Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Νανούρισμα



Κατεβαίνει το φεγγάρι,
έρχεται στη γη να δει
ποιο μαμούνι δεν κοιμάται,
ποιο λουλούδι, ποιο παιδί.

Κατεβαίνει από μια σκάλα
μέσα σε χρυσή βροχή,
το υποδέχεται το αγέρι,
η γαλήνη κι η σιωπή.

Φέρνει βόλτα μες στους δρόμους,
στις αυλές, στους κήπους μπαίνει,
σκαρφαλώνει στα μπαλκόνια,
στα παράθυρα ανεβαίνει.

Κι όποιον βρίσκει να κοιμάται,
στο προσκέφαλο του πλάι
ένα ολόχρυσο δωράκι
χρυσανάλαφρα ακουμπάει.

Ποιο μαμούνι δεν κοιμάται,
ποιο λουλούδι,  ποιο παιδί;
Το χρυσό το φεγγαράκι
μην το δει.

ΡΕΝΑ ΚΑΡΘΑΙΟΥ
…



Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας, διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.
 
Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά-Μαρία Μιχοπούλου.

Γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1971 στον Βόλο, όπου κατοικεί με τα δύο της παιδιά, τη Φωτεινή και τον Φίλιππο.

Το 1992 πήρε το πτυχίο της νηπιαγωγού από την ιδιωτική σχολή Granits στην Αθήνα. Εργάστηκε στον Βρεφονηπιακό Σταθμό Βόλου για 4 χρόνια και, παράλληλα, φοίτησε στο δημόσιο Ι.Ε.Κ. Βόλου (τμήμα προσχολικής αγωγής).

Παρακολούθησε για έναν χρόνο μαθήματα στο τμήμα καλών τεχνών του Καλλιτεχνικού Οργανισμού του Δήμου Βόλου.

Ζωγραφίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό της και σχεδόν πάντα σε ερασιτεχνικό επίπεδο.

Οι μεγάλες της αγάπες είναι τα παιδιά, τα  βιβλία, η μουσική, η θάλασσα, τα ζώα, οι ζεστές αγκαλιές, το φεγγάρι και ο Βόλος.

Πιστεύει πως η τέχνη, όταν προσεγγίζεται βιωματικά, αποκαλύπτει αλήθεια και μπορεί μ’ ένα μαγικό τρόπο να λυτρώνει και να αγγίζει.
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ-Πηνελόπη Δέλτα

«…Ναι, μ’ αρέσεις εσύ, είπε μάγκικα η Κλειώ,
γιατί δεν είσαι φρόνιμος, και δεν κάνεις το φρόνιμο.
Σπάζεις τζάμια, σπάζεις κεφάλια,
προπάντων το δικό σου, τα βάζεις με μαγκόπαιδα
 δυο φορές μεγαλύτερά σου, τραβάς τ’ αυτιά του Ντον,
κάνεις όλες τις αταξίες που κάνουν τα κακά παιδιά στα βιβλία…»

«Ο Αντώνης ήταν φωστήρας! Ο Αντώνης ήταν ήρωας,
άξιος να καταπιαστεί τα πιο μεγάλα πράματα!»
Π.Δ.

Πόσα και πόσα παιδιά δεν έχει συντροφέψει ο «Τρελαντώνης» με τις περιπέτειές του -ένα βιβλίο που έχει ταυτιστεί με το κλείσιμο των σχολείων και τις διακοπές. Από τα πρώτα βιβλία που συντρόφεψαν τα καλοκαίρια μου ως παιδί. Από τα πρώτα βιβλία που διάβασα κεφάλαιο-κεφάλαιο στην κόρη μου όταν ολοκλήρωσε την πρώτη χρονιά στο νηπιαγωγείο και έκρινε ότι τα παραμύθια ήταν «για μωρά». Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε που το πρωτοέπιασα στα χέρια μου και βυθίστηκα στις σελίδες του, όμως με το ίδιο ακριβώς ανεξάντλητο πάθος ανατρέχω σ’ αυτό κάθε χρόνο τέτοια περίοδο.

O «Τρελαντώνης» αγαπήθηκε πολύ από μικρούς και μεγάλους, ανεξάρτητα από τις εποχές. Ευχάριστο, καλογραμμένο, ανάλαφρο και απολαυστικό δικαίως κατέκτησε τις καρδιές γενιών και γενιών αναγνωστών.

Για πάμε όμως να θυμηθούμε λίγο πιο αναλυτικά τον ζωηρό μα αξιαγάπητο αυτόν ήρωα.

