταν η μόνη του ελπίδα. Σαν μάνα που θα τον νανούριζε και θα τον πήγαινε μακριά από το αίμα, το άδικο, τον φόβο. Το καΐκι λικνιζόταν ανήσυχα στο σκοτάδι. «Θεέ μου, κράτησε με, γιατί φοβάμαι» σιγοψιθυρισε. Έσφιξε τη μικρή του βαλίτσα, πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε μέσα στο σκαφάκι.

Κιζιρίδου Γεωργία

Έπρεπε να φύγει γιατί τον κυνηγούσαν οι εχθροί. Τον τελευταίο καιρό η κατάσταση είχε ξεφύγει. Τρομοκρατούσαν κάθε έναν που θεωρούσαν απειλή. Εκείνο το βράδυ ήρθε και η δική του σειρά. Στην πόρτα του σπιτιού του βρήκε ένα τηλεγράφημα... Έπρεπε να φύγει για να μην κινδυνεύσει η οικογένειά του. Μηχανικά πήρε τη βαλίτσα και πέταξε κάποια βασικά αντικείμενα και μερικά κειμήλια συναισθηματικής αξίας. Δεν προλάβαινε να τους αποχαιρετίσει. Δεν είχε χρόνο. Το μόνο που είχε σημασία ήταν να φύγει το γρηγορότερο δυνατόν από εκεί με άγνωστο προορισμό...

 

Το χαρτάκι που υπήρχε στον πάτο

Δούστου Ιωάννα

Να κρατάς πως το αληθινό σου καταφύγιο βρίσκεται εκεί όπου ανήκει η ψυχή σου. Η απουσία σου θα ζητά πάντα απάντηση μα εύχομαι όπου κι αν βρεθείς, να είσαι χαρούμενος και ασφαλής. Θα σε συντροφεύει πάντα η σκέψη και η ανεξάντλητη αγάπη μου. Είσαι ένας πραγματικά αξιαγάπητος άνθρωπος!

Κιζιρίδου Γεωργία

Για σένα...

Τα λόγια είναι λίγα για να περιγράψω όλα όσα θέλω να σας πω κι όλα όσα νιώθω. Φεύγω, όμως υπόσχομαι πως σύντομα θα γυρίσω. Θα είμαστε πάλι μαζί, αγαπημένοι και χαρούμενοι. Μη με ψάξετε... Όταν γυρίσω, θα σας τα πω όλα!

Μπλιούμη Ελένη

Δεν είχα το θάρρος να σου τα πω από κοντά. Τότε δεν έφταιξες εσύ, εγώ κρυβόμουν πίσω από όλη την ιστορία. Εσύ κατάλαβες και δεν είπες τίποτα και σε κανέναν όλα αυτά τα χρόνια. Με κάλυψες, με βοήθησες να βγω από τις ανασφάλειές μου, μου έδειξες πώς είναι ένας πραγματικός φίλος. Σε ευχαριστώ! Σε ευγνωμονώ!

 

Η απολογία της αλεπούς

Κιζιρίδου Γεωργία

Αγαπητέ ξένε,

Ήθελα να συστηθώ και να γνωριστούμε καλύτερα, όμως για άλλη μια φορά η περιέργειά μου νίκησε. Ξέρω πως δεν ήμασταν πολύ φιλόξενοι και ανοιχτοί απέναντί σου. Σε προσκαλώ στο σπίτι μου σήμερα το βράδυ για να δειπνήσουμε παρέα και να κάνουμε μια νέα αρχή. Ελπίζω να μην κρατήσεις κακία και θυμό...

Με εκτίμηση,

Η αλεπού...!



 

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η γιαγιά μου η κλέφτρα


 

Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος Η γιαγιά μου η κλέφτρα του Ντέιβιντ Ουάλιαμς (μετάφραση: Γαβριηλίδου Πετρούλα), που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός και τις  προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.

 

Φωτογραφίες:

Βάσω, Γεωργία, Γιώτα, Ειρήνη, Ελένη, Κυριακή, Μαρίνα, Πόπη.



 
 

1.

