Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Ο Πουπουλένιος



Μια φορά και έναν καιρό, βαθιά μέσα στο δάσος, είχε κάνει τη φωλιά της μια οικογένεια ερωδιών. Ήταν τόσο όμορφο θέαμα να βλέπεις αυτά τα πουλιά με τα ολόλευκα πούπουλα και τα μακριά μαύρα ράμφη να κατεβαίνουν ως την όχθη του ποταμού και να τσιμπολογούν μικρά ψαράκια ή έντομα που πέταγαν κοντά στα κρυστάλλινα νερά.  

Μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα, όλη η οικογένεια είχε πετάξει στο ποτάμι για να βρει φαγητό. Ο άνεμος φυσούσε δυνατά και αυτό έκανε τα ψαράκια να κρύβονται πίσω από τις πέτρες του ποταμού και τα βατραχάκια να κουρνιάζουν πίσω από τα φύλλα. Το μικρότερο πουλάκι πήρε τότε μια απόφαση ηρωική: θα έβαζε το ράμφος του μέσα στο νερό και θα προσπαθούσε να τσιμπήσει κανένα σκουληκάκι που βρίσκεται στο βυθό του ποταμού!

Όπως, όμως, σκύβει να βάλει το ράμφος του μέσα στο νερό, μπλουμ, ακούγεται ξαφνικά ένας ήχος τόσο δυνατός που το έκανε να τρομάξει, να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει μακριά. Ο άνεμος που φυσούσε ήταν δυνατός και αφού πρώτα το στροβίλισε για λίγη ώρα πάνω από τον ποταμό, το σήκωσε ψηλά, πιο ψηλά και από τα πανύψηλα δέντρα και το πήρε μαζί του στο παιχνιδιάρικο ταξίδι του!

«Εεε, πού με πας; Άσε με κάτω γρήγορα, τρομάζω από δω ψηλά!». 

Το πουλάκι φτεροκοπούσε αδιάκοπα, αλλά δεν ήταν αρκετό κι έτσι έπεσε με δύναμη πάνω σε μια βελανιδιά κι έχασε τις αισθήσεις του.

Όταν ξύπνησε, είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Γύρω του, η φύση του έμοιαζε άγνωστη, όμως κάτι περίεργο είχε συμβεί. Δεκάδες μάτια τον κοίταζαν διερευνητικά. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί; Πού βρισκόταν;

Πρώτη από όλους μίλησε μια κουκουβάγια: 

«Με λένε Κόκο και μένω σε αυτή τη βελανιδιά. Λίγο έλειψε να μου χαλάσεις τη φωλιά. Τι γυρεύεις σε αυτά τα μέρη; Σίγουρα δεν είσαι από δω.»

«Το όνομά μου είναι Πουπουλένιος. Με πήρε ο άνεμος όταν προσπαθούσα να βρω τροφή στο ποτάμι. Που βρίσκομαι; Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου θα με ψάχνουν! Πρέπει να τους βρω!».

« Αχ, το κακόμοιρο πουλάκι, τι περιπέτεια!», πετάχτηκε ένα άλλο ζώο που ο Πουπουλένιος δεν είχε ξαναδεί. Είχε κόκκινο τρίχωμα και μια μεγάλη και φουντωτή ουρά. 

«Εγώ είμαι η Πουπέτα. Μην ανησυχείς, θα σε φροντίσουμε. Κόκο, πρέπει γρήγορα να κάνουμε συμβούλιο της γειτονιάς.»

Κι έτσι, όλα τα ζωάκια μαζεύτηκαν γύρω από την κουκουβάγια για να βρούνε μια λύση. 

«Λοιπόν, Πουπουλένιε, θα σε βοηθήσουμε να βρεις πάλι την οικογένειά σου. Η Πουπέτα και ο Σήφης το κοτσύφι, που ξέρουν όλα τα μυστικά του δάσους, θα έρθουν μαζί σου». 

