Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παύλος Νιρβάνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παύλος Νιρβάνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Το μοιρασμένο φλουρί



Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας, που μου ‘πεσε -ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο.
Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!
Ο πατέρας μου όρθιος, μπροστά στο αγιοβασιλίτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.
-Ξεχάσαμε, είπε, το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερα απ’ τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός.
Κατέβασε το μαχαίρι.
-Του φτωχού, ονομάτισε.
Έπειτα ερχότανε το δικό μου το κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος απ’ τα παιδιά.
Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντηλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον κι ο πατέρας όλους μας.
-Ποιανού είναι τώρα το φλουρί; είπε η μητέρα μου. Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου.
Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε.
-Ούτε του ζητιάνου είναι, είπε ο πατέρας μου, ούτε του Πέτρου. Το σωστό-σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου.
-Και τι θα γίνει τώρα; ρώτησε στεναχωρημένη η μητέρα μου.
-Τι θα γίνει;… συλλογιζόμαστε κι εμείς.
-Μην πονοκεφαλάτε… είπε ο πατέρας.
Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες -το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα- και τις ακούμπησε στο τραπέζι.
-Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου.
Και μου την έδωκε.
-Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;
Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα μάλιστα πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο, με διασκέδαζε πολύ.
-Θα του τη δώσω εγώ με το χέρι μου, είπα.
Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: ο σύντροφος του ζητιάνου. Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:
-Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί.
Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου ‘λεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτασε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος, με κάτασπρη γενειάδα, γυρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές, τρέμοντας από το κρύο.
-Πάρε, παππού, του είπα.
Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει φαίνεται παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του, τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα.
-Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου; με ρώτησε. Διάρα γυαλισμένη;
-Μισή λίρα είναι, παππού, του είπα. Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι.
Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει.
-Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονείς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουνε στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι.
Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε:
-Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένος. Την ευχή μου να ‘χεις.
Μου ‘δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό, τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε με το ραβδί του τη σκάλα.
Έτσι τελείωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα, από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό, συλλογίζομαι: τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Κάθε βδομάδα η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα η Βάσω Ποουτίδου.


Ονομάζομαι Βάσω Ποουτίδου, γεννήθηκα το 1993 και κατάγομαι από Κύπρο. 

Το 2015 ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο Τμήμα Πολυμέσων και Γραφικών Τεχνών στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕ.ΠΑ.Κ.) και στη συνέχεια, το 2016 ολοκλήρωσα το Μεταπτυχιακό μου με τίτλο Master of Art in Design στον ΑΚΤΟ στην Αθήνα, με κατεύθυνση Κόμικ και Εικονογράφηση. Τα τελευταία 2 χρόνια ζω στην Αθήνα και εργάζομαι ως εικονογράφος σε παιδικά βιβλία. Ασχολούμαι επίσης με τη συγγραφή παιδικών βιβλίων, με κόμικ και με τη ζωγραφική.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Η Φάτνη



Καμιά χρονιά η μικρή φάτνη, που είχαν ετοιμάσει, με τα ίδια τους τα χεράκια, τα παιδιά, για να πουν μπροστά της την παραμονή των Χριστουγέννων, το ωραίο τραγουδάκι, που τους είχε μάθει η δασκάλα τους, δεν είχαν πετύχει σαν τούτη τη χρονιά. Σωστή φάτνη! Τα παιδάκια είχαν μαζευτεί τριγύρω της και την καμάρωναν.

Τίποτε δεν της έλειπε. Τα χοντρά ζωγραφισμένα χαρτόνια την έκλειναν ολόγυρα, σαν αληθινοί τοίχοι από πλίθες. Η σκεπή της, με το ανάριο βαμπάκι, που είχαν σκορπίσει απάνω της, φάνταζε σα χιονισμένη. Και μέσα της έβλεπε κανείς στο βάθος το παχνί των αγελάδων. Και δεν έλειπαν ούτε οι αγελάδες. Από τα παιχνίδια τους είχανε βγάλει τα παιδιά τρεις μικρές ωραίες αγελάδες, σκαλισμένες απάνω σε άσπρο ξύλο, και τις είχαν στήσει μπροστά στο παχνί. Και καθώς είχαν σκυμμένα τα κεφάλια τους, τα ωραία ζώα, απάνω στις τούφες του σανού, έλεγες πως βοσκούσαν, σα να ήταν ζωντανά. Το πάτωμα ήτανε στρωμένο παντού με σκόρπια άχυρα, που φάνταζαν, από μακριά, σα χρυσό, χνουδωτό χαλί. Κι απάνω στο παχύ αυτό χαλί είχαν ξαπλώσει τα παιδιά δυό ασπρόμαλλα προβατάκια, από πορσελάνα, που τα είχαν βρει κι αυτά στα παιχνίδια τους και, σε κάποια κόχη, κοντά στην πόρτα, ένα κουλουριασμένο μαντρόσκυλο, που έλεγες, πως ήταν αληθινό και λαγοκοιμόταν στη γωνιά του, για να φυλάει τους βοσκούς και τα ζωντανά.

Καταμεσής της φάτνης είχανε στήσει την κούνια του μικρού Χριστού. Αυτή την είχε φτιάσει η μεγαλύτερη αδερφούλα τους, με μεταξωτά και με νταντέλλες και ήτανε αληθινή κούνια για βασιλόπουλο. Δεν της έλειπαν ούτε η κουνουπιέρα, από κάτασπρο, χιονάτο τούλι. Μέσα στην κούνια κοιμότανε ο μικρός Χριστούλης, ένα ωραίο, ξανθό κουκλάκι, από πορσελάνα, ολόγυμνο. Κι απάνω του έσκυβε ένα προβατάκι, που είχαν στήσει δίπλα στην κούνια, σα να παράστεκε στον ύπνο του μικρού.

-Παιδιά, ώρα να κοιμηθείτε -τα φώναξε η μητέρα τους-  για νάχετε αύριο όρεξη να πείτε το τραγουδάκι σας του μικρού Χριστού. Ελάτε.

Μα τα παιδιά είχαν ξεχάσει κάτι.

-Καλέ, παιδιά -φώναξε η μικρότερη αδερφή- ξεχάσαμε να βάλουμε τους αγγέλους απάνω στη στέγη της φάτνης. Και πώς θα γεννηθεί ο Χριστούλης, χωρίς τους αγγέλους;

-Μονάχα τους αγγέλους; της είπε ένα αδερφάκι της. Και το άστρο των μάγων; Πώς θα βρουν οι μάγοι, χωρίς το άστρο, τη φάτνη, για να φέρουν τα δώρα τους στο Χριστούλη; Θα χαθούνε μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Έτρεξαν αμέσως τα παιδιά, έψαξαν στα παιχνίδια τους και, σε λίγο, έφεραν δυό ωραίους αγγέλους με κάτασπρες φτερούγες, από χαρτόνι κι ένα μεγάλο άστρο από χρυσόχαρτο. Έστησαν τους αγγέλους απάνω στα χιόνια της στέγης, κάρφωσαν το χρυσό άστρο στην πόρτα της φάτνης -όλα πια ήσαν έτοιμα-  και πήγανε να πλαγιάσουν.

Όλοι είχαν κοιμηθεί στο ευτυχισμένο σπίτι.

Η μικρούλα, όμως, που είχε στήσει τους αγγέλους, με τις κάτασπρες φτερούγες, απάνω στη στέγη της φάτνης, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν της κολλούσε ύπνος. Σηκώθηκε κρυφά από το κρεβατάκι της και πήγε, αλαφροπατώντας στις μύτες των ποδιών της, να ξανακαμαρώσει μια φορά ακόμα, την ωραία φάτνη. Τι ήταν αυτό που είδε; Θεέ μου! Έτρεξε και ξύπνησε τα αδερφάκια της.

-Ελάτε να ιδήτε…

Έτρεξαν όλα μαζί.

Μέσα στη σκοτεινή κάμαρη, η μικρή φάτνη ήτανε φωτισμένη μ’  ένα γαλάζιο φως και μέσα στην κούνια, ο μικρός Χριστούλης -το κουκλάκι-  κουνούσε τα δυό του χειλάκια, σα να είχε ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από τον ύπνο, και χαμογελούσε στα παιδάκια.

