Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

ΤΖΕΗΝ ΕΫΡ-Σαρλότ Μπροντέ



«Είσαι άνθρωπος πειθήνιος, επιμελής, ανιδιοτελής,
πιστός, σταθερός και θαρραλέος, Τζέην.
Είσαι φύση ευγενική και ηρωική συνάμα.
Έχε εμπιστοσύνη στον εαυτό σου».
Σ.ΜΠ.

Ένα ορφανό κορίτσι μεγαλώνει στο πλούσιο αρχοντικό της κυρίας Ρηντ. Ο σύζυγός της, θείος του κοριτσιού, έχει ζητήσει από τη γυναίκα του πριν πεθάνει να το μεγαλώσει με τον καλύτερο τρόπο μαζί με τα δικά τους παιδιά: την Ελίζα, τον Τζων και την Τζωρτζιάνα.

Παρά την υπόσχεση που έχει δώσει, η «θεία Ρηντ» μεταχειρίζεται τη μικρή με αδιαφορία και σκληρότητα. Απαγορεύει στα παιδιά της να έχουν επαφές μαζί της, ενώ ο γιος της την κακομεταχειρίζεται με τον χειρότερο τρόπο.

«Ο Τζων δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τη μητέρα του και τις αδελφές του, ενώ έτρεφε ιδιαίτερη αντιπάθεια απέναντι σ’ εμένα. Με φοβέριζε και με τιμωρούσε, όχι δύο η τρεις φορές τη βδομάδα, ούτε μία ή δύο φορές την ημέρα, αλλά συνέχεια. Κάθε μου κύτταρο τον έτρεμε και κάθε μόριο σάρκας πάνω στα κόκαλά μου ζάρωνε όταν με πλησίαζε. Μερικές φορές τα έχανα εντελώς από τον τρόμο που μου ενέπνεε, αφού ήμουν εντελώς απροστάτευτη απέναντι στις απειλές του και στην πραγματοποίησή τους: οι υπηρέτες δεν ήθελαν να προσβάλλουν το νεαρό αφεντικό τους παίρνοντας το μέρος μου εναντίον του, ενώ η Κα Ρηντ έκανε την κουφή και την τυφλή σ’ αυτό το θέμα. Ποτέ δεν τον είχε δει να με χτυπάει και ποτέ δεν τον είχε ακούσει να μου μιλάει άσχημα, παρόλο που συχνά τα έκανε και τα δύο εμπρός της· συχνότερα, ωστόσο, πίσω από την πλάτη της».

Μετά από μία έντονη σκηνή με τον ξάδελφό της, την τιμωρούν απομονώνοντάς της σε ένα τρομακτικό δωμάτιο χωρίς φως. Ο ισχυρός νευρικός κλονισμός που θα υποστεί το παιδί, το αίσθημα της αδικίας που το πνίγει, θα το μετατρέψουν από ένα φοβισμένο πλάσμα σε επιθετικό και ατρόμητο.

«Είχα ποδοπατηθεί άγρια και όφειλα ν’ ανταποδώσω».

Έτσι σύντομα θα βρεθεί εσώκλειστο σε ένα φιλανθρωπικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, το Λόγουντ, απ’ όπου δεν λείπουν η κακομεταχείριση, η αδικία, η ανισότητα, οι αναποδιές και οι κακές στιγμές.

Παρόλ’ αυτά, η μικρή θα γνωρίσει εκεί ανθρώπους με τους οποίους θα συνδεθεί φιλικά, θα τους αγαπήσει και θα νιώσει για πρώτη φορά τη θαλπωρή (Έλεν Μπερνς, Δις Τεμπλ). Θα γίνουν για εκείνην πρότυπα και θα ακολουθεί τις σοφές συμβουλές τους σε όλη της τη ζωή.

Από τα δέκα ως τα δεκαοχτώ της θα ζήσει στο Λόγουντ, «έξι ως μαθήτρια και δύο ως δασκάλα». Ως τη στιγμή που θα αναζητήσει την αλλαγή και θα βάλει αγγελία σε μία εφημερίδα, διεκδικώντας μία θέση «οικιακής δασκάλας σε οικογένεια».

Από δω και πέρα η ζωή της, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, θα αλλάξει ριζικά.

Η αφήγηση θα συνεχιστεί σε πρώτο πρόσωπο και η προσωπικότητα της Τζέην Έυρ θα ξετυλίγεται σταδιακά και θα την κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και πιο αγαπητή στον αναγνώστη.

Στα δεκαοχτώ της, λοιπόν, θα βρεθεί για πρώτη φορά σε μία άλλη περιοχή, σε ένα σπίτι διαφορετικό: στο Θόρνβηλντ. Μία κοπέλα όχι και τόσο όμορφη, όπως η ίδια περιγράφει. «Μερικές φορές στεναχωριόμουν που δεν ήμουν περισσότερο όμορφη· ευχόμουνα να είχα ρόδινα μάγουλα, ίσια μύτη και μικρά κερασένια χείλια· ποθούσα να είχα ψηλό, αρχοντικό παράστημα και χαριτωμένες γραμμές. Το θεωρούσα δυστύχημα που ήμουν τόσο μικροκαμωμένη και ωχρή και που είχα τόσο ακανόνιστα και έντονα χαρακτηριστικά». Αλλά ευγενική και καλλιεργημένη, με πειθαρχία και σοβαρότητα.

Στο Θορνβηλντ Χωλ θα γίνει η παιδαγωγός ενός οχτάχρονου κοριτσιού από τη Γαλλία, της Αντέλ.

