Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

Ερωτευμένο λουλούδι

 


Κάπου στα βάθη της Αμερικής, κοντά σ' ένα δάσος, τα πολύ παλιά τα χρόνια, γεννήθηκε ένα όμορφο αγοράκι. Οι γονείς του ήταν μελαμψοί και το παιδάκι είχε σκούρο δέρμα, σχεδόν μαύρο. Τα δοντάκια και το άσπρο των ματιών του, μόνο, ακτινοβολούσαν στον ήλιο. Το αγόρι αγαπούσε υπερβολικά να λιάζεται και να παίζει ατελείωτα στο φως του. Πολλές φορές οι γονείς του το κάθιζαν στις σκιές των δέντρων, των σπιτιών. Εκείνο, μπουσουλώντας ακόμα, κινιόταν προς το φως.

Μια μέρα, οι γονείς του, μαζεύοντας φρούτα στο δάσος, δοκίμασαν κάποιο άγνωστο φρούτο. Δυστυχώς ήταν γεμάτο δηλητήριο κι έτσι δεν ξαναγύρισαν πίσω.

Το παιδί έμεινε ολομόναχο στον κόσμο. Χωρίς να γνωρίζει τίποτα από ορφάνια, χωρίς ν' αντιλαμβάνεται ακόμα πολλά και χωρίς να μπορεί ν’ αντιδράσει αποτελεσματικά. Το μόνο που έκανε μόνιμα ήταν να πηγαίνει όπου χτυπούσε ο ήλιος με τις ακτίνες του. Το τραβούσε το φως, όπως ένας μαγνήτης το μέταλλο.

Όμως σιγά σιγά άρχισε να φοβάται πολύ στη μοναξιά. Πεινούσε αφόρητα, δεν μπορούσε να επιβιώσει μόνο του κι έκλαιγε απαρηγόρητα. Τα ζώα και τα όρνεα ήταν τεράστια απειλή γι’ αυτό. Μια μέρα κάποια καλή θεότητα του δάσους το άκουσε. Το λυπήθηκε τόσο, που θέλησε να το βοηθήσει. Και τότε με τα μάγια της το μίκρυνε, το μίκρυνε, ώσπου το μεταμόρφωσε σ’ ένα τόσο δα μικρό μαύρο σποράκι. Και δεν μπορούσαν να το βλάψουν πια τ’ άγρια θηρία. Ηλιόσπορο το ονόμασε, μια κι έβλεπε ν’ αναζητάει απεγνωσμένα τον ήλιο. Το σποράκι από τότε, είτε με τον αέρα, είτε με τη βροχή, κυλούσε  από δω κι από κει. Πάντα, όμως, προσπαθούσε να βρίσκεται, όπου ήταν το ηλιακό φως.

Κάποια μέρα έν’ αγριογούρουνο, σκάβοντας με τη μουσούδα του το χώμα για τροφή, σκέπασε το σποράκι, χωρίς ούτε καν να το δει. Ο σπόρος απελπίστηκε, όταν έχασε το φως του ήλιου, που αγαπούσε παθιασμένα. Βασανιζόταν να βρει λύση, να επινοήσει κάτι, για να το ξανασυναντήσει.  Άρχισε να ρουφάει νερό από τη γη. Ν' αναπνέει βαθιά όσον αέρα έβρισκε, παίρνοντας οξυγόνο. Προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να βγει προς την επιφάνεια του εδάφους φουσκώνοντας.

Σε λίγες μέρες, πράγματι, το μαύρο σποράκι με τις άσπρες μικρές ριγούλες του, έσκασε και φύτρωσε. Κι έδωσε ένα πολύ ψηλό φυτό, που, απ' το πρωί μέχρι το βράδυ, το λουλούδι του κοιτάζει προς τον ήλιο και το φως. Κι αυτό αλήθεια μοιάζει με φωτεινό ήλιο. Ολοστρόγγυλο, έχει γύρω γύρω κίτρινες πανέμορφες ακτίνες σαν του ήλιου και στο κέντρο του πολλά μαύρα σποράκια. Στρέφεται μόνιμα προς αυτόν. Ακολουθεί με πάθος την πορεία του. Και κάθε πρωί στρέφει το κεφάλι του προς την ανατολή. Τον περιμένει με άπειρη ανυπομονησία, σαν ερωτευμένο, τον κοιτάει κατάματα ασταμάτητα και παίρνει ζωή απ’ αυτόν.

Το φυτό αυτό, από τότε, οι άνθρωποι το ονόμασαν ηλιοτρόπιο. Τα λουλούδια του τα είπαν ηλίανθους. Τα καμαρώνουν για την ομορφιά και το δεσμό τους με τον ζωοδότη ήλιο. Τους σπόρους του τους αποκαλούν ηλιόσπορους και τους γεύονται με κάθε ευκαιρία. Και είναι αλήθεια πεντανόστιμοι, αφού είναι γεμάτοι με φως.