Ληστεία σε...100!


Γιάννου Μαρίνα

"Έλα, χωράς από το παράθυρο του μπάνιου" είπε η γιαγιά στην εγγονή της. Το κορίτσι γλίστρησε απαλά μέσα από το παράθυρο και μπήκε στο σπίτι. Τα μάτια της συνήθισαν το σκοτάδι. Έπρεπε να κάνει γρήγορα. Η φιλντισένια σκακιέρα του καινούργιου πρωταθλητή βρισκόταν στη μέση της σάλας. Κινήθηκε αθόρυβα, σαν σκιά... Γιαγιά και εγγονή βγήκαν τρέχοντας. "Τα κατάφερες;" ρώτησε η γιαγιά. Το κορίτσι έβγαλε από την τσέπη του έναν ξύλινο Πύργο, σκαλισμένο στο χέρι. Το κομμάτι είχε κλαπεί από τη σκακιέρα του παππού της, του παγκόσμιου πρωταθλητή στο σκάκι. Τώρα το κορίτσι θα μπορούσε να εκπληρώσει το όνειρο του.

Κιζιρίδου Γεωργία

Ο παππούς και το παιδί ήταν αποφασισμένοι. Απόψε έπρεπε η ληστεία να εφαρμοστεί με χειρουργική ακρίβεια. Δεν ήταν έμπειροι ληστές, όμως η ίδια η ζωή δεν τους άφησε πολλά περιθώρια. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Μερικές φορές η ζωή σε οδηγεί σε πράξεις που ούτε που περνούσε από το μυαλό σου ότι θα τις έκανες πριν μερικά χρόνια. Ο παππούς έκλεισε το μάτι στον εγγονό του. Απόψε θα έκλεβαν το φάρμακο από τον φαρμακοποιό. Το είχε κρυμμένο στο υπόγειό της βίλας του. Η γιαγιά έπρεπε να ζήσει!

 

2.

Η ληστεία που δεν μάθαμε ποτέ

Γιάννου Μαρίνα

"Τα είχα σχεδιάσει όλα τέλεια! Θα έμπαινα στο κοσμηματοπωλείο από τον εξαερισμό του μανάβικου δίπλα. Πήγα σιγά σιγά το βράδυ και με ένα τσιμπιδάκι από τα μαλλιά μου, παραβίασα την κλειδαριά. Μπήκα σιγά σιγά. Σκαρφάλωσα στον εξαερισμό και χώθηκα μέσα στον αγωγό. Ήταν στενός αλλά ευτυχώς είμαι μικροκαμωμένη και χώρεσα. Προχωρούσα μπουσουλώντας πολύ προσεκτικά. Έφτασα στην άλλη μεριά, αφαίρεσα τις προστατευτικές γρίλιες και έτσι εύκολα και απλά ήμουν μέσα στο κοσμηματοπωλείο. Το κολιέ που ήθελα είχε το μεγαλύτερο ρουμπίνι του κόσμου. Ήμουν λίγο απρόσεκτη όμως και άρχισε να χτυπάει ο συναγερμός. Το άρπαξα και με δύο δρασκελιές ήμουν και πάλι στον αγωγό. Σε λίγα λεπτά κατέφτασε η αστυνομία και εγώ εγκλωβίστηκα εκεί μέσα. Πήγα στο μανάβικο, έκρυψα το κολιέ μέσα σε ένα λάχανο και κρύφτηκα ξανά στον αγωγό. Είχα αποφασίσει ότι θα περιμένω το πρωί να ανοίξει το μανάβικο και να παραστήσω την πελάτισσα. Στις οκτώ ακριβώς ο κύριος Στιβ άνοιξε το μανάβικο. Μόλις μπήκε στο τεράστιο ψυγείο, βγήκα από τον αγωγό και έκανα την πρωινή πελάτισσα. Εκείνη την ώρα όμως μπήκε κι ένας αστυνομικός. "Πώς βρέθηκες εσύ εδώ; Από που μπήκες; Ήμουν έξω στην πόρτα και δεν σε είδα να έρχεσαι" είπε και με αγριοκοίταξε. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Έπρεπε να βρω κάτι πειστικό να πω. Πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα μου, ο κύριος Στιβ βγήκε από το ψυγείο φορτωμένος λάχανα. "Κύριε αστυνόμε μου, μπήκε από εδώ" είπε και έδειξε το ψυγείο. Στο βάθος υπήρχε μια μικρή πορτούλα που έβγαινε στο πάρκινγκ και από εκεί τα φορτηγά έφερναν τα τελάρα με τα φρούτα και τα λαχανικά. Ο αστυνομικός μας κοίταξε με δυσπιστία αλλά έφυγε. Πήρα το λάχανό μου κι έφυγα κι εγώ. "Γιαγιά, τον παππού Στιβ δεν τον έλεγαν;" Η γιαγιά μού έκλεισε πονηρά το μάτι. "Πώς να μην τον ερωτευτώ;"