Ένα τρομακτικό γέλιο, όμως, που συχνά-πυκνά ακούγεται από τους πάνω ορόφους, αλλά και μια σειρά από σοβαρά γεγονότα (απόπειρες εμπρησμού και νυχτερινές επιθέσεις από μία άγνωστη γυναίκα), θα ταράξουν τη γαλήνη και την ήρεμη ευτυχία της κοπέλας και θα αρχίσουν να ξετυλίγουν το κουβάρι ενός καλά κρυμμένου μυστικού.

Η γνωριμία με τον κυκλοθυμικό και ιδιόρρυθμο κύριο Ρότσεστερ, τον εργένη ιδιοκτήτη του σπιτιού που συνήθως απουσιάζει, θα φέρει στη ζωή της Τζέην μία πρωτόγνωρη εσωτερική αναστάτωση και θα αρχίσει να τον ερωτεύεται. Το ίδιο και εκείνος, παρά τις προσπάθειές του να την αποπροσανατολίσει καλώντας στο σπίτι μία μεγάλη παρέα κοσμικών ανθρώπων και αφήνοντας να εννοηθεί πως σκέφτεται να παντρευτεί την πιο όμορφη από τις κοπέλες που την πλαισιώνουν, την επιβλητική, και κακότροπη δεσποινίδα Ίνγκραμ.

Ώσπου γίνεται η αναπάντεχη πρόταση γάμου, που τους αιφνιδιάζει όλους. Σαν ένα όνειρο για την Τζέην, η οποία αδυνατεί να το πιστέψει και, μάλιστα, αρχίζει να νιώθει άβολα με την απαίτηση του μέλλοντος συζύγου της να της προσφέρει ακριβά κοσμήματα και ρούχα. «Όσο πιο πολύ μου ψώνιζε, τόσο πιο πολύ ένιωθα το πρόσωπό μου να καίει από μια αίσθηση ενόχλησης και εξευτελισμού». Κι όμως, όσο περνάει ο καιρός, νιώθει να τον αγαπάει ακόμα περισσότερο. «Ο μέλλων σύζυγός μου γινόταν σιγά σιγά στα μάτια μου το σύμπαν ολόκληρο· ακόμα περισσότερο, κόντευε να γίνει η ελπίδα του παραδείσου».

Λίγο πριν το μυστήριο του γάμου αρχίσει και, ενώ η Τζέην ντυμένη νύφη βρίσκεται στο πλευρό του κύριου Ρότσεστερ, το μυστικό αποκαλύπτεται: εκείνος «έχει ήδη σύζυγο και μάλιστα εν ζωή». Μία άρρωστη, ψυχικά διαταραγμένη γυναίκα, που βρίσκεται κλειδαμπαρωμένη σε μία ειδική κάμαρα του τρίτου πατώματος και της οποίας την ύπαρξη δεν είχε αντιληφθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς.

Εδώ, με τον πιο απότομο τρόπο, πάνω που αναγνώστης πίστεψε πως οι ταλαιπωρίες της ηρωίδας θα τελειώσουν, ολοκληρώνεται το δεύτερο μέρος του βιβλίου.

Μια νέα, ακόμα πιο σκληρή πραγματικότητα ξεκινάει για την κοπέλα, που αποφασίζει, να φύγει κρυφά και σχεδόν χωρίς καθόλου χρήματα από το Θόρνβηλντ. Θα περάσει από πολλά στάδια, μέχρι να βρεθεί στο πατρικό σπίτι του ιερέα Σαιντ Τζων Ρίβερςκαι των δύο αδερφών του: της Μαίρης και της Νταϊάνας.

Για άλλη μία φορά θα χτίσει τη ζωή της από το μηδέν αναλαμβάνοντας το μονοθέσιο σχολείο θηλέων μιας φτωχικής περιοχής. Και πάλι όμως τα γεγονότα θα τα ανατρέψουν όλα. Ένας πλούσιος θείος της, ο αδερφός του πατέρα της, θα της αφήσει πεθαίνοντας όλη του την περιουσία, που είναι τεράστια. Μέσα από αυτή τη διαδικασία θα ανακαλύψει πως οι Ρίβερς, οι άνθρωποι που την περιέθαλψαν ήταν τελικά συγγενείς της (παιδιά της αδερφής του πατέρα της). Αφού μοιραστεί τη μεγάλη κληρονομιά με τα ξαδέλφια της, αφού έρθει σε σύγκρουση με τον Σαιντ Τζων, ο οποίος επιμένει να την παντρευτεί και να ακολουθήσει μαζί του τον δρόμο της ιεραποστολής, η καρδιά της θα την οδηγήσει και πάλι πίσω στο Θόρνβηλντ Χωλ. Εκεί θα μάθει πως το σπίτι είχε δεχτεί εμπρηστική επίθεση από την γυναίκα του Ρότσεστερ, πως εκείνη σκοτώθηκε και ο ίδιος έμεινε τυφλός και με το ένα του χέρι ακρωτηριασμένο.

Κάπου εδώ θα τελειώσουν επιτέλους οι ανατροπές και θα φτάσει η ώρα για το πολυπόθητο λυτρωτικό τέλος, με την Τζέην να βρίσκει τον παλιό της εργοδότη και αγαπημένο και να ενώνονται με τα δεσμά του γάμου.

Ένα πυκνογραμμένο, αλλά εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο, που, πολλές φορές φτάνει στα όρια της υπερβολής, όμως έχει αγαπηθεί με πάθος από το αναγνωστικό κοινό.

Η Τζέην Έυρ, μία λογοτεχνική ηρωίδα που γεννήθηκε το 1846 από τη Σαρλότ Μπροντέ, κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει μέσα στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και να καταξιωθεί, να παραμείνει αναλλοίωτη και να γίνει διαχρονική: το σύμβολο της γυναίκας που, παρόλο που μοιάζει αδύναμη, με οδηγό την αξιοπρέπεια και την ανιδιοτελή αγάπη, δεν παύει ποτέ να εξελίσσεται, να επιδιώκει τη δημιουργία και να στέκεται στα πόδια της, κόντρα στις πάσης φύσεως δυσκολίες και αντιξοότητες.

Και όλα αυτά χωρίς να είναι καν «όμορφη». «Η Σαρλότ επέμενε πάντα ότι έφτιαξε την Τζέην Έυρ άσχημη και μικροκαμωμένη σαν τον εαυτό της ώστε ν’ αποδείξει στις αδελφές της ότι μια ηρωίδα δεν χρειάζεται να είναι όμορφη για να είναι ενδιαφέρουσα…»

Για το Book Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η Τζέην Έυρ της Σάρλοτ Μπροντέ αποτελεί ανεπανάληπτο επίτευγμα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Είναι η "αυτοβιογραφία" μιας ορφανής κοπέλας, που αφηγείται την πορεία της ωρίμανσής της στις τραχιές συνθήκες της πρώιμης βικτωριανής Αγγλίας καθώς και τον αγώνα της να ζήσει μια ζωή πιο πλούσια και πιο πλατιά απ' αυτήν που της επιφυλάσσει η κοινωνία της. Όταν βιώνει έναν μεγάλο έρωτα, πιστεύει ότι τα βάσανά της τελειώνουν, αλλά τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα περίμενε. Η Σάρλοτ Μπροντέ παρουσιάζει αυτήν τη γεμάτη πάθος και ένταση ιστορία μ' έναν τρόπο εξαιρετικά άμεσο και βιωματικό, αναπαριστώντας ολοζώντανον εμπρός μας έναν θαυμαστό κόσμο αισθήσεων και συγκινήσεων, πετυχαίνει να υπερβεί τα όρια του απλού μελοδράματος και πλάθει ένα από τα συναρπαστικότερα, δημοφιλέστερα και αρτιότερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ.

ΣΑΡΛΟΤ ΜΠΡΟΝΤΕ, Τζέην Έυρ, εκδόσεις Σμίλη.




Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

ΑΓΡΑΜΠΕΛΗ ΣΤΑΜΙΡΗ, ΜΕΛΙΟΣ ΚΑΔΡΑΣ-Μενέλαος Λουντέμης



Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων
ΑΓΡΑΜΠΕΛΗ ΣΤΑΜΙΡΗ, ΜΕΛΙΟΣ ΚΑΔΡΑΣ-Μενέλαος Λουντέμης


«Κι αν ήταν να γίνει ποιητής, κι αν ήταν

να μη γίνει τίποτα… πάλι, μόνο που θα υπάρχει

τ’ όνομά της, θα υπήρχε στον κόσμο ποίηση.

Και κανένα βιβλίο να μην έγραφε,

και κανένα ποίημα, κι ούτε ένα στίχο

να μην αράδιαζε… πάλι έφτανε.

Η ζωή είχε πια το ποίημά της…»

Μ.Λ.



Η αγάπη του Μέλιου και της Αγράμπελης είναι μία από τις πιο γνωστές λογοτεχνικές «αγάπες» που έγραψαν ιστορία. Ένας έρωτας πλατωνικός, δυνατός, βαθύς, απεγνωσμένος, όπως μόνο οι εφηβικοί έρωτες μπορούν να είναι.

Πώς ξεκίνησε όμως αυτή η τόσο όμορφη περιπέτεια με το οδυνηρό τέλος;

Ο Μέλιος αρχικά γνώρισε την Αγράμπελη μέσα από τις διηγήσεις του φίλου και συμμαθητή του Μιμάκη Σταμίρη. Μέσα από την πρότασή του να γίνει και κείνη μέλος της παρέας τους.

Η Αγράμπελη, που πηγαίνει εκείνη την περίοδο πέμπτη δημοτικού, εντυπωσιασμένη από τις κουβέντες του αδερφού της για τον Μέλιο, αποφασίζει πως θέλει… να τον παντρευτεί!

«Η αδερφή μου μου είπε κάτι να σου πω.

-Και πού με ξέρει αυτή, ρε, εμένα;

-Της μιλάω εγώ κάθε μέρα, πώς που σε ξέρει;

-Ε, τι σου είπε;

-Μου είπε να σου πω… να παντρευτείτε!».

Σύντομα όμως η φιλία τους διακόπτεται απότομα και επώδυνα.

«Την άλλη ώρα είχαν ωδική. Ω δ ι κ ή  ήταν μια ρίγα, που κουνούσε πέρα δώθε στα χέρια της η καθηγήτρια. Ναι, αλλά σήμερα η κυρία Ραούλ, αντί να κάνει την καθηγήτρια, έκανε την ταξιθέτρια. Μόλις μπήκε, η πρώτη της δουλειά ήταν να πάει στο πρώτο θρανίο και να τους πει να κάνουν μια θέση. Κατόπι ανέβηκε στην έδρα, κοίταξε κατά τα πίσω θρανία και φώναξε τ’  όνομα του φίλου του.

-Σταμίρης! του λέει. Πάρε τη σάκα σου και πέρασε έξω.

Το παιδί δεν κατάλαβε. Πήρε τα βιβλία του και σηκώθηκε.

Η καθηγήτρια, τότε, το πήρε απ’  το χέρι και το τοποθέτησε στη θέση που άδειασε.

-Από σήμερα, του λέει… η θέση σου θα είναι αυτή.

