Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Πώς ένα άλογο κι ένας σπουργίτης βοηθούν ο ένας τον άλλο

 


Ήταν χειμώνας, χιόνια σκέπαζαν τα βουνά και τους κάμπους, κάτασπρες ήταν οι στέγες των σπιτιών. Τα σπουργίτια δεν έβρισκαν τροφή και πεινούσαν. Ένα σπουργίτι πέταξε στον στάβλο ενός αλόγου.

«Μου δίνεις την άδεια να φάω κι εγώ λίγους σπόρους;» του λέει. «Όλα γύρω τα σκέπασαν τα χιόνια. Δεν βρίσκω να φάω και πεινώ το άμοιρο. Αν έβρισκα, δεν θα ζητιάνευα».

Το άλογο αποκρίθηκε με καλοσύνη:

«Έλα κοντά με θάρρος και φάε όσο θέλεις. Είναι εδώ αρκετό κριθάρι και για μένα και για σένα».

Το σπουργίτι πλησίασε και έτσι έτρωγαν μαζί, σαν αγαπημένοι φίλοι. Αφού χόρτασε το σπουργίτι, είπε:

«Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ πολύ. Μου έκανες μεγάλη χάρη και δεν θα τη λησμονήσω».

Κι ενώ πετούσε, έλεγε με τον νου του:

«Η χάρη θέλει αντίχαρη. Μα τι μπορώ να κάνω εγώ, ο μικρός, στο μεγάλο και δυνατό άλογο;»

Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη και ύστερα το καλοκαίρι. Πολύ μεγάλη η ζέστη.

Πλήθος οι μύγες ήταν στον στάβλο και πείραζαν το άλογο και δεν το άφηναν να ησυχάσει. Τότε είπε ο σπουργίτης:
«Να ώρα να κάνω κι εγώ κάτι καλό στο άλογο».

Πέταξε μέσα στον στάβλο και κατάπινε τις μύγες. Έτσι χόρταινε μα κι ελευθέρωνε τον φίλο του από τη μεγάλη ενόχληση. Το άλογο χλιμίντριζε από ευχαρίστηση, σαν να έλεγε στον σπουργίτη:
«Σ’ ευχαριστώ, αγαπητό μου σπουργιτάκι!»

Αρ.Κουρτίδης

 

Πηγή: Ρούλα Παπανικολάου, Ιστορίες και παραμύθια για το νηπιαγωγείο,

Εκδόσεις Μικρός Πρίγκιπας.

 

Η εικόνα είναι προϊόν AI.

 

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Μια μαγική μέρα με τον κύριο Λαμπερό

 


Τον Ιανουάριο του 2022, κατά τη διάρκεια ενός εργαστηρίου, ο μικρός Γιώργος, ο γιος της Σοφίας, θέλησε να μοιραστεί με την ομάδα μας μια ζωγραφιά του. Την ιστορία αυτήν την εμπνεύστηκα απ' τη ζωγραφιά του Γιωργάκη, που πρόσθεσε χρώμα σ’ εκείνη τη χειμωνιάτικη μέρα.

«Γεια σου! Με λένε κύριο Λαμπερό. Εσένα;» φώναξε ο χιονάνθρωπος.

Ο κατσουφιασμένος άντρας γύρισε το κεφάλι και κοντοστάθηκε.

«Εδώ! Εδώ! Είμαι ο κύριος Λαμπερός. Εσύ ποιος είσαι;»

Ο άντρας κάτι μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του κι έφυγε πιο κατσουφιασμένος από πριν.

«Γεια σου! Με λένε κύριο Λαμπερό. Εσένα;» φώναξε ο χιονάνθρωπος.

Η θλιμμένη γυναίκα γύρισε το κεφάλι και κοντοστάθηκε.

«Εδώ! Εδώ! Είμαι ο κύριος Λαμπερός. Εσύ ποια είσαι;»

Ένα δάκρυ έσταξε απ’ τα μάτια της κι η γυναίκα έφυγε πιο θλιμμένη από πριν.

«Γεια σας! Με λένε κύριο Λαμπερό. Εσάς;» φώναξε ο χιονάνθρωπος.

Η Ελένη κι ο Μάριος, τα δίδυμα αδελφάκια, γύρισαν τα κεφάλια και κοντοστάθηκαν.

«Εδώ! Εδώ! Είμαι ο κύριος Λαμπερός. Εσείς ποιοι είστε;»

Τα παιδιά έτρεξαν αμέσως κοντά του.

«Είμαι η Ελένη! Γεια σου, Λαμπερέ!» είπε το κορίτσι, έβγαλε τον σκούφο και τον έβαλε στο κεφάλι του.

«Είμαι ο Μάριος! Γεια σου, Λαμπερέ!» είπε το αγόρι, έβγαλε το κασκόλ και το πέρασε στον λαιμό του.

Οι χιονονιφάδες στροβιλίστηκαν. Κι άρχισαν να παίρνουν διάφορα χρώματα. Μια μαργαρίτα ξεφύτρωσε απ’ τη χιονισμένη γη. Δυο χελιδόνια καλωσόρισαν την Άνοιξη που ήταν στον δρόμο. Ένας ήλιος κατακόκκινος φώτισε τον ουρανό.

Όλ’ αυτά όμως μπόρεσαν να τα δουν μόνο τα παιδιά…

 

Γιώτα Κοτσαύτη

https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Τι ζήτησε ο Χιονάνθρωπος απ’ τον Γενάρη

 

Γιαμουρίδου Κική

Στέκω καμαρωτός, με χρωματιστή μυτούλα, μάτια μεγάλα, μέχρι και καπέλο και κασκόλ. Γιατί άραγε τόση περιποίηση; Εγώ θα λιώσω. Δεν είναι πολύς ο χρόνος της ζωής μου. Σύντομη η χαρά των ανθρώπων που με δημιούργησαν, όπως κι η παραμονή μου εδώ. Εσύ, Γενάρη, όμως έχεις τριάντα μια ολόκληρες μέρες. Προφταίνεις να δώσεις μεγάλες χαρές και να ζωγραφίσεις το χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων. Μπορείς να «μαλακώσεις», να αφήσεις τον ήλιο να απλώσει τις ακτίνες του και να ξεπροβάλλει. Παιδικές φωνές θα ακουστούν παντού. Με παιχνίδια θα περνούν οι ώρες και βόλτες θα λαχταρούν οι μεγάλοι. Έχει και ο Χειμώνας ομορφιές και η φύση δεν θα είναι μόνη. Κρίμα πια τόση ησυχία και όλοι κλεισμένοι μέσα. Δεν σου στοιχίζει τίποτα να γαληνέψεις λίγο τις ψυχές και να δώσεις ανάσες και έμπνευση για όνειρα. Είσαι ο πρώτος μήνας του χρόνου. Βάλε τα θεμέλια για ζωή γεμάτη ομορφιά, αισιοδοξία, ελπίδα. Πέρασε το μήνυμα και στους άλλους μήνες για μια χρονιά γεμάτη φως και χρώματα και ζωντάνια. Εγώ θα λιώσω γρηγορότερα, μα δεν με νοιάζει. Θα έχω κάνει ήδη ένα μεγάλο καλό και ας έζησα λίγο. Θα φύγω χαρούμενος και γεμάτος ικανοποίηση. Όλοι για κάποιον καλό σκοπό ερχόμαστε σε τούτον τον κόσμο. Μη με παρακούσεις, Γενάρη!