«Σας ευχαριστώ πολύ!», είπε ο Πουπουλένιος και έκανε μια φούρλα πάνω από τα ζωάκια που άρχισαν να χειροκροτούν.

Ξεκίνησαν λοιπόν ο Πουπουλένιος, η Πουπέτα και ο Σήφης κατά μήκος του ποταμού. Καθετί του προξενούσε απορίες και όλο ρωτούσε τους νέους του φίλους: τι είναι αυτό, τι κάνει εκείνο; Ξαφνικά, όπως πήγαιναν, ο Σήφης το κοτσύφι έβγαλε μια κραυγή:

«Προσοχή! Το γεράκι καραδοκεί, κόβει βόλτες να μας αρπάξει…!». 

Δεν πρόλαβε ο Σήφης να τελειώσει τα λόγια του και βλέπει ο Πουπουλένιος το γεράκι να κάνει μια βουτιά και να έρχεται κατευθείαν επάνω του! Πω πω, πώς φοβήθηκε! Μόλις που πρόλαβε να δει μια κουφάλα ενός δέντρου, κρύφτηκε μέσα και ανάσανε ανακουφισμένος…

Όταν πλέον η απειλή απομακρύνθηκε, ο Πουπουλένιος ρώτησε τον Σήφη:

«Μα γιατί θέλει να με φάει; Τι του έκανα;». 

«Εσύ, τίποτα, αλλά στη φύση έτσι γίνεται, όλοι χρειαζόμαστε φαγητό και ο μικρότερος σε μέγεθος βρίσκεται σε μειονεκτική θέση…». Ο Πουπουλένιος δεν πολυκατάλαβε τι θα πει «σε μειονεκτική θέση» αλλά  κατάλαβε ότι θα έπρεπε να έχει τα μάτια του συνέχεια ανοιχτά για τους κινδύνους του δάσους. 

Προχωρήσανε κι άλλο κατά μήκος του ποταμού, ώσπου η Πουπέτα οσμίστηκε στον αέρα μια μυρωδιά που δεν της άρεσε καθόλου. 

«Τι συμβαίνει;», ανησύχησε ο Πουπουλένιος. 

«Σσσ… κάποιο φίδι βρίσκεται εδώ κοντά. Εάν δεν κάνουμε ησυχία, θα μας καταλάβει και θα μας επιτεθεί…». 

Δεν περνάνε μερικά δευτερόλεπτα και βλέπουν κάτω από τα πόδια τους τα πεσμένα φύλλα των δέντρων να κουνιούνται και να ξεπροβάλει το γυαλιστερό σώμα ενός φιδιού. 

Πανικός! Τρέχει η Πουπέτα να κρυφτεί και ο Σήφης ανοίγει διάπλατα τα φτερά του να πετάξει μακριά. Τι να κάνει και ο Πουπουλένιος, δίνει μια και πηδάει στο κλαδί του πιο κοντινού δέντρου, και από κλαδί σε κλαδί φτάνει στην κορυφή, σώος και αβλαβής. Αλλά είχε πάρει μια τρομάρα! Που να ήξερε ότι το δάσος έκρυβε τόσες απειλές!

Συνεχίζουν, λοιπόν, τα τρία ζωάκια το ταξίδι τους, ανταλλάσσοντας ιδέες και τρόπους για να αποφύγουν τις κακοτοπιές του δάσους. 

Ξάφνου, ξεπρόβαλε από έναν θάμνο ένα περίεργο ζώο καλυμμένο με αγκάθια που όμοιό του ο Πουπουλένιος δεν είχε ξαναδεί. Το ζωάκι ήταν λυπημένο και τους αποκάλυψε ότι τα άλλα ζώα δεν το πλησιάζουν γιατί τσιμπάει... Η Πουπέτα το παρηγόρησε λέγοντάς του ότι θα έπρεπε να είναι χαρούμενο που έχει τα αγκάθια του να τον προστατεύουν από τους κινδύνους του δάσους! 