«Ο Αντώνης ήταν πολύ σκάνταλος και πολύ άτακτος, και κάθε λίγο έβρισκε τον μπελά του.
Δεν περνούσε μέρα που να μην έτρωγε δυο-τρεις κατσάδες, πότε από τη θεία του, πότε από τη μαγείρισσα, πότε από την Αγγλίδα δασκάλα και πότε από την τραπεζιέρα…».

Ένα αγόρι οκτώ χρονών που πάντα κάτι σκαρφίζεται για να αναστατώνει τους γύρω του. Μαζί με τα τρία αδέρφια του, την πρωτότοκη σοβαρή και περήφανη Αλεξάνδρα, την γκαφατζού και ευαίσθητη Πουλουδιά, τον γλυκό και τρυφερό μικρό Αλέξανδρο, ο Αντώνης ταξιδεύει από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στον Πειραιά. Στο σπίτι της αδερφής του πατέρα τους, της αυστηρής θείας Μαριέττας, και του συζύγου της, του καλόγνωμου θείου Ζωρζή, θα περάσουν τις περιπετειώδεις καλοκαιρινές τους διακοπές.

Τι ήταν όμως αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει;

Κατ’ αρχάς οι… σπάνιες ικανότητές του!

«…ο Αντώνης έκανε πολλά και δύσκολα πράματα. Έκανε τούμπες τρεις στη σειρά, -και θα έκανε, λέει, και τέσσερεις, αν ήταν πιο μεγάλη η κάμαρα και αν δεν χτυπούσε ο τοίχος στα ποδάρια του· σκαρφάλωνε στη γαζία της αυλής· καβαλίκευε στην κουπαστή της σκάλας και κατέβαινε γλιστρώντας ως κάτω· έκανε, πηδώντας με το ένα πόδι, τρεις φορές το γύρο της αυλής του σπιτιού, χωρίς ν’ αγγίξει τον τοίχο· κάθε πρωί, στη θάλασσα, βουτούσε το κεφάλι του στο νερό, κι έμενε τόση ώρα με κλειστό στόμα και ανοιχτά μάτια, και δεν πνίγουνταν ποτέ. Και άλλα πολλά έκανε ο Αντώνης…».

Κι έπειτα οι… μαγικές του τσέπες!

«…είχε πάντα γεμάτες τις τσέπες του από τόσους θησαυρούς. Τι δεν έβρισκες μέσα! Καρφιά, βώλους, βότσαλα, σπάγγους, κάποτε και κανένα κομμάτι μαστίχα μασημένη, και, πάνω απ’ όλα, το τρίγωνο γυαλί, που είχε πέσει από τον πολυέλαιο της εκκλησίας, και που έκανε τόσο ωραία χρώματα σαν το έβαζες στον ήλιο. Ολόκληρο πλούτο είχαν οι τσέπες του…».

Μα και ο σταθερός, έντιμος χαρακτήρας του.

«Ο Αντώνης είναι σκάνταλος, μα ψέματα δε λέει». Δεν ήταν «μαντατούρης», όπως έλεγε η Πουλουδιά.

Μπορεί να μάλωνε συχνά με τα αδέρφια του, και ειδικά με τα κορίτσια,

«…είχε βαθιά περιφρόνηση για τα κορίτσια γιατί, λέει, κλαιν για το τίποτα. Εκείνος, σαν αγόρι που ήταν, δεν έκλαιγε ποτέ, όσο και να χτυπούσε, όσο και να πονούσε»

 αλλά τα αγαπούσε και τα προστάτευε όταν παρουσιαζόταν ανάγκη.

«Κατελυτήρι» τον χαρακτήριζε η θεία Μαριέττα, γιατί πριν προλάβει να κλείσει μήνας τρυπούσε τα παπούτσια του. «Σε τέτοια θηρία χρειάζονται σιδερένια ποδήματα!», συμπλήρωνε κουβεντιάζοντας με την αδελφή της, τη θεία Αργίνη.

Οι αδελφές του θαύμαζαν το θάρρος και την αφοβιά του που «τις έκανε να αισθάνονται κουτές, φοβητσιάρες και ανάξιες, και να δέχονται την επιβολή του σα δίκαια. Ως την ώρα που γίνουνταν τυραννικός και τότε αυτές επαναστατούσαν».