 

Κοτσαύτη Γιώτα

Σ’ ένα χωριό, στην άκρη της Γης, ζούσε κάποτε ένας Χιονάνθρωπος. Για καλή του τύχη είχε πολύ κρύο και δεν έλιωνε ποτέ.

Μια μέρα ο Γενάρης κατέβηκε απ’ τον χρυσό του θρόνο, πήρε το μεγάλο του ραβδί και κίνησε για τη Γη. Ακολούθησε το πρώτο δρομάκι που συνάντησε. Σύντομα βρέθηκε στο χωριό του Χιονάνθρωπου. Με μια ειδική σκόνη έγινε αόρατος. Τρύπωνε στα σπίτια χωρίς να τον δουν κι άκουγε τις συνομιλίες. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήθελαν χρήματα και υλικά αγαθά, άλλοι υγεία, αγάπη, φίλους, καλοτυχία, δόξα. Πολλά ζωάκια ζητούσαν ένα σπιτικό. Και τα φυτά νερό, φως και λίγη ζεστασιά για να μπορούν να ζουν και ν’ αναπτύσσονται. Πού να φανταστούν ότι ήταν η τυχερή τους μέρα!

Όταν τέλειωσε η σκόνη που τον έκανε αόρατο, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Κάπου εκεί συνάντησε και τον Χιονάνθρωπο.

«Είμαι ο Γενάρης και σήμερα εκπληρώνω κάθε επιθυμία. Τι επιθυμείς ν’ αποκτήσεις;»

Ο Χιονάνθρωπος μίλησε για τους ανθρώπους στο χωριό, που ήθελαν χρήματα και υλικά αγαθά, υγεία, αγάπη, φίλους, καλοτυχία, δόξα. Για τα ζωάκια που ζητούσαν ένα σπιτικό. Και για τα φυτά που επιθυμούσαν νερό, φως και λίγη ζεστασιά για να μπορούν να ζουν και ν’ αναπτύσσονται».

«Αυτά τα έκανα ήδη, καλέ μου φίλε. Λέω για σένα. Εσύ τι θα ήθελες;»

«Εγώ; Μα εγώ έχω όλα όσα μου χρειάζονται. Κι αν μου λες πως έχουν ό,τι επιθυμούν κι οι άνθρωποι του χωριού, τα ζώα και τα φυτά, τι άλλο να ζητήσω;»

Ο Γενάρης αποχαιρέτησε τον Χιονάνθρωπο κι έφυγε προβληματισμένος.

Ο τόπος πρόκοψε, από τότε, πολύ. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, είχαν πάντα ό,τι επιθυμούσαν κι ακόμα περισσότερα. Δεν έμαθαν ποτέ, ούτε κι ο Χιονάνθρωπος, πως το χρωστούσαν σ’ εκείνον και στη μεγάλη, γενναιόδωρη καρδιά του…

 

Μπόικου Θεοδώρα

Η καρδιά του Φρο

Η Πρωτοχρονιά και η Πρωτομηνιά, στεφανωμένες με αλεξανδρινά εγκαινίασαν την έλευσή τους. Ο παγωμένος άνεμος σφύριζε τα κάλαντα, το χιόνι ξάπλωνε πυκνό και σκέπαζε το χώμα. Σε μια κάτασπρη αυλή ο Φρο ο Χιονάνθρωπος, με το καπέλο και τα ξύλινα χέρια του, έστεκε προβληματισμένος. Ο Ιανουάριος έριξε την κόκκινη ανεμόσκαλά του και μεμιάς βρέθηκε μπροστά του. Ο Φρο έκπληκτος υποκλίθηκε στον επισκέπτη. Ο Ιανουάριος ξεκίνησε τη συζήτηση. «Ευλογημένη η Νέα Χρονιά. Είμαι ο Ιανουάριος και σε βλέπω κατηφή. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;» Ο Φρο απάντησε: «Θέλω να αποκτήσω καρδιά και να νιώθω τα ανθρώπινα συναισθήματα». Ο Ιανουάριος το σκέφτηκε. «Φίλε μου καλέ, τα ανθρώπινα συναισθήματα περιέχουν ευάρεστες αλλά και δύσκολες όψεις. Είσαι προετοιμασμένος για αυτό;» Ο Φρο ανταπάντησε: «Θέλω να γνωρίσω την Αγάπη. Έχω ακούσει ότι είναι όμορφη και πετάς στα σύννεφα». Ο Ιανουάριος αποφάσισε να του χαρίσει καρδιά αλλά να νιώθει μόνο την αγάπη των παιδιών. Ο Φρο χοροπηδούσε και τραγουδούσε γιορτινούς σκοπούς από τη χαρά του. Γύρω του μαζεύτηκαν τα παιδιά κι εκείνος τα αγκάλιασε με τα ξύλινα χεράκια του και τη ζέστη καρδιά του.

 

Σπαθαράκη Κατερίνα

Ένας χειμώνας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας χιονάνθρωπος που τον έλεγαν Μπίλμπο. Ο Μπίλμπο δεν ήταν ένας συνηθισμένος χιονάνθρωπος, γιατί ενώ όλοι οι φίλοι του γκρίνιαζαν που μόλις τέλειωνε ο χειμώνας θα γινόντουσαν σύννεφα και θα επέστρεφαν στον ουρανό, εκείνος χαιρόταν που του δόθηκε, έστω και για λίγο, η ευκαιρία να δει τη ζωή στη γη. Πώς του άρεσε να βλέπει από εδώ κάτω το καημένο το φεγγάρι που παράβγαινε με τον ήλιο και ακόμα ήλπιζε πως θα τον προφτάσει. Πώς του άρεσαν οι χιονονιφάδες όταν χόρευαν στον άνεμο, η βροχή που πότιζε το χώμα. Μα πιο πολύ από όλα, του άρεσε το χαμόγελο των παιδιών όταν έρχονταν να παίξουν μαζί του.

Ο Γενάρης παρακολουθούσε από ψηλά τον Μπίλμπο. Τόσα χρόνια στην ίδια δουλειά, δεν είχε δει άλλον χιονάνθρωπο με τόση αγάπη για τη ζωή. Αποφάσισε λοιπόν να τον επισκεφτεί για να μάθει το μυστικό του. Ο Μπίλμπο, όταν είδε τον Γενάρη να πλησιάζει, δεν αντέδρασε. Ήταν λες και περίμενε εδώ και πολύ καιρό την άφιξή του. Κι όταν τον ρώτησε το μυστικό του, χωρίς να το σκεφτεί απάντησε: «Όποιος έχει ζήσει για χρόνια ολόκληρα στα μαύρα σύννεφα θα έπρεπε να ρουφάει τον χειμώνα μέχρι το μεδούλι. Εσείς που ζείτε συνέχεια στη γη δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο σημαντικός είναι για εμάς, τα πλάσματα του ουρανού, ο χειμώνας. Μπορεί να βρέχει, μπορεί να κάνει κρύο, αλλά είναι η μοναδική περίοδος που είμαστε αληθινά ζωντανοί. Αν είχα μόνο μια ευχή, αγαπητέ μου Γενάρη, θα ήθελα να σου ζητήσω οι νιφάδες μου να λιώσουν όσο πιο αργά γίνεται. Κι ας είναι σύντομη, κι ας είναι παγωμένη, τούτη είναι η μόνο πραγματική ζωή που έχω».