Ο Πουπουλένιος σκέφτηκε ότι και εκείνου δεν του άρεσε το μυτερό του ράμφος αλλά χάρη σε εκείνο μπορούσε να βρει τροφή στο ποτάμι, και αυτόματα αισθάνθηκε πολύ περήφανος! 

«Έλα, σκούπισε τα δάκρυά σου, οι φίλοι σου γρήγορα θα καταλάβουν σε τι χρησιμεύουν τα αγκάθια σου και θα είστε και πάλι μια παρέα».

«Μα να, σε λίγο θα φτάσουμε στην οικογένειά σου», πετάχτηκε ο Σήφης το κοτσύφι που δεν του άρεσαν και πολύ οι δακρύβρεχτες ιστορίες.

Χαρούμενα φτερουγίσματα ακούστηκαν από μακριά  και έφτασαν μέχρι το σημείο του ποταμού όπου η οικογένεια του Πουπουλένιου είχε κατέβει για φαγητό.

 «Μαμά, μπαμπά, επιτέλους σας βρίσκω!», αναφώνησε το μικρό πουλάκι και όρμησε προς τους γονείς του!

«Τι χαρά, μικρέ μου Πουπουλένιε! Νομίζαμε πως είχες χαθεί στο δάσος και πως δεν θα σε ξαναβλέπαμε. Πόσο περήφανη είμαι που κατάφερες και ξεπέρασες όλα τα εμπόδια για να έρθεις να μας βρεις!», είπε η μαμά του συγκινημένη.

«Με βοήθησαν και οι νέοι μου φίλοι», και έδειξε την Πουπέτα και τον Σήφη το κοτσύφι. 

Η μαμά και ο μπαμπάς ευχαρίστησαν τους δύο νέους φίλους του γιού τους, σφιχταγκάλιασαν τον Πουπουλένιο και του είπαν: «Λοιπόν, σίγουρα θα έχεις ένα σωρό ιστορίες να μας διηγηθείς…».

Και ο Πουπουλένιος άρχισε να διηγείται την περιπέτειά του, ώσπου ήρθε το βραδάκι και τον πήρε γλυκά ο ύπνος στην αγκαλιά των γονιών του…

ΑΝΘΗ ΠΟΛΥΜΑΤΙΔΟΥ (ανέκδοτο κείμενο)
…


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…

Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ελεάνα Μάρκου. 



Η Ελεάνα γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1995.

Είναι Φοιτήτρια στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και ασχολείται ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική.
…
Το κείμενο έγραψε η Ανθή Πολυματίδου.



Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα αλλά τα τελευταία 5 χρόνια ζω στην Πάτρα με την οικογένειά μου. Σπούδασα Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια ακολούθησα μεταπτυχιακές σπουδές στο Στρασβούργο όπου ειδικεύτηκα στη μετάφραση και διερμηνεία σε δύο ξένες γλώσσες (γαλλικά και αγγλικά). Έχω διδάξει σε δημοτικά σχολεία της περιοχής των Πατρών με κύριο μέλημά μου να μεταφέρω την αγάπη μου για τη γαλλική γλώσσα και πολιτισμό στα μικρά παιδιά. Οι ιστορίες και τα παραμύθια -γραπτά, προφορικά, ή και επινοημένα στη στιγμή, αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητάς μου. 

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…
Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:








Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Νανούρισμα



Κατεβαίνει το φεγγάρι,
έρχεται στη γη να δει
ποιο μαμούνι δεν κοιμάται,
ποιο λουλούδι, ποιο παιδί.

Κατεβαίνει από μια σκάλα
μέσα σε χρυσή βροχή,
το υποδέχεται το αγέρι,
η γαλήνη κι η σιωπή.

Φέρνει βόλτα μες στους δρόμους,
στις αυλές, στους κήπους μπαίνει,
σκαρφαλώνει στα μπαλκόνια,
στα παράθυρα ανεβαίνει.

Κι όποιον βρίσκει να κοιμάται,
στο προσκέφαλο του πλάι
ένα ολόχρυσο δωράκι
χρυσανάλαφρα ακουμπάει.

Ποιο μαμούνι δεν κοιμάται,
ποιο λουλούδι,  ποιο παιδί;
Το χρυσό το φεγγαράκι
μην το δει.

ΡΕΝΑ ΚΑΡΘΑΙΟΥ
…



Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας, διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.
 
Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά-Μαρία Μιχοπούλου.

Γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1971 στον Βόλο, όπου κατοικεί με τα δύο της παιδιά, τη Φωτεινή και τον Φίλιππο.

Το 1992 πήρε το πτυχίο της νηπιαγωγού από την ιδιωτική σχολή Granits στην Αθήνα. Εργάστηκε στον Βρεφονηπιακό Σταθμό Βόλου για 4 χρόνια και, παράλληλα, φοίτησε στο δημόσιο Ι.Ε.Κ. Βόλου (τμήμα προσχολικής αγωγής).

Παρακολούθησε για έναν χρόνο μαθήματα στο τμήμα καλών τεχνών του Καλλιτεχνικού Οργανισμού του Δήμου Βόλου.

Ζωγραφίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό της και σχεδόν πάντα σε ερασιτεχνικό επίπεδο.

Οι μεγάλες της αγάπες είναι τα παιδιά, τα  βιβλία, η μουσική, η θάλασσα, τα ζώα, οι ζεστές αγκαλιές, το φεγγάρι και ο Βόλος.

Πιστεύει πως η τέχνη, όταν προσεγγίζεται βιωματικά, αποκαλύπτει αλήθεια και μπορεί μ’ ένα μαγικό τρόπο να λυτρώνει και να αγγίζει.
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ-Πηνελόπη Δέλτα

«…Ναι, μ’ αρέσεις εσύ, είπε μάγκικα η Κλειώ,
γιατί δεν είσαι φρόνιμος, και δεν κάνεις το φρόνιμο.
Σπάζεις τζάμια, σπάζεις κεφάλια,
προπάντων το δικό σου, τα βάζεις με μαγκόπαιδα
 δυο φορές μεγαλύτερά σου, τραβάς τ’ αυτιά του Ντον,
κάνεις όλες τις αταξίες που κάνουν τα κακά παιδιά στα βιβλία…»

«Ο Αντώνης ήταν φωστήρας! Ο Αντώνης ήταν ήρωας,
άξιος να καταπιαστεί τα πιο μεγάλα πράματα!»
Π.Δ.

Πόσα και πόσα παιδιά δεν έχει συντροφέψει ο «Τρελαντώνης» με τις περιπέτειές του -ένα βιβλίο που έχει ταυτιστεί με το κλείσιμο των σχολείων και τις διακοπές. Από τα πρώτα βιβλία που συντρόφεψαν τα καλοκαίρια μου ως παιδί. Από τα πρώτα βιβλία που διάβασα κεφάλαιο-κεφάλαιο στην κόρη μου όταν ολοκλήρωσε την πρώτη χρονιά στο νηπιαγωγείο και έκρινε ότι τα παραμύθια ήταν «για μωρά». Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε που το πρωτοέπιασα στα χέρια μου και βυθίστηκα στις σελίδες του, όμως με το ίδιο ακριβώς ανεξάντλητο πάθος ανατρέχω σ’ αυτό κάθε χρόνο τέτοια περίοδο.

O «Τρελαντώνης» αγαπήθηκε πολύ από μικρούς και μεγάλους, ανεξάρτητα από τις εποχές. Ευχάριστο, καλογραμμένο, ανάλαφρο και απολαυστικό δικαίως κατέκτησε τις καρδιές γενιών και γενιών αναγνωστών.