Κιζιρίδου Γεωργία

Ο στρυφνός γείτονας που βλέπεις, αγαπητέ μου εγγονέ, κάποτε υπήρξε ερωτευμένος μαζί μου και μάλιστα συνεργός μου. Μην τον παρεξηγείς... Είχαμε σχεδιάσει μια ληστεία διαμαντιού από ένα κοσμηματοπωλείο που θα άφηνε εποχή. Μάλιστα θα κρύβαμε το διαμάντι μέσα στο λάχανο, σύμφωνα με το σχέδιο που είχαμε καταστρώσει. Δυστυχώς όταν μπήκαμε στο κοσμηματοπωλείο, τρομάξαμε από ένα ποντίκι που εμφανίστηκε αναπάντεχα και έπεσε το λάχανο από τα χέρια μου. Επικράτησε πανικός, δεν ήταν έμπειρος ληστής. Ήρθε η αστυνομία, μας συνέλαβαν και μας άφησαν ελεύθερους μετά από δύο ημέρες λόγω του νεαρού της ηλικίας μας. Έκτοτε δεν μου το έχει συγχωρήσει ποτέ και έχει μετατραπεί στον πιο νομοταγή πολίτη και στον πιο άσπονδο κι ενοχλητικό εχθρό μου...

 

3.

Η βασίλισσα γράφει στο ημερολόγιό της

Γιάννου Μαρίνα

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα ήμουν πολύ απογοητευμένη. Περίμενα τα εγγόνια μου για τσάι αλλά δεν ήρθαν γιατί προτίμησαν να πάνε στις κούνιες. Λαχταρούσα πολύ να τα δω. Στεναχωρημένη καθώς ήμουν, πήγα στην αίθουσα των κοσμημάτων, να χαϊδέψω το διαμάντι του στέμματος μπας και μου φτιάξει η διάθεση. Είχα όμως την πιο απρόσμενη συνάντηση της ζωής μου. Μια γιαγιά, κοντά στην ηλικία μου, με τον εγγονό της, ετοιμάζονταν να κλέψουν τα βασιλικά κοσμήματα. Το θέαμα ήταν τόσο αστείο! Τρόμαξαν πολύ βέβαια αλλά τους συγχώρεσα. Βασικά θαύμασα την ωραία σχέση που είχαν. Τι όμορφο που είναι να δημιουργείς αναμνήσεις με τα αγαπημένα σου πρόσωπα. Να ξεφεύγεις από τη ρουτίνα και τα πρέπει. Αύριο λοιπόν, αντί για τσάι, θα καλέσω τα εγγόνια μου σε ροκ εντ ρολ πάρτι και θα ξεβιδωθούμε από τον πολύ χορό!

Δούστου Ιωάννα

Αγαπητό μου ημερολόγιο, σήμερα έγινε κάτι αδιανόητο. Ήμουν στο δωμάτιο με τα κοσμήματα, όταν ξαφνικά άκουσα έναν θόρυβο. Νομίζοντας ότι είναι κάποιος από τους φρουρούς πήγα και άνοιξα την πόρτα. Μα τι να δω; Μια γιαγιά με τον εγγονό της, δεν μου φάνηκαν για κλέφτες, έμοιαζαν περισσότερο με δύο εξερευνητές που έχασαν τον δρόμο τους! Αντί να βάλω τις φωνές ή να πατήσω τον συναγερμό, στάθηκα και τους άκουσα. Μου εξομολογήθηκαν την ιστορία τους κι αυτή η γιαγιά είχε περισσότερο θάρρος και ζωντάνια από ολόκληρη τη φρουρά μου! Μου θύμισε πόσο βαρετή μπορεί να γίνει η βασιλική ζωή πίσω από τα πρωτόκολλα και τα βαριά στέμματα. Τους άφησα να φύγουν μυστικά από την πίσω πόρτα.

Καραβασίλη Πόπη

Ήταν μια μέρα διαφορετική. Εγώ ζήλεψα αυτήν τη γιαγιά! Αυτήν που τόλμησε να δοκιμάσει να κλέψει τα κοσμήματά μου (θα τα επέστρεφε, είμαι σίγουρη, φαινόταν στη ματιά της), για να πλησιάσει την καρδιά του εγγονιού της. Να κερδίσει την αγάπη του, με ήσυχη την συνείδησή της ξεπερνώντας τα όρια, τις συμβατικότητες, τα «πρέπει»… όλα εκείνα που υψώνουν έναν τοίχο και μας απομονώνουν. Θα ήθελα στον λόγο μου τα Χριστούγεννα να βάλω κάτι από την ψυχή αυτής της γιαγιάς. Κανείς δεν ακούει συμβουλές, τα ξύλινα λόγια κάνουν φτερά και πετάνε. Πώς, πώς να τους κάνω να με ακούσουν; Ίσως αν, για μια φορά, μια βασίλισσα ξέφευγε λίγο από το πρωτόκολλο θα…

1. Άφηνε, δήθεν κατά λάθος, να φανεί το εσώρουχό της κάτω από το βασιλικό φόρεμα και θα έλεγε: «Ας μιλήσουμε πιο… ειλικρινά».

2. Διάβαζε πρώτα τη λίστα για το σούπερ μάρκετ. Δήθεν πως μπέρδεψε τα χαρτιά.

3. Έβγαζε από την τσάντα της έναν κουραμπιέ, θα δάγκωνε λίγο και θα ψιθύριζε: «Συγχωρήστε με, αλλά πιστεύω ότι η ζάχαρη άχνη μας φέρνει πιο κοντά».

Το αποφάσισα, θα μεταμφιεστώ, θα πάω στο σπίτι αυτής της ηλικιωμένης. Έχουμε πολλά να πούμε.

Κιζιρίδου Γεωργία

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

σήμερα, μετά από καιρό, ένιωσα επιτέλους ζωντανή. Λίγη περιπέτεια στη ζωή δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, πόσο μάλλον την ίδια τη βασίλισσα. Συνάντησα μια γιαγιά με τον εγγονό της την ώρα που προσπαθούσαν να με ληστέψουν. Αντί να θυμώσω, χάρηκα. Οι κοινοί θνητοί μπορούν να ζουν ελεύθεροι, κάνοντας λάθη. Εγώ δυστυχώς είμαι αναγκασμένη να ακολουθώ και να επιβάλλω σε άλλους τα πρωτόκολλα. Ώρες ώρες εύχομαι να ήμουν κι εγώ μια καθημερινή γιαγιά και απλώς να κάναμε σκανταλιές με τα εγγόνια μου...

 

4.

Η μεγάλη αποκάλυψη

Γιάννου Μαρίνα

Ο Μπεν ήταν στο σπίτι της γιαγιάς του. Η γιαγιά, κάπως αδύναμη, καθόταν στον καναπέ. "Φέρε μου, αγόρι μου, μια ζακέτα από την ντουλάπα μου, σε παρακαλώ". Το παιδί έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο. Άνοιξε την ντουλάπα και καθώς τράβηξε μια ζακέτα από την κρεμάστρα, έπεσε κάτω ένα γυαλιστερό κορμάκι, σαν αυτά που φοράνε τα κορίτσια στη γυμναστική. Ο Μπεν το πήρε και πήγε στο σαλόνι. Τύλιξε τη γιαγιά με τη ζακέτα και κάθισε δίπλα της. "Μπορείς να μου πεις τι είναι αυτό;" τη ρώτησε γεμάτος περιέργεια. Η γιαγιά χαμογέλασε και τα μάτια της φωτίστηκαν. "Αχ, Μπεν μου, άμα σου πω μπορεί να μην με πιστέψεις, μετά το αθώο ψεματάκι που σου είπα για τις κλοπές κοσμημάτων. Όμως αυτή η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Στα νιάτα μου δούλεψα κάποια χρόνια σε τσίρκο. Ήμουν ακροβάτισσα. Κρεμιόμουν στην κούνια, έκανα μερικές τούμπες και κάμποσες πιρουέτες στον αέρα και με έπιανε ο συνάδελφος ακροβάτης στην άλλη κούνια!" Το αγόρι άκουγε με ανοιχτό το στόμα. Η γιαγιά, κατενθουσιασμένη, άρχισε να λέει ιστορίες από το τσίρκο. Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο και είχε δώσει σόου σε όλες τις μεγάλες και μικρές πόλεις! "Τελικά η γιαγιά μου είναι υπερβολικά πολύ κουλ" σκέφτηκε το παιδί και την αγκάλιασε σφιχτά.

Καραβασίλη Πόπη

«Αλήθεια, γιαγιά, εσύ σκότωσες τον Χίτλερ;» ρώτησε ο Μπεν και τα μάτια του κοίταξαν με έναν θαυμασμό τη γιαγιά του, σαν να την ανακάλυπταν εκείνη τη στιγμή.

«Μα δεν ήσουν πολύ μικρή;»

«Ναι, ίσως γι’ αυτό μπόρεσα να περάσω απαρατήρητη. Κυνηγούσα τη γάτα μου, που είχε κρυφτεί στο γραφείο του. Εκεί βρήκα ένα πιστόλι και το άδειασα πάνω του».

«Δεν το μάθαμε στο σχολείο» είπε, με μιαν αμφιβολία να τρέμει στη φωνή του. Άνοιξε μια εγκυκλοπαίδεια από τη βιβλιοθήκη και πρόσθεσε: «Γιαγιά, ο Χίτλερ αυτοκτόνησε. Κανείς δεν τον σκότωσε».

Το βλέμμα του ήταν γελαστό, μα εκείνος ο θαυμασμός είχε χαθεί.

«Σιγά, βρε γιαγιά, σε λίγο θα μας πεις πως βγήκες για κυνήγι κατσαρίδων, τον συνάντησες, του έδωσες μία στο κεφάλι με την παντόφλα και έπεσε ξερός». 

Και οι δύο ξέσπασαν σε γέλια.

Κιζιρίδου Γεωργία

Ο Μπεν, εντελώς τυχαία, σκόνταψε σε ένα κασελάκι στο υπνοδωμάτιο της γιαγιάς. Λίγο η περιέργεια, λίγο η συνηθισμένη βαρεμάρα, τον οδήγησαν να το ανοίξει. Αυτό που αντίκρισε ούτε που το φανταζόταν... Φωτογραφίες και αναμνηστικά από τα Μάταλα! Η γιαγιά του, πριν από χρόνια, όχι μόνο δεν ήταν μια άχρωμη παρουσία, αλλά ζούσε σε σπηλιές φορώντας ένα πολύχρωμο φουλάρι στα μαλλιά της. Η έκπληξή του δεν μπορούσε να κρατηθεί μόλις διάβασε ένα γράμμα προς τον αγαπημένο της, που του εξηγούσε γιατί αυτό το καλοκαίρι δεν θα ταξίδευε για την Ελλάδα όπως συνήθιζε. Ποια ήταν η γιαγιά του και τι σήμαινε αυτό το γράμμα; Το είχε στείλει άραγε ποτέ ή μήπως δεν τόλμησε και το έκρυψε στο μικρό σεντούκι με άλλα βαθιά θαμμένα μυστικά;