 

Φλογερά Ελένη

«Αγαπημένε μου Γενάρη, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;» ρώτησε ο Χιονάνθρωπος.

«Φυσικά, ό,τι θέλεις».

«Θέλω, σε παρακαλώ, τώρα που θα αρχίσουν οι Αλκυονίδες ημέρες σου να με προστατεύσεις από τις ηλιαχτίδες. Δεν θέλω να λιώσω. Κι όταν με το καλό τελειώσει η θητεία σου και φύγεις για το παγωμένο βασίλειό σου, να με πάρεις μαζί σου κι εγώ για αντάλλαγμα θα σου κρατώ συντροφιά».

«Έχεις τον λόγο μου, θα σε προστατεύσω απ’ τον ήλιο όσο διαρκούν οι Αλκυονίδες, αλλά γιατί δεν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα εδώ; Οι μέρες του αδερφού μου του Φλεβάρη, που θα έρθει μετά από μένα, είναι παγωμένες σαν τις δικές μου. Και πού ξέρεις; Ίσως έρθουν πάλι τα παιδιά που σ’ έφτιαξαν, να παίξουν μαζί σου».

«Μπα, δεν το ρισκάρω. Δεν έχεις ακούσει την παροιμία που λέει: "Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει;" Όσο για τα παιδιά, μου είπαν πως δεν μπορούν να ξανάρθουν γιατί πάνε σχολείο και έχουν διάβασμα. Θα τα θυμάμαι όμως πάντα με αγάπη» είπε ο Χιονάνθρωπος και χάιδεψε το κασκόλ που είχε στον λαιμό του. «Να τολμήσω να ζητήσω και κάτι ακόμη;»

«Για λέγε» είπε ο Γενάρης.

«Κοιτάζω την ανθισμένη αμυγδαλιά εκεί πέρα και θέλω να σου ζητήσω να μη στείλεις τους βοριάδες σου και σκορπίσουν τα άνθη της, είναι τόσο όμορφη».

«Άντε, με πέτυχες στις καλές μου, θα σου κάνω όλα τα χατίρια και μετά θα σε πάρω μαζί μου. Θα κάνουμε ωραία παρέα οι δυο μας!»

 

Χαραμή Μεταξία

Το τραγούδι του Χιονάνθρωπου

«Μα γιατί κλαις, καλέ μου;» είπε ο Γενάρης στον φανταχτερό Χιονάνθρωπο που έστησαν τα παιδιά. «Έφυγαν από κοντά μου. Ήμουν ευτυχισμένος γιατί τα είχα δίπλα μου. Όμως τώρα; Τι θα γίνει τώρα; Πάλι μόνος». «Τι μπορώ να κάνω για σένα; Δεν γίνεται να κλαις». «Μια παρέα ανθρώπινη γυρεύω. Τόσο μικρή που είναι η ζωή μου, να μένω και στη μοναξιά; Σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι, φαίνεσαι καλόγνωμος». Αυτά είπε ο Χιονάνθρωπος και μαζεύτηκε στη γωνιά του θλιμμένος. Ο Γενάρης, με την καλή του καρδιά, έβαλε τον Βοριά να φυσήξει, να παγώσει το χιόνι, για να μπορέσει ο Χιονάνθρωπος να μείνει περισσότερες μέρες. Έστειλε μήνυμα στα παιδιά με τον Κοκκινολαίμη, τον ταχυδρόμο του. Να βάλουν τα ζεστά τους και να βγούνε στον κήπο. Να τραγουδήσουν το πιο όμορφο τραγούδι τους για τον Χιονάνθρωπο, που κλαίει. Κι ενώ ο Βοριάς φυσούσε, το χιόνι πάγωνε. Πάγωνε κι ο Χιονάνθρωπος. Έτρεξαν τα παιδιά όταν άκουσαν τον Κοκκινολαίμη να τα φωνάζει. Πήγαν κοντά του κι άρχισαν το τραγούδι τους.

«Σταμάτα να δακρύζεις, τραγούδια μόνο για σένα, θα πούμε όσα αξίζεις.

Κοντά σου θα σταθούμε, χορό πάνω στο χιόνι,  παρέα σου θα γενούμε.

Σ’ έχουμε στην καρδιά μας, Χιονάνθρωπε του κήπου, θα ζεις στα όνειρά μας».

Ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια του Χιονάνθρωπου. Μόνο που ήταν δάκρυ χαράς. Ο Γενάρης είχε κάνει το θαύμα του.

 

 

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Ένα τρίστιχο για το χιόνι

 


Μες στον χειμώνα

Χιονισμένες οι στέγες

Σαν σκούφοι λευκοί

 

Γιώτα Κοτσαύτη

 

 

Γράφτηκε με αφορμή μία φωτογραφία απ’ το μπαλκόνι μου στη Φλώρινα.

Θα βρείτε κι άλλα εδώ:

https://www.facebook.com/photo/?fbid=10227955578708270&set=a.10201219933733855

Μπορείτε στα σχόλια ν’ αφήσετε και τα δικά σας τρίστιχα.

 

Η ζωγραφιά είναι προϊόν AI

 

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2024

Ένα σκιουράκι μεγαλώνει

 


Μια χειμωνιάτικη μέρα γεννήθηκε μέσα στο δάσος ένα σκιουράκι. Τίναξε τη φουντωτή ουρίτσα, κούνησε τα πόδια και άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια του. Είδε τότε μπροστά του δυο μεγάλους σκίουρους να το κοιτάζουν περήφανοι. Η μαμά του κι ο μπαμπάς του το αγκάλιασαν και άρχισαν να τραγουδούν.

«Ωραία είναι η ζωή!» είπε το σκιουράκι και έκλεισε τα μάτια ξανά.

Ήταν πολύ μικρό και είχε ανάγκη να κοιμάται πολύ.

Σε λίγες μέρες το σκιουράκι είχε δυναμώσει και μπορούσε να τρέχει μακριά. Γνώρισε όλα τα ζώα του δάσους και έκανε πολλούς φίλους. Καθώς ’παιζαν όλα τα ζώα μαζί, ένα πρωινό το σκιουράκι είπε:

«Πω πω! Κάνει πολύ κρύο!»

«Μα είναι χειμώνας» είπαν τ’ άλλα ζωάκια.

«Και τι είναι ο χειμώνας;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Χειμώνας είναι τώρα που κάνει κρύο, που χιονίζει και βρέχει συχνά. Κοίταξε τα δέντρα! Δεν έχουν πολλά φύλλα. Όμως μέσα στο χώμα κρύβονται οι σπόροι που θα βγάλουν χορτάρι, κλαράκια και λουλούδια την άνοιξη».

«Και πότε θα ’ναι άνοιξη;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Περίμενε λίγο και θα δεις» του απάντησαν τ’ άλλα ζώα.

Το σκιουράκι περίμενε πολλές μέρες για να ’ρθει η άνοιξη και κάθε βράδυ ζωγράφιζε πάνω σ’ άσπρο χαρτί τον χειμώνα.

Ένα πρωί το σκιουράκι, καθώς έβγαινε απ’ τη φωλιά του, φώναξε με χαρά:

«Ήρθε η άνοιξη! Ήρθε η άνοιξη!»