Για πάμε όμως να θυμηθούμε λίγο πιο αναλυτικά τον ζωηρό μα αξιαγάπητο αυτόν ήρωα.

«Ο Αντώνης ήταν πολύ σκάνταλος και πολύ άτακτος, και κάθε λίγο έβρισκε τον μπελά του.
Δεν περνούσε μέρα που να μην έτρωγε δυο-τρεις κατσάδες, πότε από τη θεία του, πότε από τη μαγείρισσα, πότε από την Αγγλίδα δασκάλα και πότε από την τραπεζιέρα…».

Ένα αγόρι οκτώ χρονών που πάντα κάτι σκαρφίζεται για να αναστατώνει τους γύρω του. Μαζί με τα τρία αδέρφια του, την πρωτότοκη σοβαρή και περήφανη Αλεξάνδρα, την γκαφατζού και ευαίσθητη Πουλουδιά, τον γλυκό και τρυφερό μικρό Αλέξανδρο, ο Αντώνης ταξιδεύει από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στον Πειραιά. Στο σπίτι της αδερφής του πατέρα τους, της αυστηρής θείας Μαριέττας, και του συζύγου της, του καλόγνωμου θείου Ζωρζή, θα περάσουν τις περιπετειώδεις καλοκαιρινές τους διακοπές.

Τι ήταν όμως αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει;

Κατ’ αρχάς οι… σπάνιες ικανότητές του!

«…ο Αντώνης έκανε πολλά και δύσκολα πράματα. Έκανε τούμπες τρεις στη σειρά, -και θα έκανε, λέει, και τέσσερεις, αν ήταν πιο μεγάλη η κάμαρα και αν δεν χτυπούσε ο τοίχος στα ποδάρια του· σκαρφάλωνε στη γαζία της αυλής· καβαλίκευε στην κουπαστή της σκάλας και κατέβαινε γλιστρώντας ως κάτω· έκανε, πηδώντας με το ένα πόδι, τρεις φορές το γύρο της αυλής του σπιτιού, χωρίς ν’ αγγίξει τον τοίχο· κάθε πρωί, στη θάλασσα, βουτούσε το κεφάλι του στο νερό, κι έμενε τόση ώρα με κλειστό στόμα και ανοιχτά μάτια, και δεν πνίγουνταν ποτέ. Και άλλα πολλά έκανε ο Αντώνης…».

Κι έπειτα οι… μαγικές του τσέπες!

«…είχε πάντα γεμάτες τις τσέπες του από τόσους θησαυρούς. Τι δεν έβρισκες μέσα! Καρφιά, βώλους, βότσαλα, σπάγγους, κάποτε και κανένα κομμάτι μαστίχα μασημένη, και, πάνω απ’ όλα, το τρίγωνο γυαλί, που είχε πέσει από τον πολυέλαιο της εκκλησίας, και που έκανε τόσο ωραία χρώματα σαν το έβαζες στον ήλιο. Ολόκληρο πλούτο είχαν οι τσέπες του…».

Μα και ο σταθερός, έντιμος χαρακτήρας του.

«Ο Αντώνης είναι σκάνταλος, μα ψέματα δε λέει». Δεν ήταν «μαντατούρης», όπως έλεγε η Πουλουδιά.

Μπορεί να μάλωνε συχνά με τα αδέρφια του, και ειδικά με τα κορίτσια,

«…είχε βαθιά περιφρόνηση για τα κορίτσια γιατί, λέει, κλαιν για το τίποτα. Εκείνος, σαν αγόρι που ήταν, δεν έκλαιγε ποτέ, όσο και να χτυπούσε, όσο και να πονούσε»

 αλλά τα αγαπούσε και τα προστάτευε όταν παρουσιαζόταν ανάγκη.

