Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίτσα Κιάσσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίτσα Κιάσσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Η κάμπια, το σκουλήκι και το αγριολάχανο


Όταν η κάμπια αποφάσισε ν' αποκτήσει ένα καινούργιο σπιτικό, διάλεξε το νιούτσικο αγριολάχανο που φύτρωνε στο πιο προσηλιακό μέρος του κήπου. Το κοίταξε από δω, το έψαξε από κει, το μελέτησε με προσοχή μεγάλη. "Είναι ό,τι πρέπει" σκέφτηκε. "Θεόγερο και δροσερό. Μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Και στέγη και τροφή. Με λίγη δουλίτσα θα γίνει ακόμα καλύτερο". Κι από την άλλη μέρα κιόλας μετακόμισε.

   "Λιγάκι αναιμικό μου φαίνεται" διαπίστωσε σαν πέρασε λίγος καιρός. Κάτι κιτρινίλες, κάτι χλωμάδες… Ανησύχησε. Κατέβηκε μαλλιά κουβάρια στον λαχανόκηπο, μάζεψε  φύλλα από σπανάκι για σίδηρο και βιταμίνες και τα έστρωσε γύρω στον κορμό .

   "Κι ένα σκαψιματάκι δεν θα του έκανε κακό" αποφάσισε λίγο πιο ύστερα… Είχε κουραστεί όμως πια. Ήταν τεμπέλα και πονηρή και πίστευε πως η δουλειά γίνεται με το μυαλό και όχι με τα χέρια. Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και στο τέλος βρήκε τη λύση.

   Έτρεξε μια και δυο λοιπόν πάλι στον λαχανόκηπο. Γύρεψε και ξεσήκωσε τον μακρινό της ξάδελφο, έναν γεροδεμένο σκουλήκαρο της γης. Τον ήξερε πολύ καλά.  Ήταν προκομμένος και γνωστικός. Ένας γεωργός με τα σωστά του. Ο πιο κατάλληλος για τη δουλειά της κι ο πιο απονήρευτος. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον.

   Ο ξάδερφος την καλοδέχτηκε κι έδειξε προθυμία μεγάλη. Του άρεσε η δουλειά, αλλά άρχισε και το παζάρι.

   "Κι εγώ τι κέρδος θα έχω; Πώς θα πληρωθώ;;".

   Η κάμπια, που νόμισε πως βρήκε δουλευτή του χεριού της, πήρε θάρρος και τον γέμισε υποσχέσεις. Τόσο πολλές που εκείνος τίποτα δεν πίστεψε.

 "Κανείς δεν φτώχυνε με ταξίματα" είπε, αφού πρώτα την άκουσε υπομονετικά. Την ήξερε πολύ καλά και ήθελε καθαρές κουβέντες. Ένα κι ένα κάνουν δυο. Θα μου πεις ακριβώς, εγώ τι παίρνω;". Και τότε εκείνη, για να μη χάσει και τα αυγά και τα καλάθια, αναγκάστηκε να τον βεβαιώσει  πως, όταν θα μεγάλωνε το αγριολάχανο, θα τον άφηνε να τραγανίσει  τις ρίζες.

   "Σύμφωνοι τότε. Εσύ τα φύλλα κι εγώ τις ρίζες" καταχάρηκε ο σκουλήκαρος και στα χείλη του έσκασε ένα αινιγματικό χαμόγελο. Έδωσαν τα χέρια, η συμφωνία έκλεισε και στρώθηκε αμέσως στη δουλειά.

   Ήταν ένας εργάτης άξιος και γερός. Τίμιος και φιλότιμος. Τρύπωσε μονομιάς κάτω από τη γη κι άρχισε να οργώνει το χώμα νύχτα και μέρα. Χωρίς ανάσα, χωρίς ξεκούραση, χωρίς παράπονο και χωρίς άλλη απαίτηση καμιά.