Έξω από τη φωλιά του είχε φυτρώσει πράσινο χορτάρι και λουλούδια άρχιζαν ν’ ανοίγουν. Κοίταξε ψηλά και είδε ψηλά τα δέντρα με πράσινα φύλλα. Ακόμα πιο ψηλά ο ουρανός φαινόταν γαλάζιος με λίγα μόνο σύννεφα. Οι φίλοι του τα ζώα ήρθαν κοντά του και όλοι μαζί πήγαν μια βόλτα να χαρούν την άνοιξη. Τα πουλάκια κελαηδούσαν και ο ήλιος ζέσταινε το δάσος. Τα ζωάκια ’παιξαν πολλές ώρες, γιατί τώρα την άνοιξη οι μέρες ήταν πιο μεγάλες και οι νύχτες πιο μικρές.

«Πόσο θα κρατήσει η άνοιξη;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Περίμενε λίγο και θα ’ρθει το καλοκαίρι» είπαν τ’ άλλα ζωάκια.

Το βραδάκι το σκιουράκι ζωγράφιζε την άνοιξη.

Κάποιο πρωί τα ζωάκια σταμάτησαν το παιχνίδι τους και πήγαν να κάτσουν στη σκιά ενός δέντρου.

«Κάνει πολλή ζέστη» είπε το σκιουράκι.

«Μα είναι πια καλοκαίρι» είπαν τ’ άλλα ζώα.

Το σκιουράκι κοίταξε γύρω και είδε τη γη κίτρινη από το ξερό χορτάρι. Τα πολλά λουλούδια είχαν μαραθεί, όμως πάνω στα δέντρα κρέμονταν πολλά φρούτα. Τέντωσε τ’ αυτιά του και άκουσε τα τζιτζίκια να φωνάζουν «τζι… τζι… τζι…» Ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Μέρες είχε να φανεί κανένα συννεφάκι.

«Δεν βρέχει καθόλου» είπε το σκιουράκι. «Τα δέντρα θα διψούν πολύ».

«Μα σε λίγο θα ’ρθει το φθινόπωρο» είπαν τα ζώα «και θα βρέχει συχνά».

«Τι είναι το φθινόπωρο;» ρώτησε το σκιουράκι.

«Περίμενε λίγο και θα δεις» είπαν τ’ άλλα ζώα.

Τα βράδια το σκιουράκι ζωγράφιζε το καλοκαίρι.

Ένα πρωί το σκιουράκι ξύπνησε και όλα έξω ήταν βρεγμένα.

«Ήρθε το φθινόπωρο» είπε το σκιουράκι. «Άρχισαν οι βροχές».

Έτρεξε να βρει τους φίλους του και όλοι μαζί πήγαν μια βόλτα, να χαρούν το φθινόπωρο.

Φύσαγε αεράκι και κάθε τόσο κόκκινα φύλλα ’πεφταν κάτω από τα δέντρα. Το σκιουράκι έσκυψε να μαζέψει μερικά και τότε είδε πολλά μικρά σποράκια στο χώμα.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε.

«Είναι σπόροι από τα δέντρα» είπαν τ’ άλλα ζώα. «Θα κρυφτούν στο χώμα όλο τον χειμώνα που θα ’ρθει σε λίγο, για να βγάλουν καινούργια κλαριά την άνοιξη».

Τα βράδια το σκιουράκι ζωγράφιζε το φθινόπωρο.

Μετά από λίγο καιρό άρχισε να κάνει πολύ κρύο.

«Ήρθε ξανά ο χειμώνας» σκέφτηκε το σκιουράκι, που ήξερε πια. Τότε δυο μεγάλοι σκίουροι, η μαμά του και ο μπαμπάς του, ήρθαν κοντά του και του είπαν:

«Σήμερα είναι τα γενέθλιά σου. Ένας ολόκληρος χρόνος πέρασε από τη μέρα που γεννήθηκες. Σήμερα είσαι ενός χρόνου. Κάλεσε λοιπόν τους φίλους, να ’ρθουν να γιορτάσουμε μαζί».

Το σκιουράκι φώναξε τα ζωάκια κι όλα μαζί ’παιξαν, χόρεψαν και ’φαγαν πολλά γλυκά.

Το βράδυ, όταν ’φυγαν οι φίλοι, το σκιουράκι ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

«Ωραία είναι η ζωή!» είπε κι έκλεισε τα μάτια του να κοιμηθεί.

Ειρήνη Νάκου

 

Πηγή: Ρούλα Παπανικολάου, Ιστορίες και παραμύθια για το νηπιαγωγείο,

Εκδόσεις Μικρός Πρίγκιπας.

 

Η εικόνα είναι προϊόν AI.

 

 

 

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Μπριφ, μπρουφ, μπραφ

 


Δυο παιδιά, στην ησυχία της αυλής, παίζανε φτιάχνοντας μιαν ειδική γλώσσα για να μπορούν να μιλούν μεταξύ τους, χωρίς οι άλλοι να καταλαβαίνουν τίποτα.

«Μπριφ, μπραφ» είπε το πρώτο.

«Μπραφ, μπρουφ» είπε το δεύτερο.

Και ξέσπασαν σε γέλια.

Σ’ ένα μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ήταν ένας ηλικιωμένος καλός κύριος που διάβαζε εφημερίδα και στο απέναντι παράθυρο καθόταν και μια ηλικιωμένη κυρία, ούτε καλή, ούτε κακιά.

«Τι ανόητα είναι αυτά τα παιδιά!» είπε η κυρία.

Αλλά ο καλός κύριος δεν ήταν σύμφωνος:

«Εγώ δεν βρίσκω!» είπε.

«Μη μου πείτε ότι καταλάβατε τι είπαν».

«Κι όμως τα κατάλαβα όλα. Το πρώτο είπε: “Τι ωραία μέρα!” Το δεύτερο “Αύριο θα είναι ακόμα ωραιότερη!”»

Η κυρία ζάρωσε τη μύτη της αλλά δεν είπε τίποτα γιατί τα παιδιά είχαν ξαναρχίσει να μιλάνε τη γλώσσα τους.

«Μαράσκι, μπαραμπάσκι, πιπιριμόσκι» είπε το πρώτο.

«Μπρουφ» απάντησε το δεύτερο.

Και να πάλι γέλια και τα δύο.

«Μη μου πείτε ότι καταλάβατε τώρα» φώναξε αγανακτισμένη η ηλικιωμένη κυρία.

«Κι όμως, τα κατάλαβα όλα» απάντησε χαμογελώντας ο ηλικιωμένος κύριος. «Το πρώτο είπε: “Πόσο είμαστε ευχαριστημένα που βρισκόμαστε στον κόσμο”. Και το δεύτερο είπε: “Ο κόσμος είναι πολύ ωραίος!”»

«Μα είναι ωραίος στ’ αλήθεια» επέμενε η ηλικιωμένη κυρία.

«Μπριφ, μπρουφ, μπραφ» απάντησε ο ηλικιωμένος.

Τζιάννι Ροντάρι

 

Πηγή: Ρούλα Παπανικολάου, Ιστορίες και παραμύθια για το νηπιαγωγείο,

Εκδόσεις Μικρός Πρίγκιπας.


Πηγή ζωγραφιάς: διαδίκτυο.

Αν κάποια/ος γνωρίζει τη/τον δημιουργό, ας επικοινωνήσει με το yotakotsafti1@yahoo.gr για να το προσθέσουμε.