Δήμητρα Γκιντίδου

Το κείμενο προέκυψε στα πλαίσια του εργαστηρίου «Διαβάζω, γράφω, μοιράζομαι, αλληλεπιδρώ» των εκδόσεων Αλάτι.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Ο μύθος του Ηλίανθου

 


Ο θεός Ήλιος από μικρό παιδί τα είχε όλα δικά του. Μόλις γεννήθηκε, ένα φως σκέπασε τη γη απ’ άκρη σ’ άκρη σαν να την αγκάλιαζε. Μια λάμψη ακτινοβολίας απλώθηκε παντού φωτίζοντας το σκοτάδι.

Καθισμένος στον ολόχρυσο θρόνο του, ο θεός Ήλιος έβλεπε τη γη από ψηλά. Χάριζε τις ηλιαχτίδες του στα μικρά παιδιά, όταν ήθελαν να παίξουν στην εξοχή χωρίς βροχή. Βοηθούσε τους αγρότες, χαρίζοντάς τους ηλιόλουστες μέρες για τα χωράφια τους. Πολλές φορές έπαιρνε τη μορφή ανθρώπου και κατέβαινε στη γη.

Μία απ’ αυτές τις φορές που κατέβηκε στη γη, μαγεύτηκε από μια κοινή θνητή. Το όνομά της Δήμητρα. Έτσι του συστήθηκε τουλάχιστον. Ήταν ψυχρή κι απόμακρη μαζί του, αλλά τον μάγεψε με την ομορφιά της. Ο θεός Ήλιος είχε πάρει τη μορφή ενός ψαρά, νεόφερτου στην περιοχή. Τη Δήμητρα την έβλεπε συνέχεια στο λιμάνι, στη βάρκα του πατέρα της, να τον βοηθά. Την ερωτεύθηκε αμέσως, ήθελε απεγνωσμένα να την κάνει γυναίκα του. Εκείνη όμως τον αγνοούσε και τον απέφευγε συστηματικά.

Ο θεός Ήλιος δεν έμαθε ποτέ τον λόγο. Όταν κατάλαβε ότι η Δήμητρα δεν θα του έδινε την καρδιά της, πήρε την απόφαση να φύγει.

Επέστρεψε στο βασίλειό του και στον ολόχρυσο θρόνο του. Και μια μέρα, καθώς έβλεπε την Δήμητρα από ψηλά, άφησε ένα δάκρυ του να πέσει στη γη. Σε κείνο το σημείο φύτρωσε ένα λουλούδι, ο ηλίανθος. Κι όπως ο θεός Ήλιος ερωτεύθηκε τη Δήμητρα ένα καλοκαίρι, έτσι κι ο ηλίανθος άνθιζε μόνο το καλοκαίρι.

Σοφία Μπαλάσκα

Το κείμενο προέκυψε στα πλαίσια του εργαστηρίου «Διαβάζω, γράφω, μοιράζομαι, αλληλεπιδρώ» των εκδόσεων Αλάτι.

 

 

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

Πώς γεννήθηκε η γαρδένια

 


In memoriam

 

Η Βάσω, οκτώ ετών ανέμελο κορίτσι, παίζει στην ακροθαλασσιά. Διαλέγει πετραδάκια με στρογγυλεμένες άκρες, διάφανες στον ήλιο. Δίπλα της, μια σιωπηλή μητέρα, την παρακολουθεί. Ο ήλιος καυτός, τσουρουφλίζει τους αδύνατους ώμους της. Τα μυρμήγκια ξεπηδούν ανάμεσα από τα βότσαλα, τρέχοντας να φτιάξουν τη φωλιά τους. Σε κοντινή απόσταση, ένα αγόρι λιγνό, μελαχρινό, ο αδελφός της, παρατηρεί τις κινήσεις της. Είναι μεγαλύτερος. Με βλέμμα βλοσυρό. Έτοιμος να χιμήξει και να τσαλαπατήσει τα παιχνίδια της αδελφής του. Εκείνη θα του φωνάξει απελπισμένα, για ακόμα μια φορά, πως είναι ανυπόφορος. Ο Συμεών θα εξαφανιστεί τρέχοντας και καλπάζοντας. Η μητέρα θα σφίξει ακόμα πιο πολύ τις γωνίες των χειλιών της.

Η εικόνα αλλάζει και τα δυο αδέλφια στέκονται αντίκρυ με τη φωτιά της ζήλιας να σιγοκαίει. Οι γονείς φρουροί αμίλητοι. Μόνο αυτό μπορούν να κάνουν. Χρόνια ολόκληρα τα δάκρυά τους, οι ικεσίες προς τον γιο τους, πέφτουν στο κενό. Ο Σίμος έχει ένα και μοναδικό σκοπό. Να εξοντώσει την αδελφή του. Το γνωρίζουν οι ίδιοι. Εκείνος βιώνει την απόλυτη ελευθερία της άρνησής του να συμβιβαστεί με τα φαρμακευτικά σκευάσματα και τον εγκλεισμό.

Η Βάσω ετών σαράντα τεσσάρων, κάθε απόγευμα μάζευε την υπομονή της, τις αντοχές της και τις ανοχές της και τις έκλεινε ασφυκτικά σ’ ένα μπουκάλι. Καθόταν στην καρέκλα μπροστά στο μαγαζί του πατέρα της, καπνίζοντας τον καημό της. Βυθισμένη στις σκέψεις της, κουβαλώντας το βάρος της οικογενειακής τραγωδίας, των κλειστών παντζουριών ,της κραυγής, η οποία δεν ακούγεται. Ο ήλιος έκαιγε πάλι ανελέητος τους ώμους της στο μπαλκόνι. Απέναντί της, στο γήπεδο του μπάσκετ, ο αδελφός της χειρονομούσε απειλώντας την. Εκείνη πέταξε το κινητό στον ακάλυπτο. Ύστερα άνοιξε τα φτερά της και πέταξε στον ίδιο ακάλυπτο. Τα δάκρυα των γονιών της, οι ανοχές της, η υπομονή της, τα πρέπει και τα μη συμπυκνώθηκαν σ’ ένα μυρωδάτο φυτό. Η γαρδένια σκορπίζει κάθε απόγευμα, από την ίδια καρέκλα, το άρωμά της στους περαστικούς. Για τη μνήμη της Βάσως.

Μυρσίνη Καλογεροπούλου

Το κείμενο προέκυψε στα πλαίσια του εργαστηρίου «Διαβάζω, γράφω, μοιράζομαι, αλληλεπιδρώ» των εκδόσεων Αλάτι.

 

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

Η ιστορία ενός λουλουδιού-Η τουλίπα

 


Ζούσε και βασίλευε κάποτε στην Αρμενία, πριν πολλά πολλά χρόνια, ο Αράξης, ένας βασιλιάς αγαπητός και σεβαστός απ’ τους απλούς πολίτες της χώρας. Ο ίδιος είχε μια δεμένη οικογένεια και με καμάρι έβλεπε τον λαό του να μοχθεί και να δουλεύει προς όφελος όλων. Στα χρόνια του η Αρμενία άκμασε σε πολιτισμό και ευημερία. Δεν ήταν υπέρμαχος της βίας, αλλά ήταν έτοιμος να υπερασπιστεί τα σύνορα αν προέκυπτε ανάγκη. Κάποια στιγμή οι Πέρσες φάνηκαν να απειλούν τη χώρα. Ζήτησε χρησμό για τον επερχόμενο πόλεμο. Ο Μάντης, τότε, τον συμβούλευσε να θυσιάσει τις δυο παρθένες κόρες του στους θεούς, αν ήθελε να έχει την εύνοιά τους. Ο Αράξης κεραυνοβολήθηκε! Δεν πίστευε ποτέ ότι θα περνούσε μια τέτοια δοκιμασία. Μετά από πολλά μερόνυχτα περισυλλογής αποφάσισε να θυσιάσει τις κόρες του, την Τουλίπα και τη Φοστεριάνα. Τα άμοιρα κορίτσια δεν έκλαψαν. Δέχτηκαν την απόφαση του πατέρα τους και τον ακολούθησαν αμίλητα στην εκτέλεσή της. Η μάνα τους, όμως, η Λίλυ, δεν άντεξε την τραγωδία κι αφού ξερίζωσε τα μαλλιά της, έφυγε τρέχοντας στο δάσος που περιέβαλλε την πόλη. Ο μύθος λέει ότι οι Πέρσες τη φυλάκισαν και τη σκότωσαν κατά την πολιορκία που ακολούθησε. Ο ίδιος ο Αράξης, αμέσως μετά τη θυσία των θυγατέρων του, ανέβηκε σ’ ένα ύψωμα κι έπεσε στα νερά του ποταμού που πήρε το όνομά του. Στις όχθες του φύτρωσαν κάτι πανέμορφα λουλούδια, που οι κάτοικοι ονόμασαν τουλίπες προς τιμήν της μεγάλης του κόρης. Έτσι σήμερα υπάρχουν ποικιλίες τουλίπας με τ’ όνομα Φοστεριάνα και Λίλυ, όπως της αδελφής και της μαμάς της κοπέλας. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο πατέρας δεν χωρίστηκε ποτέ από τις κόρες του -κυλούσε πάντα δίπλα τους...

Σοφία Ευθαλίδου

Το κείμενο προέκυψε στα πλαίσια του εργαστηρίου «Διαβάζω, γράφω, μοιράζομαι, αλληλεπιδρώ» των εκδόσεων Αλάτι.

 


Τρίτη 12 Ιουλίου 2022

Πώς γεννήθηκε το λουλούδι Οινοθήρα

 


Κάποτε, στη Βόρεια Αμερική, ζούσε ένα μικρό κορίτσι. Οι γονείς του δεν ήταν πλούσιοι, μα όλη η οικογένεια ήταν πάντα πρόθυμη να βοηθήσει, με όποιον τρόπο μπορούσε, εκείνους που είχαν ανάγκη. Άλλοτε μ’ ένα πιάτο φαγητό, άλλοτε μ’ ένα ρούχο που δεν χρειαζόταν, άλλοτε με μια καλή κουβέντα.

 Ο καιρός περνούσε, το κορίτσι μεγάλωνε κι έγινε μια όμορφη κοπέλα. Κι όσο άνθιζε σε ομορφιά, τόσο δυνάμωνε και το χάρισμά της. Δεν υπήρχε άρρωστος που να μην μπορεί να γιατρέψει. Οι κακές γλώσσες ψιθύριζαν πως ήταν μάγισσα. Όταν όμως προέκυπτε ένα πρόβλημα υγείας, έτρεχαν να τη βρουν χωρίς δεύτερη σκέψη.

 Μια μέρα έφτασε στον τόπο τους ένας νεαρός. Παρόλο που ήταν βρόμικος και κουρασμένος, η υψηλή του καταγωγή ήταν αδύνατον να κρυφτεί. Τα χαρακτηριστικά του ήταν λεπτά κι οι τρόποι του ευγενικοί. Πριν προλάβει να δώσει πληροφορίες από πού έρχεται και για ποιο λόγο, έπεσε ξέπνοος στον δρόμο. Οι περαστικοί έτρεξαν αμέσως να φωνάξουν την κοπέλα.

 Εκείνη, όταν πλησίασε και είδε τον άντρα, παραπάτησε εντυπωσιασμένη απ’ τη σπάνια ομορφιά του. Μα όσα απ’ τα γιατρικά της κι αν χρησιμοποίησε, δεν κατάφερε να τον κρατήσει στη ζωή. Έσβησε στα χέρια της.

 Έκλαψε τόσο πολύ, που τα δάκρυά της στέρεψαν. Μετά από λίγες μέρες τη βρήκαν πεθαμένη πάνω απ’ τον πρόχειρο τάφο του άγνωστου νεαρού. Λίγο αργότερα, στο ίδιο σημείο άνθισε ένα λουλούδι. Το είπαν «Οινοθήρα» προς τιμήν της κοπέλας, γιατί αυτό ήταν τ’ όνομά της.

Από τότε η οινοθήρα ανθίζει με μεγάλη ευκολία και χωρίς ιδιαίτερη περιποίηση παντού για να μας θυμίζει πως ακόμα κι ένα ταπεινό φυτό μπορεί να προσφέρει, με την παρουσία του και μόνο, παρηγοριά. (Λένε, μάλιστα, πως τα φύλλα του έχουν και μία μαγική ιδιότητα, αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία…)

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

 

Ηλεκτρονική διεύθυνση: yotakotsafti1@yahoo.gr

Facebook profile:  https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous/

 

 

 

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Ελπίδα

 


Έλα, Ιούλιε και φέρε

στον δίσκο βύσσινο γλυκό.

Νερό δροσάτο, παγωμένο.

Και πεφταστέρια μαγικά.

 

Φέρε, Ιούλιε, κοχύλια,

καστράκια στις ακρογιαλιές.

Βαρκούλες χάρτινες. Ταξίδια.

Και φαντασία φωτεινή.

 

Έλα, Ιούλιε και φέρε

ό,τι ποθεί κάθε ψυχή.

Βραδιές μεγάλες, ζυμωμένες

μ’ όνειρα που μοσχοβολούν.

 

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

 

Ηλεκτρονική διεύθυνση: yotakotsafti1@yahoo.gr

Facebook profile: https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

 

 

Γράφτηκε για το ιστολόγιο της Αλατοπαρέας και πρωτοδημοσιεύτηκε εδώ:

https://alatoparea.blogspot.com/2021/07/blog-post.html

 

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

Μήνυμα-αφίσα ΙΒΒΥ 2022

 


Το διάβασμα είναι ελευθερία. Το διάβασμα είναι ανάσα.
Το διάβασμα σ’ αφήνει να βλέπεις τον κόσμο με τρόπο διαφορετικό

και σε καλεί σε κόσμους που δεν θα θέλεις ποτέ να τους αποχωριστείς.
Το διάβασμα επιτρέπει στο πνεύμα σου να ονειρεύεται.
Λένε ότι τα βιβλία είναι φίλοι για όλη μας τη ζωή και συμφωνώ.
Το ιδανικό δικό σου σύμπαν πλαταίνει όταν διαβάζεις.
Οι ιστορίες είναι φτερά που σε βοηθούν να πετάς ψηλά κάθε μέρα, βρες, λοιπόν,

τα βιβλία που μιλούν στο πνεύμα σου, στην καρδιά σου, στο μυαλό σου.
Τα βιβλία είναι γιατρικά. Θεραπεύουν. Καθησυχάζουν. Εμπνέουν. Διδάσκουν.
Ας ευγνωμονούμε τους παραμυθάδες, τους αναγνώστες και τους ακροατές. Ας ευγνωμονούμε τα βιβλία. Είναι φάρμακα για έναν καλύτερο, φωτεινότερο κόσμο.