-Γιατί, κυρία; της λέει… παραπονεμένος ο Σταμίρης. Εκεί ήταν η θέση μου.

-Σιωπή. Δεν ξέρεις εσύ, ποια είναι η θέση σου. Εις το εξής θα κάθεσαι μ’  αυτά τα παιδιά. Κι αυτά θα είναι και οι φίλοι σου.

-Όχι. Εγώ έχω φίλο τον Καδρά.

-Είπα, σιωπή! Ο Καδράς να κάνει φίλους τους ομοίους του. Απαιτώ υπακοήν! Εξάλλου, μου το ζήτησαν οι γονείς σου…

Ο Σταμίρης στάθηκε λίγο και την κοίταξε σα χαμένος. Ύστερα σταύρωσε στο θρανίο τα χέρια του, έχωσε μέσα το πρόσωπό του κι άρχισε να κλαίει σιωπηλά κι απαρηγόρητα.

Έκλαιγε σα μικρός υπήκοος, που του εκθρονίσανε το είδωλό του. Τώρα το σκολειό θα του φαινότανε σαν ένα άδειο σπίτι.

Ο Μέλιος απ’  τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’  τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’  αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θ έ σ η  του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ’  τ’  άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε θεός για παιδιά.

Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο ε α υ τ ό ς  του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.»

Έτσι, σιγά σιγά η Αγράμπελη ξεχνιέται, γίνεται μία απλή ανάμνηση, κάτι ξεθωριασμένο και ονειρικό, σαν μακρινό παραμύθι…

Τραγικά γεγονότα σημαδεύουν από δω και πέρα τη ζωή του αγοριού. Κάποια στιγμή, μην αντέχοντας άλλο τις δυσκολίες, αποφασίζει να αφήσει για λίγο το σχολείο, για να δουλέψει και να μαζέψει χρήματα, ώστε να καταφέρει να συνεχίσει.

Κυλούν δύο χρόνια μακριά από τις σχολικές αίθουσες…

Τώρα πια, πιο ώριμος, πιο έμπειρος, πιο μεγάλος, πιο σίγουρος για τον εαυτό και το μέλλον, πιο έτοιμος από ποτέ, επιστρέφει στα θρανία.

Στην σχολική αίθουσα της Τρίτης Τάξης γίνεται η πρώτη συνάντηση.

«…Τελευταία μπήκε ένα ανήσυχο πλάσμα, δαγκάνοντας τα χείλη του. Δρασκέλισε σαν κοτσύφι και προχώρησε με γρήγορα βήματα κατά τη θέση του.

Ο Μέλιος ταράχτηκε. Ήταν μια κοπελίτσα λεπτή και θαμπή σα σίκαλη. Με κάτι νυχτωμένα μάτια κι επίμονα μαύρα ματόκλαδα. Στις ρίζες των μαλλιών της γυάλιζαν κάτι ψιλές ψιλέςχαντρίτσες από ιδρώτα, που έσβηναν σαν ανάεροι ατμοί. Ήταν ένα κορίτσι λαγαρό σαν πρωινό ρυάκι. Ο Μέλιος, χωρίς να το προσέξει τσάκωσε τα μάτια του κρεμασμένα απάνω της. Και τρόμαξε. Μόνο μια φορά ακόμη, σ’ όλη τη μικρή του ζωή, είχε τρομάξει έτσι. Ήταν μια βραδιά, που, καθώς κοιμόταν σ’ ένα λιβάδι, ένα άστρο ρίχτηκε καταπάνω του να τον κάψει. Μα τώρα τι έτρεχε; Τίποτα. Κάτι μαλλιά, πέρασαν ανεμίζοντας. Μαλλιά; Μαύρα μαλλιά, ε, καλά, είχαν όλες. Γιατί λοιπόν έμειναν έτσι τα μάτια του πάνω σε κείνα τα μαλλιά; Μήπως έφταιγε η κορδέλα, που τα ‘ζωνε έτσι μ’ αγάπη; Ήταν μια θαλασσιά κορδέλα που την περιτριγύριζε σαν ποταμάκι στο δάσος. Αυτό ήταν;… Όχι. Μήπως πάλι -όχι, όχι, δεν μπορεί- μήπως, καθώς περνούσε από μπροστά του, μπέρδεψε τα βήματά της; Τέτοιο πράμα, κι αν γινόταν, θα το πρόσεχαν όλοι. Ησυχία. Στο κάτω κάτω δεν ήταν πια παιδάκι! Ένας άντρας, έπρεπε να φανεί άντρας επί τέλους, να σεβαστεί και την… ηλικία του! Πριν από λίγο τα δάχτυλά του ήταν φρόνιμα. Τι τα ‘πιασε τώρα και παίζουν ταμπούρλο; Και στα μάτια του… καλά ήταν πρώτα τα μάτια του… μαλακά και ήσυχα σαν του μουσκαριού. Δεν είχαν πολλές δουλειές. Έβλεπαν, ή έκλαιαν, ή γελούσαν. Τώρα τι πάθανε; Φέγγουν δαιμονισμένα και γυαλίζουνε… Καλό κι αυτό! Κρατήσου. Ήρθε μια μικρή θαλασσοταραχή, θα φύγει. Να, κοίτα… Το κοριτσόπουλο είναι ήσυχο, ήσυχο σα να ταξιδεύει σε λίμνη…»

Όμως ακόμα ούτε που μπορεί να φανταστεί ποιο είναι το κορίτσι που τόσο τον αιφνιδίασε.

Και έρχεται η ώρα που ο καθηγητής διαβάζει τον κατάλογο με τα ονόματα των μαθητών. Είναι η στιγμή της μεγάλης ανακάλυψης!

«-Σταμίρη Αγράμπελη…

  α ρ ο ύ σ α…

Η φωνή ήταν μελωδικότερη απ’ τ’ όνομα. Ποια απ’ όλες ήταν; Ο Μέλιος τινάχτηκε απότομα, σα να τον κάψανε, και γύρισε πίσω. Ένα πρόσωπο, που το ‘σβηναν τα μεγάλα του μάτια, έστεκε εκεί πίσω, δειλό, γλυκό, υποτακτικό, και… -θεέ μου!- τ-ο-ν… κοιτούσε!... Κοτσυφάκι… Ναι, ήταν αυτή. Κι  έ π ρ ε π ε  να είναι. Μα ποιοι θεοί παίξανε έτσι, διαβολικά; Ποια αστόχαστη συντυχία τα ‘φερνε έτσι;

Α γ ρ ά μ π ε λ η Σταμίρη. Το κοριτσάκι με το παραμύθι… (Τα μάτια τους το ‘παν αμέσως στον εαυτό τους).

«Ώστε α υ τ ή ήταν;».

«Ώστε α υ τ ό ς ήταν;».

Αυτός; Αυτός τώρα ήξερε τι ήταν. Ήταν ευτυχισμένος… ευτυχισμένος… Και η κοπελούδα –κείνη η βιαστική, η ανυπόμονη κοπελούδα- τον περίμενε! Δεν είχε ακόμη… παντρεφτεί; Απορούσε κι εκείνος, πως τα κατάφερε, ύστερα από τόση βιασύνη. Και τι άγγελος που ήταν, τι αμύριστος άγγελος! Φορούσε -όπως όλες- γαλάζια ποδίτσα με σούρες. Μια λεπτή, πολύ λεπτή αλυσιδίτσα στο λαιμό, μια μαύρη ζώνη, τίποτα άλλο… Μα και τίποτα άλλο δε χρειαζότανε. Είχε όμως μαύρα, πολλά μαύρα φουντωμένα μαλλιά, και τα κύματά τους έσπαζαν στους ώμους. Δάγκωνε -όπως κείνη την ώρα που περνούσε- τα χείλη της, κι οι ατμοί διαλύονταν πάνω απ’ το μέτωπό της… Κι όλα ήταν απάνω της μικρά και κοντυλένια. Κ α λ λ ι γ ρ α φ ί α.

Τι ονόματα είχε παρακάτω ο κατάλογος; Μήπως τελείωσε; Μήπως άρχισε το μάθημα; Δεν κατάλαβε… Κάτι μιλούσαν. Κάτι έλεγαν. Μπορεί Γεωγραφία. Μπορεί Αρχαία. Ίσως και να μην τελείωσε ο κατάλογος διόλου. Ή μπορεί να τον πήρε ο καθηγητής απ’ την αρχή. Μα κείνος άλλο όνομα δε θυμόταν. Άλλο μάθημα δεν ήξερε. Άλλη εικόνα δεν αναπολούσε.

«Ώστε α υ τ ή ήταν;».

«Ώστε α υ τ ό ς ήταν;».

Α γ ρ ά μ π ε λ η  Σ τ α μ ί ρ η…»

Από δω και πέρα θα αρχίσει για τον Μέλιο και την Αγράμπελη το αληθινό παραμύθι, με πρωταγωνιστές τους ίδιους! Ένα παραμύθι με χαρές και λύπες, με καλούς και κακούς, με στιγμές έντασης, αγωνίας και λύτρωσης.

Ο Μέλιος πρώτος κάνει το παράτολμο βήμα και στέλνει στη συμμαθήτριά του μία ερωτική επιστολή.

«…Τη νύχτα η φλόγα του λυχναριού τρέμει σαν πεταλούδα. Στρώνεται ξανά να τη συλλογιστεί. Πρέπει να τα πει. Μα πώς; Φέρνει βόλτες γύρω απ’ όλη της την ύπαρξη, ώσπου να ζαλιστεί. Ύστερα παίρνει να της γράψει: «Αγράμπελη». Τι ωραία θα ήταν, να μπορούσε να σταματήσει εδώ… «Στο χωριό τώρα είναι άνοιξη… Τα χόρτα είναι πολύ ψηλά. (Γιατί το είπε τώρα αυτό; Τι σχέση έχει, που τα χόρτα είναι ψηλά;). Ν’αγαπάς και τα χόρτα να είναι ψηλά… Ήθελα να σου πω για το φεγγάρι. Από δω είναι πολύ ωραίο. Ξέρεις;… Μια μέρα στο χωριό ήρθε ένας μ’ ένα βιολί. Το βράδυ έπαιξε στο καφενείο. Οι χωριάτες πίνανε και λέγανε «αχ…». Τραγουδούσαν κιόλα με κάτι λυπημένα μάτια. Στο τέλος ο μουσικός πήρε το βιολί στην αγκαλιά, το φιλούσε κι έκλαιγε «Πολυξένη… Αχ, Πολυξένη…», έλεγε, ύστερα αποκοιμήθηκε στην καρέκλα. Μα τα χείλη του έλεγαν ακόμα μόνα τους… «Πολυξένη… Πολυξένη… Πολυξένη…».

Το πρωί τον ρώτησαν, τι του είχε κάνει αυτή η Πολυξένη; Είπε: «κάτι μου έκλεψε». Πρώτη φορά έβλεπα κάποιον να τον κλέβουν κι κείνος ν’ αγαπά τον κλέφτη.

Οι χωριάτες ησυχάσανε απ’ την απάντησή του και δεν τον ξαναρώτησαν. Εγώ όμως έσκασα. Παραφύλαξα λοιπόν να τον πετύχω μόνον. «Μπάρμπα… του λέω, τι σου ‘κλεψε;». –«Ποια; Η Πολυξένη;». –«Ναι, τι σου ‘κλεψε και κάνεις έτσι;». –«Τι μου ‘κλεψε; Μια κ λ ω σ τ ή…». –«Και τι ψυχή έχει μια κλωστή;». –«Έχει, παιδί μου, έχει… Άσε, να μεγαλώσεις και θα μάθεις. Καπνίζεις;». –«Όχι». –«Βλέπεις να κάνεις τίποτις ο καπνός;». –«Ναι, βήχα…». –«Άσε, θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις…». Δεν ξέρω τι πουν αυτά… Αγράμπελη, μα έχω σκοπό, άμα μεγαλώσω, να πάρω ένα βιολί. Τα καφενείς είναι γιομάτα χωριάτες, που λένε «αχ…».

Αγράμπελη… δεν ήξερα τι να κάνω. Μα δεν μπορούσα να μη σου γράψω. Θυμάμαι έναν Παραπονιάρη. Τώρα το παραμύθι κείνο είναι πολύ μακριά, αλλά είναι παντού τόσα αγόρια… Δε θέλω να σου θυμίσω το γάμο μας, αλλά εγώ δεν τον ξεχνώ ποτέ. Γράψε μου αν σου αρέσουν ακόμη τ’ άλογα… γιατί είμαι αποφασισμένος να πάρω ένα. Θα γράψω ένα βιβλίο και θα κερδίσω πολλά λεφτά, και αυτά θα γίνουν όλα. Σε παρακαλώ, όμως, να μην το μάθει κανείς. Θέλω να ‘χουμε το μυστικό μας μόνο εμείς οι δυό. Τώρα πια τα ‘μαθες όλα. Ό, τι έχω θα σ’ τα λέω όλα.

Έχω κι άλλο μεγάλο σχέδιο. Το καλοκαίρι που θα κλείσουνε τα σκολειά, θ’ ανέβω στα βουνά, να κάνω το δάσκαλο στα βλαχάκια. Είναι κανονισμένο αυτό και μόνο τη δική σου γνώμη θέλω. Όλα σ’ τα είπα, Αγράμπελη… Προχτές πήγα να κάνω σε κάποιον κάτι κακό. Τότε σε θυμήθηκα και ντράπηκα. Θέλω να με συχωρέσεις, Αγράμπελη, γι’ αυτό που έκανα, κι εγώ θα κάνω ό, τι θέλεις. Θέλω να τελειώσω το γράμμα μου και δεν μπορώ. Μοναχά να ξέρεις ότι δεν έχω κανέναν άλλον στον κόσμο… και πως ό, τι και να μου κάνουνε, εγώ δε θα θυμώνω, γιατί θα θυμάμαι εσένα. Δε θα κοιμηθώ όλη τη νύχτα. Θα περιμένω το γράμμα σου».

Το δίπλωσε και τ’ ακούμπησε στην καρδιά του. Ό, τι ήθελε, ας γινότανε. Κείνος θα της το ‘δινε, κι ας ρήμαζαν όλα. Να της το δώσει. Μα πώς, όμως; Πώς;

Να τη σταματήσεις στο δρόμο και να της πεις «πάρ’ το, αυτό είναι για σένα» και κείνη να κοκκινίσει, να γίνει παπαρούνα, να μπερδευτούνε, να μην ξέρουνε τι να κάνουνε…».

Παρ’ όλες τις ανησυχίες του, η απάντηση της αγαπημένης του έρχεται για να του δώσει φτερά!

«Το γράμμα σου μ’ έκανε να μην κοιμηθώ» έλεγε το κοτσύφι. «Το διαβάζω από χτες και δε σταματώ. Τι όμορφο! Εγώ δεν ξέρω να γράφω καλά και γι’ αυτό ντρέπομαι. Μου γράφεις για το γάμο μας. Πώς μπορώ να τον ξεχάσω…; Αλλά, εσύ, γιατί κοιτάζεις τη Γιαλαμπούκα; Τη λένε και «Αϊ-Γιώργη». Εγώ θα ντρεπόμουν να ξαναπατήσω στο σχολείο. Τι της βρίσκουν; Ησυχάζω μόνο, που εσύ δεν κάνεις το σταυρό σου σαν περνάει.

«Είναι αλήθεια πως θα πάρεις βιολί; Πώς χάρηκα… Αλλά, πες μου, μήπως θα λες κι εσύ « Πολυξένη… Πολυξένη…»; Γράψε μου, αν είν’ αλήθεια, κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνω. Το διάβασες το βιβλίο που σου στέλνω; Να ξέρεις πόσο έκλαψα… προπάντων εκεί που ο ήρωας πέφτει απ’ το παράθυρο. Για το γάμο μας, που είπες, τρέμω… Πάνε τρία χρόνια που είπες: «να κοιτάζει τη δουλειά της, κι εγώ δε θέλω να παντρεφτώ, γιατί, αν είναι να παντρεφτώ, θα παντρεφτώ, για να έχω αγάπη και χωρίς αγάπη τι να την κάνω την παντρειά;» Έτσι δεν είπες; Κι εγώ τώρα θέλω να ξέρω. Επιμένεις; Αχ… τι καλά θα ήταν να επιμένεις. Ας επέμενες κι ας χαλούσε ο γάμος μας. Εγώ πια δεν κάνω τίποτα άλλο. Θα γεμίσω μηδενικά: Ας ήξερα πως με λυπάσαι λιγάκι. Να, λιγάκι… Είδες, που δεν ξέρω να γράφω ωραία σαν και σένα; Μη με κάνεις να ντρέπομαι. Πες μου, πως δεν πειράζει και πως δε θα γελάς μαζί μου.

«Σε παρακαλώ. Άκουσε, δε θέλω να μάθει κανείς τα μυστικά μας. Θα πεθάνω, αν μάθει κανείς τίποτα. Πες μου πως δεν έχεις πια θέρμες, γιατί είχα μάθει πως αρρώστησες κι έτρεμες. Θεέ μου, τι θα κάνω αν ξαναρωστήσεις; Λυπήσου με… και πες μου πως θα προσέχεις. Θα περιμένω μέρα νύχτα γράμμα σου. Τώρα εγώ πια είμαι τρελή».

Αυτές είναι και οι πιο ξέγνοιαστες, οι πιο μαγικές στιγμές για τους ερωτευμένους έφηβους.

«Και τώρα ήρθε η αγάπη. Ήταν πιο βαριά. Πιο αβάσταχτη. Κάτι σαν αναμμένο μαχαίρι, και σα χάιδεμα με σπαρτίνες και γαρούφαλα. Δυνατό σα μπόρα και μαλακό σαν αφρός. Τραγούδι, σφάξιμο, και παραζάλη. Αβέβαιο σαν κύμα, και σίγουρο σαν την ανατολή. Ό, τι πεις κι ό, τι δεν πεις… Κοντινό σαν το χέρι σου και μακρινό σαν άστρο…».

Μα τα πρώτα σύννεφα δεν αργούν να εμφανιστούν.

Αρχικά, ο ερχομός ενός όμορφου και πλούσιου νεαρού στην τάξη.

«…Ήταν αληθινός μορφονιός, πιο πολύ από πέρσι. Και μ’ ένα ντύσιμο!... Είδε και τα μάτια των κοριτσιών. Όλα ήταν κολλημένα απάνω του. Φέτος πια είχαν τρελαθεί όλες. Ως και τ’ «αυτοκίνητο» είχε στρέψει τους φακούς του καταπάνω του. Η Αγράμπελη! Τι έκανε; Δεν τολμούσε να κοιτάξει. Αν έκανε και κείνη το ίδιο, θα πέθαινε. Μα έπρεπε να μάθει! Ας γκρεμούσε ο κόσμος! Έπρεπε να μάθει! Και τούτη τη στιγμή! Έκλεισε τα μάτια του κι έστρεψε το πρόσωπό του κατά το μέρος της. Και μεμιάς τ’ άνοιξε. Γκρεμός… Τα γλυκά, πολυαγαπημένα μάτια κοιτούσαν και κείνα εκεί. Πώς θα τελειώσει τώρα η ώρα; Ποιος θα την τραβήξει μαζί με τον ίδιο απ’ τα τάρταρα, που είχαν γκρεμιστεί; Κάτι πικρό χύθηκε στο στόμα του. Κι αυτή, λοιπόν; Μα τι είναι αγάπη; Μια μύγα, που την πάει όπου θέλει ο αέρας; Ένα τρελό έντομο, που κάθεται απάνου στα λουλούδια, στις πληγές, και στις λάσπες. Η Αγάπη… τώρα γι’ αυτόν ήταν ένας χαμός. Κι ένα κλάμα που δεν ήθελε να τρέξει. Και μια βρισιά που δεν ήθελε να βγει. Ποιος θα του πει τώρα αυτουνού ότι είχε κάνει λάθος; Ότι δεν κοιτούσε κατά κει η Αγράμπελη; Αυτός πια δε θα την κοιτάξει ποτέ, δε θα την ακούσει ποτέ! Ποτέ δε θα πει τίποτα!

Δε θα περάσει ποτέ απ’ το δρόμο του σπιτιού της. Ούτε και θα ξαναχαμογελάσει στο ποτάμι που περνάει απ’ την πόρτα της. Την είδε καθαρά. Την ώρα που «τον» κοιτούσε. Τα μάτια της ήταν γλυκά, όπως τότε που κοιτούσαν τον ίδιο. Τι είχε τέλος πάντων, απάνω του αυτός ο πρωτευουσιάνος και τις ξετρέλανε όλες; Γύρισε και τον κοίταξε. Ναι, ήταν πολύ καλοκομμένος. Πώς δεν τον είχε προσέξει απ’ την πρώτη φορά; Τα ρούχα του ήταν καμωμένα απ’  το πιο ακριβό κασμίρι. Είχαν δίκιο αυτές οι κατσίκες. Ναι, μα, ε κ ε ί ν η τι λόγο είχε; Κείνη ήταν πια –μπορείς να πεις- παντρεμένη! Τι λόγο είχε να κοιτάξει άλλον; Ο Μέλιος, γιατί ήταν εδώ; Για να τη βλέπει την ώρα που κοιτάζει τον άλλον. Α, όχι! Δεν είν’ από κείνους,  που παραπετάνε τόσο εύκολα! Θα την κάνει να μετανιώσει πικρά για το κακό που του έκανε. Θα την κάνει να πονέσει. Όχι! Δε βρίζουν έτσι τις καρδιές. Θα ‘βλεπε…

Ο μορφονιός γύρισε πάλι και την κοίταξε. Ο Μέλιος δάγκασε το σανίδι του θρανίου του, για να μη γυρίσει να δει. Λες κι ήταν πίσω του κανένα μαχαιράκι και θα μπηχνόταν μέσα του μόλις γύριζε. Φονιά! Βιαζόταν να βραδιάσει, να τρέξει σπίτι να σκεπαστεί πάνω απ’ το κεφάλι… Δεν ήθελε να ‘χει μάτια. Ήθελε να πάει να ξεριζώσει τα λουλούδια, που είχαν τ’ όνομά της. Να ξεριζώσει ακόμη και τη γλώσσα του, που το είπε τόσες φορές…».

Τα απεγνωσμένα γράμματα της Αγράμπελης.

«Γιατί πια δε θέλεις να με δεις; Τι σου έκανα; Εγώ είμαι πάντα στο θρανίο μου και περιμένω να με κοιτάξεις. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Μήπως σε πρόσβαλα σε τίποτα και δεν το πρόσεξα; Μου κακοφαίνεται που σ’  έχασα. Εμείς ό, τι και να γίνει, θα μείνουμε δυό καλοί φίλοι. Έτσι δεν είναι; Πότε θα ξαναδώ τα ωραία σου γράμματα; Δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Όταν παντρευτώ, θα τα βάλω στο εικονοστάσι μου.

Η καλύτερή σου φίλη Αγράμπελη».

Και, λίγο πριν η σχολική χρονιά φτάσει στο τέλος της, τα «απαγορευμένα» γράμματα βρίσκονται στα χέρια των καθηγητών. Ο παγερός διευθυντής βρίσκει την ευκαιρία να γλιτώσει μια για πάντα από τον Μέλιο.

«…ο γυμνασιάρχης, με βήματα αργά, σαν το πεπρωμένο, πλησίασε το Μέλιο, στάθηκε αντίκρυ του, σαν ανασηκωμένος νεκρός, και του λέει βαριά, ψυχρά κι αμετάκλητα.

-Η τύχη σου εκρίθη τελεσιδίκως. Αποβάλλεσαι διά παντός από όλα τα γυμνάσια της χώρας (στάθηκε λίγο για ν’ ανασάνει). Π ή γ α ι ν ε!!! ούρλιαξε κι έπεσε κι αυτός στην καρέκλα του…

Πίσω του, καθώς έφευγε ο Μέλιος, σαν υπνοβάτης, άκουσε το απαρηγόρητο κλάμα της Αγράμπελης να τον συνοδεύει, σαν το πιο πικρό, το πιο σπαραχτικό τραγούδι της ζωής του.»

Η περιπέτεια των δύο παιδιών τελειώνει εδώ με τον χειρότερο τρόπο. Στη συνέχεια της Τετραλογίας βέβαια («Αγέλαστη Άνοιξη») ο Μέλιος, πιστός στην πρώτη του αγάπη, θα επιστρέψει στην Έδεσσα και, όταν αναζητήσει την Αγράμπελη, θα πληροφορηθεί ότι παντρεύτηκε και έφυγε στην Αθήνα. Αργότερα («Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας») θα συναντήσει στη Θεσσαλονίκη, εντελώς τυχαία, την ίδια την κοπέλα και εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με το συνταρακτικό «μυστικό» της, που θα φέρει το οριστικό τέλος στη «σχέση» τους…

Μία σχέση που χάρισε στο αναγνωστικό κοινό μερικά από τα ομορφότερα λογοτεχνικά κείμενα για την αγάπη…

«Άμα πεινάς, το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σα φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σα δοξαριά. Τι είναι, τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κ ά τ  ι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς… είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό, και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη!... Τα μωρά ξέρουνε περισσότερα.

Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; είμαι εγώ». Τρελένεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελό του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί α υ τ ό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει;

Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις. Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος, και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!

Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακκούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άσ’ το να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι άσκημος. Θα ‘χεις φριχτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

Ο Μέλιος ένα πράμα μόνο ξέρει. Πως θέλει κ ά τ ι να πει. Κι ένα πράμα μόνο θέλει: να το πει σε κείνην.

Κείνη τη λένε Αγράμπελη, αλλά αυτό που θέλει να πει, πώς το λένε;»

Για το Book Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στο «Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα»(συνέχεια του «Συννεφιάζει»), ίσως το πιο γνωστό από τα μυθιστορήματα του Μενέλαου Λουντέμη, τη σκυτάλη παίρνει ο ΜέλιοςΚαδράς. Ο Κρηφ μεγάλωσε. Συγκέντρωσε τα απαραίτητα χρήματα, που με τον ιδρώτα του προσώπου του αποταμίευσε, και παίρνει τον δρόμο για την Έδεσσα. Η αγάπη του για τα γράμματα, η ανάγκη του να μορφωθεί, να σπουδάσει τον οδηγεί στο Γυμνάσιο της πόλης. Αυτή η περιπετειώδης διαδρομή στον σχολικό και μαθητικό κόσμο από έναν έφηβο βιοπαλαιστή, που με πείσμα προσπαθεί να γίνει αποδεκτός και να αλλάξει τη μοίρα του, αποτελεί το περιεχόμενο του βιβλίου. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, μαθητές, καθηγητές, είναι οι ήρωες που πλαισιώνουν τον Μέλιο. Τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα, οι αγωνίες, η απόλυτη αγάπη, που μόνο σ’ αυτή την ηλικία μπορεί είναι τόσο έντονα, απασχολούν τον μαθητή και γλυκαίνουν την ταλαιπωρημένη του ψυχή. Καθοριστική για το βιβλίο η σχέση του ήρωα με μία συμμαθήτριά του, την Αγράμπελη. Γραμμένο με περισσή ευαισθησία κατορθώνει να προκαλέσει έντονη συγκίνηση και να διατηρήσει το ενδιαφέρον αμείωτο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, εκδόσεις Δωρικός.




Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com