 

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Ο Γενάρης που άλλαξε έντεκα γνώμες

 


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Γενάρης. Ο πρωτότοκος γιος του Χρόνου. Καθόταν ολομόναχος στο παράθυρο ενός μεγάλου πύργου αγναντεύοντας πέρα απ’ τα σύννεφα. Μια σκέψη φτερούγιζε σαν πεταλούδα στο μυαλό του, που τον έκανε χαρούμενο κι ανήσυχο συνάμα. Σε λίγο είχε τα γενέθλιά του. Θα έπαιρνε την ευχή του πατέρα του και με τη σύμφωνη γνώμη των αδερφών του, θα κατηφόριζε προς τη γη. Έτσι πρόσταζε το έθιμο. Κατέβηκε στη Μεγάλη Αίθουσα. Ο πατέρας Χρόνος περίμενε ήρεμος και γαλήνιος. Ο θρόνος ήταν καμωμένος από λιόξυλα που τα ’χαν δέσει οι γιοι του μ’ ασημοκαπνισμένα φύλλα. Οι μήνες έσκυψαν και τον προσκύνησαν. Τότε ο Γενάρης ζήτησε πρώτος τον λόγο και είπε:

«Σεβαστέ πατέρα, δώσε μου την ευχή σου. Κι εσείς, πολυαγαπημένα μου αδέρφια, πείτε τη γνώμη σας, για να ξεκινήσω το ταξίδι μου».

«Πήγαινε στο καλό, γιε μου» είπε ο Χρόνος. «Εύχομαι τα έργα σου να τιμηθούν και να εκτιμηθούν από τους ανθρώπους. Ας ακούσουμε τώρα και τη γνώμη των αδερφών σου».

Εκείνοι είπαν:

«Η γνώμη μας δεν θα σου αρέσει, Γενάρη, αλλά δυστυχώς πρέπει να σου την πούμε».

Κι ένας ένας άρχισε να λέει την ιδέα που είχε γι’ αυτόν.

«Αντιπαθητικός».

«Μονόχνοτος».

«Ακατάδεχτος».

«Μυγιάγγιχτος».

«Παγωμένος».

«Κακόκεφος».

«Μουντός».

«Χιονιάς».

«Άχρωμος».

«Άκαρπος».

«Αφιλόξενος».

Ο καημένος ο Γενάρης! Έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε ούτε μια λέξη.

Τόσο άσχημη γνώμη είχαν γι’ αυτόν τ’ αδέρφια του;

Ο γερο-πατέρας πήρε τον λόγο.

«Ακούσαμε και μάθαμε τις γνώμες των αδερφών σου. Θέλω να πας στη Γη και να γυρίσεις να μας πεις τη γνώμη που έχουν για σένα όσα ζωντανά πλάσματα προλάβεις να δεις και να σε δουν σε μια μέρα. Έπειτα να γυρίσεις και να μας πεις τι άκουσες».

Έτσι κι έγινε.

Ο Γενάρης κατηφόρισε στη γη. Κοίταξε γύρω του.

Οι άνθρωποι περπατούσαν γρήγορα, σκυφτοί και κουκουλωμένοι.

«Ωραία μέρα σήμερα» είπε σ’ έναν χοντρούλη κύριο που κουβαλούσε μια σακούλα με ψώνια.

«Πού την είδες; Μας παράχωσε στο χιόνι ο Παλιογενάρης!»

«Παίζουμε χιονοπόλεμο;» ρώτησε μια κοπέλα που θαύμαζε τον εαυτό της σε μια βιτρίνα.

«Τρελάθηκες; Θα βραχούν τα ρούχα μου από την υγρασία. Αχ, πόσο κουραστικός μήνας είναι ο Γενάρης».

Απελπισμένος προχώρησε σε μιαν αλάνα. Ξαφνικά άκουσε γέλια και χαρούμενες φωνές. Μια παρέα παιδιών κουτρουβαλιάστηκε στο χιόνι. Σηκώθηκε. Άπλωσε τα χέρια του και τους πλησίασε. Μια χιονόμπαλα τον πέτυχε στο πρόσωπο. Κι άλλη μια. Έριξε χαρούμενος κι αυτός. Έφαγε όμως τόσο χιόνι που κουκουλώθηκε. Τα παιδιά τον έκαναν χιονάνθρωπο. Στο τέλος έφυγαν ξεχνώντας στο κεφάλι του κι έναν κόκκινο σκούφο. Στεκόταν εκεί ακίνητος μέχρι που νύχτωσε. Τότε έφτασαν στ’ αυτιά του ψίθυροι απ’ τη γη. Ήταν οι σπόροι που λαγοκοιμόντουσαν κάτω απ’ το χιόνι.

«Αχ, τι καλά που ξεκουραζόμαστε. Ευχαριστούμε, Γενάρη. Χάρη σε σένα δυναμώνουμε για να φυτρώσουμε την Άνοιξη».

Χαμογέλασε.

Μα άκουγε κι ένα ροχαλητό. Ήταν η αρκούδα που ηρεμούσε κι αναπαυόταν.

Προτού φύγει κοντοστάθηκε σ’ έναν βράχο. Ένιωσε ένα απαλό χάδι στο χέρι του σαν γαργαλητό. Ένα μοβ κυκλάμινο τριβόταν πάνω του και του είπε:

«Σ’ αγαπώ!»

Πέταξε απ’ τη χαρά του. Δίχως να το καταλάβει έφτασε στην αίθουσα του θρόνου. Είπε όλα όσα είδε κι άκουσε. Η ματιά του έλαμπε. Οι έντεκα γνώμες των αδερφών του άλλαξαν. Έγιναν έντεκα συγγνώμες. Κι αγκαλιάστηκαν ευτυχισμένοι!

Ζωή Ράλλη

 

Πηγή: https://www.ekdoseisalati.com/p/anthologio-peza-kai-poiimata-me-themata-ap-toys-mines-kai-tis-epoches

 

 

 

 

 

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Το βαρύ φορτίο του Γενάρη

 


Μ’ ενοχλούσε αφάνταστα το πουκάμισο που κούμπωνε τόσο ψηλά στον λαιμό. Μ’ ενοχλούσε κι η φούστα με τον φιόγκο στα δεξιά, για να μην πω για τα λουστρίνια που μου χτυπούσαν τα δάχτυλα. Κι οι υπόλοιποι βέβαια δεν φαίνονταν ευτυχείς. Αγνώριστοι όλοι –αδέρφια, ξαδέρφια– μέσα σε στενά μεγαλίστικα παντελόνια, μακρυμάνικα πουκάμισα και καρώ γιλέκα.

Οι οδηγίες σαφείς κι αυστηρές

«Να είστε ήσυχοι!»: εντολή θείας Μαρίας.

«Όχι τρέλες και φασαρίες» φώναζε από την κουζίνα η γιαγιά.

«Αλίμονό σας αν σηκωθείτε κι αρχίσετε τα τρεξίματα και τα κρυφτά» μας είχε ήδη προειδοποιήσει η μαμά καθώς φεύγαμε για το σπίτι του παππού, όπου θα γιορτάζαμε τον ερχομό κάποιου σπουδαίου.

Μα καλά, ποιος ήταν αυτός που θα ερχόταν τελοσπάντων; Πόσο σημαντικός για ν’ αξιώνει τέτοια επισημότητα κι ακινησία;

Όσο για το τραπέζι, ολοστόλιστο, ξεπερνούσε το χριστουγεννιάτικο δέντρο σε χρώματα και λάμψη.