 

Ευχαριστώ πολύ!



Το μήνυμα έγραψε ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Richard Van Camp.


Η αφίσα φιλοτεχνήθηκε από την επίσης πολυβραβευμένη εικονογράφο και συγγραφέα Julie Flett.

Τη μετάφραση του μηνύματος στα ελληνικά έκανε η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου.

 

Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου, την ημέρα που γεννήθηκε ο μεγάλος Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Την καθιέρωσε η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (International Board on Books for Young People – ΙΒΒΥ) το 1966. Από τότε, κάθε χρόνο, ένα διαφορετικό εθνικό τμήμα της οργάνωσης αυτής ετοιμάζει ένα μήνυμα και μια αφίσα που διανέμονται σε όλο τον κόσμο, με σκοπό να τονίσουν την αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης και να ενθαρρύνουν τη διεθνή συνεργασία για την ανάπτυξη και τη διάδοση της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους.

Το 2022 υπεύθυνο για το υλικό του εορτασμού είναι το Τμήμα του Καναδά.

Σε όλες τις χώρες, τα παιδιά, οι συγγραφείς, οι εικονογράφοι, οι μεταφραστές, οι βιβλιοθηκονόμοι, οι εκδότες και οι εκπαιδευτικοί γιορτάζουν την παγκόσμια αυτή ημέρα με διάφορες εκδηλώσεις σε σχολεία, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία, πλατείες και άλλους χώρους, δείχνοντας έτσι την αγάπη και το ενδιαφέρον τους για τα βιβλία και το διάβασμα. Στην Ελλάδα, όπως κάθε χρόνο, το Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου φρόντισε να μεταφραστεί το μήνυμα στα ελληνικά και παροτρύνει τους φορείς που ενδιαφέρονται για τα παιδιά και τα βιβλία να συμβάλουν στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου. Η αφίσα με το μήνυμα τυπώθηκε στα ελληνικά με χορηγό τις Εκδόσεις Πατάκη και διανέμεται με τη φροντίδα τους.

 

 

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2022

Το κυπαρίσσι του Μυστρά

 


Κοντά στον Μυστρά, σε μια ψηλή θέση που έχει από κάτω όλο τον κάμπο της Σπάρτης, ήταν ένα μεγάλο κυπαρίσσι, το μεγαλύτερο κυπαρίσσι του κόσμου. Τώρα δεν υπάρχει πλέον. Είναι λίγα χρόνια που κάποιος κακός άνθρωπος είχε ανάψει φωτιά εκεί κοντά και δεν επρόσεξε, κι άναψε το κυπαρίσσι και κάηκε.

Αυτό το κυπαρίσσι έχει την ιστορία του. Επί τουρκοκρατίας ένας πασάς πήγε σ’ αυτή τη θέση να διασκεδάσει. Έβαλε και του 'ψησαν ένα σφαχτό, και κάθισε κι έφαγε. Είχε μαζί του κι έναν βοσκό, ένα νέο παλικάρι χριστιανόπουλο, και τον υπηρετούσε. Για μια στιγμή το παιδί έριξε τη ματιά του και παρατήρησε κείνο το ωραίο θέαμα, τον κάμπο με τις πρασινάδες και τ' άφθονα νερά και τα βουνά γύρω, το 'πιασε το παράπονο κι αναστέναξε. Το είδε ο πασάς και το ρωτά:

«Μωρέ Ρωμιέ, τι έχεις κι αναστενάζεις;»

«Τι να 'χω, πασά μου» του λέει. «Συλλογίζομαι πως όλα αυτά τα μέρη ήταν δικά μας μια φορά και μας τα πήρατε, μα το λένε τα χαρτιά μας, κι έχω την ελπίδα μου στον Θεό πως με καιρό πάλι δικά μας θα γίνουν».

Ο πασάς θύμωσε.

«Μωρέ, τι τσαμπουνάς αυτού;» του λέει κι αρπάζει την ξύλινη σούβλα που είχαν ψήσει το αρνί και την καρφώνει στη γη. «Να, το βλέπεις αυτό;» λέει. «Αν αυτό το ξερό παλούκι βγάλει κλαριά, τότε να 'χετε ελπίδα πως θα ξαναπάρετε πίσω αυτά τα μέρη».

Την άλλη μέρα η σούβλα ρίζωσε στη γη και ξαναβλάστησε και φούντωσε και θέριεψε κι έγινε το περήφανο κυπαρίσσι που γνωρίσαμε. Κι επειδή ο πασάς έχωσε τη σούβλα στη γη απ' τη μύτη, δηλαδή απ' την κορφή, έβγαλε το κυπαρίσσι τα κλαριά του γερμένα προς τα κάτω, έγινε θηλυκό κυπαρίσσι.

Λαϊκοί θρύλοι και παραδόσεις

 

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022

Όταν ο Πόλεμος συνάντησε την Ειρήνη

 


Δεν το κρύβω, όλοι το ξέρουν: αγαπώ το Κακό. Τρελαίνομαι να βλέπω τους άλλους να υποφέρουν, να πονούν, να καταστρέφονται. Ζω για ν’ αντικρίζω τόπους ρημαγμένους. Σπίτια έρημα. Παιδιά με δάκρυα στα μάτια. Ανθρώπους με τον φόβο και την απόγνωση ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους.

Η όψη μου είναι άγρια. Είμαι πανύψηλος, γυμνασμένος, γεμάτος αυτοπεποίθηση. Στο πέρασμά μου σαρώνω τα πάντα. Μονίμως ντυμένος με ρούχα στρατιωτικά. Σπάνια βγάζω τις αρβύλες μου. Το κράνος δεν λείπει ποτέ απ’ το κεφάλι μου. Μαλλιά κοντοκουρεμένα. Φρύδια πυκνά. Μάτια μαύρα, σαν κάρβουνα. Χαμογελώ μόνο όταν πετυχαίνω τους στόχους μου. Όταν κατορθώνω να σπείρω τον πανικό, τον τρόμο, τη φρίκη. Μόνιμος σύντροφος και συνοδός ο πιστός λύκος μου.

Κάποιος που να μην το γνωρίζει, δεν υπάρχει: εκείνη λατρεύει το Καλό. Στο πέρασμά της τα δέντρα πρασινίζουν, τα λουλούδια ανθίζουν, η φύση ξαναγεννιέται. Πόλεις και χωριά ζωντανεύουν και πάλι. Τα σπίτια γεμίζουν με γέλια. Τα παιδιά παίζουν ξέγνοιαστα στις γειτονιές. Οι ψυχές γαληνεύουν. Η αισιοδοξία επιστρέφει.

Η όψη της είναι αγγελική. Λεπτεπίλεπτη, ήρεμη, σίγουρη για τον εαυτό της. Απ’ όπου περνάει, αφήνει πίσω της μια αύρα ελπίδας. Μονίμως ντυμένη στα λευκά. Τα μαλλιά της μακριά και κατάξανθα, σαν χρυσάφι. Τα μάτια γαλάζια, όπως η θάλασσα. Απ’ τα κερασένια χείλη της δεν φεύγει ποτέ το χαμόγελο. Όταν περπατάει με τα λεπτά της σανδάλια, είναι σαν μην πατάει στη γη. Μόνιμος σύντροφος και συνοδός το πιστό περιστέρι της.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Προετοιμαζόμουν μήνες γι’ αυτή τη νίκη. Όταν τελείωσαν όλα, την αναζήτησα. Είχα μεγάλη περιέργεια να τη γνωρίσω. Μου είπαν πως θα την έβρισκα κρυμμένη σε μία σπηλιά. Δεν ήταν αλήθεια. Ήταν έξω. Τριγύριζε. Έψαχνε για ζωή στα συντρίμμια. Γύρω της ένα τσούρμο μυξιάρικα, γαντζωμένα απ’ το τρύπιο φουστάνι της. Στην αγκαλιά της κρατούσε το περιστέρι. Τα φτερά του πρέπει να είχαν λαβωθεί, γιατί δυσκολευόταν να πετάξει. Λίγο πιο πίσω μερικές εξαθλιωμένες γυναίκες έσερναν κατάκοπες τους γέροντες και τους τραυματίες. Απόλυτη αντίθεση με τη δική μας εικόνα. Αναρίθμητοι αγέρωχοι στρατιώτες, σε απόλυτη συμμετρία, ακολουθούσαν εμένα και τον πιστό σύντροφό μου.

«Μην πλησιάζεις!» μου είπε αυστηρά, όταν με αντίκρισε.

Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι εκείνη η δυνατή, αποφασισμένη φωνή, έβγαινε απ’ το μικροκαμωμένο πλάσμα που είχα μπροστά μου.

«Και με ποιον τρόπο θα με εμποδίσεις;» τη ρώτησα γελώντας.

Κάτι ψιθύρισε στο περιστέρι. Εκείνο προσπάθησε να πετάξει. Δυο τρεις φορές έπεσε, μα δεν το έβαλε κάτω. Όταν τελικά τα κατάφερε, φτερούγισε πάνω απ’ τους άντρες μου.

Ένας ένας, λες και τους μάγευε, άφηναν τη σειρά τους κι έτρεχαν στο κακομοιριασμένο πλήθος. Άλλος πρόσφερε ψωμί στα παιδιά, άλλος την κάπα του στους γέροντες, άλλος νερό στους τραυματίες κι όλοι κοίταζαν εκείνη μες στα μάτια, σαν να περίμεναν οδηγίες της.

Στο τέλος απέναντί της μείναμε μόνο εγώ κι ο λύκος, ο λύκος κι εγώ.

Μου έγνεψε να πάω κοντά της. Να δώσουμε τα χέρια. Γύρισα την πλάτη μου κι έφυγα σαν κυνηγημένος.

Από εκείνη τη στιγμή έβαλα τα δυνατά μου. Οι επιτυχίες μου πολλαπλασιάστηκαν. Πέρασαν χρόνια. Και πάλι δεν ησύχασα από δαύτη. Την έβρισκα στον δρόμο μου ξανά και ξανά, πότε μπροστά και πότε πίσω μου.

Μια μέρα, θυμάμαι, την αντάμωσα σ’ έναν τόπο μακρινό, καταχείμωνο. Η παγωνιά σπιρούνιαζε το σώμα μου, παρόλο που ήμουν εξοπλισμένος με την πιο ζεστή φορεσιά μου. Ήταν ντυμένη με το λευκό φουστανάκι της, γεμάτο παράταιρα μπαλώματα. Στα πόδια της δεν υπήρχαν τα γνώριμα σανδάλια. Μα ούτε και κάλτσες φορούσε. Για πανωφόρι, ούτε συζήτηση. Ήταν σκυμμένη και φρόντιζε μια κοπελίτσα, γεμάτη τραύματα, σχεδόν πεθαμένη.

Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου, γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε. Πρώτη φορά η ματιά της έμοιαζε τόσο κουρασμένη, τόσο αβέβαιη. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε. Πλησίασα, έβγαλα το γούνινο παλτό μου και το έριξα στους ώμους της. Ένας ολόλαμπρος ήλιος φάνηκε στον ουρανό. Τα χιόνια κι οι πάγοι έλιωσαν. Τα δέντρα γέμισαν φύλλα και καρπούς. Μοσχοβόλησε ο τόπος απ’ τα λουλούδια που άνθισαν. Τα τραύματα της κοπέλας γιατρεύτηκαν. Σηκώθηκε χαρούμενη. Άνθρωποι άρχισαν να καταφθάνουν από κάθε γωνιά. Αγκαλιές και φιλιά. Φιλιά κι αγκαλιές. Και δάκρυα χαράς. Ένα κορίτσι έσυρε τον χορό, τραγουδώντας μια γλυκιά μελωδία. Την ακολούθησαν κι άλλοι. Κι άλλοι. Κι άλλοι. Όλη αυτή την ώρα στεκόταν δίπλα μου. Το πρόσωπό της έγινε πάλι όπως παλιά. Γαλήνιο. Όμορφο. Σαν μεθυσμένος άπλωσα το χέρι μου, ετοιμάστηκα ν’ αγγίξω το δικό της και να μπω και γω, μαζί της, στον χορό. Τότε κατέφθασε ο λύκος. Κρατούσε στο στόμα του έναν αιχμάλωτο λαγό. Τον έριξε στα πόδια μου. Στη θέα του ανατρίχιασα, όμως συνήλθα. Θυμήθηκα τον σκοπό μου. Η μυρωδιά της μάχης και του θανάτου -τόσο οικείες κι αγαπημένες- επέστρεψαν στα ρουθούνια μου. Μάταια με ικέτευε με το βλέμμα. Την έσπρωξα μ’ όλη μου τη δύναμη. Έπεσε κάτω. Όλα σκοτείνιασαν. Δεν έμεινε τίποτα που να μην κρυσταλλώσει απ’ την παγωνιά που επέστρεψε χειρότερη από ποτέ. Το πλήθος διαλύθηκε κακήν κακώς. Όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στα καταφύγιά τους. Την εγκατέλειψαν ολομόναχη. Τότε φάνηκε το περιστέρι. Φτερούγισε για λίγο πάνω απ’ το κεφάλι της. Μία περίεργη αίσθηση πλημμύρισε την ύπαρξή μου. Άρχισα να τρέχω, να τρέχω ασταμάτητα. Χωρίς προορισμό. Ένας ατρόμητος νικητής, για πρώτη φορά νικημένος απ’ τα ίδια του τα αισθήματα.

Μετά απ’ αυτό ήταν η δική της σειρά να με κατατροπώσει. Οι νίκες της διαδέχονταν η μία την άλλη. Η επικράτησή της ήταν ένας μεγάλος, ένας τεράστιος θρίαμβος. Κρυμμένος στη σπηλιά μου, σκεφτόμουν μέρα νύχτα ποια βήματα θα έκανα στη συνέχεια. Για πρώτη φορά δεν μπορούσα να πάρω καμία απόφαση.

Ένα πρωινό άκουσα φωνές. Κρυφοκοιτώντας από μια μικρή χαραμάδα, είδα δύο ομάδες ανθρώπων να τσακώνονται. Ήταν οι κάτοικοι των διπλανών χωριών. Τους άκουγα να λογοφέρουν έντονα.

«Η γη αυτή μας ανήκει!» φώναζαν κάποιοι.

«Τώρα την κατακτήσαμε, είναι δική μας!» απαντούσαν από την άλλη πλευρά.

Η λογομαχία συνεχιζόταν για ώρα. Η αδρεναλίνη μου είχε ανέβει στα ύψη. Με το ζόρι κρατούσα τον λύκο, για να μη χιμήξει. Η αλήθεια είναι πως ήθελα κι εγώ να βγω, να μοιράσω τα όπλα που είχα κρυμμένα. Να κάνω την αρχή. Κι έπειτα να τους βλέπω να σκοτώνονται. Ν’ απολαμβάνω το θέαμα της καταστροφής.

Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σώπασαν όλοι. Ανάμεσά τους είδα να στέκεται μια γυναικεία φιγούρα. Ένα περιστέρι πετούσε πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά. Είδα κεφάλια να σκύβουν. Ανθρώπους που, μέχρι πριν λίγη ώρα τσακώνονταν για ένα μικρό κομματάκι γης, να δίνουν τα χέρια. Να φεύγουν αγκαλιασμένοι. Μονοιασμένοι.

«Όχι πάλι!» μονολόγησα.

Ο λύκος έφυγε απ’ τα χέρια μου και όρμησε καταπάνω της. Ήμουν σίγουρος πως θα την κατασπάραζε. Πριν τρέξω να τον προλάβω, επέστρεψε με κατεβασμένο κεφάλι, κλαψουρίζοντας.

Αυτή η γυναίκα δεν είχε όπλα. Ούτε απειλούσε ούτε φώναζε ούτε χτυπούσε. Κι όμως κανείς δεν την πείραζε. Κανείς δεν της έκανε κακό. Αντιθέτως, όλοι την υπάκουγαν, τη σέβονταν και την αγαπούσαν.

«Αχ βρε Άρη, πάλι μας κατατρόπωσε η…»

Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν γνώριζα τ’ όνομά της και ένιωσα μια έντονη επιθυμία να το μάθω.

Έβαλα λυτούς και δεμένους να ερευνήσουν. Από κανέναν δεν πήρα την ίδια απάντηση. Άλλος μου είπε πως μπορεί να τη λένε Αγάπη. Άλλος μου είπε πως ίσως τη λένε Γαλήνη. Άλλος Ελπίδα. Άλλος Ζωή. Άλλος Θαύμα. Καλοσύνη. Λευτεριά. Ομορφιά. Σοφία. Χαρά.

Εγώ επέμενα να μάθω το αληθινό όνομά της. Τα όπλα μου, αχρησιμοποίητα για καιρό, σκούριασαν. Η στρατιωτική μου στολή ξεθώριασε. Τα μαλλιά μου μάκρυναν. Την έψαχνα όπου άκουγα τραγούδια και γέλια. Ρωτούσα γι’ αυτή στις ανθοστόλιστες γειτονιές. Στις παιδικές χαρές και στις πλατείες. Όταν την εντόπισα σ’ ένα νοσοκομείο, να φροντίζει τους άρρωστους -τραυματίες είχα φροντίσει να μην υπάρχουν πια πουθενά- δεν έχασα χρόνο.

«Σε παρακαλώ, πες μου τ’ όνομά σου».

Μου χαμογέλασε. Ένα σμήνος κοκκινολαίμηδες φτερούγισαν στο παράθυρο. Κάποιος φώναξε για βοήθεια. Έφυγε βιαστικά, δίχως ν’ απαντήσει.

Το απόγευμα είδα το περιστέρι να τριγυρνά πάνω απ’ τη σπηλιά μου. Στο ράμφος του κρατούσε κάτι. Ένα γράμμα. Το έριξε στην είσοδο κι εξαφανίστηκε. «Απόψε το βράδυ» έγραφε με όμορφα, καλλιγραφικά γράμματα.

Τη βλέπω από μακριά να πλησιάζει. Όμοια με άγγελο. Λουσμένη στο φως. Κι ας έχει σκοτάδι πυκνό κι απροσπέλαστο.

«Ειρήνη. Τ’ όνομά μου είναι Ειρήνη. Το δικό σου;»

«Κάποτε μ’ έλεγαν Πόλεμο» απαντώ κοιτώντας τη στα μάτια.

Ο λύκος παίζει ήδη με το λευκό περιστέρι της…

 

Γιώτα Κοτσαύτη

 


 

 

 

 

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Προσευχή

 



Κρύο, χειμώνας, παγωνιά,

όξω η βροχούλα κλαίει

φύλαγε Θε μου τα πουλιά

που μείνανε χωρίς φωλιά

και τους αλήτες που γυρνούν

στους δρόμους δίχως στέγη.

 

Φώτης Αγγουλές