   Η κάμπια ήταν πολύ περήφανη για την ιδέα και την επιλογή της. Όλα γίνονταν όπως τα λογάριαζε. Το φυτό της μέρα τη μέρα θέριευε και φούσκωνε και γέμιζε χυμούς και νοστιμάδες.  Κι εκείνη  φούσκωνε. Από απληστία όμως κι αχορταγιά. Είχε θρονιαστεί  στο πιο δροσερό φυλλαράκι και μόνο κουμάντο έκανε και αυστηρές παρατηρήσεις.  Από το θησαυρό της δε, δεν άγγιζε ούτε μια ακρούλα. Κουτσοπερνούσε μες στη μιζέρια και τις στερήσεις  ρουφώντας σκέτη δροσιά. Είχε μείνει πετσί και κόκκαλο κι άλλο δεν έκανε απ' το να ονειρεύεται την ώρα και τη στιγμή που θ' άρχιζε το ροκάνισμα. Για να ξεγελάσει την πείνα της, όταν δεν άντεχε άλλο, σηκώνονταν, έτρεχε στη διπλανή τριανταφυλλιά, έκοβε μια βελόνα, φυλλαράκια και πέταλα κι έραβε τα προικιά της. Ολοκέντητα τραπεζομάντηλα μόνο και πετσέτες του φαγητού.

   "Δεν σώνει πια, κυρά-ξαδέρφη;" ρώτησε κάποτε ξεθεωμένο το σκουλήκι.

   "Λίγο ακόμα και κοντεύουμε". Η κάμπια δεν ήταν ακόμα ευχαριστημένη.

   Το αγριολάχανο συνέχιζε να ρουφά αχόρταγα δροσιά και φροντίδα. Μεγάλωνε και πρασινοβολούσε. Μια ομορφιά.

   "Κουράστηκα, ξαδέρφη". Το σκουλήκι είχε αποκάμει πια.

   "Υπομονή" έκανε εκείνη που δεν ήξερε τι θα πει κούραση.

   "Υπομονή… υπομονή… Δεν πάει άλλο …"

   "Τεμπέλης είσαι μου φαίνεται. Και να το ξέρεις… Θ' αποτύχεις στη ζωή σου"

   "Τεμπέλης εγώ;… Χωρίς εμένα δεν θα είχες τίποτα. Εγώ τεμπέλης κι εσύ αχάριστη. Μα... Πάει καλά, ας δώσω τόπο στην οργή. Λίγο ακόμα θα καρτερέψω κι ύστερα…" Χαμογέλασε πάλι αινιγματικά κάτω από τα μουστάκια του. "Έτσι κι αλλιώς στο χέρι σ' έχω…" συμπλήρωσε. Και δεν είπε ούτε μια λέξη παραπάνω παρότι η κάμπια γι' αυτό το τελευταίο τού ζήτησε επίμονα εξηγήσεις.



Η δουλειά καλά κρατούσε. Το φυτό όμως σταμάτησε να μεγαλώνει πια. Πέρασε λίγος καιρός χωρίς να παίρνει πόντο.  Ώσπου μια  όμορφη ηλιόλουστη μέρα στην κορφή του έσκασε ένα ολόδροσο μπουμπούκι. Η κάμπια πανικοβλήθηκε. Ήξερε πολύ καλά πως αυτό δεν ήταν καλό σημάδι.  Το αγριολάχανο είχε αρχίσει να τραχεύει και τα φύλλα του από δω και μπρος θα σκλήραιναν πολύ.

   "Σώνει πια" φώναξε στον ξάδερφο που όργωνε ακόμα. Έδεσε μια τριανταφυλλιά πετσέτα στο λαιμό της κι ακόνισε την όρεξή της. Ευτυχισμένη στιγμή. Άνοιξε το στόμα της και δάγκωσε με λαιμαργία. Με την πρώτη δαγκωνιά όμως -κρακ- κατέστρεψε ολόκληρη την πάνω σειρά από τα δοντάκια της.

   "Καλέ, τι είναι τούτο;" ξεφώνισε. "Ούτε τρώγεται, ούτε μασιέται..."

