Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022

Όταν ο Πόλεμος συνάντησε την Ειρήνη

 


Δεν το κρύβω, όλοι το ξέρουν: αγαπώ το Κακό. Τρελαίνομαι να βλέπω τους άλλους να υποφέρουν, να πονούν, να καταστρέφονται. Ζω για ν’ αντικρίζω τόπους ρημαγμένους. Σπίτια έρημα. Παιδιά με δάκρυα στα μάτια. Ανθρώπους με τον φόβο και την απόγνωση ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους.

Η όψη μου είναι άγρια. Είμαι πανύψηλος, γυμνασμένος, γεμάτος αυτοπεποίθηση. Στο πέρασμά μου σαρώνω τα πάντα. Μονίμως ντυμένος με ρούχα στρατιωτικά. Σπάνια βγάζω τις αρβύλες μου. Το κράνος δεν λείπει ποτέ απ’ το κεφάλι μου. Μαλλιά κοντοκουρεμένα. Φρύδια πυκνά. Μάτια μαύρα, σαν κάρβουνα. Χαμογελώ μόνο όταν πετυχαίνω τους στόχους μου. Όταν κατορθώνω να σπείρω τον πανικό, τον τρόμο, τη φρίκη. Μόνιμος σύντροφος και συνοδός ο πιστός λύκος μου.

Κάποιος που να μην το γνωρίζει, δεν υπάρχει: εκείνη λατρεύει το Καλό. Στο πέρασμά της τα δέντρα πρασινίζουν, τα λουλούδια ανθίζουν, η φύση ξαναγεννιέται. Πόλεις και χωριά ζωντανεύουν και πάλι. Τα σπίτια γεμίζουν με γέλια. Τα παιδιά παίζουν ξέγνοιαστα στις γειτονιές. Οι ψυχές γαληνεύουν. Η αισιοδοξία επιστρέφει.

Η όψη της είναι αγγελική. Λεπτεπίλεπτη, ήρεμη, σίγουρη για τον εαυτό της. Απ’ όπου περνάει, αφήνει πίσω της μια αύρα ελπίδας. Μονίμως ντυμένη στα λευκά. Τα μαλλιά της μακριά και κατάξανθα, σαν χρυσάφι. Τα μάτια γαλάζια, όπως η θάλασσα. Απ’ τα κερασένια χείλη της δεν φεύγει ποτέ το χαμόγελο. Όταν περπατάει με τα λεπτά της σανδάλια, είναι σαν μην πατάει στη γη. Μόνιμος σύντροφος και συνοδός το πιστό περιστέρι της.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Προετοιμαζόμουν μήνες γι’ αυτή τη νίκη. Όταν τελείωσαν όλα, την αναζήτησα. Είχα μεγάλη περιέργεια να τη γνωρίσω. Μου είπαν πως θα την έβρισκα κρυμμένη σε μία σπηλιά. Δεν ήταν αλήθεια. Ήταν έξω. Τριγύριζε. Έψαχνε για ζωή στα συντρίμμια. Γύρω της ένα τσούρμο μυξιάρικα, γαντζωμένα απ’ το τρύπιο φουστάνι της. Στην αγκαλιά της κρατούσε το περιστέρι. Τα φτερά του πρέπει να είχαν λαβωθεί, γιατί δυσκολευόταν να πετάξει. Λίγο πιο πίσω μερικές εξαθλιωμένες γυναίκες έσερναν κατάκοπες τους γέροντες και τους τραυματίες. Απόλυτη αντίθεση με τη δική μας εικόνα. Αναρίθμητοι αγέρωχοι στρατιώτες, σε απόλυτη συμμετρία, ακολουθούσαν εμένα και τον πιστό σύντροφό μου.

«Μην πλησιάζεις!» μου είπε αυστηρά, όταν με αντίκρισε.

Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι εκείνη η δυνατή, αποφασισμένη φωνή, έβγαινε απ’ το μικροκαμωμένο πλάσμα που είχα μπροστά μου.

«Και με ποιον τρόπο θα με εμποδίσεις;» τη ρώτησα γελώντας.

Κάτι ψιθύρισε στο περιστέρι. Εκείνο προσπάθησε να πετάξει. Δυο τρεις φορές έπεσε, μα δεν το έβαλε κάτω. Όταν τελικά τα κατάφερε, φτερούγισε πάνω απ’ τους άντρες μου.

Ένας ένας, λες και τους μάγευε, άφηναν τη σειρά τους κι έτρεχαν στο κακομοιριασμένο πλήθος. Άλλος πρόσφερε ψωμί στα παιδιά, άλλος την κάπα του στους γέροντες, άλλος νερό στους τραυματίες κι όλοι κοίταζαν εκείνη μες στα μάτια, σαν να περίμεναν οδηγίες της.

Στο τέλος απέναντί της μείναμε μόνο εγώ κι ο λύκος, ο λύκος κι εγώ.

Μου έγνεψε να πάω κοντά της. Να δώσουμε τα χέρια. Γύρισα την πλάτη μου κι έφυγα σαν κυνηγημένος.

Από εκείνη τη στιγμή έβαλα τα δυνατά μου. Οι επιτυχίες μου πολλαπλασιάστηκαν. Πέρασαν χρόνια. Και πάλι δεν ησύχασα από δαύτη. Την έβρισκα στον δρόμο μου ξανά και ξανά, πότε μπροστά και πότε πίσω μου.

Μια μέρα, θυμάμαι, την αντάμωσα σ’ έναν τόπο μακρινό, καταχείμωνο. Η παγωνιά σπιρούνιαζε το σώμα μου, παρόλο που ήμουν εξοπλισμένος με την πιο ζεστή φορεσιά μου. Ήταν ντυμένη με το λευκό φουστανάκι της, γεμάτο παράταιρα μπαλώματα. Στα πόδια της δεν υπήρχαν τα γνώριμα σανδάλια. Μα ούτε και κάλτσες φορούσε. Για πανωφόρι, ούτε συζήτηση. Ήταν σκυμμένη και φρόντιζε μια κοπελίτσα, γεμάτη τραύματα, σχεδόν πεθαμένη.

Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου, γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε. Πρώτη φορά η ματιά της έμοιαζε τόσο κουρασμένη, τόσο αβέβαιη. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε. Πλησίασα, έβγαλα το γούνινο παλτό μου και το έριξα στους ώμους της. Ένας ολόλαμπρος ήλιος φάνηκε στον ουρανό. Τα χιόνια κι οι πάγοι έλιωσαν. Τα δέντρα γέμισαν φύλλα και καρπούς. Μοσχοβόλησε ο τόπος απ’ τα λουλούδια που άνθισαν. Τα τραύματα της κοπέλας γιατρεύτηκαν. Σηκώθηκε χαρούμενη. Άνθρωποι άρχισαν να καταφθάνουν από κάθε γωνιά. Αγκαλιές και φιλιά. Φιλιά κι αγκαλιές. Και δάκρυα χαράς. Ένα κορίτσι έσυρε τον χορό, τραγουδώντας μια γλυκιά μελωδία. Την ακολούθησαν κι άλλοι. Κι άλλοι. Κι άλλοι. Όλη αυτή την ώρα στεκόταν δίπλα μου. Το πρόσωπό της έγινε πάλι όπως παλιά. Γαλήνιο. Όμορφο. Σαν μεθυσμένος άπλωσα το χέρι μου, ετοιμάστηκα ν’ αγγίξω το δικό της και να μπω και γω, μαζί της, στον χορό. Τότε κατέφθασε ο λύκος. Κρατούσε στο στόμα του έναν αιχμάλωτο λαγό. Τον έριξε στα πόδια μου. Στη θέα του ανατρίχιασα, όμως συνήλθα. Θυμήθηκα τον σκοπό μου. Η μυρωδιά της μάχης και του θανάτου -τόσο οικείες κι αγαπημένες- επέστρεψαν στα ρουθούνια μου. Μάταια με ικέτευε με το βλέμμα. Την έσπρωξα μ’ όλη μου τη δύναμη. Έπεσε κάτω. Όλα σκοτείνιασαν. Δεν έμεινε τίποτα που να μην κρυσταλλώσει απ’ την παγωνιά που επέστρεψε χειρότερη από ποτέ. Το πλήθος διαλύθηκε κακήν κακώς. Όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στα καταφύγιά τους. Την εγκατέλειψαν ολομόναχη. Τότε φάνηκε το περιστέρι. Φτερούγισε για λίγο πάνω απ’ το κεφάλι της. Μία περίεργη αίσθηση πλημμύρισε την ύπαρξή μου. Άρχισα να τρέχω, να τρέχω ασταμάτητα. Χωρίς προορισμό. Ένας ατρόμητος νικητής, για πρώτη φορά νικημένος απ’ τα ίδια του τα αισθήματα.

Μετά απ’ αυτό ήταν η δική της σειρά να με κατατροπώσει. Οι νίκες της διαδέχονταν η μία την άλλη. Η επικράτησή της ήταν ένας μεγάλος, ένας τεράστιος θρίαμβος. Κρυμμένος στη σπηλιά μου, σκεφτόμουν μέρα νύχτα ποια βήματα θα έκανα στη συνέχεια. Για πρώτη φορά δεν μπορούσα να πάρω καμία απόφαση.

Ένα πρωινό άκουσα φωνές. Κρυφοκοιτώντας από μια μικρή χαραμάδα, είδα δύο ομάδες ανθρώπων να τσακώνονται. Ήταν οι κάτοικοι των διπλανών χωριών. Τους άκουγα να λογοφέρουν έντονα.

«Η γη αυτή μας ανήκει!» φώναζαν κάποιοι.

«Τώρα την κατακτήσαμε, είναι δική μας!» απαντούσαν από την άλλη πλευρά.

Η λογομαχία συνεχιζόταν για ώρα. Η αδρεναλίνη μου είχε ανέβει στα ύψη. Με το ζόρι κρατούσα τον λύκο, για να μη χιμήξει. Η αλήθεια είναι πως ήθελα κι εγώ να βγω, να μοιράσω τα όπλα που είχα κρυμμένα. Να κάνω την αρχή. Κι έπειτα να τους βλέπω να σκοτώνονται. Ν’ απολαμβάνω το θέαμα της καταστροφής.

Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σώπασαν όλοι. Ανάμεσά τους είδα να στέκεται μια γυναικεία φιγούρα. Ένα περιστέρι πετούσε πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά. Είδα κεφάλια να σκύβουν. Ανθρώπους που, μέχρι πριν λίγη ώρα τσακώνονταν για ένα μικρό κομματάκι γης, να δίνουν τα χέρια. Να φεύγουν αγκαλιασμένοι. Μονοιασμένοι.

«Όχι πάλι!» μονολόγησα.

Ο λύκος έφυγε απ’ τα χέρια μου και όρμησε καταπάνω της. Ήμουν σίγουρος πως θα την κατασπάραζε. Πριν τρέξω να τον προλάβω, επέστρεψε με κατεβασμένο κεφάλι, κλαψουρίζοντας.

Αυτή η γυναίκα δεν είχε όπλα. Ούτε απειλούσε ούτε φώναζε ούτε χτυπούσε. Κι όμως κανείς δεν την πείραζε. Κανείς δεν της έκανε κακό. Αντιθέτως, όλοι την υπάκουγαν, τη σέβονταν και την αγαπούσαν.

«Αχ βρε Άρη, πάλι μας κατατρόπωσε η…»

Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν γνώριζα τ’ όνομά της και ένιωσα μια έντονη επιθυμία να το μάθω.