«Κατελυτήρι» τον χαρακτήριζε η θεία Μαριέττα, γιατί πριν προλάβει να κλείσει μήνας τρυπούσε τα παπούτσια του. «Σε τέτοια θηρία χρειάζονται σιδερένια ποδήματα!», συμπλήρωνε κουβεντιάζοντας με την αδελφή της, τη θεία Αργίνη.

Οι αδελφές του θαύμαζαν το θάρρος και την αφοβιά του που «τις έκανε να αισθάνονται κουτές, φοβητσιάρες και ανάξιες, και να δέχονται την επιβολή του σα δίκαια. Ως την ώρα που γίνουνταν τυραννικός και τότε αυτές επαναστατούσαν».

Η διαμάχη του με της Μις Ράις που μεθυσμένη τον χτύπησε, το κάπνισμα του ναργιλέ του θείου Ζωρζή, η προσβολή στη Εβραία γειτόνισσά τους την Αλίς, το πέσιμο στη γούρνα του σπιτιού της θείας Αργίνης, το δάγκωμα από τον Ντον, τον σκύλο του βασιλιά, το λύσιμο της ξένης βάρκας και η περιπετειώδης περιπλάνηση στη θάλασσα, ο τραυματισμός του χεριού του από τη ραπτομηχανή της θείας, το μάδημα όλων των λουλουδιών του κήπου, το σπάσιμο του κεφαλιού του στα βράχια στην προσπάθειά του να πιάσει έναν κάβουρα για την Πουλουδιά, το σπάσιμο των κανατιών του Μπαρμπαγιάννη Κανατά είναι μερικές μόνο από τις ζημιές του Αντώνη που σίγουρα όποιος διάβασε το βιβλίο θα τις θυμάται καλά!

Πεισματάρης καθώς είναι σπάνια κλαίει-«παλικαρίσια ακλαψιά»-, όμως είναι ένα παιδί που αναγνωρίζει τα λάθη του. Δύσκολα παρόλ’ αυτά θα δεχτεί τη συμπαράσταση των άλλων. «…Τον ήξεραν τον Αντώνη τ’ αδέλφια του, πως, όσο πιο λυπημένος ήταν, τόσο πιο ακατάδεχτος γίνουνταν και τόσο πιο δεν ήθελε παρηγοριές και συμπάθειες…».

Όταν καταλαβαίνει πως τα πράγματα σοβαρεύουν, αναγνωρίζει ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουν οι σκανταλιές και οι καβγάδες. Μάλιστα όταν λέει το τελειωτικό «Παύσατε πυρ!» η Αλεξάνδρα, η Πουλουδιά και ο Αλέξανδρος ξέρουν ότι δεν χωράει άλλη κουβέντα ανάμεσά τους. «Στις μαγικές αυτές λέξεις κανένας δεν αντιστέκουνταν ποτέ, προπάντων σαν τις ξεστόμιζε ο Αντώνης προστακτικά, με ύφος μεγάλου στρατηγού».

Οι δυσκολίες δεν τον πτοούν. Σχεδόν πάντα βρίσκεται στο επίκεντρο της παρέας, ακόμα κι αν σ’ αυτή συμμετέχουν τα μεγαλύτερα ξαδέλφια του. Κάτι τέτοιες στιγμές «κόβει και ράβει», λαμποκοπάει ολόκληρος από χαρά, «τα μάτια του αστράφτουν, η φωνή του σαλπίζει και βροντάει, οι διαταγές του πέφτουν σαν αστροπελέκια και όλοι υποτάσσονται μαγεμένοι, υπακούν και εκτελούν τις προσταγές του».

«Εγώ σα μεγαλώσω θα γίνω καπετάνιος!», λέει με πομπώδες ύφος! Ενώ τα αδέρφια του του υπενθυμίζουν ότι παλιότερα δήλωνε ότι ήθελε να γίνει… σκύλος, άλογο και ίσως στο μέλλον να θελήσει να γίνει και «περιβολάρης»! Μία ακόμη αφορμή για να ανάψουν τα αίματα!

Κάθε φορά που πάει να συγκινηθεί για κάποιον λόγο, ταράζεται. «Ήταν έτοιμος για ξύλο, όχι όμως για συγκινήσεις. Τις συγκινήσεις τις απεχθάνουνταν…».

Κάτι άλλο που δεν του άρεσε ήταν να ζητάει συγγνώμη. «Αυτό απ’ όλες τις τιμωρίες ήταν η χειρότερη. Ας το έδερνε η θεία, ας τον σκότωνε· μόνο να μην έχει να πει “Συγχωρέστε με, θεία, και δε θα το ξανακάνω πια”. Αυτά ήταν για τα μωρά σαν τον Αλέξανδρο. Αυτός δεν είχε ανάγκη να το υποσχεθεί για να μην το ξανακάνει…».

Όμως οι τρομερές τρέλες, οι «αντώνικες» τρέλες όπως τις χαρακτηρίζει η συγγραφέας, δεν έχουν τελειωμό! Πολλές φορές, παρόλο που είναι τόσες πολλές μαζεμένες, γίνονται με προσοχή, αθόρυβα, με τρόπο τέτοιο που κάνει τους άλλους να αναρωτιούνται. «-Τι ‘πάθαν οι δύο σκανδαλιάρηδες (σ.σ. ο Αντώνης και η Πουλουδιά) σήμερα; Δεν ακούγονται! Και να τους δεις, σαν Παναγιές κάθονται και παίζουν ντόμινο, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, τόσο φρόνιμα, που απορώ. Κάτι πάλι θα μας ξεσπάσει στο κεφάλι. -Μην είναι άρρωστα; Τρελαντώνης και φρονιμάδα δεν παν μαζί! Κάτι θα σκαρφίζεται να μας βγάλει στη μέση το σκάνταλο μυαλό του».

Σύντροφός του σε πολλές από τις σκανδαλιές του, παρόλο που έχουν συχνές διαφωνίες και διαμάχες, είναι η Πουλουδιά. Μάλιστα για χάρη της, στην προσπάθειά του να της πιάσει ένα καβούρι, γκρεμοτσακίζεται και σπάει το κεφάλι του. Χωρίς όμως ποτέ να παρασυρθεί σε παραπανίσιες διαχυτικότητες. «Ο Αντώνης δεν αγαπούσε τις αισθηματολογίες, ούτε τις στεναχώριες, ούτε τις τύψεις και τις λύπες».

Βέβαια, παρόλο που ο Αντώνης είναι ο πρωταγωνιστής, θα ήταν σημαντική παράλειψη αν δεν αναφερόταν, εκτός από την Πουλουδιά, και ένα άλλο πρόσωπο που δίνει στο βιβλίο τη δική του ξεχωριστή νότα, έστω κι αν εμφανίζεται ελάχιστα, κι αυτό είναι ο εξάδελφος Γιάννης, μπροστά στον οποίο ακόμα κι αυτός, ο μεγάλος «σκάνταλος» μένει εκστατικός!

Κλείνοντας αξίζει να αναφέρουμε, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως όλοι οι ήρωες του βιβλίου είναι βασισμένοι σε πραγματικά πρόσωπα. Ο Τρελαντώνης δεν είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας που εμπνεύστηκε η συγγραφέας, αλλά πρόκειται για τον Αντώνη Μπενάκη, τον μεγαλύτερο αδελφό της Πηνελόπης Δέλτα. Η ίδια δίνει στον εαυτό της το όνομα «Πουλουδιά», ενώ η Αλεξάνδρα και ο Αλέξανδρος διατηρούν, όπως και ο Αντώνης, τα πραγματικά τους ονόματα.

Αν τα παιδιά σας αρνούνται να διαβάσουν βιβλία τα καλοκαίρια, μυήστε τα στον κόσμο του Τρελαντώνη και είναι πολύ πιθανόν να γίνει η αιτία να αγαπήσουν την καλή κλασική παιδική λογοτεχνία και το διάβασμα!