   "Εμένα πότε θα με ανταμείψεις;" Το σκουλήκι γύρευε τον κόπο του. Για τα δοντάκια της καρφί …

   "Δεν έκανες καλή δουλειά. Γιατί να σε πληρώσω; Κάνε λίγο κουράγιο ακόμα και θα δεις". Η κάμπια επέμενε ακόμα.

   "Κι άλλο κουράγιο; Δεν με βαστάνε πια τα πόδια μου…"

    "Υπερβολές… Σκάβε και μη μιλάς." Και ο ξάδερφός της που δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, πάλι κάτι μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. Φρόντισε όμως να μην ακούσει η κάμπια. Συνέχισε το όργωμα αλλά δίχως κέφι πια. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει. Τότε η κάμπια αποφάσισε ν' αφήσει προσωρινά τη βολή της και να βάλει κι αυτή ένα χεράκι να τελειώνουν.

  Έπεσαν και οι δυο με τα μούτρα στη δουλειά. Κουβαλούσαν σταγόνα σταγόνα τη δροσιά και ράντιζαν το χώμα. Ξεσκόνιζαν τα φύλλα, ξερίζωναν τα αγριόχορτα, έτριβαν τους μίσχους με βάλσαμο και τον κορμό με ροδόσταμο.  "Ίσως να τρυφερέψει"

   Η κάμπια είχε ελπίδες πολλές. Το σκουλήκι όμως τώρα πια είχε θυμώσει. Γύρευε συνέχεια τον κόπο του κι εκείνη του έδινε μόνο  υποσχέσεις. Λογάριαζαν όμως και οι δυο χωρίς το ίδιο το φυτό που δεν είχε καμία όρεξη για τρυφεράδες. Παρά τις φροντίδες και τα καλοπιάσματα, άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα. Σιγά σιγά τα φύλλα του πήραν ένα σκοτεινό πράσινο χρώμα και από όλο το σώμα του πετάχτηκαν ολόδροσοι μίσχοι φορτωμένοι με κατακίτρινα λουλούδια. Κάτι είχε αλλάξει πάλι. Και μάλλον ήταν για κακό.

  "Για να δούμε τώρα". Η κάμπια ανυπόμονη έδεσε αυτή τη φορά μια πράσινη πετσέτα στον λαιμό της. Με την πρώτη δαγκωνιά όμως -κρακ- έσπασε και τη δεύτερη σειρά από τα δοντάκια της.

   "Το αγριολάχανο μόνο για σπίτι μού κάνει πια" ξεφώνισε απελπισμένη

   "Εμένα να πληρώσεις και κάνε όπως θες". Το σκουλήκι είχε χάσει την υπομονή του.

   "Τι λες, καλέ που θες και πληρωμή από πάνω. Πάρε δρόμο να μη θυμώσω. Δεν φτάνει που μου έκανες τέτοια ζημιά." Του έριξε όλα τα φταιξίματα και του γύρισε περιφρονητικά την πλάτη.

   "Ώστε έτσι λοιπόν." Το σκουλήκι επαναστάτησε. "Τώρα θα σου δείξω εγώ. Στο χέρι σ' έχω. Θα πάρω την πληρωμή μοναχός μου". Στριφογύρισε με ορμή το σώμα του κι έκανε βουτιά στο αφράτο χώμα. Βρήκε τις ρίζες κι άρχισε να τις τραγανίζει με βουλιμία.

   Το αποτέλεσμα φάνηκε σχεδόν αμέσως. Σε λίγες μόνο μέρες το αγριολάχανο έριξε τα λαμπερά λουλούδια του. Οι μίσχοι μαράζωσαν, έλιωσαν. Τα βαθυπράσινα φύλλα του έγειραν κίτρινα και ζαρωμένα κι ο κορμός του καμπούριασε και προσκύνησε τη γη.

