Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Παιχνίδι γραφής (τρίστιχα σε μορφή χαϊκού)

 


Ζερβούλη Σπυριδούλα

Χάνετ’ η ματιά

στων αστεριών τη λάμψη

κι αυτήν τη νύχτα.

 

Λάγιου Ζωή

Νύχτα μαγική,

φωτίζουν την ψυχή μας

άστρα λαμπερά!

 

Μελή Μαρία

Σκοτεινή νύχτα

Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν

Πηγή ελπίδας

 

Μουσέος Βάσω

Φέγγουν τ’ αστέρια

Απ’ το παράθυρο μου

Κάνω μια ευχή

 

Φλογερά Ελένη

Τα πεφταστέρια

χορεύουν στον ουρανό

κάνω μια ευχή

 

Τα τρίστιχα γράφτηκαν με αφορμή τη ζωγραφιά κι ένα παιχνίδι που ξεκίνησε εδώ:

https://www.facebook.com/photo/?fbid=10228014804228871&set=a.10201219933733855

Μπορείτε ν’ αφήσετε και τα δικά σας στα σχόλια.

 

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Ένα λουλούδι ξεπροβάλλει απ’ τη γη

 


Κοτσαύτη Γιώτα

Ένα φυτό ξεπροβάλει μέσ’ απ’ το χιόνι. Πρώτη το εντοπίζει η Φαίδρα. «Τι κάνεις εκεί;» ρωτάνε οι συμμαθήτριές της που τη βλέπουν να σκύβει. «Τίποτα, κάτι μου έπεσε» απαντάει και σπεύδει να ρίξει πάνω του ένα χαρτομάντιλο. «Άντε, πάμε, παγώσαμε…» λένε και συνεχίζουν τον δρόμο τους. Ευτυχώς που δεν έδωσαν σημασία. Ευτυχώς που δεν το εντόπισαν. Τις ακολουθεί μα το μυαλό της έχει μείνει πίσω, στο μικρό φυτό. «Θ’ αντέξει, άραγε, με τόσο κρύο;»

Όταν φτάνει στο σπίτι, δεν αργεί να το μοιραστεί με τους γονείς της. «Πρέπει να πάμε, να το βγάλουμε από κει και να το φέρουμε στο σπίτι. Να το φυτέψουμε σε μία απ’ τις γλάστρες μας, να το προσέχω και…»

Συμφωνούν με την πρότασή της. Όταν φτάνουν όμως, διαπιστώνουν ότι είναι ένα σπάνιο είδος. Δεν γίνεται να το ξεριζώσουν και να το μεταφυτεύσουν. Η Φαίδρα χτυπάει το πόδι της στο χιόνι.

«Θα το πάρουμε, θα το πάρουμε, θα το πάρουμε!» λέει με πείσμα.

«Κορίτσι μου, αν το πάρουμε, θα μαραθεί αμέσως. Είναι κρίμα…»

«Ναι, αλλά αν το δουν εδώ οι συμμαθητές μου, θα το καταστρέψουν» απαντάει και τρίβει τα μάτια της.

«Θα το πούμε στη διευθύντρια αύριο, πρωί πρωί και θα τους εξηγήσει».

Πράγματι, η διευθύντρια μιλάει στα παιδιά. Ενημερώνει ότι στο δασάκι φύτρωσε ένα σπάνιο φυτό. Ότι είναι προστατευόμενο είδος. Και πως δεν πρέπει να το πειράξουν.

Το επόμενο πρωί η Φαίδρα αργεί να ξυπνήσει. Καθώς τρέχει να προλάβει το κουδούνι, βλέπει στο σημείο που είναι το φυτό ένα τσούρμο από παιδιά.

«Αχ, ελπίζω να μην το κατέστρεψαν» παρακαλάει από μέσα της.

Πλησιάζει και τι να δει! Ένα πανέμορφο λουλούδι! Δίπλα του μερικά ακόμα αδύναμα φυτάκια.

Ήχος κουδουνιού ακούγεται κάπου στο δάσος. Τα παιδιά τρέχουν προς το σχολείο. Πριν απ’ αυτό όμως δίνουν μία υπόσχεση. Θα προσέχουν το λουλούδι και τα φυτά σαν τα μάτια τους. Δεν είναι και λίγο ν’ ανακαλύπτεις τέτοια ομορφιά μέσα στο καταχείμωνο!

 

Χαραμή Μεταξία

Περπατούσε με σκυμμένο κεφάλι, θυμωμένη πάλι με τον αδελφό της. Ούτε το κατάλευκο χιονάκι που έπεσε πρωί πρωί κατάφερε να την ηρεμήσει. «Όλο το δικό του θέλει να γίνεται επειδή είναι μεγαλύτερος. Γιατί παρακαλώ; Κι η μαμά όλο το μέρος του παίρνει. Ο γιος της, βλέπεις, το καμάρι της». Αυτά σιγομουρμουρίζει η Όλγα καθώς περπατάει με ζωηρό βήμα προς το δασάκι που βρίσκεται κοντά τους. Κυριακή πρωί, η φύση ντυμένη στα λευκά. Κανονικά θα ’πρεπε να πετάει από τη χαρά της. Κι εκεί που σκεφτόταν χίλιους τρόπους να εκδικηθεί τον Άλκη, τον αδελφό της, βλέπει μπροστά της ένα πανέμορφο λουλουδάκι να ξεπετιέται από το χιόνι. Είχε το ίδιο ροζ-λιλά χρώμα όπως το σκουφάκι της και ζωηρόχρωμα πράσινα φύλλα. Πιο κει άλλα λουλουδάκια έτοιμα κι αυτά ν’ ανθίσουν. «Αυτό είναι θαύμα» μονολογεί. «Ανθισμένο λουλούδι μέσα από το χιόνι, ποιος θα το ’λεγε. Πόσο όμορφο είναι!» Ενώ το χάζευε, το μυαλό έτρεξε στις φίλες της. Έπρεπε να τους το πει. Να το δουν κι εκείνες. Να το θαυμάσουν μαζί της. Γύρισε πίσω τρέχοντας. Έφτασε στα σπίτια τους κι άρχισε να φωνάζει. Βγήκαν τα κορίτσια έξω και την ακολούθησαν. Θαύμασαν μαζί της το σπάνιο λουλούδι του χιονιού. Σκέφτηκαν να έχουν τον νου τους, να μην το πειράξει κανείς. Πέρασαν ώρα πολλή κουβεντιάζοντας γύρω από το καινούργιο τους εύρημα. Ξαφνικά εντοπίζει από μακριά τον Άλκη να τη φωνάζει. Δεν είναι πια θυμωμένη μαζί του, ίσως κι εκείνη να του μιλάει άσχημα κάποιες φορές. Πόσο διαφορετικά βλέπει τώρα τα πράγματα! Ένα λουλούδι που αποφάσισε ν’ ανθίσει μέσα στο χιόνι κατάφερε να της πάρει τον θυμό. Μήπως έχει δίκιο η γιαγιά που αγαπάει τα λουλουδάκια της και τα έχει σαν παιδιά της; Μερικές φορές τούς μιλάει κιόλας.

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

Μες στον μεγάλο καθρέφτη

 


Μες στον μεγάλο τον καθρέφτη

κοίταξε κάποιον που μιλάει,

μόνο όταν εγώ μιλάω,

κι όταν γελάω εγώ, γελάει.

 

Μες στον μεγάλο τον καθρέφτη

δακρύζω εγώ, κι αυτός δακρύζει,

κι όταν τα δάκρυα σκουπίζω,

με το ίδιο χέρι τα σκουπίζει.

 

Του κάνω χίλιες δυο γκριμάτσες

μες στον μεγάλο τον καθρέφτη,

του βγάζω γλώσσα, μου βγάζει γλώσσα,

πέφτω, κι αυτός μαζί μου πέφτει.

 

Μες στον μεγάλο τον καθρέφτη

κάνει κι ο άλλος ό,τι κάνω,

κι όταν τα δυο μου μάτια κλείνω,

τότε με χάνει και τον χάνω.

 

Γιώργος Μ. Μαρίνος

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

Τι είναι ευτυχία;

 

 

«…Είναι ευτυχία

ν’ απλώνεις τις πετσέτες του φαγητού

μπρος στον Ήλιο

να προσεύχεσαι όταν περνά έγκυος

γυναίκα

να κρατάς την τελευταία κουταλιά

για τη συμβία σου

να προλαβαίνεις τα παιδάκια που τρέχουν

προς τον γκρεμό

να μοιράζεις τα σύννεφα δυο-δυο

σε κάθε ουρανό

να επιστρέφεις τον Ήλιο με το ένα σου

δάχτυλο στην ανατολή του όπως

στα ρολόγια του παλιού καιρού

να χαίρεσαι που δεν είσαι μόνος

που δεν είσαι εσύ το κέντρο του κόσμου

που καταλαβαίνεις τι σου ζητούν

που δεν μετράς τι προσφέρεις,

που δεν είναι για πάντα

το καλύτερο για σένα

είναι ευτυχία…»

 

Κωστάκης Λούστας

Ποιήματα (1986-1997), Εταιρία γραμμάτων και Τεχνών, Φλώρινα, 1997

 

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Παίζουμε τρίστιχα σε μορφή χαϊκού;

 


Καραολάνη Βάσια

Φλεβάρης ήρθε

μυγδαλιές μοσχοβολούν

παιδιά γελαστά.

 

Νικολοπλάκη Χριστίνα

Άνθη στα δέντρα

Φώλιασε η αγάπη

Καρπός θα γενεί

 

Ρηγάτου Βίκυ

Ζωή και νιότη

Αισιόδοξα ανθούν

Μες στον χειμώνα.

 

Σταθοπούλου Ιωάννα

Χειμώνας φυγάς.

Δέντρα γεμάτα άνθη.

Καρδιές όλο φως.

 

Συγγούνα Ρούλα

Γελούν τα παιδιά

μες στο χιόνι άνθισε

η αμυγδαλιά

 


Τα τρίστιχα γράφτηκαν με αφορμή τη ζωγραφιά κι ένα παιχνίδι που ξεκίνησε εδώ:

https://www.facebook.com/photo/?fbid=10227998007368960&set=a.10201219933733855

 Μπορείτε ν’ αφήσετε και τα δικά σας στα σχόλια.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Η αμυγδαλιά του Φλεβάρη

 


Γιαμουρίδου Κική

Το χιόνι σκέπασε τα πάντα. Με δυσκολία βλέπω από το παράθυρο τη μεγάλη αυλή μας. Ούτε η βρύση φαίνεται πια, ούτε ο ξύλινος καναπές, που μαστόρεψε ο παππούς. Το πράσινο χρώμα των δέντρων κρύφτηκε κι αυτό. Όλα λευκά. Μοιάζουν ίδια. Το μικρότερο είναι η αμυγδαλιά μας. Πέρυσι τη φυτέψαμε, με τη γιαγιά. Ήθελα πολύ να έχουμε μια «νυφούλα» ανάμεσα στα τόσα ψηλά δένδρα. Μόνη μου τη φροντίζω. Ρωτώ συνεχώς τους μεγάλους πώς να την περιποιηθώ με τον καλύτερο τρόπο. Σκαλίζω το χώμα γύρω της, την ποτίζω προσεκτικά, μακριά από τη ρίζα, με το μοβ μικρό μου ποτιστήρι. Γίναμε φίλες. Κάθε πρωί της λέω καλημέρα και το βράδυ την καληνυχτίζω. Τώρα, όμως, νιώθω θλίψη. Η αγαπημένη μου «αμυγδαλιά του Φλεβάρη», αυτό είναι το όνομά της, κρυώνει. Δεν μπορεί να μου μιλήσει, να μου το πει, μα το ξέρω. Περιμένω με λαχτάρα να την αντικρίσω με ροζ και λευκά λουλουδάκια, μα δεν νομίζω πως θα τα καταφέρει. Είναι μικρή και το κρύο τσουχτερό. Θέλω πολύ να τη βοηθήσω. Όλο τον χρόνο περιμένω να την καμαρώσω. Ενδιαφέρομαι συνέχεια. Η μαμά λέει πως πρέπει να ασχολούμαστε με όλα όσα αγαπάμε. Καταλαβαίνουν. Χαίρονται. Ανθίζουν. Αυτό θα κάνω και τώρα. Θα φορέσω τις κόκκινες γαλότσες μου, το σκουφί και το κασκόλ και θα τρέξω κοντά της. Πρέπει να της δώσω δύναμη και κουράγιο. «Αγαπημένη μου φίλη, συγγνώμη που χαθήκαμε. Σε κοιτάζω συνεχώς μέσα από το τζάμι, μα σ’ άφησα μόνη σου. Να ξέρεις, όμως, πως παρακαλάω να είσαι καλά και πως θέλω να γίνεις όμορφη, ψηλή και ξεχωριστή». Ξαφνικά ένα κλαδάκι της τίναξε το χιόνι πάνω στο αδιάβροχο μου και φάνηκαν τα άνθη του. «Τα κατάφερες! Ναι, έχεις λουλούδια. Σ’ αγαπώ! Είσαι η πιο όμορφη αμυγδαλιά. Θα μοσχοβολήσει ο τόπος. Η αγάπη ανθίζει τα πάντα». Χόρευα με δυσκολία κι εκείνη έστεκε εκεί περήφανη. Ευτυχισμένες κι οι δύο.

 

Κοτσαύτη Γιώτα

Μια φορά κι έναν καιρό ο Φλεβάρης βρέθηκε σ’ ένα μέρος γεμάτο ανθισμένες αμυγδαλιές. Μόλις είχε κατέβει στη Γη και προσπαθούσε να κρυφτεί εξαιτίας του ποδιού του. Σε μια γωνία, αρκετά πιο πέρα απ’ τα υπόλοιπα, υπήρχε ένα δέντρο ολομόναχο.

«Γεια σου» χαιρέτισε τον νεαρό που κάθισε να ξαποστάσει στον κορμό του.

«Γεια σου και σένα» απάντησε εκείνος.

«Μόλις κατέβηκες στη Γη. Δεν θέλεις να πας να τη γνωρίσεις; Να χαρείς και να διασκεδάσεις;»

«Πώς μπορώ να το κάνω μ’ αυτό;» είπε κι έδειξε το πόδι του. «Όλοι θα με κοιτάνε… Σιχαίνομαι τον οίκτο τους».

«Θα ’δινα τα πάντα να είχα πόδια, ακόμα κι αν το ένα ήταν κουτσό. Να μπορώ να ταξιδέψω, να πάω σ’ άλλα μέρη, να γνωρίσω κι άλλα πλάσματα, να…»

Ο Φλεβάρης απόμεινε για λίγο αμίλητος, βυθισμένος στις σκέψεις του. Ύστερα έβγαλε ένα παράξενο υγρό μέσα απ’ το σακίδιό του και το ’ριξε στις ρίζες του δέντρου. Τότε εκείνο μεταμορφώθηκε σε μια όμορφη και λυγερή κοπέλα. Μαζί ταξίδεψαν από τόπο σε τόπο και βοήθησαν τους ανθρώπους να καταλάβουν πως τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα όνειρα και στις επιθυμίες.

Μετά από λίγο καιρό έπρεπε ο Φλεβάρης να επιστρέψει στον Ουρανό κι η Αμυγδαλιά στο λιβάδι της. Έδωσαν ραντεβού για την επόμενη χρονιά. Έτσι και φέτος. Περιμένουν πώς και πώς ν’ ανταμώσουν. Αν περάσεις, λοιπόν, από ένα λιβάδι με αμυγδαλιές και δεις μία μόνη της, παράμερα απ’ τις άλλες, να ξέρεις ότι είναι η αμυγδαλιά του Φλεβάρη, που τον περιμένει να τη μεταμορφώσει σε άνθρωπο…

 

Μπαλάσκα Σοφία

Η αμυγδαλιά που είχε φυτέψει ο μπαμπάς, πριν μερικά χρόνια, έστεκε ακόμη εκεί. Από παιδί μού άρεσε να χαζεύω τα άνθη της, που ήταν λευκά σαν βαμβάκι με λίγο ροζ, έτσι για να τονίζει την ομορφιά της. Ακόμα θυμάμαι τη μέρα που έφτασε στο σπίτι μας.

«Μαμά, μαμά, έλα να δεις, ο μπαμπάς έφερε ένα ωραίο λουλούδι!» φώναξα. Την έπιασα απ’ το χέρι τρέξαμε στην αυλή.

«Ω, μα αυτή είναι μια αμυγδαλιά!» είπε η μαμά, και τα μάτια της έλαμψαν. Βλέπετε η αμυγδαλιά ήταν το αγαπημένο της δέντρο. Εγώ δεν είχα ξαναδεί κι έτσι άρχισε να μου μιλάει για τα άνθη της και το πόσο όμορφα είναι.

«Ελάτε, τι κοιτάτε, θα βάλετε ένα χεράκι;» μας είπε ο μπαμπάς, ενώ είχε ήδη αρχίσει να σκάβει το χώμα στην αυλή.

Μετά από λίγο και οι τρεις μαζί κάναμε έναν κύκλο γύρω από την αμυγδαλιά μας, τραγουδώντας και γελώντας.

Ξαφνικά η πρώτη νιφάδα χιονιού έπεσε στα κεφάλια μας. «Γρήγορα μέσα» φώναξε η μαμά. Κι εγώ αμέσως σκέφτηκα: «Βρήκα πώς θα τη λέμε! Αμυγδαλιά του Φλεβάρη!» Το χιόνι είχε καλύψει σχεδόν όλη την αυλή.

 

Σπαθαράκη Κατερίνα

Η μυγδαλιά του Θεού

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα άλσος στο οποίο είχαν συγκεντρωθεί τα πιο όμορφα δέντρα του κόσμου. Όλα τα δέντρα που υπήρχαν στη γη προσπαθούσαν να μοιάσουν σε αυτό το μαγικό άλσος. Όμως ακόμα και σε αυτό το μέρος υπήρχε ένα πρόβλημα: δεν μπορούσαν να βρουν μία μυγδαλιά αρκετά όμορφη για να τη βάλουν στο άλσος. Κι αυτό γιατί εκείνα τα χρόνια οι μυγδαλιές είχαν φοβηθεί, αφού κάθε χρόνο έβλεπαν τα άνθη τους να γκρεμίζονται από τον δυνατό άνεμο. Οπότε αποφάσισαν από κει και πέρα να κρατάνε τα λουλούδια τους και να ανθίζουν μαζί με τα υπόλοιπα δέντρα. Αυτό δημιούργησε πρόβλημα όχι μόνο στο μαγικό άλσος, αλλά και στη γη, γιατί ερχόταν ο Φλεβάρης και τα αμύγδαλα κόντευαν κιόλας να εξαφανιστούν.

Όλοι λοιπόν στο άλσος ήταν στεναχωρημένοι, όμως πιο στεναχωρημένος απ’ όλους ήταν ο κάκτος. Γιατί το φυτό αυτό μπορεί να φαίνεται διαφορετικό από τη μυγδαλιά, αλλά την αγαπάει πολύ. Η μυγδαλιά είναι όμορφη και βιαστική, ενώ ο κάκτος σοφός και κάνει σπάνια λουλούδια. Ο ένας λοιπόν χρειάζεται και αγαπάει τον άλλον. Οπότε ο κάκτος αποφάσισε ότι ήταν η ώρα του να δράσει και ξεκίνησε για το μακρύ του ταξίδι στη γη. Ήταν αποφασισμένος, πριν τελειώσει ο Φλεβάρης, να βρει μία μυγδαλιά που να μη φοβάται να πετάξει τα ανθάκια της με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου.

Ο κάκτος περπατούσε και περπατούσε για μέρες στη γη, χωρίς να συναντήσει ούτε μία μυγδαλιά. Ο Φλεβάρης κόντευε να τελειώσει. Μια μέρα, όμως, έφτασε στο χωριό που οι άνθρωποι ονομάζουν Μπαλκόνι του Θεού. Το ονομάζουν έτσι γιατί η γαλήνια θάλασσα και τα άγρια βουνά ενώνονται χάρη σε μία λωρίδα γης απότομη. Και σε αυτή τη λωρίδα γης, ακριβώς στη μέση του γκρεμού, παρά το τσουχτερό κρύο του Φλεβάρη, είχε φυτρώσει μία πανέμορφη ολάνθιστη μυγδαλιά.

 

Χαραμή Μεταξία

Χειμώνας στη φύση, χειμώνας στον κάμπο, χειμώνας στο βουνό, χειμώνας παντού! Κρύο, βροχή, χιόνι κι όλα μαζί χειμώνας. Χειμώνας στις καρδιές, χειμώνας στα όνειρα των ανθρώπων. Ομίχλη που ντύνει τα σπίτια, σκιάζει τον ήλιο κι όλα μαζί χειμώνας. Κι εκεί που όλα κρυώνουν, η αμυγδαλιά έμαθε ν’ αντέχει και ν’ ανθίζει. Φλέβισ’ ο Φλεβάρης, έσκασ’ ο ήλιος ένα χαμόγελο κι εκείνη χαμογελάει. Φοράει το ροδαλό νυφικό της κι ετοιμάζεται να σταθεί νύφη στο πλευρό του. Ξέρει πώς να γίνεται όμορφη, ξέρει πώς να παρηγορεί και να δίνει ελπίδες. Όλοι περιμένουν το δικό της σύνθημα. Το σύνθημα της ζωής που ξεπροβάλλει μέσ’ από αρχέγονες μυσταγωγίες. Το σύνθημα της άνοιξης. Η Περσεφόνη θ’ αφήσει τον Πλούτωνα για ν’ ανέβει στη γη, στη μάνα Δήμητρα. Η αμυγδαλιά άνθισε, πιο σίγουρη από ποτέ βαδίζει στο φως, καταπατά το σκοτάδι κι αφήνει χαραμάδες χαράς. Της χαράς που έκλεψε ο χειμώνας. Αυτός ο γέρος που όλο κρυώνει. Οι ποιητές ένιωσαν το άρωμά της κι άρχισαν να σκαλίζουν τα κιτάπια τους. Η αμυγδαλιά τούς αρέσει. Είναι όμορφη και φέρνει ελπίδες. Ελπίδες για το καλύτερο. Μόνο ένας ποιητής μπορεί να μετασχηματίσει τις εικόνες σε στίχους. Κι η αμυγδαλιά είναι μια εικόνα. Μια εικόνα χαράς, κάλλους, αισθητικής απόλαυσης. Κι έγινε στίχος από πολλούς. Από μόνη της ένα στολίδι κι ένα σύμβολο, που όποιος μπορεί να το διαβάσει λυτρώνεται και βλέπει τον κόσμο όμορφο, έστω κι αν δεν είναι. Μικρή μου αμυγδαλιά, πόσα μου ’μαθες! 

 

 

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

Ο κόρακας

 


 

Στολίστηκ’ ένας κόρακας με παγωνιού φτερά

κι ύστερα καθρεφτίστηκε στης λίμνης τα νερά.

Τόσο περηφανεύτηκε και τόσο καμαρώνει,

που πίστεψε πως έγινε αληθινό παγώνι.

 

Κι είπε: «Με τόσα χρώματα, με τόση ομορφιά,

με τα κοράκια είναι ντροπή να κάνω συντροφιά».

Κι αφήνοντας τ’ αδέρφια του, που ζούσε τόσα χρόνια,

επήγε κει που τριγυρνούν τα πλουμιστά παγώνια.

 

Μ’ αυτά σαν να μυρίστηκαν τα ξένα τα φτερά,

τους κακοφάνηκε κι ευθύς του ρίχτηκαν γερά.

Κι αφού τον απομάδησαν κι ήταν κοράκι πάλι,

του πλήγωσαν με τις τσιμπιές το άστοχο κεφάλι.

 

Τότε μέσα στους πόνους του στοχάστηκε ο φτωχός

πως δεν μπορεί να γιατρευτεί, να ζήσει μοναχός.

Και με τη δόλια του καρδιά, σαν τα φτερά του μαύρη,

στ’ άλλα κοράκια γύρισε παρηγοριά για να βρει.

 

Αυτά τον καλοδέχτηκαν πάλι σαν αδελφό,

μα κάποιος γεροκόρακας, που ήταν πουλί σοφό,

του ’πε: «Τώρα που φόρεσες τη φορεσιά την ίδια,

σκέψου πως πέφτουν γρήγορα τα ξένα τα στολίδια».

 

Ι.ΠΟΛΕΜΗ

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Ο Φλεβάρης

 


Είμ’ ο Φλεβάρης ο μικρός,

ο παραπονεμένος.

Τη μια μέρα μού κλέψανε

κι είμαι σημαδεμένος.

 

Δεν φτάνει που με κλέψανε,

όλοι με κοροϊδεύουν.

Με λένε Κουτσοφλέβαρο

κι αρχίζουν να χορεύουν.

 

Μα γω κακία δεν κρατώ,

δεν θλίβομαι, δεν κλαίω.

Και πρώτος μπαίνω στον χορό.

«Αποκριές!» τους λέω.

 

Και με το πόδι το κουτσό

ως το πρωί χορεύω.

Εσείς με κοροϊδεύετε;

Κι εγώ σας μασκαρεύω.

 

Σοφία Φίλντιση

Ποιήματα για παιδιά, Εκδόσεις Πατάκη.

Η εικόνα είναι προϊόν AI

 

Ο χορός των εφτά

 


Η Δευτέρα με την Τρίτη

στης Τετάρτης παν το σπίτι.

Με την Πέμπτη κουβεντιάζουν,

την Παρασκευή φωνάζουν,

παίρνουνε και το Σαββάτο

και τραβάνε παρακάτω.

Να κι η Κυριακή απ’ το πλάι,

το μαντίλι τους πετάει.

Κι αρχινάνε ζωηρό

της βδομάδας τον χορό.

 

Γιώργης Κρόκος

Η εικόνα είναι προϊόν AI

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

Πώς διαβάζονται τα εξωσχολικά βιβλία:

 


1.Μπορείς να έχεις τα πόδια ψηλά πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και η υπόλοιπη να ’σαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα και να κρατάς το βιβλίο στον αέρα.

2.Μπορείς να είσαι μπρούμυτα στο κρεβάτι και το βιβλίο κάτω στο πάτωμα.

3.Μπορεί, αν έχεις αδελφή, να είναι εκείνη μπρούμυτα στο πάτωμα κι εσύ από πάνω της σαν να σχηματίζετε σταυρό και τα βιβλία βέβαια στο πάτωμα.

4.Το βράδυ, όταν πάτε για ύπνο και σας φωνάζουν να σβήσετε το φως, να κουκουλώνεστε με τα σκεπάσματα και να έχετε ένα κλεφτοφάναρο και να διαβάζετε -αυτό μάλλον τον χειμώνα γιατί το καλοκαίρι θα σκάσετε.

5.Στην τουαλέτα μπορείς να διαβάζεις τα απαγορευμένα βιβλία.

 

ΑΛΚΗ ΖΕΗ

Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Η εικόνα είναι προϊόν AI