Κάθισα δίπλα στον μεγάλο ξάδερφο, τον πρώτο απ’ όλους, στην ηλικία και στις σκανταλιές. Το εντυπωσιακό θέαμα μάς κράτησε για λίγο απασχολημένους και ήσυχους.

Παραγεμισμένη, καλογυαλισμένη η γαλοπούλα. Κολονάτα ποτήρια για μικρούς και μεγάλους. Πολύχρωμες σαλάτες και γιρλάντες γύρω από τραπέζι και καρέκλες. Μαμάδες που πηγαινοέρχονταν με βιασύνη να προλάβουν τι;

Πότε πότε γέλαγαν κοιτώντας προς τα εμάς ή σιγομουρμούριζαν ρίχνοντας βλέμματα στους μπαμπάδες. Τυχεροί μπαμπάδες! Φωναχτά μιλούσαν και βροντερά γελούσαν, και κανένας δεν τους έκανε παρατήρηση.

Ο θαυμασμός για την ατμόσφαιρα μεγάλος, η πείνα μεγαλύτερη κι η αίσθηση αναμονής κοσμοϊστορικού γεγονότος αβάσταχτη. Τι να πρωτοαντέξουμε!

Αρχίσαμε να στριφογυρίζουμε στις καρέκλες, να τσιμπάμε τις άκρες από το ψωμί, να δοκιμάζουμε τις αντοχές των κρυστάλλινων ποτηριών.

Ο μεγάλος ξάδερφος μού έκλεισε το μάτι κι έβαλε πιπέρι στο νερό της αδερφής του.

Η δική μου αδερφή άρχισε να φτιάχνει σαΐτες με τις πάνινες πετσέτες, χωρίς επιτυχία.

«Μα γιατί δεν τρώμε επιτέλους;» ρώτησε με θάρρος ο μικρότερος όλων.

«Και πότε θα έρθει ο επίσημος καλεσμένος που ήδη μας έχει και περιμένουμε τόσο;» δεν κρατήθηκα εγώ.

«Η υπομονή είναι αρετή» είπε η γιαγιά καθώς ακουμπούσε μια βασιλόπιτα υπερπαραγωγή στο μικρό τραπεζάκι.

«Για μετά, όταν θα έχει έρθει ο Νέος» συμπλήρωσε.

Είχα ακούσει να τον περιγράφουν νέο, γεμάτο δώρα και υποσχέσεις, άρχισα να φαντάζομαι πώς θα μπορούσε να είναι αυτός που σε λίγο θα ερχόταν, όταν προσγειώθηκε στη μύτη μου μια ελιά καλαματιανή, μεγάλη!

Ευκαιρίας δοθείσης, εξαφάνισα τα ίχνη της. Δεν άφησα και τον αποστολέα παραπονούμενο, αντικέρασα μια ρόγα ρόδι από τη σαλάτα.

Δεν πρόλαβα να δω αν βρήκα στόχο, εκείνη την ώρα τα φώτα έσβησαν. Επικράτησε πανικός στους μικρούς, ευθυμία στους μεγάλους που άρχισαν με ζωηρές φωνές να τραγουδούν «Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε, παιδιά, ήρθ’ ο νέος με τα δώρα…»

Τα φώτα επέστρεψαν εκτυφλωτικά, μαζί με ένα κύμα φιλιών κι αγκαλιών απρόσμενο.

Μόλις το πανδαιμόνιο καταλάγιασε κι όλοι σιγουρεύτηκαν ότι τους είχαν φιλήσει όλους, κηρύχτηκε η έναρξη του δείπνου.

Σάστισα, για ποιον παλιό και ποιον νέο μιλούσε το τραγούδι των μεγάλων; Και τι δώρα φέρνει; Και πού είναι τελοσπάντων; Απορροφημένος στις σκέψεις μου μασουλούσα κι άκουγα χωρίς ν’ ακούω κολακευτικά λόγια για τη μαγείρισσα, ανέκδοτα και σχόλια για την επικαιρότητα, όταν με έκπληξη συνειδητοποίησα πως επρόκειτο για ένα… μωρό!

Μα μωρό περιμέναμε τόση ώρα; Και πού είναι τα δώρα κι οι υποσχέσεις κι οι ευχές που περίμενα να πραγματοποιηθούν;

Αυτοί οι μεγάλοι είναι πολύ αφελείς τελικά. Δεν μπορεί να σου τα φέρει αυτά ένα μωρό. Ο νέος χρόνος έρχεται μωρό, φασκιωμένος χρυσόσκονη, τυλιγμένος ελπίδες. Στη βρεφική ηλικία του τον φωνάζουν «Γενάρη».

Στρατή Σμαρώ

 

Πηγή: https://www.ekdoseisalati.com/p/anthologio-peza-kai-poiimata-me-themata-ap-toys-mines-kai-tis-epoches

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Οι άγγελοι και το αστέρι

 


Σπαθαράκη Κατερίνα

Ο Χαμογελουήλ

Κάποτε ήταν ένας άγγελος που τον έλεγαν Χαμουήλ. Όλοι οι άγγελοι τον αγαπούσαν και τον καλούσαν στις γιορτές και στα τραγούδια τους. Αλλά και στους ανθρώπους ήταν πολύ αγαπητός, γι’ αυτό και τον επικαλούνταν συχνά στις δοξολογίες και τις προσευχές τους. Όμως ο άγγελος αυτός είχε ένα πρόβλημα, το οποίο δεν είχε εμπιστευτεί σε κανέναν. Ενώ έλεγε αστεία, έφτιαχνε τη διάθεση και βοηθούσε τους άλλους, ο ίδιος δεν μπορούσε να νιώσει τη χαρά. Υπήρχε μία μαύρη τρύπα στην καρδιά του και ρουφούσε τη χαρά πριν καν προλάβει να γεννηθεί.

Ο Θεός, όμως, που αγαπούσε τον Χαμουήλ και ήξερε το πρόβλημά του, αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να τον βοηθήσει. Έκατσε λοιπόν και κατάστρωσε το τέλειο σχέδιο. Έφτιαξε ένα υπέρλαμπρο αστέρι και το έστειλε τη νύχτα να φωτίσει το σπίτι του. Ο Χαμουήλ κοιμόταν, αλλά το δυνατό φως τον ξύπνησε. Σηκώθηκε και πήγε να δει τι συνέβαινε. Μόλις είδε το φωτεινό αστέρι, τυφλώθηκε. Τα μάτια του δυσκολεύονταν να συνηθίσουν στο δυνατό φως. Τελικά τα κατάφερε και κοίταξε το ολόλαμπρο αστέρι. Την στιγμή που πήγε να νιώσει λίγη χαρά, η μαύρη τρύπα που είχε στην καρδιά του, ξύπνησε. Αλλά τότε συνέβη κάτι μαγικό. Το αστέρι έστειλε τόσο δυνατό φως που μέσα στη μαύρη τρύπα άνοιξε και μία άσπρη. Η άσπρη τρύπα έβγαλε έξω ό,τι ρούφηξε η μαύρη. Ο Χαμουήλ σάστισε. Ένιωσε υπέροχα! Για πρώτη φορά ανακάλυπτε τη χαρά. «Tώρα ξέρεις πώς γίνεται» του φώναξε το αστέρι πριν εξαφανιστεί. Πράγματι από τότε ο Χαμουήλ άρχισε να χαμογελάει όλο και πιο συχνά, μέχρι που οι υπόλοιποι άγγελοι από Χαμουήλ τον ονόμασαν Χαμογελουήλ.

 

Χαραμή Μεταξία

Επί γης ειρήνη

Αστέρι λαμπρό, το φως σου να στέλνεις. Εκεί μακριά ένα μελαχρινό αγόρι παίζει το τύμπανό του, θέλει να ψάλλει τα κάλαντα στον νεογέννητο Χριστό. Μην κινδυνέψει από τις βόμβες του πολέμου. Ένα ακόμα κατάξανθο κοριτσάκι γυρεύει τον δρόμο, κάποιοι κλείνουν τα σύνορα, αλλά εκείνο επιμένει. Ρίξε το φως σου ν’ ανοίξουν τις καρδιές τους οι άνθρωποι και να το αφήσουν να πάρει το μονοπάτι της αγάπης. Διώξε το σκοτάδι γιατί όλα τα παιδιά του κόσμου δικαιούνται να προσκυνήσουν τον βασιλιά που γεννιέται. Προστάτεψέ τα από τα κακά που θα βρούνε στον δρόμο τους. Μην αφήσεις τους Ηρώδηδες να πάνε στη Βηθλεέμ, κρύψου πίσω από το σύννεφο, εκείνοι πρέπει να χάσουν τον δρόμο. Κάποτε ήταν ένας ο Ηρώδης, τώρα ’γιναν πολλοί κι όλοι ρωτάνε να μάθουν, αλλά κανείς δεν φανερώνει το μυστικό μονοπάτι για τον νεογέννητο Χριστό. Θέλουν να του κάνουν κακό. Πρόσεξε, αστέρι μας, μη σε ξεγελάσουν. Είναι καλοντυμένοι βασιλιάδες κι όλο χαμογελούν. Κρύβουν επιμελώς τη μαύρη καρδιά τους. Υπόσχονται χίλια καλά, αλλά εσύ ξέρεις. Από χώρες μακρινές καταφτάνουν και οι τρεις μάγοι. Άνθρωποι σοφοί και διαβασμένοι. Εκείνοι χρειάζονται το φως σου. Φορτωμένες οι καμήλες τους με δώρα πολύτιμα, σμύρνα, λιβάνι, χρυσάφι. Χάρισμα στον βασιλιά μας και μαζί με όλα αυτά μια ικεσία. «Επί γης ειρήνη».


Οι ιστορίες γράφτηκαν από μέλη της Αλατοπαρέας, με αφορμή τον τίτλο «Οι άγγελοι και το αστέρι» και τη ζωγραφιά (αν γνωρίζει κάποια/ος τη/τον δημιουργό της, ας επικοινωνήσει με τη σελίδα για να προσθέσουμε πηγή)


Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Το γαϊδουράκι των Χριστουγέννων

 


Κοτσαύτη Γιώτα

Μια άλλη φάτνη

«Γιατί τους άφησες ξανά, Νταβίντ;» είπε ο Μαρκ πετώντας νευρικά γύρω γύρω.

Η Ρίτα πλησίασε το πρόσωπο του φίλου τους και, με το φτερό της, σκούπισε απαλά τα δάκρυα που κυλούσαν απ’ τα μάτια του.

«Είναι τόσο άδικο να σε κοροϊδεύουν και να σε κακομεταχειρίζονται. Τα γαϊδουράκια είναι τα καλύτερα ζώα. Εργατικά και υπομονετικά. Φιλότιμα και ταπεινά. Και…»

«Δεν έχει νόημα…» τον έκοψε ο Νταβίντ. «Το πήρα πια απόφαση. Έτσι θα περάσω όλη μου τη ζωή».

«ΟΧΙ! ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ!» φώναξε τόσο δυνατά η Ρίτα που ξαφνιάστηκε κι η ίδια απ’ την ένταση της φωνής της.

Έπειτα από λίγες ώρες  ένα γαϊδουράκι βάδιζε αργά μέσα στο χιόνι. Στο πλάι του πετούσαν δυο κοκκινολαίμηδες. Όταν η κούραση, το κρύο κι η πείνα άρχισαν να τα βασανίζουν, ακούστηκε, από το πουθενά, μία φωνή.

«Ακολουθήστε το αστέρι…»

Πράγματι! Στον ουρανό έλαμπε ένα τεράστιο άστρο.

Αναθάρρησαν. Σύντομα έφτασαν σ’ έναν αχυρώνα. Μια ομάδα ταλαιπωρημένων ανθρώπων στεκόταν γύρω από μία αυτοσχέδια κούνια. Μέσα κοιμόταν ένα νεογέννητο βρέφος.

Ως άλλη φάτνη, η φάτνη αυτή των προσφύγων, συγκέντρωσε πολύ σύντομα γύρω της ζώα, ανθρώπους, δώρα κι αγάπη.

Ο Νταβίντ, που έγινε γνωστός στην περιοχή ως «το γαϊδουράκι των Χριστουγέννων», αποφάσισε να γίνει ο φύλακας-άγγελος του μωρού.

Σε λίγες ώρες ξημέρωναν Χριστούγεννα…

 

Μπαλάσκα Σοφία

Μεγάλωσα σε ένα μικρό χωριό, πάνω στο βουνό. Ο μπαμπάς με τον παππού είχαν φτιάξει μια στάνη για τα ζωάκια που είχαμε. Τα αγαπούσα όλα και δεν ξεχώριζα κανένα. Είχαμε κοτούλες, που μας έδιναν φρέσκα αυγά κάθε πρωί, ένα κατσικάκι, ένα μικρό γουρουνάκι που το έλεγα Φρίξο και μια γαϊδούρα. Αυτή ήταν η αγαπημένη του παππού.

Όταν γυρνούσα από το σχολείο, έτρεχα στην αυλή να τα δω και να τα φροντίσω.

«Έλα να φας, Ισμήνη μου, θα πας μετά στη στάνη» φώναζε μάταια η μαμά.

«Άσε με, μαμά, λίγο ακόμα» απαντούσα καθώς προσπαθούσα να ταΐσω τον Φρίξο. Με κοιτούσε με τα ματάκια του σαν να ήθελε να με ευχαριστήσει που τον φρόντιζα.

Το κρύο τον χειμώνα ήταν τσουχτερό κι εγώ ήθελα να βάλω όλα τα ζωάκια μέσα στο σπίτι μας, για να μην κρυώνουν.

«Δεν γίνεται αυτό, Ισμήνη μου. Μη φοβάσαι, είναι μια χαρά μέσα στη στάνη» έλεγε ο παππούς.

Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και περιμέναμε πώς και πώς τη γαϊδούρα του παππού να γεννήσει.

Τελικά το γαϊδουράκι μας γεννήθηκε ανήμερα των Χριστουγέννων.

«Παππού, είναι το γαϊδουράκι των Χριστουγέννων!» φώναξα κι έτρεξα στη στάνη να το δω από κοντά.

 

Νίκου Μαρία

Ο Μαβής, που ήταν ο διασημότερος κουβαλητής στα μέρη του, σήκωνε βάρος ίσα μ’ έναν τόνο. Ολημερίς βοηθούσε τους κατοίκους να μεταφέρουν ξύλα και σοδειές κι ολάκερη την πραμάτεια τους. Τις νύχτες ξάπλωνε σ’ όποιο παχνί ήταν κοντύτερα. Σαν τέλειωνε τη δουλειά, ξεραινότανε ευθύς στον ύπνο.