Για το Book-Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.
…
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο Αντώνης μαζί με τις δύο αδελφές του, την Αλεξάνδρα και την Πουλουδιά, και με τον μικρό αδελφό του τον Αλέξανδρο, καταφθάνουν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στον Πειραιά, φιλοξενούμενοι της αδελφής του πατέρα τους και του συζύγου της. Εκεί θα περάσουν ένα περιπετειώδες καλοκαίρι, γεμάτο σκανδαλιές και παιχνίδια, μέχρι τη στιγμή που θα έρθουν οι γονείς τους για να γράψουν τον Αντώνη στο σχολείο.

Ένα υπέροχο κλασικό βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας, που αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ, Τρελαντώνης, εκδόσεις Δαμιανός.

…
Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:


Καλοκαίρι



Άπλωσες  δίχτυα καλοκαιράκι,
πάνω στο κύμα το γαλανό.
Τσαμπί σταφύλι στο ένα σου χέρι,
στο άλλο καπέλο ψάθινο.
Σαν αεράκι έρχεσαι, φεύγεις,
πουκαμισάκι χρωματιστό,
ψηλά αρμενίζεις κι  ύστερα γέρνεις,
στην αμμουδιά χάδι χρυσό.
Μια  ζωγραφιά είσαι καλοκαίρι,
στης θάλασσας  την αγκαλιά,
κοράλλι  με μαργαριτάρι
σε καταπράσινα  νερά.
Ευλογημένο καλοκαιράκι,
του ήλιου παράθυρο ανοιχτό.
Ευχή που κάνουν παιδιά στ’ αστέρια,
στη γη να ‘ρθεις, δώρο ακριβό!   
     
 ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΛΕΙΩΝΗ (ανέκδοτο κείμενο)
…

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά Πετούλη.


Γεννήθηκα στην Κόρινθο, μεγάλωσα και σπούδασα στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα μαθήματα σχεδίου (γραμμικό-ελεύθερο) και ζωγραφικής. Διαμένω μόνιμα στο νησί της Σάμου με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά μας. Σε εικαστικό εργαστήρι στο νησί συνέχισα τη σπουδή στο χρώμα, σε υλικά και μικτές τεχνικές . Ασχολούμαι με τη ζωγραφική (ελαιογραφίες, ακουαρέλες, ακρυλικά, έργα για παιδικά δωμάτια, τοιχογραφίες), τη φωτογραφία, την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων και την εκμάθηση ζωγραφικής σε παιδιά. Έχω λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας κι έχω εικονογραφήσει παραμύθια για παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, με πιο πρόσφατα το «Καλημέρα ήλιε» της νηπιαγωγού Ευφροσύνης Σπυροπούλου, «Ο Κόα και το μεγάλο του δώρο» της Αθηνάς Βουδούρη, καθώς επίσης και μια συλλογή ποιημάτων για παιδιά Δημοτικού της νηπιαγωγού Γιώτας Κοτσαύτη, η οποία τιμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2014 με την μοναδική διάκριση στην κατηγορία της ποίησης στον 59ο διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Η εικαστική προσέγγιση ενός παραμυθιού, κειμένου ή ποιήματος με γοητεύει. Η ζωγραφική είναι για μένα ένα παιχνίδι με τα χρώματα και το φως κι έχω φυλάξει μέσα μου ένα κομμάτι παιδικότητας που με οδηγεί δημιουργικά.

Η σελίδα της Αθηνάς στο facebook:

…
Το κείμενο έγραψε η Μαριάνθη Πλειώνη.


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Εργάζομαι ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση 28 χρόνια -τα τελευταία 6 στην Ειδική αγωγή. Μου αρέσει να γράφω ιστορίες για μικρούς και μεγάλους και να βλέπω γύρω μου τους ανθρώπους να χαμογελούν.
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: