Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος Το Ψέμα, της Ζωρζ Σαρή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και τις πέντε προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.
Φωτογραφίες:
Βάσω, Βίκυ, Γαβριέλα, Γεωργία, Γιώτα, Ειρήνη, Ελένη, Κυριακή, Μαρίνα, Πόπη.
Ένα παραμύθι για το Ψέμα
Γιάννου Μαρία
Μια φορά κι έναν καιρό το Ψέμα βρέθηκε σε ένα όμορφο χωριό. Πεινασμένο καθώς ήταν, σταμάτησε στον φούρνο. "Άκουσα να λένε πως φτιάχνετε τα χειρότερα ψωμιά στον κόσμο" είπε φεύγοντας στην χαμογελαστή φουρνάρισσα. Η φουρνάρισσα στεναχωρήθηκε πολύ, θύμωσε κι άλλο τόσο κι αποφάσισε να μην ξαναφτιάξει ψωμί.
Λίγο αργότερα άρχισε να κάνει ψύχρα και το Ψέμα, παγωμένο όπως ήταν, μπήκε σε ένα μαγαζί να αγοράσει ένα πανωφόρι. "Άκουσα να λένε πως τα ρούχα που ράβετε σκίζονται γρήγορα" είπε φεύγοντας στην καλόκαρδη ράφτρα. Κι εκείνη θυμωμένη έκλεισε την πόρτα του ραφτάδικου και σταμάτησε να ράβει.
Πολύ γρήγορα στο χωριό δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Όλοι κοιτούσαν πίσω από τις κλειστές πόρτες τους θυμωμένοι και στεναχωρημένοι. Κανείς δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί αλλά και κανείς δεν είχε διάθεση να μάθει.
Το Ψέμα ένιωθε πολύ μόνο του. Διψασμένο καθώς ήταν, έσκυψε στο ποτάμι να πιει νερό. Τρόμαξε με την αντανάκλαση του εαυτού του. "Μα πώς έγινα έτσι;" αναρωτήθηκε. Τα μάτια του έμοιαζαν με χαραμάδες, το δέρμα του κάτασπρο, τα χείλη του στενά και σφιγμένα. "Γι’ αυτό δεν μου μιλάει κανείς πια" σκέφτηκε.
Το Ψέμα, μόνο όπως ήταν, περπατούσε στους άδειους δρόμους ελπίζοντας να συναντήσει κάποιον. Πράγματι, φτάνοντας στην είσοδο του χωριού, συνάντησε μια κοπέλα. Ήταν ντυμένη πολύ απλά, είχε μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες και ροδοκόκκινα μάγουλα. Του χαμογέλασε και τότε το Ψέμα την θυμήθηκε. Ήταν η Αλήθεια, εμφανιζόταν πάντα την ώρα που αυτό έφευγε. Τι περίεργο. Το Ψέμα γύρισε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του. Είχε να πάει κι αλλού...
Καραβασίλη Πόπη
Οι καθρέφτες και τα αγκάθια
Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε μια κοπέλα, η Μαρία. Η ζωή εκεί της φαινόταν βαρετή, γι’ αυτό αποφάσισε να γνωρίσει μια μακρινή πόλη. Αφού ρώτησε για τη διαδρομή, ξεκίνησε γεμάτη χαρά ανάμεσα σε ανθισμένα λουλούδια.
Στον δρόμο συνάντησε δύο περίεργους τύπους: το Ψέμα και τον Φόβο. Περπατούσαν χέρι-χέρι και της πρότειναν να πάνε μαζί.
«Αυτός είναι ο δρόμος!» της είπε το Ψέμα. Μέσα στα μάτια του, που έμοιαζαν με καθρέφτες, η Μαρία είδε μια πανέμορφη πόλη. Ενθουσιάστηκε, όμως πρόσεξε πως, εκεί που πατούσε το Ψέμα, τα λουλούδια μαραίνονταν αμέσως.
«Ο δρόμος που μου έδειξαν, όμως, είναι ο άλλος» ψιθύρισε δειλά.
«Είναι επικίνδυνη διαδρομή. Θα χαθείς μόνη σου» αποκρίθηκε ο Φόβος.
Η Μαρία τους ακολούθησε, αλλά το μονοπάτι γινόταν όλο και πιο σκοτεινό, γεμάτο ξερά φύλλα και αγκάθια. Κατάλαβε τότε ότι απομακρυνόταν από τον στόχο της. Σταμάτησε να κοιτάζει τους καθρέφτες και να ακούει τον Φόβο. Γύρισε πίσω, και καθώς ακολουθούσε το δικό της, ολάνθιστο μονοπάτι, έφτασε τελικά στην πόλη που λαχταρούσε.
Κιζιρίδου Γεωργία
Το Ψέμα ντύθηκε με τα καλύτερα και ακριβότερα ρούχα που αγόρασε προσφάτως. Ήξερε πως πρέπει να είναι εντυπωσιακό και ότι η δουλειά του ήταν να σαγηνεύει τους πάντες στο πέρασμά του. Οι δουλειές τον τελευταίο καιρό είχαν αυξηθεί και δεν πρόφταινε να τις αναλαμβάνει όλες. Πιθανό να ζητούσε βοηθούς, να έβαζε μια αγγελία για την στελέχωση της επιχείρησης που είχε στήσει με τόσο κόπο. Καθώς περπατούσε στον κεντρικό δρόμο, αντίκρισε μια νεαρή γυναίκα ολόγυμνη που περπατούσε αγέρωχα μέσα στο πλήθος. "Συγγνώμη, κυρία, να σου δανείσω μερικά από τα ρούχα μου; Έχω παραπανίσια κι εσύ κανένα... Δεν ντρέπεσαι, δεν φοβάσαι;" Η γυναίκα το κοίταξε κατάματα, σχεδόν υποτιμητικά κι έφυγε με μια περίεργη σιγουριά... Το Ψέμα δεν είχε μάθει να το αγνοούν, ούτε να το απορρίπτουν...
"Κύριε, την κοπέλα αυτήν, την έχετε ξαναδεί; Γνωρίζετε πώς τη λένε;" ρώτησε έναν τυχαίο περαστικό.
"Είναι η Αλήθεια. Κυκλοφορεί πάντα γυμνή χωρίς να ντρέπεται... Σε αντίθεση με εμάς..."
Μπλιούμη Ελένη
Σε ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ο Μύθων. Ήταν ένας έξυπνος νέος, που από τα πολλά ψέματα είχε εξελιχθεί σε πρώτο ψεύτη της περιοχής. Παινευόταν για τα πάντα και για πράγμα που δεν έκανε ο ίδιος. Ένας παράξενος εμποράκος, ήρθε στο βασίλειο, άκουσε τις ιστορίες του και κατάλαβε πως δεν ήταν αληθινές. Του λέει λοιπόν: «Πολύ ωραίες οι ιστορίες σου και μπράβο για το θάρρος και τους ηρωισμούς σου. Θα ήθελα να σου χαρίσω ένα μαγικό καπέλο με ξεχωριστές ιδιότητες. Όποιος το φοράει κι έχει αγνή ψυχή γίνεται ο ομορφότερος άνθρωπος. Όποιος λέει ψέματα πάλι, το καπέλο βαραίνει και αυτός που το φοράει καμπουριάζει και ασχημίζει». Ο Μύθων με αυτοπεποίθηση φόρεσε το καπέλο και συνέχιζε να μοιράζει ιστορίες, μέχρι που έφτασε στη λίμνη του παλατιού. Μόλις κοίταξε μέσα, τρόμαξε τόσο πολύ από την ασχήμια του, που έφυγε τρέχοντας προσπαθώντας να βγάλει το καπέλο που είχε σφηνώσει. Πέρασε από την αγορά. Ομολόγησε σε όλους ότι οι ιστορίες του ήταν ψεύτικες. Ευθύς αμέσως φύσηξε ένα απαλό αεράκι, πήρε το καπέλο, το ανέβασε ψηλά, ώσπου χάθηκε. Η ομορφιά του ήταν τέτοια τώρα που, βλέποντάς τον η πριγκίπισσα που περνούσε από εκεί, τον ερωτεύτηκε. Σε λίγες μέρες το βασίλειο γιόρταζε τους γάμους του ζευγαριού.
Διάλογος με την Αλήθεια
Χτυπά την πόρτα της Χριστίνας ένα βράδυ.
Οι δυο τους συζητούν. Τι λένε;
Γιάννου Μαρίνα
- Χριστίνα, μην κλαις, δώσε μου το χέρι σου.
- Φύγε, Αλήθεια, ντρέπομαι να σε κοιτάξω.
- Δεν υπάρχει λόγος, καλή μου, πάντα έρχομαι μετά το Ψέμα. Άλλοι είναι έτοιμοι να περπατήσουμε μαζί, άλλοι θέλουν τον χρόνο τους.
- Εγώ θέλω να φύγω, φοβάμαι, Αλήθεια. Δεν σε δέχονται εύκολα οι άλλοι.
- Όσοι έχουν καλή καρδιά, με δέχονται και με κατανοούν. Σκέψου, Χριστίνα, ποιους θέλεις γύρω σου;
Η κοπέλα ανασήκωσε το κεφάλι, κοίταξε κατάματα την Αλήθεια, σηκώθηκε και πιασμένες χέρι χέρι κατευθύνθηκαν προς την πόρτα...
Δούστου Ιωάννα
— Γεια σου, Χριστίνα. Είμαι η Αλήθεια. Ήρθα μέχρι την πόρτα σου για να σου μάθω μερικά πράγματα;
— Γεια σου, Αλήθεια. Τι θα ήθελες να μάθω;
— Ήθελα να εκτιμάς αυτό που έχεις όσο μικρό και αν είναι. Να θυμάσαι πως στο τέλος οι άνθρωποι μας εκτιμούν γι’ αυτό που είμαστε πραγματικά.
— Γνωρίζω πως συμπεριφέρθηκα άσχημα. Περισσότερο στη μαμά. Δεν της άξιζε τίποτα από όσα πέρασε και έκανε ό,τι μπορούσε για εμένα. Βέβαια αυτό το έμαθα με δύσκολο τρόπο. Και η Μαρία, ω, η Μαρία, πώς της συμπεριφέρθηκα έτσι; Το κατάλαβα τελικά με περίεργο τρόπο. Έκανα λάθος. Είδες που τελικά όλα έγιναν διαφορετικά;
— Ναι, το είδα και χάρηκα πολύ για όλα τα παιδιά.
Καρασαββίδου Ελένη
Ήταν αργά όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα.
—Ποιος είναι; ρώτησε η Χριστίνα.
—Η Αλήθεια.
Η Χριστίνα δίστασε.
—Άργησες να έρθεις.
—Όχι, απάντησε η Αλήθεια. Εσύ άργησες να με καλέσεις.
—Κρυβόμουν πίσω από ένα ψέμα. Νόμιζα πως έτσι θα με αγαπούσαν περισσότερο.
Η Αλήθεια την κοίταξε τρυφερά.
—Το ψέμα σε προστάτευσε για μια στιγμή. Ύστερα έγινε το πιο βαρύ σου φορτίο.
—Και τώρα; Θα μπορέσω να διορθώσω όσα έγιναν;
—Δεν μπορείς να αλλάξεις το χθες. Μπορείς όμως να διαλέξεις το αύριο.
Η Χριστίνα σιώπησε για λίγο και μετά άνοιξε αργά την πόρτα.
—Τελικά, ήσουν πολύ πιο φωτεινή απ’ όσο φανταζόμουν, ψιθύρισε.
Η Αλήθεια τής έπιασε το χέρι.
Κιζιρίδου Γεωργία
- Καλησπέρα. Ήρθα απρόσκλητη. Με λένε Αλήθεια.
- Τι θες;
- Άφησέ με να περάσω μέσα. Έχουμε να πούμε πολλά... Πάρα πολλά.
- Δεν μου αρέσουν τα πολλά λόγια με αγνώστους... Μπορείς να πηγαίνεις...
Και η Αλήθεια έφυγε ματαιωμένη... Θα επέστρεφε όμως κάποια στιγμή!
Μπλιούμη Ελένη
-Γεια σου, Χριστίνα, τι κάνεις; Είμαι η Αλήθεια.
-Είμαι καλά, γιατί ρωτάς;
-Μπορώ να περάσω;
-Όχι, σε περιφρονώ, όπως και όλους...
-Και γιατί το κάνεις αυτό, δεν θέλεις να κοιμάσαι ήσυχα τα βράδια;
-Μια χαρά κοιμάμαι... δεν δίνω λόγο σε κανέναν ...ούτε σε εσένα...
-Ακόμη κι αν ξέρεις, δεν θα δώσεις λόγο; Σκέψου...
-Ναι, ξέρω... ξέρω, αλλά ΔΕΝ ξέρω τι να κάνω... αν δεν μιλήσω, κρύβω μεν το μυστικό μου, αφήνω όμως να κατηγορείται η καλύτερή μου φίλη... τι να κάνωωω... Κλάματα γέμισαν τώρα το πρόσωπο της Χριστίνας, κλάματα με λυγμούς και ικεσία στην Αλήθεια για βοήθεια. Κλάματα κάθαρσης και λύτρωσης. Κλάματα μεγάλης απόφασης.
-Έχεις δίκιο, Αλήθεια, δεν αντέχω άλλο να κρατώ μυστικά και να ξεστομίζω το ένα ψέμα μετά το άλλο. Είναι τόσο εξουθενωτικό... Θα μιλήσω...
-Και σωστά θα πράξεις, Χριστίνα. Χαίρομαι που πήρες τη σωστή απόφαση...
-Αλήθεια, πέρασε σε παρακαλώ μέσα... έφτιαξα σπιτική λεμονάδα... έχω και κουλουράκια....
Πλιάτσικα Βάσω
Ένα ακόμη βράδυ η Χριστίνα προσπαθούσε να κοιμηθεί, παλεύοντας με τη συνείδησή της. Στο άκουσμα του χτυπήματος στην πόρτα σηκώθηκε κι αντίκρισε μια κοπέλα που της χαμογελούσε.
- Καταλαβαίνω γιατί δυσκολεύεσαι να κοιμηθείς… Χριστίνα.
- Ποια είσαι;
- Είμαι η Αλήθεια. Με έχεις κάθε μέρα συντροφιά στις σκέψεις σου. Ήρθα να σε βοηθήσω!
- Ναι, έτσι είναι. Κάθε φορά που ησυχάζω… σε νιώθω που τριγυρνάς στο μυαλό μου…
- Ήρθε η ώρα να ελευθερωθείς από τις τύψεις σου! Το σημείωμα που βρήκες είναι μια καλή αφορμή! Εσύ μόνο μπορείς να βοηθήσεις να λυθεί το πρόβλημα της Μαρίας που όλοι την κατηγορούν ότι λέει ψέματα.
- Αχ και να ήξερες πόσο πολύ θέλω να βοηθήσω τη Μαρία! Πώς όμως θα φανερώσω το τόσο μεγάλο δικό μου ψέμα;
- Θα δεις ότι μόλις φανερώσεις το ψέμα σου, θα ξαλαφρώσεις! Στο υπόσχομαι! Ταυτόχρονα θα ανακαλύψεις ποιοι σε αγαπούν πραγματικά και ποιοι είναι οι αληθινοί σου φίλοι, καθώς θα μείνουν δίπλα σου και θα σε συγχωρήσουν, επειδή θα καταλάβουν πόσο πολύ μετάνιωσες!
Ξαφνικά χτύπησε το ξυπνητήρι. Η Χριστίνα άρχισε να ετοιμάζεται για το σχολείο. Φεύγοντας πήρε μαζί και το σημείωμα της Τάνιας. Είχε έρθει η στιγμή να μιλήσει!
Μία σκηνή στο σήμερα
Μεταφέρετε μια σκηνή του βιβλίου στο 2026.
Υπάρχουν κινητά, Instagram, TikTok, ομαδικές συνομιλίες κλπ.
Πώς αλλάζει το ψέμα;
Γιάννου Μαρίνα
Η ομαδική της τάξης έχει πάρει φωτιά. Η Μαρία δεν έχει δουλειά εκεί και την διαγράφουν. Στο προφίλ της στο Facebook βάζει μια μαύρη φωτογραφία, κάποιοι "φίλοι" εκτός σχολείου ρωτούν τι έπαθε και απαντά με αοριστίες.
Κατηγόριες, υποθέσεις, μηνύματα, ατελείωτα μηνύματα για το τι έγινε και πώς θα λυθεί το θέμα της αντιγραφής.
Η Χριστίνα δεν πηγαίνει ποτέ στο σπίτι του Αλέξη, ανταλάσσουν μερικά μηνύματα, το συναίσθημα κάπου έχει χαθεί. Η έξαψη της προσωπικής επαφής, να είσαι κοντά στον φίλο σου, η χαρά να βλέπεις κάποιον που εκτιμας έχει χαθεί. Ο Αλέξης δεν είδε ποτέ τα δάκρυα της Χριστίνας, δεν κατάλαβε πόσο την πόνεσε αυτό το ψέμα. Δεν δέχτηκε τη συγγνώμη της γιατί ποια ήταν αυτή άλλωστε που μια ολόκληρη χρονιά τους κορόιδευε; Δεν ήθελε καν να σχολιάσει τις φωτογραφίες από το δήθεν σπίτι της που είχε στείλει η Χριστίνα στην ομαδική.
Και τώρα η Χριστίνα, με το Χριστινάκι αγκαλιά, κάθεται στο κρεβάτι της. Περιμένει ένα μήνυμα από τους συμμαθητές της, πόσο ανάγκη έχει την επικοινωνία και την επαφή με τους συνομηλίκους της...
Το Ψέμα και η Αλήθεια με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης










