Ζώρζου Ιωάννα
Η Μελίνα και ο Χρυσαφιός
Μόλις άρχισε να βρέχει, η Μελίνα βούτηξε βιαστικά την πουά ομπρέλα της, φόρεσε τις ασορτί γαλότσες της και έτρεξε προς την εξώπορτα.
– Πού πας μες στη βροχή, παιδί μου; ακούστηκε η φωνή της μαμάς, μα εκείνη μήτε που γύρισε να της απαντήσει.
Δεν θα έχανε με τίποτα την πρώτη φθινοπωρινή βροχή. Το μεγάλο πλατάνι που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της θα άρχιζε να αποχαιρετά τα φύλλα του. Η Μελίνα αγαπούσε τόσο πολύ να χαζεύει τον χορό των χρυσαφένιων φύλλων. Τα παρατηρούσε να πέφτουν ένα ένα από τα κλαδιά, κάνοντας άλλοτε έναν εντυπωσιακό στροβιλισμό και άλλοτε μια πιρουέτα, σαν την πιο όμορφη μπαλαρίνα.
– Έλα, Χρυσαφιέ μου, είπε στον κανελή γάτο της. Ήρθε η ώρα.
Οι δυο τους άρχισαν να χορεύουν μαζί με τα φύλλα. Ωστόσο η μαμά ακούστηκε και πάλι να φωνάζει από το παράθυρο:
– Το τζάκι είναι αναμμένο και η ζεστή σοκολάτα σε περιμένει!
– Ε, Χρυσαφιέ, θα έχεις σίγουρα κι εσύ τη λιχουδιά σου, είπε χαμογελώντας το κορίτσι.
Με το γέλιο της να αντηχεί ως τις διπλανές αυλές, η Μελίνα μπήκε εντελώς μούσκεμα στο σπίτι. Άλλαξε ρούχα και φόρεσε μια ολόμαλλη ζακέτα ενώ ο Χρυσαφιός στέγνωνε το τρίχωμά του πλάι στο τζάκι γουργουρίζοντας.
Πού να εξηγείς τώρα στις συμμαθήτριές σου ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι χίλιες φορές ωραιότερο από ένα σούπερ βίντεοπαιχνίδι... την ίδια στιγμή που το τάμπλετ στο γραφείο δονούνταν συνεχώς από ειδοποιήσεις.
Πλιάτσικα Βάσω
Μόλις άρχισε να βρέχει, η Μελίνα φόρεσε τις αδιάβροχες μπότες της κι άρπαξε την ομπρέλα της. Άνοιξε βιαστικά την πόρτα του σπιτιού και βγήκε στον δρόμο. Αντί όμως να αρχίσει το περπάτημα στη βροχή που τόσες ημέρες περίμενε, κάθισε στο πρώτο πλατύσκαλο που βρήκε και σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό.
Οι αισθήσεις της ήταν εκεί, για να την ταξιδέψουν ανάμεσα στις στάλες της βροχής. Τα μάτια της απολάμβαναν τα διάφανα χρώματά τους, ενώ το δυνατό πλατσούρισμα ακουγόταν σαν ένα γλυκό μελωδικό νανούρισμα στ’ αυτιά της. Το βρεγμένο χώμα και το τσιμεντένιο πλακόστρωτο σκορπούσαν μια γλυκιά μυρωδιά, γεμάτη δροσιά. Τα μαλλιά, τα μάγουλα και τα χέρια της ένιωθαν την ορμή κάθε σταγόνας καθώς εκείνες έπεφταν πάνω τους, αλλά και τα χείλη της αισθάνονταν την ιδιαίτερη γεύση τους.
Χαιρόταν ακόμη που έβλεπε τα δέντρα και τα λουλούδια στα παρτέρια του δρόμου, να απλώνονται για να ρουφήξουν όσο περισσότερο νερό μπορούσαν, αλλά και τα πεσμένα φύλλα που βρήκαν ευκαιρία να ταξιδέψουν στα μικρά ρυάκια που δημιούργησε η βροχή.
Δίπλα της κούρνιασε μια γάτα που απολάμβανε κι εκείνη το πρωτοβρόχι και τα δώρα του, τόσο πολύ που στο τέλος αποκοιμήθηκε.
Φέδρους Μακ
Μόλις άρχισε να βρέχει, η Μελίνα έκατσε στο πρώτο σκαλοπάτι που είδε μπροστά της, ακούμπησε την ομπρέλα στον τοίχο και ο Ρι, που τόση ώρα περπατούσε πίσω της κάνοντας ζικ-ζακ, κούρνιασε δίπλα της.
Χοντρές σταγόνες έπεφταν από τον ουρανό αλλά καμιά δεν την άγγιζε, την προστάτευε η στέγη πάνω από το σκαλοπάτι, μόνο οι άκρες από τις γαλότσες βρέχονταν.
Κοίταζε τα γκρίζα σύννεφα που έριχναν χοντρές σταγόνες.
«Πώς κρατούν μέσα τους τόσο νερό;» αναρωτήθηκε. «Αλλά γιατί κάθομαι; Η βροχή είναι τέλεια για παιχνίδι. Οι σταγόνες πέφτουν για μένα!» Άνοιξε την ομπρέλα και το κόκκινο χρώμα της καθρεφτίστηκε στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.
Πλατς! Η πρώτη λακκούβα την υποδέχτηκε με ένα μεγάλο χαμόγελο.
«Ποιος θέλει να χορέψει;» φώναξε.
Ένα βατραχάκι πήδηξε από μια γωνιά.
«Εγώ!»
Μαζί άρχισαν να χοροπηδούν μαζί από λακκούβα σε λακκούβα. Στριφογυρνούσαν ανάμεσα στις σταγόνες, πηδούσαν και τραγουδούσαν.
Ένα στρουμπουλό σαλιγκαράκι τούς ακολούθησε μαζί με δυο σπουργίτια που τσαλαβουτούσαν σε όλες τις λακκούβες τιτιβίζοντας.
Ο Ρι κοίταζε βαριεστημένα, δεν ήθελε να βραχεί, αλλά δεν μπορούσε να χάσει το γλέντι.
Ξαφνικά βγήκε ο ήλιος και εμφανίστηκε ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο, σαν να χειροκροτούσε την παρέα τους.
«Τι ωραία! Να βρέχει πιο συχνά!» είπε η Μελίνα γελώντας.
Η εικόνα δημιουργήθηκε μέσω ΑΙ για το ιστολόγιο.
Τα κείμενα γράφτηκαν με αφορμή το παιχνίδι γραφής εδώ:
https://www.facebook.com/groups/1006082537869676

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Για πες μας, πώς σου φάνηκε;