Η διαμάχη του με της Μις Ράις που μεθυσμένη τον χτύπησε, το κάπνισμα του ναργιλέ του θείου Ζωρζή, η προσβολή στη Εβραία γειτόνισσά τους την Αλίς, το πέσιμο στη γούρνα του σπιτιού της θείας Αργίνης, το δάγκωμα από τον Ντον, τον σκύλο του βασιλιά, το λύσιμο της ξένης βάρκας και η περιπετειώδης περιπλάνηση στη θάλασσα, ο τραυματισμός του χεριού του από τη ραπτομηχανή της θείας, το μάδημα όλων των λουλουδιών του κήπου, το σπάσιμο του κεφαλιού του στα βράχια στην προσπάθειά του να πιάσει έναν κάβουρα για την Πουλουδιά, το σπάσιμο των κανατιών του Μπαρμπαγιάννη Κανατά είναι μερικές μόνο από τις ζημιές του Αντώνη που σίγουρα όποιος διάβασε το βιβλίο θα τις θυμάται καλά!

Πεισματάρης καθώς είναι σπάνια κλαίει-«παλικαρίσια ακλαψιά»-, όμως είναι ένα παιδί που αναγνωρίζει τα λάθη του. Δύσκολα παρόλ’ αυτά θα δεχτεί τη συμπαράσταση των άλλων. «…Τον ήξεραν τον Αντώνη τ’ αδέλφια του, πως, όσο πιο λυπημένος ήταν, τόσο πιο ακατάδεχτος γίνουνταν και τόσο πιο δεν ήθελε παρηγοριές και συμπάθειες…».

Όταν καταλαβαίνει πως τα πράγματα σοβαρεύουν, αναγνωρίζει ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουν οι σκανταλιές και οι καβγάδες. Μάλιστα όταν λέει το τελειωτικό «Παύσατε πυρ!» η Αλεξάνδρα, η Πουλουδιά και ο Αλέξανδρος ξέρουν ότι δεν χωράει άλλη κουβέντα ανάμεσά τους. «Στις μαγικές αυτές λέξεις κανένας δεν αντιστέκουνταν ποτέ, προπάντων σαν τις ξεστόμιζε ο Αντώνης προστακτικά, με ύφος μεγάλου στρατηγού».

Οι δυσκολίες δεν τον πτοούν. Σχεδόν πάντα βρίσκεται στο επίκεντρο της παρέας, ακόμα κι αν σ’ αυτή συμμετέχουν τα μεγαλύτερα ξαδέλφια του. Κάτι τέτοιες στιγμές «κόβει και ράβει», λαμποκοπάει ολόκληρος από χαρά, «τα μάτια του αστράφτουν, η φωνή του σαλπίζει και βροντάει, οι διαταγές του πέφτουν σαν αστροπελέκια και όλοι υποτάσσονται μαγεμένοι, υπακούν και εκτελούν τις προσταγές του».

«Εγώ σα μεγαλώσω θα γίνω καπετάνιος!», λέει με πομπώδες ύφος! Ενώ τα αδέρφια του του υπενθυμίζουν ότι παλιότερα δήλωνε ότι ήθελε να γίνει… σκύλος, άλογο και ίσως στο μέλλον να θελήσει να γίνει και «περιβολάρης»! Μία ακόμη αφορμή για να ανάψουν τα αίματα!

Κάθε φορά που πάει να συγκινηθεί για κάποιον λόγο, ταράζεται. «Ήταν έτοιμος για ξύλο, όχι όμως για συγκινήσεις. Τις συγκινήσεις τις απεχθάνουνταν…».

Κάτι άλλο που δεν του άρεσε ήταν να ζητάει συγγνώμη. «Αυτό απ’ όλες τις τιμωρίες ήταν η χειρότερη. Ας το έδερνε η θεία, ας τον σκότωνε· μόνο να μην έχει να πει “Συγχωρέστε με, θεία, και δε θα το ξανακάνω πια”. Αυτά ήταν για τα μωρά σαν τον Αλέξανδρο. Αυτός δεν είχε ανάγκη να το υποσχεθεί για να μην το ξανακάνει…».

Όμως οι τρομερές τρέλες, οι «αντώνικες» τρέλες όπως τις χαρακτηρίζει η συγγραφέας, δεν έχουν τελειωμό! Πολλές φορές, παρόλο που είναι τόσες πολλές μαζεμένες, γίνονται με προσοχή, αθόρυβα, με τρόπο τέτοιο που κάνει τους άλλους να αναρωτιούνται. «-Τι ‘πάθαν οι δύο σκανδαλιάρηδες (σ.σ. ο Αντώνης και η Πουλουδιά) σήμερα; Δεν ακούγονται! Και να τους δεις, σαν Παναγιές κάθονται και παίζουν ντόμινο, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, τόσο φρόνιμα, που απορώ. Κάτι πάλι θα μας ξεσπάσει στο κεφάλι. -Μην είναι άρρωστα; Τρελαντώνης και φρονιμάδα δεν παν μαζί! Κάτι θα σκαρφίζεται να μας βγάλει στη μέση το σκάνταλο μυαλό του».

Σύντροφός του σε πολλές από τις σκανδαλιές του, παρόλο που έχουν συχνές διαφωνίες και διαμάχες, είναι η Πουλουδιά. Μάλιστα για χάρη της, στην προσπάθειά του να της πιάσει ένα καβούρι, γκρεμοτσακίζεται και σπάει το κεφάλι του. Χωρίς όμως ποτέ να παρασυρθεί σε παραπανίσιες διαχυτικότητες. «Ο Αντώνης δεν αγαπούσε τις αισθηματολογίες, ούτε τις στεναχώριες, ούτε τις τύψεις και τις λύπες».

Βέβαια, παρόλο που ο Αντώνης είναι ο πρωταγωνιστής, θα ήταν σημαντική παράλειψη αν δεν αναφερόταν, εκτός από την Πουλουδιά, και ένα άλλο πρόσωπο που δίνει στο βιβλίο τη δική του ξεχωριστή νότα, έστω κι αν εμφανίζεται ελάχιστα, κι αυτό είναι ο εξάδελφος Γιάννης, μπροστά στον οποίο ακόμα κι αυτός, ο μεγάλος «σκάνταλος» μένει εκστατικός!

Κλείνοντας αξίζει να αναφέρουμε, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως όλοι οι ήρωες του βιβλίου είναι βασισμένοι σε πραγματικά πρόσωπα. Ο Τρελαντώνης δεν είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας που εμπνεύστηκε η συγγραφέας, αλλά πρόκειται για τον Αντώνη Μπενάκη, τον μεγαλύτερο αδελφό της Πηνελόπης Δέλτα. Η ίδια δίνει στον εαυτό της το όνομα «Πουλουδιά», ενώ η Αλεξάνδρα και ο Αλέξανδρος διατηρούν, όπως και ο Αντώνης, τα πραγματικά τους ονόματα.

Αν τα παιδιά σας αρνούνται να διαβάσουν βιβλία τα καλοκαίρια, μυήστε τα στον κόσμο του Τρελαντώνη και είναι πολύ πιθανόν να γίνει η αιτία να αγαπήσουν την καλή κλασική παιδική λογοτεχνία και το διάβασμα!

Για το Book-Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.
…
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο Αντώνης μαζί με τις δύο αδελφές του, την Αλεξάνδρα και την Πουλουδιά, και με τον μικρό αδελφό του τον Αλέξανδρο, καταφθάνουν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στον Πειραιά, φιλοξενούμενοι της αδελφής του πατέρα τους και του συζύγου της. Εκεί θα περάσουν ένα περιπετειώδες καλοκαίρι, γεμάτο σκανδαλιές και παιχνίδια, μέχρι τη στιγμή που θα έρθουν οι γονείς τους για να γράψουν τον Αντώνη στο σχολείο.

Ένα υπέροχο κλασικό βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας, που αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ, Τρελαντώνης, εκδόσεις Δαμιανός.

…
Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:


Καλοκαίρι



Άπλωσες  δίχτυα καλοκαιράκι,
πάνω στο κύμα το γαλανό.
Τσαμπί σταφύλι στο ένα σου χέρι,
στο άλλο καπέλο ψάθινο.
Σαν αεράκι έρχεσαι, φεύγεις,
πουκαμισάκι χρωματιστό,
ψηλά αρμενίζεις κι  ύστερα γέρνεις,
στην αμμουδιά χάδι χρυσό.
Μια  ζωγραφιά είσαι καλοκαίρι,
στης θάλασσας  την αγκαλιά,
κοράλλι  με μαργαριτάρι
σε καταπράσινα  νερά.
Ευλογημένο καλοκαιράκι,
του ήλιου παράθυρο ανοιχτό.
Ευχή που κάνουν παιδιά στ’ αστέρια,
στη γη να ‘ρθεις, δώρο ακριβό!   
     
 ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΛΕΙΩΝΗ (ανέκδοτο κείμενο)
…

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά Πετούλη.


Γεννήθηκα στην Κόρινθο, μεγάλωσα και σπούδασα στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα μαθήματα σχεδίου (γραμμικό-ελεύθερο) και ζωγραφικής. Διαμένω μόνιμα στο νησί της Σάμου με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά μας. Σε εικαστικό εργαστήρι στο νησί συνέχισα τη σπουδή στο χρώμα, σε υλικά και μικτές τεχνικές . Ασχολούμαι με τη ζωγραφική (ελαιογραφίες, ακουαρέλες, ακρυλικά, έργα για παιδικά δωμάτια, τοιχογραφίες), τη φωτογραφία, την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων και την εκμάθηση ζωγραφικής σε παιδιά. Έχω λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας κι έχω εικονογραφήσει παραμύθια για παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, με πιο πρόσφατα το «Καλημέρα ήλιε» της νηπιαγωγού Ευφροσύνης Σπυροπούλου, «Ο Κόα και το μεγάλο του δώρο» της Αθηνάς Βουδούρη, καθώς επίσης και μια συλλογή ποιημάτων για παιδιά Δημοτικού της νηπιαγωγού Γιώτας Κοτσαύτη, η οποία τιμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2014 με την μοναδική διάκριση στην κατηγορία της ποίησης στον 59ο διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Η εικαστική προσέγγιση ενός παραμυθιού, κειμένου ή ποιήματος με γοητεύει. Η ζωγραφική είναι για μένα ένα παιχνίδι με τα χρώματα και το φως κι έχω φυλάξει μέσα μου ένα κομμάτι παιδικότητας που με οδηγεί δημιουργικά.

Η σελίδα της Αθηνάς στο facebook:

…
Το κείμενο έγραψε η Μαριάνθη Πλειώνη.


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Εργάζομαι ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση 28 χρόνια -τα τελευταία 6 στην Ειδική αγωγή. Μου αρέσει να γράφω ιστορίες για μικρούς και μεγάλους και να βλέπω γύρω μου τους ανθρώπους να χαμογελούν.
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

25η ώρα: μία ιστορία για τις ιστορίες!



Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία μακρινή Χώρα, ζούσε ένας καλόκαρδος βασιλιάς, που φημιζόταν για τη σύνεση και τον δίκαιο χαρακτήρα του. Για τις ίδιες αρετές ήταν γνωστή και η πανέμορφη βασίλισσα, με την οποία είχε αποκτήσει τρεις γιους.

Ο πρώτος, ο μεγαλύτερος, ήταν τόσο δυνατός και γενναίος, που ξεπερνούσε σε ανδρεία ως και τους πιο ατρόμητους πολεμιστές. Ακόμα και οι πιο εκπαιδευμένοι, οι πιο ανίκητοι στρατιώτες, έμοιαζαν ασήμαντοι μπροστά του.

Ο δεύτερος γιος διακρινόταν για τη σπάνια μόρφωσή του. Δεν σταματούσε ποτέ να διαβάζει και να καλλιεργεί τις γνώσεις του. Αυτό του έδινε την ικανότητα να βρίσκει τις καταλληλότερες λύσεις ακόμα και στα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα. Δεν ήταν καθόλου περίεργο, λοιπόν, που σχεδόν όλοι τον ήξεραν σαν «Σοφό».

Ο τρίτος γιος, ο μικρότερος, δεν διέθετε ούτε ιδιαίτερη δύναμη και γενναιότητα ούτε ιδιαίτερη εξυπνάδα και σοφία. Το δικό του χάρισμα, εκτός από την απλότητα και την καλοσύνη του, ήταν η μεγάλη φαντασία. Διαρκώς επινοούσε ιστορίες. Το μυαλό του ταξίδευε σε τόπους φανταστικούς. Με τον νου του έπλαθε τους πιο απίθανους ήρωες.  Όλα αυτά, βέβαια, τον έκαναν αφηρημένο και αδέξιο. Το αποτέλεσμα ήταν να παραγκωνίζεται και να γίνεται αντικείμενο περιφρόνησης –ακόμα και χλευασμού πολλές φορές–  ως και των πιο "άσημων" κατοίκων της Χώρας. Παρόλ’ αυτά τα παιδιά τον λάτρευαν. Ίσως γιατί ήταν τα μόνα που μπορούσαν να διακρίνουν ξεκάθαρα σε κείνον κάτι που υπόλοιποι δεν έβλεπαν καν…

Ο καιρός περνούσε. Τα τρία πριγκιπόπουλα είχαν γίνει πια ολόκληρα παλικάρια, που έσφυζαν από ζωή και υγεία. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, όμως, έμοιαζαν όλο και πιο γερασμένοι. Αυτοί, που το χαμόγελο σπάνια έφευγε από τα χείλη τους, ήταν τώρα μονίμως προβληματισμένοι και κακοδιάθετοι. Κάτι σοβαρό φαινόταν να τους απασχολεί. Κάτι που θέλησαν τελικά να μοιραστούν με τα παιδιά τους. Γι’ αυτό, ένα φθινοπωρινό απόγευμα, τα κάλεσαν στο ιδιαίτερο διαμέρισμά τους.

Οι τρεις νεαροί βρήκαν τον πατέρα τους ξαπλωμένο. Ήταν άρρωστος. Η μητέρα στεκόταν δίπλα του ανήσυχη. Τους έγνεψε να πλησιάσουν και, τότε, ο βασιλιάς μίλησε με αδύναμη, σιγανή φωνή:

«Αγαπητά μου παιδιά, δεν θα σας φώναζα σήμερα εδώ να σας αναστατώσω, αν ένας πολύ σοβαρός λόγος δεν με ανάγκαζε. Πάει καιρός τώρα που μια απειλή μας βασανίζει καθημερινά. Ένας πανούργος άνθρωπος, που συστήνεται ως «μάγος», έχει μετακομίσει στην σπηλιά, η οποία βρίσκεται πάνω από την πηγή που τροφοδοτεί με νερό όλη τη Χώρα. Από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στον τόπο μας, δεν σταμάτησε να ζητάει και κάτι: μία χρήματα, μία πολύτιμα αντικείμενα, την άλλη άντρες, γυναίκες, παιδιά να τον υπηρετούν. Όταν καθυστερούμε να ικανοποιήσουμε τις παράλογες απαιτήσεις του, απειλεί πως θα δηλητηριάσει την πηγή και θα έχουμε όλοι έναν φριχτό θάνατο από το μολυσμένο νερό. Οι άντρες μου προσπάθησαν αρκετές φορές να τον προσεγγίσουν ή να επιτεθούν, μα είναι αδύνατον. Δεκάδες άγρια ζώα είναι παραταγμένα σε μια πολύ μεγάλη έκταση γύρω από τη σπηλιά. Την περιφρουρούν αδιάκοπα και δεν αφήνουν κανέναν να πλησιάσει».

Αφού ήπιε μια γουλιά δροσερό νερό, συνέχισε με ακόμα πιο αδύναμη φωνή:

«Γι’ αυτό σας κάλεσα απόψε. Μήπως όλοι μαζί καταφέρουμε να βρούμε μια λύση».

«Ένδοξε βασιλιά», πήρε τον λόγο ο πρώτος γιος, «ξέρεις πως είμαι δυνατός και ατρόμητος. Δεν φοβάμαι τίποτα. Αύριο κιόλας θα έχεις δεμένο χειροπόδαρα τον δειλό άνθρωπο, που τόσο σε βασανίζει».

 «Σεβάσμιε πατέρα», είπε ο δεύτερος,  «οι γνώσεις  και η σοφία μου έχουν διαδοθεί στα πέρατα του κόσμου. Ποτέ δεν έχω αποτύχει σε κάτι. Αύριο τέτοια ώρα θα καταφέρω να παρουσιαστεί μπροστά σου γονατιστός με τη θέλησή του όχι μόνο ο ανόητος άνθρωπος, αλλά και τα αγρίμια-φύλακές του».

Ο τρίτος γιος, που τόση ώρα κοιτούσε με θαυμασμό και τρυφερότητα τα αδέλφια του, στράφηκε προς τους γονείς τους:

«Πολυαγαπημένε μου πατέρα, πολυαγαπημένη μου μητέρα, δεν είμαι ούτε πολύ δυνατός ούτε πολύ μορφωμένος. Αν, όμως,  τα αδέρφια μου δεν τα καταφέρουν, να ξέρετε πως θα προσπαθήσω κι εγώ με τη σειρά μου, να βρω μια λύση. Επιθυμώ αρχικά να μιλήσω μαζί του, να καταλάβω αυτόν τον άνθρωπο. Ίσως έτσι καταφέρω να βρω έναν τρόπο να μαλακώσω τη σκληρή καρδιά του».