   Η κάμπια έκανε μια στερνή προσπάθεια. Βλέποντας πως τα έχανε όλα, άφησε τον εγωισμό και τις πονηριές της κατά μέρος. Έπεσε στα πόδια του ξαδέρφου της και με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλούσε να τη βοηθήσει.  Εκείνος όμως δεν  άκουγε τίποτα. Μάζεψε τα πράγματά του και ρίχνοντάς της ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση, πήρε τον δρόμο της επιστροφής για τον λαχανόκηπό του. Η κάμπια έχασε τότε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Έκλαψε, χτυπήθηκε, προσευχήθηκε, δήλωσε μετανιωμένη.

    Κανείς δεν την άκουγε όμως πια. Είχε μείνει ολομόναχη και το βιός της φαινόταν ότι ήταν χαμένο. Σε μια τελευταία προσπάθεια ανασκουμπώθηκε και συνέχισε τη δουλειά μοναχή της. Επειδή όμως δεν ήξερε πως είναι να δουλεύει κανείς, απόκαμε γρήγορα και στο τέλος έπεσε πάνω στο πιο πλατύ φύλλο σχεδόν αναίσθητη από την κούραση. "Τουλάχιστον θα έχω ένα σπίτι" παρηγορήθηκε. "Παλιό και μαραζωμένο, αλλά κάτι είναι κι αυτό. Θα το προσέχω, θα το μπαλώνω… και που ξέρεις, μπορεί να ζωντανέψει κάποτε".

    Ούτε κι αυτό όμως δεν είχε. Λίγο πριν νυχτώσει ένα  πεισματάρικο  αεράκι πήρε να φυσά. Από κείνα τα ανοιξιάτικα που έρχονται ξαφνικά δίχως να τα περιμένει κανένας… Από εκείνα που καμιά φορά βάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Σάρωσε στο διάβα του σκισμένα χαρτιά,  σκουπιδάκια, πεσμένα φύλλα και μαραμένα πέταλα. Σάρωσε την απλώστρα, το άδειο πιατάκι της γάτας, ένα καπέλο ξεχασμένο σ' ένα κλαδί, σκούπες, φαράσια και άδειους κουβάδες. Σάρωσε και τα φύλλα από ένα ανοιχτό βιβλίο με ιστορίες και παραμύθια για παιδιά. Σάρωσε ως και το μαραμένο αγριολάχανο και την κάμπια που ξαπόσταινε στο πιο πλατύ του φύλλο. Εκείνο το κακόμοιρο  αντιστάθηκε όσο μπορούσε . Κουνήθηκε μπρος πίσω πολλές φορές, μα στο τέλος δεν άντεξε. Έγειρε προς το χώμα πια και γέρνοντας πήρε την κάμπια κι όλες της τις πονηριές μαζί του...

ΝΙΤΣΑ ΚΙΑΣΣΟΥ 



Γεννήθηκα το 1962 στον Όρμο Μαραθοκάμπου της Σάμου και ζω πάντα εκεί. Εμφανίστηκα στον χώρο της λογοτεχνίας το 1990 μ' ένα θεατρικό έργο για παιδιά που τιμήθηκε με το Β' Κρατικό βραβείο. Στη συνέχεια βραβεύτηκα από τη ΓΛΣ για μια ποιητική συλλογή και δυο μυθιστορήματα. Συνεργάστηκα για πολλά χρόνια με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά. Συνεχίζω να γράφω παραμύθια για παιδιά και ιστορίες για μεγάλους. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ,  ΨΥΧΟΓΙΟΥ και ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ.

Ζωγραφιά: Αθηνά Πετούλη






Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Καραγκιόζης


Χόρεψε, φίλε ταπεινέ, κορμί από χαρτόνι
κι απ’ το λευκό σου το πανί, ελπίδα γίνε, προσμονή
και χαμογέλιου αμόνι.

Δέσε με, φίλε με κλωστή, λιανή και μεταξένια
σαν το σκοινί που σε κουνά κι ας σπρώχνει κύματα βουνά
της πείνας σου την έγνοια.

Σήκωσε, φίλε τον μπερντέ και δώσε μου το χέρι,
τ’ όνειρο είναι μια δρασκελιά κι είν’ η παράγκα σου φωλιά
το πιο φτωχό λημέρι.

Μη φεύγεις, φίλε μου σκιά και μη μετράς τα λάθη
κάν’ τη δική σου μοιρασιά, πόσο κοστίζει η ξεγνοιασιά
κανείς να μην το μάθει.

ΝΙΤΣΑ ΚΙΑΣΣΟΥ


Γεννήθηκα το 1962 στον Όρμο Μαραθοκάμπου της Σάμου και ζω πάντα εκεί. Εμφανίστηκα στον χώρο της λογοτεχνίας το 1990 μ’ ένα θεατρικό έργο για παιδιά που τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό βραβείο. Στη συνέχεια βραβεύτηκα επίσης από τη ΓΛΣ για μια ποιητική συλλογή και δυο μυθιστορήματα. Συνεργάστηκα για πολλά χρόνια με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά. Συνεχίζω να γράφω παραμύθια για παιδιά και ιστορίες για μεγάλους. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, ΨΥΧΟΓΙΟΥ και ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ.

Ζωγραφιά: Αθηνά Πετούλη




Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Η συναυλία των πουλιών



Πολύ τον αγαπούσε τον παππούλη του ο Τριλιλί, ο μικρούλης κότσυφας. Τον θαύμαζε για την καλοσύνη, τη σοφία και πιο πολύ για το γλυκό του το τραγούδι. Αρχινούσαν μαζί το κελάηδημα πρωί πρωί πριν ξεμυτίσει ο ήλιος και τέλειωναν βράδυ βράδυ, μόλις χανότανε πίσω από το βουνό. Ο παππούς περισσότερο και πολύ λίγο ο Τριλιλί, γιατί ακόμα δεν ήξερε πως κελαηδούνε.

   Είχανε φτιάξει τη φωλιά τους στη λεμονιά του περιβολιού ενός σπιτιού παραμυθένιου. Μα δεν ήταν μόνοι.  Σπουργίτια και χελιδονάκια ένα σωρό τρύπωναν στα κεραμίδια. Παραδίπλα και μια σταχτοσουσουράδα που είχε την κουρνιά της κρυφή και δεν ήθελε να έχει πάρε δώσε με κανέναν. Τιτίβιζαν όλοι μαζί χωρίς σταματημό. Μα μόλις έπεφτε το σούρουπο ησύχαζαν και περίμεναν ν’ ακούσουν το τραγούδι του γέρο κότσυφα. Κι ας ήτανε λυπητερό, κι ας τους έφερνε δάκρυα στα μάτια... Ήτανε βλέπεις τελείως τυφλός. Ένα φαρμακερό αγκάθι τον τραυμάτισε κάποτε και του στέρησε το φως για πάντα.

   Ο Τριλιλί πίστευε πως ο παππούς ήταν πολύ δυστυχισμένος. Ο ίδιος όμως δεν το παραδέχτηκε ποτέ. «Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι» φιλοσοφούσε. «Πάντα μου άρεσε να πετώ εδώ κι εκεί, να κρύβομαι στις φυλλωσιές,  να κυνηγώ τα σύννεφα, τις πεταλούδες, τις μέλισσες και τις χρυσόμυγες. Έτρεμα τον κίνδυνο και δεν κελαηδούσα για να μη γίνομαι στόχος. Από τότε που τυφλώθηκα, δεν φεύγω από τη φωλιά μου. Κουρνιάζω στο πιο ψηλό κλαδί και τραγουδώ  όσο θέλω. Μέσα σε τούτο το περιβολάκι ξέρω πως όλοι με αγαπούν. Δεν φοβάμαι τίποτα πια…»

   Ο Τριλιλί δεν μιλούσε. Κουνούσε μόνο το κεφάλι του, πετούσε μερικές φάλτσες τρίλιες και φρρρρτττ πηδούσε σκεφτικός στο διπλανό κλαδάκι.

   Ώσπου ήρθε η πρώτη άνοιξη της ζωής του. Και μια μέρα η ρεματιά γέμισε  πουλιά.

   «Είναι τα’ αποδημητικά» εξήγησε ο παππούς. «Αλλιώτικα από εμάς που ποτέ δεν φεύγουμε από τον τόπο μας. Αυτά ποτέ δεν μένουν σε ένα μέρος για όλο τον χρόνο. Έρχονται όταν φεύγει ο χειμώνας και μας αποχαιρετούν το φθινόπωρο».

   Ο Τριλιλί πέταξε από τη χαρά του που θα έκανε καινούργιους φίλους. Και χάρηκε ακόμα πιο πολύ όταν έμαθε πως όλα εκείνα τα πετούμενα σε λίγες μέρες θα δίνανε μια μεγάλη συναυλία στο ξέφωτο του δάσους. Για να γιορτάσουν την επάνοδο.

   Ανάμεσα στις προετοιμασίες ήταν και η διανομή των προσκλήσεων που την ανέλαβαν τ’ αγριοπερίστερα. Αφού τις έγραψαν με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα, τις τύλιξαν σε μικρά ρολά. Ύστερα πολύ προσεχτικά και για να μην έχει κανείς παράπονο, πήγαιναν κι άφηναν σε κάθε φωλιά από μια.

   «Κι ο παππούς μου είναι ένας πολύ καλός τραγουδιστής» είπε δειλά ο Τριλιλί στο περιστέρι την ώρα που του έδινε τη δική του πρόσκληση. «Θα μπορούσε να πάρει κι αυτός μέρος στη συναυλία...»

   Επειδή όμως εκείνο ούτε που τον είχε ακουστά, αναγκάστηκε να του εξηγήσει πως ήταν το μόνο τυφλό πουλί του δάσους. Πως γι αυτόν τον λόγο δεν έφευγε ποτέ από τη φωλιά του και πως ζούσε ολομόναχος κρυφά ακόμα κι από τον Θεό.

   Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα περισσότερο. Τα δακρυσμένα μάτια και το τρέμουλο της φωνής του τα έλεγαν όλα. Ο φτερωτός ταχυδρόμος συγκινήθηκε. Και η πρόσκληση για τον γέρο τραγουδιστή ετοιμάστηκε ώσπου να πεις πιπέρι.

   Ο γέρο κότσυφας χάρηκε πάρα πολύ. «Μεγάλη μου τιμή» ψέλλισε ευτυχισμένος. «Θα τα καταφέρω όμως; Τι λες κι εσύ μικρούλη μου;» Ο Τριλιλί τότε πείσμωσε κι άρχισε να του δίνει κουράγιο κάθε ώρα.

  Η μεγάλη μέρα έφτασε. Τα πουλιά ξύπνησαν πριν ακόμα χαράξει. Δοκίμαζαν τα λαρύγγια τους. Μαλάκωναν τις φωνές τους με δροσοσταλιές και ροδομέλι. Χτένιζαν με το ράμφος τις φτερούγες τους και συγκρατούσαν τα κελαηδίσματα για να μην κουράσουν άσκοπα τη φωνή τους. Ο Τριλιλί πήρε το μπάνιο του σ’ ένα γουβωτό φύλλο φραγκοσυκιάς κι έτσι φρεσκολουσμένος πέταξε ως τη φωλιά και ράντισε τον παππού με δροσερό νεράκι. Ήταν έτοιμοι πια και οι δυο...

   Η έναρξη της γιορτής κηρύχτηκε μόλις έσκασε μύτη η πρώτη ηλιαχτίδα. Το ξέφωτο γέμισε πουλιά. Όμως ούτε και τα ζώα έλειψαν από τη συναυλία. Με τόση διαφήμιση δεν είχε μείνει ούτε ένα πλάσμα στο δάσος που να μην το μάθει. Ήρθε λοιπόν η αλεπού με την καινούργια της γούνα. Σε λίγο και ο ασβός περιποιημένος και μοσχομυριστός. Ξοπίσω κι άλλα ζώα. Η λαγίνα με τη φαμελιά της, το τσακάλι, ο τυφλοπόντικας, μια κολοβή νυφίτσα, ένας φαφούτης σκίουρος. Ως και η αγριόγατα με τα τρία πόδια και το κουτσουρεμένο αυτί... Βρήκαν από μια αναπαυτική θέση και κάθισαν ήσυχα ήσυχα ν’ απολαύσουν το τραγούδι.

   Μόλις δόθηκε το σύνθημα, σιωπή απλώθηκε παντού. Ένα ένα τα πουλιά, με την παρτιτούρα στο δεξί, ανέβαιναν στην εξέδρα και τραγουδούσαν. Και τι δεν ακούστηκε. Τραγούδια παλιά και καινούργια. Άλλα του τόπου και άλλα από χώρες μακρινές. Τραγούδια αστεία και σοβαρά. Κάθε λογής και σε κάθε τόνο. Το κοινό χειροκροτούσε ενθουσιασμένο.

   Ο γερο κότσυφας ήταν ο τελευταίος στη λίστα. Βρήκε τη θέση του στα τυφλά, ψαχουλευτά σχεδόν, κι άρχισε το λυπητερό του τραγούδι. Η καρδιά του Τριλιλί σφίχτηκε από την αγωνία.

   Με τις πρώτες νότες στο ακροατήριο απλώθηκε ένας εκνευριστικός ψίθυρος. Η διάθεσή τους χάλασε μονομιάς. «Δεν ήρθαμε εδώ για να μελαγχολήσουμε» διαμαρτυρήθηκαν κάποιοι κι άρχισαν σιγά σιγά να σηκώνονται και να φεύγουν. Πρώτη και καλύτερη η αλεπού, ξοπίσω ο ασβός, μετά το τσακάλι και ο τυφλοπόντικας και τελευταία η λαγίνα με τα πολλά κουτσούβελα. Ύστερα άλλοι κι άλλοι. Ακόμα και πολλά από τα πουλιά που ήταν καλεσμένα. Τι βαρεμάρα...

   Ο Τριλιλί βούρκωσε. «Καθίστε ν’ ακούσετε και παρακάτω» παρακαλούσε. «Μη φεύγετε σας παρακαλώ. Το τραγούδι του παππού είναι πολύ όμορφο...».

   Κανένας όμως δεν του έδωσε σημασία. Στο τέλος στο ακροατήριο είχε μείνει ο αγριόγατος με τα τρία πόδια, η κολοβή νυφίτσα κι ο φαφούτης σκίουρος. Κι από τα πουλιά η σταχτοσουσουράδα, ένας γλάρος με σπασμένη φτερούγα, ένας βραχνός κοκκινολαίμης κι ένα χελιδόνι με μισή ουρά. Ο μικρούλης κότσυφας ήταν τόσο λυπημένος που σκέφτηκε πως ο παππούς του ήταν πολύ τυχερός που δεν είχε πια τα μάτια του να βλέπει.

   Κι αληθινά χαμπάρι δεν φαινόταν πως είχε πάρει εκείνος απ’ όσα είχαν συμβεί. Συνέχιζε το τραγούδι του ατάραχος με το κεφάλι στραμμένο προς τον ήλιο. Ήταν ευτυχισμένος, μα ο Τριλιλί ήξερε πως η ευτυχία του δεν θα κρατούσε πολύ. Κάποια στιγμή θα καταλάβαινε...

   Αυτή η στιγμή ωστόσο δεν ήρθε ποτέ. Μόλις τέλειωσε, ανέβηκαν  στην εξέδρα τα  πουλιά που ως τώρα δεν είχαν τραγουδήσει. Ο γλάρος, ο κοκκινολαίμης, το χελιδόνι... Τα τραγούδια τους μιλούσαν για τη ζωή, για τον ήλιο, τα σύννεφα, τις φυλλωσιές. Μιλούσαν και για τα παθήματα και όλες τις αναποδιές τους. Ήταν ωστόσο γεμάτα αγάπη, κατανόηση και σεβασμό. Ήταν όμορφα κι ας έβγαζαν θλίψη και παράπονο... Τελευταία τραγούδησε η σταχτοσουσουράδα που στο σώμα της δεν είχε το παραμικρό κουσούρι. Εκείνη διηγήθηκε το φόβο. Την τανάλια δηλαδή που της έσφιγγε την καρδιά και την έκανε να μην εμπιστεύεται κανέναν. Τι καλή που ήταν τελικά και πόσο την είχαν παρεξηγήσει...

   Ο Τριλιλί τούς άκουσε όλους πολύ προσεχτικά κι έμεινε σκεφτικός για ώρα πολλή. Μόλις είχε ανακαλύψει μια σπουδαία αλήθεια. Κατάλαβε πως θα πρέπει να είναι πολύ όμορφη η ζωή για  να την επιθυμεί κανείς και να την λατρεύει. Ακόμα και μέσα στον πόνο του. Ακόμα και με τα τόσα προβλήματά του.

  Η συναυλία συνεχίστηκε με πολλά τραγούδια και πολλούς τραγουδιστές. Γιατί τα πουλιά που ‘φυγαν, ξαναγύρισαν. Και τα ζώα το ίδιο. Ντροπιασμένα για το φέρσιμό τους και με την ουρά στα σκέλια. Όλοι τους έστηναν αυτί ν’ ακούσουν. Μάθαιναν την ατυχία των άλλων, συμπονούσαν κι ευχαριστούσαν τον Θεό που ήταν γερά. Θα μπορούσαν  άνετα να είναι εκείνα στη θέση τους....

   ...Και το βραβείο στο τέλος δόθηκε -που αλλού; -στον παππούλη του Τριλιλί.

   Από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν για τον γέρο κότσυφα. Όλοι τον αποζητούσαν και γύρευαν το τραγούδι του. Κι εκείνος για να είναι πιο κοντά τους, φώλιασε σ’ ένα χαμηλότερο κλαδί. Όσο για τη σταχτοσουσουράδα χμ... αυτή δεν άλλαξε συνήθειες.  Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει εντελώς από τους φόβους της και σε κανέναν δεν μαρτύρησε ποτέ την κουρνιά της. Έγινε όμως πιο καταδεκτική, γιατί κατάλαβε πως οι φίλοι της την δέχονταν όπως ήταν. Κανείς δεν την αντιπαθούσε πια και κανείς δεν την έλεγε ψηλομύτα. Ζήσανε λοιπόν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα... Όσο για τον μικρούλη το φίλο μας... Αυτός μεγάλωσε ώσπου να πεις πιπέρι. Έγινε  ένας όμορφος μελαχρινός κότσυφας με μύτη κατακίτρινη σαν κεχριμπάρι. Με καρδιά χρυσή γεμάτη τρυφερότητα και συμπόνια. Ο καλύτερος τραγουδιστής του περιβολιού, να μη σας πω και  ολόκληρου του δάσους...

ΝΙΤΣΑ ΚΙΑΣΣΟΥ


Γεννήθηκα το 1962 στον Όρμο Μαραθοκάμπου της Σάμου και ζω πάντα εκεί. Εμφανίστηκα στον χώρο της λογοτεχνίας το 1990 μ’ ένα θεατρικό έργο για παιδιά που τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό βραβείο. Στη συνέχεια βραβεύτηκα επίσης από τη ΓΛΣ για μια ποιητική συλλογή και δυο μυθιστορήματα. Συνεργάστηκα για πολλά χρόνια με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά. Συνεχίζω να γράφω παραμύθια για παιδιά και ιστορίες για μεγάλους. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, ΨΥΧΟΓΙΟΥ και ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ.

Ζωγραφιά: Αθηνά Πετούλη