Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Η γιδούλα και το τσοπανόπουλο


Ένα τσοπανόπουλο
μια γιδούλα έχασε,
μια ‘πο δω της σφύριξε
μια ‘πο κει της φώναζε,
πουθενά δεν φαίνεται.
Σε μια πέτρα ανέβηκε
και μακριά τη βλέπει
δίπλα σ’ ένα κλήμα
και γλυκομασούλαγε.
Της ματασφυρίζει,
της ματαφωνάζει,
κείνη δεν κουνιότανε.
Τέλος πια δεν βάσταξε,
παίρνει ένα λιθάρι
και της το πετάει
με θυμό και δύναμη
και της σπάει ένα κέρατο.
Πίσω σαν εγύρισε
την παρακαλάει:
«Να χαρείς τα μάτια σου,
να μη πεις, γιδούλα μου
σε κανέναν τίποτα».
Κι η γιδούλα απάντησε:
«Ε ρε τσοπανόπαιδο,
είσαι τετραπέρατο!
Κι αν εγώ σωπάσω,
θα μιλήσει μόνο του
το σπασμένο κέρατο».

Ν.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
…

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Την εικόνα έκανε η Μαρκέλλα Κομπίτσα.

Γεννήθηκε το 1986. Δημοτικό και Γυμνάσιο παρακολούθησε στο Κολλέγιο Αθηνών και Λύκειο στη σχολή  Ι.Μ Παναγιωτόπουλου. Τελείωσε το σχολείο το 2004.
Σπούδασε στη σχολή AKTO, στον κλάδο της Γραφιστικής, τρία χρόνια. Στη συνέχεια πήρε το BA με εξειδίκευση στα web sites για έναν χρόνο και μετά εκπόνησε  Master of Arts  επίσης στα web sites.  
Συμμετείχει σε δύο σεμινάρια του ΕΜΠ σχετικά με προγραμματισμό.
Δούλεψε σε κατάστημα με είδη δώρων για πρακτική το έτος 2009. Στη συνέχεια εργάστηκε ως ελεύθερος συνεργάτης γραφιστικής. 
Συνεχίζει στην ΑΚΤΟ συμμετέχοντας στο πρόγραμμα Fine Arts για 2 χρόνια (2016-2018). Αποφοιτά από το πρόγραμμα τον Ιούνιο του 2018.
Τραγουδά σαν σοπράνο στη διακεκριμένη χορωδία του Δήμου Αγίας Παρασκευής εδώ και πέντε χρόνια.
Χόμπι: Λογοτεχνία, πιάνο, food art,  φωτογραφία.

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…
Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Η συναυλία των πουλιών



Πολύ τον αγαπούσε τον παππούλη του ο Τριλιλί, ο μικρούλης κότσυφας. Τον θαύμαζε για την καλοσύνη, τη σοφία και πιο πολύ για το γλυκό του το τραγούδι. Αρχινούσαν μαζί το κελάηδημα πρωί πρωί πριν ξεμυτίσει ο ήλιος και τέλειωναν βράδυ βράδυ, μόλις χανότανε πίσω από το βουνό. Ο παππούς περισσότερο και πολύ λίγο ο Τριλιλί, γιατί ακόμα δεν ήξερε πως κελαηδούνε.

   Είχανε φτιάξει τη φωλιά τους στη λεμονιά του περιβολιού ενός σπιτιού παραμυθένιου. Μα δεν ήταν μόνοι.  Σπουργίτια και χελιδονάκια ένα σωρό τρύπωναν στα κεραμίδια. Παραδίπλα και μια σταχτοσουσουράδα που είχε την κουρνιά της κρυφή και δεν ήθελε να έχει πάρε δώσε με κανέναν. Τιτίβιζαν όλοι μαζί χωρίς σταματημό. Μα μόλις έπεφτε το σούρουπο ησύχαζαν και περίμεναν ν’ ακούσουν το τραγούδι του γέρο κότσυφα. Κι ας ήτανε λυπητερό, κι ας τους έφερνε δάκρυα στα μάτια... Ήτανε βλέπεις τελείως τυφλός. Ένα φαρμακερό αγκάθι τον τραυμάτισε κάποτε και του στέρησε το φως για πάντα.

   Ο Τριλιλί πίστευε πως ο παππούς ήταν πολύ δυστυχισμένος. Ο ίδιος όμως δεν το παραδέχτηκε ποτέ. «Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι» φιλοσοφούσε. «Πάντα μου άρεσε να πετώ εδώ κι εκεί, να κρύβομαι στις φυλλωσιές,  να κυνηγώ τα σύννεφα, τις πεταλούδες, τις μέλισσες και τις χρυσόμυγες. Έτρεμα τον κίνδυνο και δεν κελαηδούσα για να μη γίνομαι στόχος. Από τότε που τυφλώθηκα, δεν φεύγω από τη φωλιά μου. Κουρνιάζω στο πιο ψηλό κλαδί και τραγουδώ  όσο θέλω. Μέσα σε τούτο το περιβολάκι ξέρω πως όλοι με αγαπούν. Δεν φοβάμαι τίποτα πια…»

   Ο Τριλιλί δεν μιλούσε. Κουνούσε μόνο το κεφάλι του, πετούσε μερικές φάλτσες τρίλιες και φρρρρτττ πηδούσε σκεφτικός στο διπλανό κλαδάκι.

   Ώσπου ήρθε η πρώτη άνοιξη της ζωής του. Και μια μέρα η ρεματιά γέμισε  πουλιά.

   «Είναι τα’ αποδημητικά» εξήγησε ο παππούς. «Αλλιώτικα από εμάς που ποτέ δεν φεύγουμε από τον τόπο μας. Αυτά ποτέ δεν μένουν σε ένα μέρος για όλο τον χρόνο. Έρχονται όταν φεύγει ο χειμώνας και μας αποχαιρετούν το φθινόπωρο».

   Ο Τριλιλί πέταξε από τη χαρά του που θα έκανε καινούργιους φίλους. Και χάρηκε ακόμα πιο πολύ όταν έμαθε πως όλα εκείνα τα πετούμενα σε λίγες μέρες θα δίνανε μια μεγάλη συναυλία στο ξέφωτο του δάσους. Για να γιορτάσουν την επάνοδο.

   Ανάμεσα στις προετοιμασίες ήταν και η διανομή των προσκλήσεων που την ανέλαβαν τ’ αγριοπερίστερα. Αφού τις έγραψαν με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα, τις τύλιξαν σε μικρά ρολά. Ύστερα πολύ προσεχτικά και για να μην έχει κανείς παράπονο, πήγαιναν κι άφηναν σε κάθε φωλιά από μια.

   «Κι ο παππούς μου είναι ένας πολύ καλός τραγουδιστής» είπε δειλά ο Τριλιλί στο περιστέρι την ώρα που του έδινε τη δική του πρόσκληση. «Θα μπορούσε να πάρει κι αυτός μέρος στη συναυλία...»

   Επειδή όμως εκείνο ούτε που τον είχε ακουστά, αναγκάστηκε να του εξηγήσει πως ήταν το μόνο τυφλό πουλί του δάσους. Πως γι αυτόν τον λόγο δεν έφευγε ποτέ από τη φωλιά του και πως ζούσε ολομόναχος κρυφά ακόμα κι από τον Θεό.

   Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα περισσότερο. Τα δακρυσμένα μάτια και το τρέμουλο της φωνής του τα έλεγαν όλα. Ο φτερωτός ταχυδρόμος συγκινήθηκε. Και η πρόσκληση για τον γέρο τραγουδιστή ετοιμάστηκε ώσπου να πεις πιπέρι.

   Ο γέρο κότσυφας χάρηκε πάρα πολύ. «Μεγάλη μου τιμή» ψέλλισε ευτυχισμένος. «Θα τα καταφέρω όμως; Τι λες κι εσύ μικρούλη μου;» Ο Τριλιλί τότε πείσμωσε κι άρχισε να του δίνει κουράγιο κάθε ώρα.

  Η μεγάλη μέρα έφτασε. Τα πουλιά ξύπνησαν πριν ακόμα χαράξει. Δοκίμαζαν τα λαρύγγια τους. Μαλάκωναν τις φωνές τους με δροσοσταλιές και ροδομέλι. Χτένιζαν με το ράμφος τις φτερούγες τους και συγκρατούσαν τα κελαηδίσματα για να μην κουράσουν άσκοπα τη φωνή τους. Ο Τριλιλί πήρε το μπάνιο του σ’ ένα γουβωτό φύλλο φραγκοσυκιάς κι έτσι φρεσκολουσμένος πέταξε ως τη φωλιά και ράντισε τον παππού με δροσερό νεράκι. Ήταν έτοιμοι πια και οι δυο...

   Η έναρξη της γιορτής κηρύχτηκε μόλις έσκασε μύτη η πρώτη ηλιαχτίδα. Το ξέφωτο γέμισε πουλιά. Όμως ούτε και τα ζώα έλειψαν από τη συναυλία. Με τόση διαφήμιση δεν είχε μείνει ούτε ένα πλάσμα στο δάσος που να μην το μάθει. Ήρθε λοιπόν η αλεπού με την καινούργια της γούνα. Σε λίγο και ο ασβός περιποιημένος και μοσχομυριστός. Ξοπίσω κι άλλα ζώα. Η λαγίνα με τη φαμελιά της, το τσακάλι, ο τυφλοπόντικας, μια κολοβή νυφίτσα, ένας φαφούτης σκίουρος. Ως και η αγριόγατα με τα τρία πόδια και το κουτσουρεμένο αυτί... Βρήκαν από μια αναπαυτική θέση και κάθισαν ήσυχα ήσυχα ν’ απολαύσουν το τραγούδι.

   Μόλις δόθηκε το σύνθημα, σιωπή απλώθηκε παντού. Ένα ένα τα πουλιά, με την παρτιτούρα στο δεξί, ανέβαιναν στην εξέδρα και τραγουδούσαν. Και τι δεν ακούστηκε. Τραγούδια παλιά και καινούργια. Άλλα του τόπου και άλλα από χώρες μακρινές. Τραγούδια αστεία και σοβαρά. Κάθε λογής και σε κάθε τόνο. Το κοινό χειροκροτούσε ενθουσιασμένο.

   Ο γερο κότσυφας ήταν ο τελευταίος στη λίστα. Βρήκε τη θέση του στα τυφλά, ψαχουλευτά σχεδόν, κι άρχισε το λυπητερό του τραγούδι. Η καρδιά του Τριλιλί σφίχτηκε από την αγωνία.

   Με τις πρώτες νότες στο ακροατήριο απλώθηκε ένας εκνευριστικός ψίθυρος. Η διάθεσή τους χάλασε μονομιάς. «Δεν ήρθαμε εδώ για να μελαγχολήσουμε» διαμαρτυρήθηκαν κάποιοι κι άρχισαν σιγά σιγά να σηκώνονται και να φεύγουν. Πρώτη και καλύτερη η αλεπού, ξοπίσω ο ασβός, μετά το τσακάλι και ο τυφλοπόντικας και τελευταία η λαγίνα με τα πολλά κουτσούβελα. Ύστερα άλλοι κι άλλοι. Ακόμα και πολλά από τα πουλιά που ήταν καλεσμένα. Τι βαρεμάρα...

   Ο Τριλιλί βούρκωσε. «Καθίστε ν’ ακούσετε και παρακάτω» παρακαλούσε. «Μη φεύγετε σας παρακαλώ. Το τραγούδι του παππού είναι πολύ όμορφο...».

   Κανένας όμως δεν του έδωσε σημασία. Στο τέλος στο ακροατήριο είχε μείνει ο αγριόγατος με τα τρία πόδια, η κολοβή νυφίτσα κι ο φαφούτης σκίουρος. Κι από τα πουλιά η σταχτοσουσουράδα, ένας γλάρος με σπασμένη φτερούγα, ένας βραχνός κοκκινολαίμης κι ένα χελιδόνι με μισή ουρά. Ο μικρούλης κότσυφας ήταν τόσο λυπημένος που σκέφτηκε πως ο παππούς του ήταν πολύ τυχερός που δεν είχε πια τα μάτια του να βλέπει.

   Κι αληθινά χαμπάρι δεν φαινόταν πως είχε πάρει εκείνος απ’ όσα είχαν συμβεί. Συνέχιζε το τραγούδι του ατάραχος με το κεφάλι στραμμένο προς τον ήλιο. Ήταν ευτυχισμένος, μα ο Τριλιλί ήξερε πως η ευτυχία του δεν θα κρατούσε πολύ. Κάποια στιγμή θα καταλάβαινε...

   Αυτή η στιγμή ωστόσο δεν ήρθε ποτέ. Μόλις τέλειωσε, ανέβηκαν  στην εξέδρα τα  πουλιά που ως τώρα δεν είχαν τραγουδήσει. Ο γλάρος, ο κοκκινολαίμης, το χελιδόνι... Τα τραγούδια τους μιλούσαν για τη ζωή, για τον ήλιο, τα σύννεφα, τις φυλλωσιές. Μιλούσαν και για τα παθήματα και όλες τις αναποδιές τους. Ήταν ωστόσο γεμάτα αγάπη, κατανόηση και σεβασμό. Ήταν όμορφα κι ας έβγαζαν θλίψη και παράπονο... Τελευταία τραγούδησε η σταχτοσουσουράδα που στο σώμα της δεν είχε το παραμικρό κουσούρι. Εκείνη διηγήθηκε το φόβο. Την τανάλια δηλαδή που της έσφιγγε την καρδιά και την έκανε να μην εμπιστεύεται κανέναν. Τι καλή που ήταν τελικά και πόσο την είχαν παρεξηγήσει...

   Ο Τριλιλί τούς άκουσε όλους πολύ προσεχτικά κι έμεινε σκεφτικός για ώρα πολλή. Μόλις είχε ανακαλύψει μια σπουδαία αλήθεια. Κατάλαβε πως θα πρέπει να είναι πολύ όμορφη η ζωή για  να την επιθυμεί κανείς και να την λατρεύει. Ακόμα και μέσα στον πόνο του. Ακόμα και με τα τόσα προβλήματά του.

  Η συναυλία συνεχίστηκε με πολλά τραγούδια και πολλούς τραγουδιστές. Γιατί τα πουλιά που ‘φυγαν, ξαναγύρισαν. Και τα ζώα το ίδιο. Ντροπιασμένα για το φέρσιμό τους και με την ουρά στα σκέλια. Όλοι τους έστηναν αυτί ν’ ακούσουν. Μάθαιναν την ατυχία των άλλων, συμπονούσαν κι ευχαριστούσαν τον Θεό που ήταν γερά. Θα μπορούσαν  άνετα να είναι εκείνα στη θέση τους....

   ...Και το βραβείο στο τέλος δόθηκε -που αλλού; -στον παππούλη του Τριλιλί.

   Από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν για τον γέρο κότσυφα. Όλοι τον αποζητούσαν και γύρευαν το τραγούδι του. Κι εκείνος για να είναι πιο κοντά τους, φώλιασε σ’ ένα χαμηλότερο κλαδί. Όσο για τη σταχτοσουσουράδα χμ... αυτή δεν άλλαξε συνήθειες.  Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει εντελώς από τους φόβους της και σε κανέναν δεν μαρτύρησε ποτέ την κουρνιά της. Έγινε όμως πιο καταδεκτική, γιατί κατάλαβε πως οι φίλοι της την δέχονταν όπως ήταν. Κανείς δεν την αντιπαθούσε πια και κανείς δεν την έλεγε ψηλομύτα. Ζήσανε λοιπόν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα... Όσο για τον μικρούλη το φίλο μας... Αυτός μεγάλωσε ώσπου να πεις πιπέρι. Έγινε  ένας όμορφος μελαχρινός κότσυφας με μύτη κατακίτρινη σαν κεχριμπάρι. Με καρδιά χρυσή γεμάτη τρυφερότητα και συμπόνια. Ο καλύτερος τραγουδιστής του περιβολιού, να μη σας πω και  ολόκληρου του δάσους...

ΝΙΤΣΑ ΚΙΑΣΣΟΥ


Γεννήθηκα το 1962 στον Όρμο Μαραθοκάμπου της Σάμου και ζω πάντα εκεί. Εμφανίστηκα στον χώρο της λογοτεχνίας το 1990 μ’ ένα θεατρικό έργο για παιδιά που τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό βραβείο. Στη συνέχεια βραβεύτηκα επίσης από τη ΓΛΣ για μια ποιητική συλλογή και δυο μυθιστορήματα. Συνεργάστηκα για πολλά χρόνια με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά. Συνεχίζω να γράφω παραμύθια για παιδιά και ιστορίες για μεγάλους. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, ΨΥΧΟΓΙΟΥ και ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ.

Ζωγραφιά: Αθηνά Πετούλη




  

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Πείνα για λέξεις (Μήνυμα-αφίσα ΙΒΒΥ 2020)



Εκεί που μένω, οι θάμνοι πρασινίζουν αργά τον Απρίλη ή νωρίς τον Μάη και σύντομα γεμίζουν με κουκούλια από πεταλούδες. Αυτά τα κουκούλια μοιάζουν με μπαλίτσες από βαμβάκι ή με κουφέτα και οι νύμφες τους καταβροχθίζουν φύλλο το φύλλο μέχρι που οι θάμνοι απογυμνώνονται. Όταν όμως οι νύμφες γίνουν πεταλούδες και πετάξουν, οι θάμνοι δεν είναι κατεστραμμένοι. Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι, ξαναγίνονται πράσινοι πάλι και πάλι.

Έτσι μοιάζει ο συγγραφέας, έτσι μοιάζει ο ποιητής. Κατασπαράζονται, μένουν κατάστεγνοι από ιστορίες και ποιήματα, που, όταν ολοκληρωθούν, πετούν μακριά, μπαίνουν μέσα σε βιβλία και βρίσκουν τους αναγνώστες τους. Αυτό γίνεται πάλι και πάλι.

Και τι συμβαίνει μ’ εκείνα τα ποιήματα και τις ιστορίες;

Ξέρω ένα αγόρι που έπρεπε να κάνει κάποια εγχείρηση στο μάτι του. Για δύο εβδομάδες μετά την εγχείρηση, έπρεπε να ξαπλώνει μόνο από τη δεξιά πλευρά και μετά δεν έπρεπε να διαβάζει τίποτα για έναν μήνα. Όταν γενικά ξαναπήρε στα χέρια του ένα βιβλία έπειτα από ενάμιση μήνα, ένιωσε σαν να κατάπινε λέξεις μ’ ένα κουτάλι από μια γαβάθα. Σαν να τις έτρωγε. Πραγματικά τις έτρωγε.

Ξέρω κι ένα κορίτσι που, όταν μεγάλωσε, έγινε δασκάλα. Μου είπε: «Τα παιδιά που οι γονείς τους δεν τους διάβασαν παραμύθια έχουν στερηθεί κάτι σημαντικό».

Οι λέξεις στα ποιήματα και στις ιστορίες είναι τροφή. Όχι τροφή για το σώμα, όχι τροφή που μπορεί να γεμίσει το στομάχι σου. Τροφή όμως για το πνεύμα και τροφή για την ψυχή.

Όταν πεινάει κάποιος ή διψάει, το στομάχι του γουργουρίζει και το στόμα του στεγνώνει. Οι πεινασμένοι γυρεύουν να φάνε κάτι, ένα κομμάτι ψωμί, ένα πιάτο ρύζι ή δημητριακά, λίγο ψάρι ή μια μπανάνα. Όσο περισσότερο πεινούν, τόσο στενεύει ο οπτικός τους ορίζοντας, ώσπου παύουν να βλέπουν ό,τι δεν είναι τροφή για να τους χορτάσει.

Η πείνα για λέξεις εκδηλώνεται διαφορετικά. Μοιάζει με θλίψη, με λήθη, με αυθάδεια. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από τέτοιου είδους πείνα δεν νιώθουν πως η ψυχή τους τρέμει από το κρύο κι ότι προσπερνούν τους εαυτούς τους χωρίς να το προσέχουν. Ένα μέρος του κόσμου τους εξαφανίζεται χωρίς να το γνωρίζουν.

Αυτού του είδους η πείνα χορταίνεται με ποίηση και ιστορίες.

Υπάρχει όμως ελπίδα για όσους δεν έχουν ποτέ αφεθεί ν’ απολαύσουν τις λέξεις, για να χορτάσουν αυτή την πείνα;

Υπάρχει! Το αγόρι που είπαμε διαβάζει κάθε μέρα. Το κορίτσι έγινε δασκάλα και διαβάζει στους μαθητές της. Κάθε Παρασκευή. Κάθε βδομάδα. Αν κάποια φορά το ξεχάσει, της το θυμίζουν τα παιδιά.

Και τι γίνεται με τον συγγραφέα και τον ποιητή; Καθώς έρχεται το καλοκαίρι, θα πρασινίσουν πάλι. Και πάλι θα στεγνώσουν από ιστορίες και ποιήματα, που θα πετάξουν μακριά προς κάθε κατεύθυνση. 

Πάλι και πάλι.

Peter Svetina (Σλοβενία)

Αφίσα: Damijan Stepančič

Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
...
Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου, την ημέρα που γεννήθηκε το μεγάλος Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Την καθιέρωσε η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (International Board on Books for Young People-IBBY) το 1966. Από τότε, κάθε χρόνο, ένα διαφορετικό εθνικό τμήμα της οργάνωσης αυτής ετοιμάζει ένα μήνυμα και μία αφίσα, που διανέμονται σε όλο τον κόσμο, με σκοπό να τονίσουν την αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, και να ενθαρρύνουν τη διεθνή συνεργασία για την ανάπτυξη και τη διάδοση της παιδικής λογοτεχνίας.

Το 2020 υπεύθυνο για το υλικό του εορτασμού είναι το Τμήμα της Σλοβενίας. 

Σε όλες τις χώρες τα παιδιά, οι συγγραφείς, οι εικονογράφοι, οι μεταφραστές, οι βιβλιοθηκάριοι, οι εκδότες, οι εκπαιδευτικοί, γιορτάζουν την παγκόσμια αυτή μέρα με διάφορες εκδηλώσεις σε σχολεία, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία, πλατείες και άλλους χώρους, δείχνοντας έτσι την αγάπη και το ενδιαφέρον τους για το βιβλίο και το διάβασμα.

Στην Ελλάδα, όπως κάθε χρόνο, το Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ/Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, φρόντισε να μεταφράσει το μήνυμα στα ελληνικά και να παροτρύνει τους φορείς που ενδιαφέρονται για τα παιδιά και τα βιβλία του να συμβάλουν στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου. Η αφίσα με το μήνυμα τυπώθηκε στα ελληνικά με χορηγό τις εκδόσεις Πατάκη και διανέμεται με τη φροντίδα τους.