Συγκινημένος ο γερο-βασιλιάς από τις δηλώσεις των γιων του, τους έδωσε την ευχή του κι αποκοιμήθηκε εξαντλημένος, με τη βασίλισσα να ξαπρυπνά ακούραστα στο προσκεφάλι του…
…………………………………………………………………………………………..
Το ίδιο κιόλας βράδυ ο πρώτος γιος ξεκίνησε την αποστολή του. Πλήθος κόσμου τον συνόδευε με επευφημίες. Μα ούτε η δύναμη, ούτε η γενναιότητά του κατάφεραν να τον βοηθήσουν. Σύντομα βρέθηκε αιχμάλωτος στη σπηλιά του μάγου.

Το επόμενο βράδυ ο δεύτερος γιος, κι αυτός με τη συνοδεία και τη στήριξη όσων πίστευαν στις ικανότητές του, ξεκίνησε για τη σπηλιά. Μα ούτε η εξυπνάδα ούτε η σοφία του ήταν αρκετά, ώστε να ξεγελάσουν τον μάγο. Πριν καλά καλά αντιληφθεί τι συμβαίνει, πιάστηκε στα δίχτυα του.

Έφτασε η τρίτη μέρα και ήρθε η σειρά του μικρότερου να προσπαθήσει. Οι κάτοικοι του τόπου, πανικόβλητοι, αφού τα δύο πρώτα παλικάρια δεν κατάφεραν τίποτα, άρχισαν να αναζητούν τρόπους για να εγκαταλείψουν τη Χώρα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν σε απόγνωση. Έτσι, ξεκίνησε να βαδίζει ολομόναχος προς το επικίνδυνο λημέρι. Καθώς προχωρούσε, σε κάθε γωνιά, συναντούσε και ένα κρυμμένο παιδί που του έγνεφε ενθαρρυντικά. Αυτό του έδωσε δύναμη να προχωράει με μεγαλύτερη πίστη και ελπίδα.

Σε λίγο συνάντησε στον δρόμο τα πρώτα άγρια θηρία. Τον κοίταζαν από μακριά, έτοιμα να χιμήξουν. Τότε, χωρίς να το σκεφτεί, άρχισε με σταθερή, ήρεμη φωνή να αφηγείται μία από τις ιστορίες του. Τα θεριά απόμειναν να τον κοιτάνε με ανοιχτό το στόμα. Και, έτσι, συνέχισε ανενόχλητος να προχωράει. Όπου υπήρχαν άγρια θηρία, μαγεύονταν από την ηρεμία, από τη γλυκιά, απαλή φωνή του και τον ακολουθούσαν και κείνα, χωρίς να τον πειράξουν. Αυτό συνεχιζόταν και συνεχιζόταν, ώσπου ο νέος έφτασε στη σπηλιά.

Ο μάγος, ένας μικρόσωμος νευρικός άνθρωπος, περίμενε στην είσοδό της. «Βλέπω πως τα μάγια σου είναι ισχυρότερα από τα δικά μου… Για να κατορθώσεις να δαμάσεις όλα αυτά τα άγρια θηρία, κάτι ισχυρό θα τους πότισες…», φώναξε οργισμένος.

«Από μαγικά δεν κατέχω. Ούτε ήρθα εδώ σαν εχθρός, αλλά σαν άνθρωπος που θέλει να γίνει φίλος. Πρώτα όμως σου ζητώ να ελευθερώσεις όλους όσους έχεις φυλακίσει, ανάμεσά τους και τα αδέρφια μου και, αν το επιθυμείς, να ζήσεις ειρηνικά στη Χώρα μας…».

Ο μάγος αιφνιδιασμένος από την απλότητα και τις καλές προθέσεις του άντρα, έμεινε για λίγη ώρα ασάλευτος. Όταν μετά από λίγο μίλησε, είπε τα εξής:

«Θα κάνουμε μια συμφωνία. Αν τα καταφέρω εγώ, θα αιχμαλωτίσω και εσένα και θα συνεχίσω να ζητάω  ό,τι θέλω από το παλάτι, ώσπου να αφανιστεί η Χώρα. Αν τα καταφέρεις εσύ, θα ελευθερώσω όλους τους αιχμαλώτους μου και θα ζήσω, όπως ζήτησες, ειρηνικά στον τόπο σας. Επειδή φέρθηκες με ευγένεια και όχι με πονηριά, ούτε ήρθες με κακές προθέσεις, δεν θα σε σκοτώσω. Θα κάνουμε όμως μιαν αλλιώτικη μονομαχία. Νικητής θα είναι αυτός που θα προσθέσει στο ρολόι άλλη μία ώρα».