Έβαλα λυτούς και δεμένους να ερευνήσουν. Από κανέναν δεν πήρα την ίδια απάντηση. Άλλος μου είπε πως μπορεί να τη λένε Αγάπη. Άλλος μου είπε πως ίσως τη λένε Γαλήνη. Άλλος Ελπίδα. Άλλος Ζωή. Άλλος Θαύμα. Καλοσύνη. Λευτεριά. Ομορφιά. Σοφία. Χαρά.

Εγώ επέμενα να μάθω το αληθινό όνομά της. Τα όπλα μου, αχρησιμοποίητα για καιρό, σκούριασαν. Η στρατιωτική μου στολή ξεθώριασε. Τα μαλλιά μου μάκρυναν. Την έψαχνα όπου άκουγα τραγούδια και γέλια. Ρωτούσα γι’ αυτή στις ανθοστόλιστες γειτονιές. Στις παιδικές χαρές και στις πλατείες. Όταν την εντόπισα σ’ ένα νοσοκομείο, να φροντίζει τους άρρωστους -τραυματίες είχα φροντίσει να μην υπάρχουν πια πουθενά- δεν έχασα χρόνο.

«Σε παρακαλώ, πες μου τ’ όνομά σου».

Μου χαμογέλασε. Ένα σμήνος κοκκινολαίμηδες φτερούγισαν στο παράθυρο. Κάποιος φώναξε για βοήθεια. Έφυγε βιαστικά, δίχως ν’ απαντήσει.

Το απόγευμα είδα το περιστέρι να τριγυρνά πάνω απ’ τη σπηλιά μου. Στο ράμφος του κρατούσε κάτι. Ένα γράμμα. Το έριξε στην είσοδο κι εξαφανίστηκε. «Απόψε το βράδυ» έγραφε με όμορφα, καλλιγραφικά γράμματα.

Τη βλέπω από μακριά να πλησιάζει. Όμοια με άγγελο. Λουσμένη στο φως. Κι ας έχει σκοτάδι πυκνό κι απροσπέλαστο.

«Ειρήνη. Τ’ όνομά μου είναι Ειρήνη. Το δικό σου;»

«Κάποτε μ’ έλεγαν Πόλεμο» απαντώ κοιτώντας τη στα μάτια.

Ο λύκος παίζει ήδη με το λευκό περιστέρι της…

 

Γιώτα Κοτσαύτη

 


 

 

 

 

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Προσευχή

 



Κρύο, χειμώνας, παγωνιά,

όξω η βροχούλα κλαίει

φύλαγε Θε μου τα πουλιά

που μείνανε χωρίς φωλιά

και τους αλήτες που γυρνούν

στους δρόμους δίχως στέγη.

 

Φώτης Αγγουλές

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Η μαγική λέξη

 


 

Ήταν κάποτε, στα αρχαία χρόνια, ένας συγγραφέας που είχε πολύ πλούσια φαντασία και όνειρό του ήταν να γράψει ένα βιβλίο, όχι για να το εκδώσει, μα για να το αφήσει να διαβαστεί στον κόσμο αφού πεθάνει. Δεν ζούσε σε σπίτι, αλλά σε μια τρύπα κάτω από ένα βουνό.

Κάθε μέρα έγραφε από μια λέξη σε παπύρους, αλλά καμία δεν τον ικανοποιούσε για να βγει η σωστή πρόταση που ήθελε να σχηματιστεί το μήνυμα του κειμένου του. Έμενε μέρες ολόκληρες νηστικός εκφράζοντας το παράπονό του όχι για την πείνα του, μα για το πως θ’ αλλάξει τον κόσμο με το κείμενό του.

Οι μέρες περνούσαν και ο μυστηριώδης συγγραφέας κόντεψε να υποσιτιστεί. Είχε γράψε χιλιάδες κενές λέξεις στους παπύρους του, αλλά καμία δεν τον ικανοποιούσε. Φανερά εξαντλημένος, βγήκε από το βουνό, και κοίταξε την κορυφή του. Όπως και στη ζωή, έτσι και στα κείμενα φτάνουμε στην κορυφή μόνο όταν σκαρφαλώνουμε και πασχίσουμε για το καλύτερο. Όσο πλούσια φαντασία κι αν έχουμε, όσο συγγραφικό ταλέντο κι αν διαθέτουμε, αν δεν παλέψουμε δεν θα βρούμε αυτή τη «μαγική» λέξη που ψάχνουμε.

Μόλις το κατάλαβε αυτό, ο συγγραφέας, παρόλη την εξάντλησή του, άρχισε να σκαρφαλώνει το χρυσό βουνό. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει στην κορυφή. Η Τραγουδίστρια των κειμένων αναγνώρισε την προσπάθειά του και εμφανίστηκε μπροστά του. Ο θρύλος έλεγε πως η Τραγουδίστρια αυτή εμφανιζόταν μόνο στους πραγματικά άξιους συγγραφείς για να τους δώσει σοφία και σύνεση.

Ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος έμεινε άφωνος από το κάλος και την καλλίγραμμη κορμοστασιά της. Εκείνη, με ένα πλατύ χαμόγελο, του αφιέρωσε ένα τραγούδι, αφού ανακοίνωσε πως μέσα από τους στοίχους θα βρει τη λέξη που έψαχνε τόσο καιρό.

Ο συγγραφέας μας άκουσε με πολλή προσοχή όλο το τραγούδι της. Μολονότι μπορούσε να τον αποσπάσει η βελούδινη φωνή της και να χάσει τη λέξη που ήθελε ν’ ακούσει, εκείνος δεν υπέκυψε. Άκουσε όλο το άσμα. Η Τραγουδίστρια εξαφανίστηκε χωρίς ελπίδα επιστροφής.

Ο συγγραφέας κατάλαβε ποια λέξη έπρεπε ν’ ακούσει. Αλλά το παράδοξο είναι πως δεν της έδωσε σημασία. Του καρφώθηκε στο μυαλό μια άλλη ξεχασμένη λέξη της, που στο κάτω κάτω ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε.

Την αποτύπωσε στον τελευταίο πάπυρό του που δεν είχε άλλο χώρο να γράψει παραγράφους, προτάσεις, λέξεις ούτε καν γράμματα. Δεν γράφτηκε τίποτ’ άλλο σ’ αυτόν τον πάπυρο, ούτε ο συγγραφέας έγραψε ξανά γιατί έπεσε σε βαθύ ύπνο και δεν ξύπνησε ποτέ πια.

Πέρασαν αιώνες από τότε. Μια ξακουστή συγγραφέας της μοντέρνας εποχής, παρέα μ’ έναν αρχαιολόγο, ανακάλυψαν το βουνό κι αφού το εξερεύνησαν, βρήκαν τα οστά του συγγραφέα μαζί με τους περιβόητους παπύρους. Η περίφημη συγγραφέας τούς άνοιξε, διάβασε όλες τις λέξεις που περιείχαν μαζί με την τελευταία.

Με το που τη διάβασε, τύλιξε στα γρήγορα, έντρομη, τα γραπτά και τον πέταξε στην κοντινή λίμνη, με σκοπό όλες οι σελίδες να λιώσουν για πάντα… «Μα τι συνέβη; Τι ήταν αυτό που διάβασες και ταράχτηκες για να καταστρέψεις μάλιστα αυτό το βιβλίο;» τη ρώτησε κατάπληκτος ο αρχαιολόγος.

Κι εκείνη αποκρίθηκε: «Δεν έχει καμιά σημασία πια! Όπως όλοι γνωρίζουν σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Αφιέρωσα όλη μου τη ζωή στο να γράφω υπέροχα βιβλία κι η μαγική λέξη που διάβασα σε κείνο το βιβλίο, ολοκλήρωσε το ταξίδι μου. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Τώρα δεν μπορώ να ξαναγράψω, κατά συνέπεια ούτε να ταξιδέψω ξανά. Αλλά μπορώ να εμπνεύσω,!»

Η αινιγματική πια συγγραφέας έβγαλε το δικό της τετράδιο, έγραψε μια λέξη σ’ αυτό, το έθαψε κάτω από τα πόδια της, γονάτισε στη γη και δεν κουνήθηκε ούτε μίλησε για το υπόλοιπο της ζωής της.

Ο αρχαιολόγος δεν ξαναπλησίασε ποτέ εκείνο το μέρος και παραιτήθηκε από τη δουλειά του χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν για τη μαγική λέξη.

Πέρασαν τα χρόνια… Πολλοί νέοι συγγραφείς έψαχναν ακόμα την τελειότητα τόσο στα κείμενά τους όσο και στη ζωή. Αλλά κανείς δεν κατάφερε να τη βρει. Κι αυτό ακριβώς ήθελε να πετύχει ο αρχαίος συγγραφέας.

Ανεβείτε ανηφόρες. Περπατήστε στα πιο κοφτά και σκληρά βράχια. Ν’ ανεβάζετε τον πήχη. Γράψτε! Ζωγραφίστε! Μόνο όσοι κυνηγάνε το καλύτερο, είναι αυτοί που θα κερδίσουν περισσότερη πνευματική τροφή. Κι ας μη βρουν το τέλειο ποτέ...

 

Νίκος Πολυχρονόπουλος

(κείμενο και εικόνα)

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

Ο κύκνος

 


Στο πάρκο ήτανε μια λίμνη. Στη λίμνη ζούσε ένας κύκνος. Το μεγαλύτερο αξιοθέατο του πάρκου. Μια μέρα εξαφανίστηκε ο κύκνος. Τον κλέψανε κάτι αλήτες.

Ο Οργανισμός Δημοσίων Κήπων αγόρασε καινούργιο κύκνο. Δημιουργήθηκε ειδική θέση φύλακα για να προστατεύει τον κύκνο, να μην έχει την τύχη του προκατόχου του.

Η θέση αυτή ανατέθηκε σ’ έναν γεράκο που ζούσε μονάχος κι έρημος χρόνια ολόκληρα. Όταν ανέλαβε αυτή τη δουλειά, είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα τα βράδια. Το πάρκο ήταν έρημο. Ενόσω περιπολούσε στη λίμνη, ο γέρος έριχνε μια ματιά στον κύκνο, αλλά μερικές φορές αφηνόταν να κοιτάζει τ’ αστέρια. Κρύωνε. Θα ήταν όμορφα, σκέφτηκε, να ρίξει μια ματιά στο μικρό εστιατόριο που είναι κοντά στο πάρκο. Άρχισε να βαδίζει προς τα κει αλλά θυμήθηκε τον κύκνο. Μπορεί να τον κλέβανε όσο θα έλειπε. Θα ‘χανε τη δουλειά του. Έπρεπε να το ξεχάσει λοιπόν.

Αλλά το κρύο συνέχισε να τον περονιάζει, μεγαλώνοντας τη μοναξιά του. Στο τέλος αποφάσισε να πάει στο εστιατόριο και να πάρει μαζί του τον κύκνο. Ακόμα κι αν ερχόταν κανείς στο πάρκο, όσο θα λείπανε, για ν’  αναπνεύσει τον καθαρό αέρα στην ομορφιά της φύσης, δεν θα πρόσεχε αμέσως την απουσία του κύκνου. Η νύχτα ήταν γεμάτη αστέρια βέβαια, αλλά δεν είχε φεγγάρι. Και, το πιο σπουδαίο, θα γυρίζανε γρήγορα.

Στο εστιατόριο τούς υποδέχτηκε ένα ανακουφιστικό κύμα ζεστού αέρα γεμάτο με γαργαλιστικές μυρωδιές από το μαγείρεμα των φαγητών. Ο γέρος έβαλε τον κύκνο να καθίσει απέναντί του στο τραπέζι και κάθισε κι αυτός. Έτσι μπορούσε να παρακολουθεί τον κύκνο, ενώ θα έτρωγε το φαγητό του. Για να ζεσταθεί, παράγγειλε ένα ποτηράκι βότκα.

Ενόσω έτρωγε μια μερίδα αρνίσιο κρέας, και το χαιρόταν μάλιστα πολύ, παρατήρησε ότι ο κύκνος τον κοίταζε με δυστυχισμένο ύφος. Ο γέρος λυπήθηκε το φτωχούλη κύκνο. Νιώθοντας την επιτιμητική ματιά του του κόπηκε κάθε όρεξη για φαΐ. Έπειτα του ήρθε μια ιδέα. Φώναξε τον σερβιτόρο και παράγγειλε ένα ψωμάκι και λίγη ζεστή μπίρα με ζάχαρη. Βούτηξε το ψωμάκι στην μπίρα και το ‘δωσε στον κύκνο, που γρήγορα ξαναβρήκε τα κέφια του. Μετά το φαγητό, ικανοποιημένοι και ξανανιωμένοι, ξαναγύρισαν στο πόστο τους.

Το άλλο βράδυ έκανε περισσότερο κρύο. Τ’ αστέρια φαίνονταν ασυνήθιστα λαμπερά και ο γερο-φύλακας ένιωθε το κάθε αστέρι σαν παγωμένο καρφί μπηγμένο στη ζεστή αλλά μοναχική καρδιά του. Ωστόσο, αντιστάθηκε στον πειρασμό να ξαναπάει, γι’  άλλη μια φορά, στο εστιατόριο.

Στο κέντρο της λίμνης φάνηκε ο κύκνος∙  τ’  άσπρα φτερά του άστραφταν κάτω απ’  το φως των αστεριών.

Η σκέψη ενός ζωντανού πλάσματος μέσα στο νερό, μια τέτοια παγωμένη νύχτα, έκανε τον γέρο ν’  ανατριχιάσει.

Ο φτωχούλης κύκνος άξιζε καλύτερη τύχη. Ο γερο-φύλακας ήταν σίγουρος ότι ο κύκνος θα καλοδεχόταν λίγη ζεστασιά και κάμποσο φαγητό.

Τον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και τον κουβάλησε μαζί του στο εστιατόριο.

Άλλη μια νύχτα γεμάτη παγωνιά, κι ο γέρος να βασανίζεται απ’ τη θλίψη. Τούτη τη φορά το ‘χε πάρει απόφαση να μην πάει στο εστιατόριο γιατί, την προηγούμενη νύχτα, αφότου γύρισαν, ο κύκνος χόρευε και τραγουδούσε πολύ παράξενα.

Κάθισε λοιπόν στην άκρη της λίμνης, στο άδειο παγωμένο πάρκο, και κοίταζε τον ουρανό. Ξαφνικά, ένιωσε να του τραβάνε το παντελόνι. Ήταν ο κύκνος που κάτι του ζητούσε. Πήγανε λοιπόν.

Έναν μήνα αργότερα, τόσο ο φύλακας όσο και ο κύκνος απολύθηκαν από τη δουλειά τους. Ο κύκνος: τον είδανε να κολυμπάει περίεργα στο νερό, ακόμα και τη μέρα. Μια μητέρα που είχε φέρει τα παιδάκια της στο πάρκο για να δουν τον κύκνο, παραπονέθηκε στις αρχές, από καθαρό ενδιαφέρον, βέβαια, για τη νεολαία.

Ακόμη και στην κατώτερη θέση, ο κάτοχός της, πρέπει να έχει κάποιες ηθικές αρχές.

Slavomir Mrozek

 

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021

Χριστουγεννιάτικες Παραμυθοκαρτέλες

 

«Με κουκί και με ρεβίθι φτιάξε ένα παραμύθι,

ιστορίες πιο πολλές με καρτέλες μαγικές!»

 


Με αφορμή τον Προπ και τις λειτουργίες του, αλλά και τη «Γραμματική της Φαντασίας» του Τζάνι Ροντάρι, στο «Ένα κείμενο, μία εικόνα» αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε τις δικές μας πρωτότυπες καρτέλες αναπαραγωγής παραμυθιακού λόγου, ιδανικές για μικρούς και μεγάλους, για παιδιά, γονείς, εκπαιδευτικούς, εν δυνάμει συγγραφείς και όχι μόνο.

Μπορείτε ελεύθερα* να τις αποθηκεύσετε στον υπολογιστή σας, να τις εκτυπώσετε (προτεινόμενο μέγεθος εκτύπωσης Α4) και να τις πλαστικοποιήσετε. Έτσι θα έχετε στα χέρια σας μία «μαγική τράπουλα», ένα πολύτιμο εργαλείο που θα σας βοηθήσει να εμπνευστείτε τις δικές σας ιστορίες.

 

Κύριος Κουραμπιές



-Τι σκέφτεται ο Κύριος Κουραμπιές;

-Γιατί κρατάει στα χέρια του μία καρδούλα;

-Ποιος είναι ο καλύτερος φίλος του και ποιος ο χειρότερος εχθρός του;

-Σε ποια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια θα πρωταγωνιστήσει;

https://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2016/11/blog-post_66.html

 

Πιγκουινάκι



-Πού πηγαίνει το γλυκό πιγκουινάκι;

-Γιατί κρατάει στα χέρια του μία καρδούλα;

-Πώς ονομάζεται και για ποιον λόγο του έδωσαν το συγκεκριμένο όνομα;

-Σε ποια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια θα πρωταγωνιστήσει;

https://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2016/12/blog-post_6.html

 

Πολική Αρκούδα



-Πώς ονομάζεται η γλυκιά πολική αρκουδίτσα;

-Γιατί ο Άγιος Βασίλης τής χάρισε ένα αστέρι;

-Τι άλλο της χάρισε;

-Σε τι θα της χρησιμεύσουν τα δώρα της;

https://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2016/12/blog-post_13.html

 

Ελαφάκι



-Πώς ονομάζεται το ελαφάκι;

-Γιατί δεν θα συνοδέψει τον Άγιο Βασίλη στο μεγάλο του ταξίδι;

-Σε ποιον θα χαρίσει μια κόκκινη καρδιά και για ποιον λόγο;

-Γιατί κρύβεται σ’ ένα μεγάλο κουτί;

https://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2016/12/blog-post_20.html

 

Χιονάνθρωπος



-Πώς ονομάζεται ο Χιονάνθρωπος;

-Σημείωσε πέντε λέξεις που σου έρχονται στο μυαλό βλέποντας την εικόνα και γράψε μ’ αυτές μία ιστορία.

-Προσπάθησε να γράψεις ένα αστείο ποίημα για την καρτέλα.

-Σε ποιον εύχεται καλές γιορτές ο Χιονάνθρωπός μας και γιατί;

https://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2016/12/blog-post_27.html

 

Αγγελούδι



-Τι εύχεται για τη Νέα Χρονιά το Αγγελούδι;

-Σε τι χρησιμεύει η αστερένια γιρλάντα του;

-Πώς ονομάζεται;

-Ποιες είναι οι αγαπημένες του συνήθειες;

https://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2017/01/blog-post_3.html

 

Άγιος Βασίλης



-Σε ποιον και γιατί θα δώσει το τελευταίο του δώρο ο Άγιος Βασίλης;

-Πώς θα περάσει τους υπόλοιπους μήνες του;

-Τι έκπληξη του ετοιμάζουν τα ξωτικά;

https://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2017/01/blog-post_64.html

 

Ποντικός



-Πώς ονομάζεται ο ποντικός μας;

-Πού θα βρεθεί τα Χριστούγεννα;

-Πώς θα αποκτήσει το τυρένιο χριστουγεννιάτικο δέντρο του;

http://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2019/12/blog-post_3.html

 

Βασίλισσα του Χιονιού



-Πώς ονομάζεται η βασίλισσα του Χιονιού;

-Πού ζει;

-Ποια είναι η σούπερ-δύναμή της;

-Σε ποια περιπέτεια θα πρωταγωνιστήσει;

http://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2019/12/blog-post_21.html

 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΡΤΕΛΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΠ

Ο Ρώσος θεωρητικός Βλαντιμίρ Προπ μελετώντας το λαϊκό μαγικό παραμύθι της χώρας του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε όλα τα παραμύθια υπάρχουν κάποιες λειτουργίες, οι οποίες καθορίζουν τη δράση των δρώντων ηρώων και είναι συνολικά τριάντα μία (απομάκρυνση, απαγόρευση, παράβαση, έρευνα, προδοσία, παγίδα, συνενοχή, ζημιά ή έλλειψη, μεσολάβηση, συγκατάθεση του πρωταγωνιστή, αναχώρηση του πρωταγωνιστή, ο πρωταγωνιστής υποβάλλεται σε δοκιμασία από το δωρητή, αντίδραση του πρωταγωνιστή, κατοχή του μαγικού μέσου, μεταβίβαση του πρωταγωνιστή, πάλη πρωταγωνιστή-ανταγωνιστή, ο πρωταγωνιστής σημαδεύεται, νίκη επί του ανταγωνιστή, μετατόπιση της δυστυχίας ή της αρχικής έλλειψης, επιστροφή του πρωταγωνιστή, διωγμός του, ο πρωταγωνιστής γλιτώνει, ο πρωταγωνιστής φτάνει ινκόγνιτο στο σπίτι, απαιτήσεις του ψεύτικου πρωταγωνιστή,  στον πρωταγωνιστή ανατίθεται ένα δύσκολο καθήκον, επιτέλεση του καθήκοντος, αναγνώριση του πρωταγωνιστή, αποκάλυψη του ψεύτικου πρωταγωνιστή ή ανταγωνιστή, μεταμόρφωση του πρωταγωνιστή, τιμωρία του ανταγωνιστή, γάμος του πρωταγωνιστή). Δεν είναι όμως απαραίτητο να υπάρχουν όλες οι λειτουργίες σε κάθε παραμύθι, ούτε να εμφανίζονται με την ίδια σειρά.

Σύμφωνα με τον Τζάνι Ροντάρι στο Ρέτζο Εμίλια (επαρχία της Ιταλίας η οποία έγινε γνωστή για το καινοτόμο παιδαγωγικό της πρόγραμμα) ξεκίνησαν να δουλεύουν με τις λειτουργίες του Προπ φτιάχνοντας καρτέλες και γράφοντας απλά στην καθεμία τον τίτλο της λειτουργίας ή του θέματος. Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά εμπνεύστηκαν και έγραψαν πολλές ιστορίες. 

Με βάση, λοιπόν, όλες αυτές τις ιδέες, δημιουργήθηκε το «Φτιάξε ένα παραμύθι».

Μπορεί να μη στηρίζεται στις λειτουργίες του Προπ, έχει όμως ως αρχή του τη φιλοσοφία του Τζάνι Ροντάρι, σύμφωνα με τον οποίο όλοι, αν έχουμε μία αφορμή μπορούμε να γράψουμε παραμύθια!

Βιβλιογραφία:

-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ, Άρθρα και μελετήματα για την παιδική λογοτεχνία, εκδόσεις Δημ.Κ.Σαλονικίδη, Θεσσαλονίκη, 1999.

-ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ, Γραμματική της φαντασίας-Εισαγωγή στην τέχνη να επινοείς ιστορίες, εκδόσεις Μεταίχμιο, 1993, μετάφραση Γιώργος Κασαπίδης.

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ


Αθηνά Πετούλη

Επαγγελματική σελίδα: 

https://www.facebook.com/pages/Athina-Petouli-illustration-paintings-for-kids/629966553779944?pnref=story


Γιώτα Κοτσαύτη

Ηλεκτρονική διεύθυνση: yotakotsafti1@yahoo.gr

Facebook Profile: https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

*Με τη σύμφωνη γνώμη των δημιουργών επιτρέπεται η ελεύθερη εκτύπωση των καρτών «Φτιάξε ένα παραμύθι», καθώς και η δημιουργική χρήση τους σε ατομικές ή ομαδικές δραστηριότητες. Μοναδικές προϋποθέσεις: να αναφέρεται ΠΑΝΤΑ η πηγή και να ΜΗ χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς.

 

 

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Ο Αϊ-Βασίλης ετοιμάζεται

 


Νίκου Μαρία

Άγιε μου Βασίλη, θέλω μια ακόμα ευκαιρία

Η Φρίντα είχε τρέλα με τα Χριστούγεννα. Η γιαγιά Φρειδερίκη είχε ένα μαγαζί που άνοιγε κάθε Οκτώβρη από νωρίς και πουλούσε μονάχα στολίδια. Αν βέβαια έμενε τίποτα να πουλήσει, αφού η εγγονή της δεν τρελαινόταν για παιχνίδια, παρά μόνο για χιονόμπαλες! Αν είχαν και κουρδιστήρι, τότε γινόταν το πιο ήσυχο παιδί του κόσμου.

Έφτασε πάλι η εικοστή τετάρτη του Δεκέμβρη, όμως, η μικρή δεν έχει καν ξεπορτίσει απ’ το δωμάτιο. Ανήσυχη η μαμά τη ρωτάει με μια αγκαλιά: «Τι έπαθες, ψυχή μου;».

Αυτό που στεναχώρησε τη Φρίντα είναι πως εδώ κι έναν μήνα είχε γράψει το γράμμα στον Αϊ-Βασίλη και ζήτησε μια κούκλα. Αλλά τώρα έσπασε κατά λάθος την αγαπημένη της μουσική χιονόμπαλα.

«Θέλω πίσω τη χιονόμπαλά μου, μανούλα. Δεν θέλω κούκλα, ούτε θα ζητήσω άλλα παιχνίδια, αρκεί να έχω πίσω τη χιονόμπαλά μου. Μα είναι αργά πια. Θα έχει φύγει ο Αϊ-Βασίλης απ’ το εργαστήρι του, έτσι;»

«Έχει φύγει, Φριντούλα μου. Όμως αύριο είναι Χριστούγεννα. Η μέρα που γίνονται θαύματα. Αρκεί λίγο να πιστέψεις.»

Δεν κοιμήθηκε λεπτό, αφού προσπαθούσε να δει πώς πιστεύουν σ’ αυτά τα θαύματα που λέει η μαμά, όταν ξαφνικά το ρολόι σήμανε δώδεκα.

Μια μπότα με άχνη ζάχαρη και κάτι άσπρα γένια ξεπροβάλλουν στο σκοτάδι. «Δεν είναι δυνατόν!» σκέφτεται και τρίβει τα μάτια της.

Τα ξανανοίγει. Το μόνο που ξεχωρίζει είναι μια μεγάλη γυάλινη χιονόμπαλα που παίζει μια γλυκιά μουσική.

«Άγιε μου Βασίλη! Ευχαριστώωωω!» φωνάζει στο άδειο δωμάτιο.

«Παρακαλώ, Φριντούλα!» απαντάει μια βραχνή φωνή από την καμινάδα. «Χο, χο, χο…»

Τελικά να δεις που άμα πιστέψεις πολύ, γίνονται ίσα με δυο θαύματα μαζί!

 

Πολυκανδριώτη Αστερόπη

Ο Αϊ-Βασίλης ετοιμάζεται. Βάζει στον σάκο του ένα σωρό μπισκότα. Αχνιστά, νόστιμα, γεμάτα γλάσο. Κάθε μπισκότο έχει δημιουργηθεί για έναν σκοπό. Για να γίνουν οι άνθρωποι φίλοι υπάρχουν τα τυχερά μπισκότα της φιλίας. Για την καλοσύνη, για την ειρήνη, για την αλληλεγγύη, καθένα θα μοιραστεί εκεί που πρέπει. Τα ξωτικά του Αγίου τα βάζουν σε γυαλιστερά πακέτα. Οι διευθύνσεις αποστολής τους είναι γραμμένες σε τεράστιο πάπυρο. Το έλκηθρο πλημμυρίζει μυρωδιές. Τα ελάφια έχουν βαλθεί να κουτουλάνε τις κόκκινες μύτες τους από τα αρώματα. Μπισκότα θα μοιραστούν φέτος! Θα θυμηθούν οι άνθρωποι τη μαγεία των Χριστουγέννων. Δεν θα μάθουν ποτέ τις συνταγές. Είναι το κρυμμένο μυστικό της Χώρας των Πάγων. Θα γευτούν, θα μυρίσουν οι άνθρωποι κι έπειτα θα θυμηθούν. Θα νοσταλγήσουν τις αξίες, θα μοιραστούν τα μπισκότα… γιατί το μοίρασμα είναι το καλύτερο δώρο!


Χρυσοπούλου Βέτα

Πω πω πω, μου φαίνεται πως αυτή τη φορά άργησα να ετοιμαστώ και βλέπω λυπημένες φατσούλες να με περιμένουν. Φοβούνται ότι ίσως δεν τους πάω τα όμορφα δώρα τους.

Όχι βέβαια. Τα δώρα τα έχω έτοιμα. Ό,τι μου ζήτησε το κάθε αγαπημένο μου παιδί. Και τι δεν έχω. Κούκλες, αυτοκινητάκια, τρενάκια, κομπιούτερ, κάθε λογής πράγμα που παρήγγειλαν οι μικροί μου φίλοι.

Το έλκηθρο μου είναι έτοιμο, η στολή μου φρεσκοσιδερωμένη και κατακόκκινη, οι μπότες μου γυαλιστερές, ο σάκος μου μεγάλος.

Γρήγορα θα ξεκινήσω το ταξίδι μου, να φθάσω εγκαίρως στον προορισμό μου και να σκορπίσω χαρά σε κάθε μικρούλα ύπαρξη που ξέρω ότι με περιμένει ολόκληρο τον χρόνο.

Ξεκινάω από αύριο κιόλας, σύντομα θα είμαι κοντά σας, αγαπημένα μου παιδιά. Σας έχω πολλά όμορφα δώρα και πολύ αγάπη.

Θα διασχίσω βουνά χιονισμένα με καταπράσινα έλατα, αστέρια λαμπερά θα με συντροφεύουν τα βράδια στον δρόμο μου, θα με ζεσταίνουν οι καμινάδες των σπιτιών.

Γλυκές μυρωδιές θα με ακολουθούν, σοκολατένιες γεύσεις και κάθε είδους λιχουδιά στο πέρασμά μου.

Χαμογελάστε, λοιπόν, τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει. Χρυσά, πολύχρωμα, μπαλόνια θα σκορπώ, να γεμίσει η γη ομορφιά.

Χρυσόσκονη, λάμψη, αγάπη, χαρά για όλο τον κόσμο!

 

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2021

Ο Κύριος Κανείς

 



Ποιος να ’ν’ αυτός ο «Κύριος Κανείς»;

Χτες, σαν καθίσαμε να πιούμε τσάι,

μπράμ, να σου τον, ένα φλιτζάνι σπάει

και βρέχει το φουστάνι της Φανής,

ο σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

 

Κι ύστερα τσίμπησε την άσπρη γάτα,

έσπασε και δυο τρία καλά πιάτα,

εζούληξε του Γιάγκου το καπέλο,

και ξέσκισε της Έλλης μας το βέλο,

και μούγκριζε φρικτά σαν Ερινύς,

ο πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

 

Έχει, θαρρώ, κακήν ανατροφή,

γιατί έβαλε μες στον καφέ μου αλάτι,

και μου έμπηξε καρφίτσες στο κρεβάτι,

και στο σκαμνί του μπέμπη ένα καρφί,

κι ύστερα τον ρωτούσε «Πού πονείς;»

ο κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

 

Ποιος να ’ναι; Μπα! κανείς μας δεν τον ξέρει,

κανείς μας δεν τον είδε πουθενά…

Μ’ αυτός τα παιχνιδάκια μας χαλνά,

κι έσπασε και της πλύσης το πανέρι.

Δεν είναι, φαίνεται, καθόλου ευγενής

αυτός ο μάγκας «Κύριος Κανείς».

 

Δεν τον γνωρίζουμε! Ορκιζόμαστε.

Μα η μητερούλα μας χαμογελά

και λέγει πως τον ξέρουμε καλά

και πως δεν πρέπει να κρυβόμαστε

και ψέματα να λέμε στους γονείς,

γιατ’ είμαστε όλοι εμείς ο «Κύριος Κανείς».

 

Νικόλαος Ποριώτης



 (ζωγραφιά απ’ το διαδίκτυο)


Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

Γιασεμάκι μυρωδάτο


 


Γιασεμάκι μυρωδάτο,

Προσωπάκι εσύ γλυκό,

Σαν τι να ‘σαι εκεί που στέκεις

Σιωπηλό, στοχαστικό;

Μην είσαι Άνοιξης τραγούδι

Που δε βρέθηκε κανείς

Να το πει τ’ Απριλο-Μάη

Και, για να μην ξεχαστεί,

Σ’ έκανε λευκό λουλούδι

Η ξανθή καλοκαιριά

Και το «ευχαριστώ» σου χύνεις

Με την τόση σου ευωδιά;

Γιασεμάκι μυρωδάτο,

Διαμαντάκι φωτεινό,

Θα ‘σαι αστέρι σκαλωμένο

Σε κλωνί απ’ τον ουρανό.

 

Γ.ΚΡΟΚΟΣ

 

Παρασκευή 28 Μαΐου 2021

Το νούφαρο

 


Παραμύθι από τη Σκανδιναβία

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια ασημένια λίμνη περιτριγυρισμένη από όμορφους λόφους. Εκεί ζούσε μια πανέμορφη Νύμφη.

Ο Ήλιος την ερωτεύτηκε και για να της δείξει την αγάπη του φόρεσε την πιο λαμπρή χρυσή φορεσιά του.

Η Νύμφη, που φορούσε ένα φτωχικό φορεματάκι από πέρλες, ένιωσε άσχημα και σκέφτηκε να βουτήξει στο βάθος της λίμνης, όπου υπήρχαν τεράστιοι θησαυροί. Γέμισε τις χούφτες της με χρυσάφι και προσπάθησε να ξανανέβει στην επιφάνεια, για να τη δει ο Ήλιος.

Όμως το βάρος του χρυσαφιού και η λάσπη που είχε μπλεχτεί στα μακριά μαλλιά της, την τράβηξαν στον πάτο.

Μάταια ζητούσε βοήθεια. Κανείς δεν την άκουγε. Έτσι, σιγά σιγά, το μόνο που απέμεινε από αυτή, ήταν τα κατάλευκα χέρια της, γεμάτα με χρυσάφι.

Ο Ήλιος τη φώναζε και την έψαχνε στα νερά της λίμνης, αλλά η όμορφη Νύμφη δεν απαντούσε. Τότε είδε ένα μεγάλο φύλλο σε σχήμα καρδιάς κι ένα κατάλευκο λουλούδι, που είχε κρυμμένο μέσα του χρυσάφι.

Η πανέμορφη Νύμφη είχε μεταμορφωθεί στο λεπτεπίλετο λουλούδι που όλοι γνωρίζουμε, το νούφαρο.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

366 παραμύθια και ιστορίες, εκδοτικός οίκος Π.Τραυλός.