Μα ένα βράδυ κρύωνε τόσο, που δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Χάζευε, τοτε, τον ουρανό. Ξάφνου, είδε μια λάμψη, όμοιά της δεν είχε ματαδεί. «Πρέπει ν’ ανακαλύψω κατά πού φέγγει» σκέφτηκε όλο περιέργεια. Σαν πλησίασε είδε το πιο φωτεινό άστρο της ζωής του. Ο Μαβής δεν δίστασε. Καθώς εκείνο τον καλούσε με το φως του, περπάτησε ακόμα πιο σιμά του. Φανερώθηκε εμπρός του ένα νεογέννητο. Κούρνιαζε στην αγκαλιά της μάνας κι ένιωσε σαν το κοίταζε μια ζεστασιά αλλόκοτη, που ’διωχνε τη βαρυχειμωνιά. «Ποιο χιόνι, ποια παγωνιά, εδώ είστε χαρά Θεού» είπε στη γυναίκα. «Θα μας βοηθήσεις να φύγουμε;» αποκρίθηκε εκείνη. «Κράτα με ζεστό, κυρά και θα σας κουβαλάω μια ζωή» απάντησε ο Μαβής. «Η ζεστασιά που νιώθεις απόψε, Μαβή, δεν θα χαθεί, όσο Τον κουβαλάς μέσα σου! είπε δείχνοντας τον Γιο της. Και δέχτηκε την προσφορά ο Μαβής, κατιτίς παραξενεμένος, μιας που ονόματα δεν είχαν ανταλλάξει. 

 

Σπαθαράκη Κατερίνα

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα γαϊδουράκι που δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα. Γιατί είχε όνειρό του να γνωρίσει τον Αϊ-Βασίλη και να του ζητήσει να το πάρει μαζί του, στο έλκηθρό του. Τα υπόλοιπα ζώα στον στάβλο τον κορόιδευαν. «Παιδιά, τελικά ο γάιδαρος όντως πετάει. Μάλιστα ο φίλος μας ο Στάμος θα πετάξει μαζί με τον Αϊ- Βασίλη» έλεγε ο Απόλλων, το πιο περήφανο άλογο του στάβλου. Ο Στάμος στεναχωριόταν, αλλά δεν το έβαζε κάτω, φυλούσε βαθιά μέσα του το όνειρό του.

Και μία μέρα άργησε να επιστρέψει στον στάβλο, καθώς ξεχάστηκε εκεί που έβοσκε. Έκανε κρύο και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει. Φοβήθηκε, έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε τον Άγιο Βασίλη για να ζεστάνει την καρδιά του. Και να που ο Άγιος, που αγαπάει ακόμα και τα ταπεινά γαϊδουράκια -ή μάλλον κυρίως τα ταπεινά γαϊδουράκια- εμφανίστηκε μπροστά του. «Καλέ μου Στάμο, χρόνια τώρα σε παρακολουθώ. Τι όμορφο να πιστεύεις τόσο στο όνειρό σου! Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τέτοιο όνειρο να μου ζεσταίνει την καρδιά. Λοιπόν από σήμερα θα σε πάρω στο έλκηθρό μου. Από σήμερα θα γίνεις το γαϊδουράκι των Χριστουγέννων!»

 

Σωτηροπούλου Ρούλα

Παιδάκια μου αγαπημένα!

Πόση χαρά νιώθω δεν περιγράφεται! Σκέφτομαι τελικά πόσο ευλογημένο ζώο είμαι και πόσο τυχερό αφού με αγαπούν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Ταπεινό και τυχερό ζώο αφού βρέθηκα στη μοναδική εκείνη φάτνη και ζέστανα με τα χνώτα μου το νεογέννητο μωρό, το μωρό που θ’ άλλαζε τον κόσμο, τον Χριστό μας. Και θυμηθείτε ότι εγώ ήμουν πάλι αυτό που τον συνόδευε όταν μπήκε στα Ιεροσόλυμα.

Ταπεινό και τυχερό ζώο που πάνω μου μετέφεραν τα εμπορεύματά τους τόσοι και τόσοι κουρασμένοι αγρότες τα παλιά τα χρόνια.

Ταπεινό και τυχερό ζώο γιατί όλα τα παιδάκια σαν κι εσάς θέλουν ν’ ανέβουν στη ράχη μου και να πάνε μια βόλτα μαζί μου στην εξοχή.

Αλλά ταπεινό κι ανθεκτικό ζώο καθώς, όσα δύσκολα κι αν τράβηξα στη ζωή μου, ποτέ δεν παραπονέθηκα, αλλά με υπομονή, που με χαρακτηρίζει, περίμενα πως εκείνοι που με αγαπούν θα με υπερασπιστούν.

Δέχομαι λοιπόν και χαίρομαι που με έχουν ονομάσει «το γαϊδουράκι των Χριστουγέννων» αλλά νομίζω ότι είμαι και «το γαϊδουράκι του Πάσχα», «το γαϊδουράκι της Αγάπης», «το γαϊδουράκι της Βοήθειας» αλλά και «το γαϊδουράκι της Χαράς»!

 

Χαραμή Μεταξία

«Έχω στεναχώρια, φίλοι μου, γιατί έμεινα μόνος τέτοια μέρα. Τ’ αφεντικά μου πήγαν επίσκεψη, τα Χριστούγεννα τρώνε πάντα με φίλους. Βέβαια μου έβαλαν φαγητό, αλλά τι να το κάνω! Η μοναξιά τσακίζει. Χιόνισε και δεν μπορώ να κάνω περίπατο στο λιβάδι. Εκεί θα καλημέριζα τον φίλο μου τον λαγό ή τον Άρη, τον σκυλάκο μας. Ευτυχώς που έχω εσάς, ελάτε μέσα να φάτε. Με τόσο χιόνι δεν θα βρήκατε τίποτα».

«Να ’σαι καλά, φίλε μας, μας τάισε ο Κωστάκης, το παιδί του γείτονα. Αλλά γιατί είσαι δακρυσμένος;»

«Τέτοια μέρα ταξιδεύει ο νους μου στις ιστορίες που μου έλεγε ο παππούς μου».

«Πες μας κι εμάς, μας αρέσουν οι ιστορίες σου».

«Τέτοια μέρα ήταν όταν έφτασε στη Βηθλεέμ η έγκυος Παναγία, καβάλα στον παππού μου, μαζί με τον Ιωσήφ, τον άνθρωπο που την προστάτευε, για ν’ απογραφούν, όπως διέταξε ο βασιλιάς τους. Πανδοχείο δεν υπήρχε πουθενά να περάσουν τη νύχτα, χώθηκαν σ’ έναν στάβλο, στ’ άχυρα κι εκεί γεννήθηκε ο Χριστούλης. Με τα χνώτα του ο παππούλης μου και τ’ άλλα ζώα ζέσταναν το μωρό. Εμείς τα ζώα πρωτοείδαμε τον νεογέννητο Χριστό. Είμαστε ευλογημένα κι ας μας ταπεινώνουν οι άνθρωποι. Καλά Χριστούγεννα, φίλοι μου!»


Οι ιστορίες γράφτηκαν από μέλη της Αλατοπαρέας, με αφορμή τον τίτλο «Το γαϊδουράκι των Χριστουγέννων» και τη ζωγραφιά (αν γνωρίζει κάποια/ος τη/τον δημιουργό της, ας επικοινωνήσει με τη σελίδα για να προσθέσουμε πηγή)