Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση της ποιητικής συλλογής «Ανθισμένοι Κρίνοι», της Πόπης Μπαλαμώτη Σπιτά, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βεργίνα και τις τρεις προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.
Φωτογραφίες: Πόπη, Γιώτα, Μαρίνα, Γαβριέλα, Βάσω, Ειρήνη, Πέπη
...
ΚΡΙΝΟΣ
Γιάννου Μαρίνα
Ξύπνημα
Λευκό λουλούδι ξεδιπλώνεται
στης άνοιξης τη ζεστασιά
κρυμμένο μέσα στης γης τη θαλπωρή
ξυπνά στην αγκαλιά της Παναγιάς.
Κοτσαύτη Γιώτα
Αθόρυβα
Ευγενικός και ντελικάτος,
δίχως βιασύνη ανθίζεις,
διακριτικά σκορπάς την ευωδιά σου,
με όλους τη μοιράζεσαι,
βαθιά ριζώνεις,
αγνός και ταπεινός.
...
ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΚΡΙΝΟΣ, ΘΑ ΑΝΘΙΖΑ ΟΤΑΝ...
Γιάννου Μαρίνα
...όταν η φύση θα ξυπνήσει
κι ακούσω τα πέταλα των λουλουδιών ν’ ανοίγουν,
...όταν τα γιασεμιά σκορπίσουν τ’ άρωμά τους
...όταν οι άνθρωποι έρθουν στα χωριά με τις λαμπάδες τους στα χέρια,
...όταν η ζέστη στο χώμα κάνει χαρακιές,
τότε είναι η ώρα να βγω
από της γης την ασφαλή αγκαλιά
και να φωτίσω του κήπου την πιο όμορφη γωνιά.
...
ΤΙ ΦΟΒΗΘΗΚΕ Ο ΚΡΙΝΟΣ
Γιάννου Μαρίνα
Ο μικρός κρίνος άρχισε να ξεδιπλώνεται ανάμεσα στις ίριδες, τα γεράνια και τις μαργαρίτες. Μια λευκή κουκκίδα στην πολύχρωμη παλέτα του κήπου. Κοίταξε γύρω του. Όλα ήταν τόσο όμορφα! Χρώματα παντού, βόμβοι εντόμων, τα πάντα λουσμένα με το ανοιξιάτικο φως. Κι εκεί στη μέση του κήπου αυτός, ένας μικρός κρίνος, που μόλις ξύπνησε από τη χειμερινή ραστώνη.
«Αχ, πως θα ’θελα να ήμουν κόκκινος ή έστω μοβ. Οι μέλισσες προτιμούν τα έντονα χρώματα, κι εγώ είμαι το μόνο άσπρο λουλούδι. Θα στέκομαι εδώ, στη μέση του κήπου και δεν θα έχω ούτε έναν φίλο. Κανένα έντομο δεν θα δοκιμάσει το νέκταρ μου, δεν θα μου ψιθυρίσει τα μυστικά της άνοιξης».
Κι απόμεινε να κοιτάει θλιμμένος την κοσμοσυρροή του κήπου.
Μια μέλισσα στάθηκε πάνω του και άρχισε να ρουφάει το νέκταρ με την προβοσκίδα της. Ο κρίνος έμεινε ακίνητος απολαμβάνοντας το γαργαλητό στα πέταλά του.
«Είμαι απλώς ένας λευκός κρίνος... » ψιθύρισε.
«Στα τόσα χρώματα αυτού του κήπου το λευκό σου χρώμα λάμπει σαν αστέρι! Το φως του ήλιου πέφτει πάνω σου και μας οδηγεί από μακριά, σαν φάρος. Αν δεν ήσουν εσύ, ο κήπος δεν θα είχε αυτήν τη λάμψη. Μικρέ κρίνε, μη φοβάσαι να ξεχωρίσεις, εκεί βρίσκεται άλλωστε η ομορφιά, στο θάρρος του να είσαι μοναδικός!»
Καραβασίλη Πόπη
Ο Κρίνος που κράτησε την Άνοιξη
Πέρασαν πολλά χρόνια και το παλιό περιβόλι έμεινε ήσυχο και ξεχασμένο.
Τα λουλούδια λύγισαν, η γη αγρίεψε, αγκάθια φύτρωσαν σαν πληγές.
Κι όμως, ανάμεσά τους στεκόταν ένας άσπρος κρίνος, το λουλούδι της Παναγίας.
Φοβήθηκε την εγκατάλειψη και τη σκληρή γη. Μα η πίστη τού μίλησε για ελπίδα. Δεν ζήτησε ποτέ πολλά. Φύλαξε μέσα στον βολβό του κάθε σταγόνα νερού, σαν μνήμη ζωής, σαν υπόσχεση. Και κάθε άνοιξη, κόντρα στη λήθη, άνοιγε το άνθος του, λευκό, καθαρό, σαν μήνυμα εμπιστοσύνης μέσα στη σιωπή.
Ένα παιδί τον είδε. Στάθηκε, θαύμασε το χαμόγελο μέσα στα αγκάθια, έσκαψε απαλά τη γη και μετέφερε τον βολβό στην αυλή του.
Κι από τότε, ο κρίνος άνθιζε εκεί.
Κοτσαύτη Γιώτα
Μη φοβάσαι το φως!
Ο κρίνος μεγάλωνε σε μια κατακόκκινη γλάστρα. Δεν φοβόταν το κρύο, ούτε το σκοτάδι. Αυτό που φοβόταν ήταν...
Το φως. Ναι, το φως!
«Με το φως δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα. Κι αν δεν είμαι αρκετά όμορφος; Αρκετά... αρκετός;» μονολογούσε.
Έτσι έμενε κλειστός ακόμα κι όταν ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει τη γη. Τα υπόλοιπα λουλούδια άνοιγαν και γελούσαν κι εκείνος τα κοιτούσε σιωπηλά.
Ώσπου μια ηλιαχτίδα ήρθε κοντά του, τον χάιδεψε απαλά και του είπε: «Μη φοβάσαι το φως!»
Ο κρίνος σάστισε. Δεν ήταν κάτι πρωτότυπο αυτό που άκουσε, όμως κάτι άλλαξε μέσα του.
Τις επόμενες μέρες άνοιξε λίγο λίγο τα πέταλά του. Ευωδίασε ο τόπος! Μερικά παιδιά πλησίασαν, έσκυψαν και τον μύρισαν. «Τι καλός που είσαι» είπε ένα κορίτσι. «Μοιράζεσαι μαζί μας την ομορφιά σου και το μόνο αντάλλαγμα που ζητάς είναι λίγο νεράκι και ζεστασιά» συνέχισε ένα αγόρι.
Ο κρίνος στάθηκε πιο καμαρωτά. Και τότε άκουσε ένα ψιθύρισμα: «Είδες; Δεν χρειαζόταν να κρύβεσαι. Το φως είναι φίλος σου!»
Πλιάτσικα Βάσω
Ένας μικρός άσπρος κρίνος καμάρωνε παρέα με τα αδέρφια του στην αγκαλιά της γλάστρας με τις μεγάλες πράσινες φυλλωσιές. Ταυτόχρονα ένιωθε τις γερές ρίζες του φυτού να τον στηρίζουν βαθιά στο χώμα.
Ξάφνου ένα αεράκι φύσηξε και τον κούνησε απαλά. Είδε ένα χέρι να έρχεται προς το μέρος του. Φοβήθηκε… Αμέσως λύγισε, έσκυψε και πρόλαβε να κρυφτεί πίσω από ένα μεγάλο φύλλο. Έμεινε ακίνητος, σαν να μην ανάπνεε, παρόλο που η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.
Όταν ένιωσε ότι όλα ησύχασαν, κοίταξε κρυφά. Ευτυχώς το χέρι δεν ήταν πια εκεί… Βγήκε από την κρυψώνα του ανακουφισμένος. Όλα ήταν στη θέση τους! Πόσο φοβήθηκε ότι εκείνο το χέρι θα τον έκανε να αποχωριστεί την οικογένειά του!
Ρεσβάνη Βασιλική
Ένας κρίνος άρχισε να μεγαλώνει τυχαία στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου. Από εκείνο το σημείο μπορούσε να δει τη θάλασσα, να σκάει με τα αφρισμένα κύματά της στη βάση του βράχου, μα και το βουνό πάνω του να αγγίζει τον ουράνιο θόλο. Δεν ήξερε κανένα άλλο λουλούδι, γνώριζε μόνο τα χορταράκια, που και αυτά υπόμεναν τις δυσκολίες του να αντέχεις πάνω στον βράχο: βροχή, ανέμους, ηλιοφάνεια ατέρμονη. Μια μέρα ένας ορειβάτης βρέθηκε δίπλα του. Το θαύμασε, το φωτογράφισε, το δημοσίευσε -και ό,τι σπάνιο φυτρώνει σε τόσο δύσβατο μέρος- και έφυγε. Δεν τον ρώτησε... Δεν με ρώτησε... Τι κάνεις; Πώς βρέθηκες εδώ μόνος σου... Δεν με ρώτησε...