Ο νεαρός, όπως ήδη είπαμε, δεν ήταν προικισμένος με σπάνια δύναμη, ούτε με μεγάλη μόρφωση. Γνώριζε όμως καλά πώς ο χρόνος μπορεί να χάσει τη διάστασή του. Επειδή δεν ήταν αλαζόνας, ούτε ισχυρογνώμων, δεν καυχήθηκε, δεν έδειξε σίγουρος για τη δική του δύναμη και την αδυναμία του μάγου. Άλλωστε, η αγάπη, η καλοσύνη και η απλότητα ήταν, όπως είπαμε, τα στοιχεία που νικούσαν μέσα του.

Πρώτος προσπάθησε ο μάγος. Με φίλτρα, ξόρκια και με βοηθό τη δύναμη του Κακού, κατάφερε να προστεθεί στο ρολόι μία ακόμα ώρα. Παρ’ όλο που αυτή την επιπλέον ώρα δεν συνέβη κάτι το ιδιαίτερο, η διάθεση των ανθρώπων άλλαξε πολύ. Ένιωθαν δυσφορία, ήταν κακόκεφοι, τα μάτια τους ήταν κολλημένα στους δείκτες. Ανυπομονούσαν αυτά τα εξήντα πρόσθετα λεπτά να περάσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Την επόμενη μέρα, ο τρίτος γιος του βασιλιά, αφού κοιμήθηκε στη σπηλιά μαζί με τους αιχμαλώτους, ξύπνησε γαλήνιος και καλοδιάθετος, όπως πάντα. Βοήθησε στις δουλειές του μάγου, δείπνησε μαζί με τους υπόλοιπους, και, όταν ήρθε το βράδυ και το ρολόι κόντευε να δείξει 00:00 ξεκίνησε να αφηγείται μία ιστορία.

Οι άνθρωποι, απογοητευμένοι, επηρεασμένοι από την περασμένη μέρα, αρχικά τον αγνόησαν. Κάποια στιγμή ένας πλησίασε. Σιγά σιγά μαζεύτηκαν περισσότεροι. Μέσα σε λίγα λεπτά, όλοι όσοι βρίσκονταν στη σπηλιά, αλλά και στις γύρω περιοχές, συγκεντρώθηκαν και άκουγαν με προσήλωση τον νεαρό άντρα. Ο κίνδυνος των θηρίων δεν υπήρχε πια -έμοιαζαν κι αυτά μαγεμένα από τα λόγια του. Όσο συνέχιζε την ιστορία του έρχονταν κι άλλοι, κι όσο έρχονταν κι άλλοι, τους ακολουθούσαν ακόμα περισσότεροι. Σταδιακά, όλοι οι κάτοικοι της Χώρας, ακόμα κι αυτοί που είχαν μόλις κινήσει ή σκέφτονταν να κινήσουν για άλλους τόπους, μαζεύτηκαν στην περιοχή. Άντρες, γυναίκες, παιδιά κρέμονταν από τα χείλη του. 60΄ λεπτά, μία επιπλέον ώρα, κύλησε σαν νερό: τους άφησε γοητευμένους, με μία γλύκα στην ψυχή.

Το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα ήταν η αλλαγή που έγινε στην ψυχή του μάγου. Παραδέχτηκε αμέσως την ξεκάθαρη «νίκη» του μικρού πρίγκιπα και από τότε έζησε για όλη του τη ζωή ειρηνικά στη Χώρα, χρησιμοποιώντας τα μαγικά του μόνο για καλό σκοπό.

Από εκείνη τη μέρα κάτι, θαρρείς, άλλαξε στις ψυχές όλων των ανθρώπων… Έπαψαν να περιφρονούν τον τρίτο γιο του βασιλιά. Η 25η ώρα έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό και τις καρδιές τους. Ξαφνικά αντιλήφθηκαν πως δεν αρκεί η δύναμη ούτε η σοφία, αν δεν συνοδεύονται από απλότητα και καλοσύνη. Τα πλούτη κι όλη η δόξα του κόσμου δεν αξίζουν, αν απουσιάζουν οι ιστορίες, τα παραμύθια, να γλυκάνουν, να μερώσουν την ψυχή…

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

(Η ιστορία αυτή γράφτηκε για το λογοτεχνικό project 25η ώρα)

Την εικόνα που συνοδεύει την ιστορία έκανε η Αθηνά Πετούλη.