Τα παιδιά, που είχαν δει το θαύμα, άφηκαν μια φωνή τρομαγμένης χαράς, που σήκωσε όλο το σπίτι στο πόδι.

-Τι είναι, καλέ! Τι τρέχει;

Πρώτη έφτασε, αλαλιασμένη, με τα νυχτικά της, η μητέρα, ύστερα ο πατέρας, ύστερα τα μεγαλύτερα αδέρφια, ύστερα οι υπηρέτριες. Όλο το σπίτι βρέθηκε γύρω από τα σαστισμένα παιδιά.

-Τι είναι, καλέ; Τι πάθατε;

Τα παιδάκια έδειχναν, με το δάχτυλο, τρομαγμένα, τη φωτισμένη φάτνη και το μικρό Χριστό, που κουνούσε τα χεράκια του και χαμογελούσε. Μα οι μεγάλοι δεν έβλεπαν τίποτε. Κανείς δεν έβλεπε τίποτε.

-Πηγαίνετε γρήγορα στα κρεβάτια σας, παλιόπαιδα… τους είπε η μητέρα τους. Στο όνειρό σας θα τα είδατε αυτά που λέτε.

Μα τα παιδιά δεν τα είχαν ιδεί στο όνειρό τους αυτά, που έλεγαν. Έβλεπαν ακόμα τη φάτνη λουσμένη μέσα σ’  ένα γαλάζιο φως και το μικρό Χριστούλη, που κουνούσε τα χεράκια του και τους χαμογελούσε.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Γλυκερία Παυλίδου.


Η Γλυκερία Παυλίδου γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1969. Μεγάλωσε και έζησε στη Θεσσαλονίκη. Έζησε 13 χρόνια στη Γερμανία από όπου πήρε τις βάσεις και τις κατευθύνσεις σε ό,τι αφορά τις δημιουργίες της.

Σπούδασε Δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη και Ελληνικό Πολιτισμό και Ιστορία στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Πατρών. Μιλά γερμανικά και αγγλικά.

Έχει παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής και αγιογραφίας, μαθήματα κοσμήματος και μαθήματα fussing.

AΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

         1998 ατομική έκθεση μπατίκ και ζωγραφικής σε μετάξι στην αίθουσα του Δήμου Κοζάνης.
         2006 συμμετοχή στην 3η Κλαδική Έκθεση «Τοπικά προϊόντα και Είδη Λαϊκής Τέχνης», Νομού Κοζάνης.
         2009 συμμετοχή στην 6η Κ Κλαδική Έκθεση «Τοπικά προϊόντα και Είδη Λαϊκής Τέχνης», Νομού Κοζάνης.
         2016 Συμμετοχή στην Μπιενάλε Σαντορίνης με θέμα «Alice’s Adventures in wonderland», με έργο από χαρτί, που κέρδισε το 3ο βραβείο.

ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

         2007 συμμετοχή στην ετήσια έκθεση του Δήμου Κοζάνης «Εικαστική Άνοιξη».
         2009 συμμετοχή στην ετήσια έκθεση του Δήμου Κοζάνης «Εικαστική Άνοιξη».
         2010 συμμετοχή στην ετήσια έκθεση του Δήμου Κοζάνης «Εικαστική Άνοιξη».
         2015 συμμετοχή σε έκθεση καλλιτεχνών στο Παλαιοντολογικό Μουσείο Πτολεμαΐδας.
2015 συμμετοχή στην έκθεση “Έπεα Πτερέοντα» με χορηγό την ΑΡΣΙΣ Νομού Κοζάνης



 
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Οι τρεις αδελφές



Τα παλιά τα χρόνια σ’ έναν πύργο σε τρία χρόνια μέσα, γεννήθηκαν τρία κορίτσια. Και, σε κάθε γέννα της αρχόντισσας, οι τρεις Μοίρες έφταναν, από το δρόμο της νύχτας, στο ευτυχισμένο αρχοντικό και μοίραναν τα νεογέννητα βλαστάρια.

Στο πρώτο είχανε χαρίσει την ομορφιά.

Στο δεύτερο είχανε χαρίσει την εξυπνάδα.

Στο τρίτο είχανε χαρίσει την καλοσύνη.

Ο άρχοντας κι η αρχόντισσα καμάρωναν αχόρταγα τα τρία τους βλαστάρια, έτσι πλούσια προικισμένα και τα τρία από τις Μοίρες. Και με τον καιρό τα τρία μοσκαναθρεμμένα έγιναν τρεις κοπέλες, σαν τα κρύα τα νερά.

Της πρώτης έλαμψε η ομορφιά σαν τον ήλιο.

Της δεύτερης άστραφτε η εξυπνάδα σαν την αστραπή μες στα σκοτάδια.

Της τρίτης μοσκοβολούσε η καλοσύνη, σαν τα ρόδα και τα κρίνα.

Όταν ήρθε η ώρα τους να παντρευτούνε, ο άρχοντας ο πατέρας τους κάλεσε στον πύργο του τρία αρχοντόπουλα από τους τόπους που εξουσίαζε, και τα τρία από ξακουστές γενιές. Τα κάλεσε να τα φιλέψει στο αρχοντικό του. Κι όποια από τις τρεις κοπέλες άρεσε στον καθένα, να του τη δώσει με την ευχή του και να τον κάνει παιδί του.

Τρεις μήνες καθίσανε τα τρία αρχοντόπουλα στον πύργο του μεγάλου άρχοντα, με τις τρεις κοπέλες. Τρεις μήνες είδε γιορτές και πανηγύρια ο παλιός πύργος. Τρεις μήνες για να γίνουν οι γνωριμίες και να διαλέξει το κάθε αρχοντόπουλο τη δική του. Όταν σώθηκαν οι τρεις μήνες, ο άρχοντας κάλεσε το πρώτο αρχοντόπουλο, χώρια από τα άλλα, και του είπε:

-Θέλημά  μου είναι να σε κάνω παιδί μου. Βάλε το χέρι στην καρδιά σου και πες μου, ποια από τις τρεις μου κοπέλες θέλεις να σου δώσω.

Το αρχοντόπουλο του αποκρίθηκε:

-Εγώ, άρχοντά μου, διαλέγω την πρώτη. Μα θα ήθελα να ‘χει και την εξυπνάδα της δεύτερης και την καλοσύνη της τρίτης. Τι να την κάνω την ομορφιά, δίχως εξυπνάδα και δίχως καλοσύνη;

Ο άρχοντας κάλεσε τότε το δεύτερο αρχοντόπουλο.

-Εσύ, αρχοντόπουλό μου, ποια διαλέγεις από τις τρεις μου κοπέλες; Πες μου να σου τη δώσω, να σε κάνω παιδί μου.

Το αρχοντόπουλο αποκρίθηκε:

-Εγώ, άρχοντά μου, διαλέγω τη δεύτερη. Μα θα ήθελα να ‘χει και την ομορφιά της πρώτης και την καλοσύνη της τρίτης. Τι να την κάνω την εξυπνάδα δίχως ομορφιά και δίχως καλοσύνη;

Ο άρχοντας κάλεσε το τρίτο αρχοντόπουλο.

-Εσύ, αρχοντόπουλό μου, ποια διαλέγεις από τις τρεις μου κοπέλες: Πες μου κι είναι δική σου. Χαρά μου είναι να σε κάνω παιδί μου.

-Δεν ξέρω, άρχοντά μου, ποιες διαλέξανε τα άλλα αρχοντόπουλα. Εγώ διαλέγω την Τρίτη. Μα θα ήθελα να’ χει και την εξυπνάδα της δεύτερης και την ομορφιά της πρώτης. Τι να την κάνω την καλοσύνη δίχως ομορφιά και δίχως εξυπνάδα;

Τα τρία αρχοντόπουλα φύγανε και γυρίσανε στα μέρη τους. Ο άρχοντας στεναχωρημένος, φώναξε την αρχόντισσά του και της είπε τα θλιβερά μαντάτα.

-Άδικα πασχίζουμε, αρχόντισσα, να παντρέψουμε τις κοπέλες μας. Γαμπρός δε βρίσκεται γι’  αυτές. Γιατί ούτε οι τρεις μπορούν να γίνουν μία, μες τις χάρες των τριών, ούτε είναι βολετό να τις δώσουμε και τις τρεις σε έναν. Ας όψεσαι, που μου ‘κανες τρεις, με μοιρασμένες χάρες και δε μου ‘κανες μία με τις χάρες μαζεμένες. Γραφτό είναι να γεράσουν ανύπαντρες οι τρεις άμοιρες κοπέλες μέσα σ’  αυτόν τον πύργο.

Και κλάψανε κι οι δύο. Και πάλι παρηγορούσε ο ένας τον άλλον:

-Πού ξέρεις: Ο Θεός είναι μεγάλος. Αν είναι το θέλημά του θα βρεθεί γαμπρός.

Κάποια παλιά χαρτιά, που βρέθηκαν ύστερ’ από χρόνια, στα χαλάσματα του παλιού πύργου, ανιστορούνε πως ο γαμπρός, που περίμεναν ο άρχοντας και η αρχόντισσα για τις τρεις τους θυγατέρες, ήρθε μια νύχτα, καβαλάρης σ’ ένα μαύρο άτι. Και την ίδια νύχτα παντρεύτηκαν και οι τρεις. Ο ξωτικός γαμπρός, στεφανώθηκε, τη νύχτα εκείνη, με τα ίδια στέφανα, την Ομορφιά, την Εξυπνάδα και την Καλοσύνη. Και τις πήρε στο βασίλειό του.

Αυτό ανιστορούνε τα παλιά χαρτιά, που βρέθηκαν στα έρημα χαλάσματα, για τις τρεις αδελφάδες, με τα τρία ξέχωρα χαρίσματα των Μοιρών, που γεννήθηκαν, σε τρία χρόνια, στον ξακουστό Φράγκικο πύργο του Μοριά.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Νικολέτα Παπαδάκη.


Ονομάζομαι Νικολέτα Παπαδάκη  και γεννήθηκα το 1988 στο Ηράκλειο  της Κρήτης, όπου και διαμένω μέχρι σήμερα. Σπούδασα στο παιδαγωγικό τμήμα προσχολικής εκπαίδευσης στο Ρέθυμνο, όπου και αποφοίτησα με άριστα το έτος 2010.

Αυτό το διάστημα ολοκληρώνω τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στο Πανεπιστήμιου του Ρέθυμνου, στο παιδαγωγικό τμήμα προσχολικής εκπαίδευσης με τίτλο «Εναλλακτικές ψυχοπαιδαγωγικές Προσεγγίσεις» με ειδίκευση στην ψυχολογία. 

Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική συνέπεσε με μία αντίστοιχη ειδίκευση μου. Ειδικότερα στην διπλωματική ασχολούμαι με αφηγηματικές και εικαστικές αναλύσεις παιδικών αναγνωσμάτων και πώς αυτά επηρεάζουν την πρόσληψη του παιδιού. Αυτό στάθηκε αφορμή να εντρυφήσω λίγο περισσότερο  στον κόσμο της εικονογράφησης και να δημιουργήσω τις πρώτες εικονογραφήσεις μου έχοντας ως βάση κείμενα. 

Πέρα όμως από αυτό ήδη από πολύ μικρή ηλικία μόλις 6 ετών και έχοντας έμφυτο ταλέντο στην ζωγραφική ξεκίνησα να κάνω τις πρώτες μου φιγούρες, μικρόβιο που δεν σταμάτησε ποτέ.
Αντίστοιχα, εργασιακά δραστηριοποιούμαι πάνω σε ψυχοπαιδαγωγικά προγράμματα (βοηθητικό προσωπικό) σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Ασχολούμαι ερασιτεχνικά μέχρι σήμερα με την  εικονογράφηση: Φέτος (2017) έχω πραγματοποιήσει την πρώτη μου εικονογράφηση σε ένα παιδικό βιβλίο που πρόκειται να δημοσιευτεί.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: