Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Τρεις βαριές πέτρες


Ο δερβίσης Μπεν Αχμέτ ήταν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της Ανατολής, αλλά κάποια εποχή αποφάσισε να τα εγκαταλείψει όλα και να ζήσει ασκητικά στην έρημο, σε μια περιοχή με βράχους και άμμο. Για σπίτι του είχε μια σπηλιά και για μοναδική του τροφή ρίζες και λίγα φρούτα που μπορούσε να παράγει ένα τόσο αφιλόξενο μέρος.

Παρά τις δύσκολες συνθήκες τις οποίες είχε  διαλέξει, ο Μπεν Αχμέτ ήταν τόσο ευτυχισμένος, όσο δεν ήταν ποτέ στη ζωή του.

Η φήμη του είχε απλωθεί σ’ όλη τη χώρα και πολλοί ήταν αυτοί, ακόμα και μεγιστάνες και ηγεμόνες, που πήγαιναν να ζητήσουν τη συμβουλή του για κάποιο πρόβλημά τους ή τη βοήθειά του στη θεραπεία κάποιας αρρώστιας, μια και φημιζόταν και ως εξαιρετικός γιατρός.

Στην ίδια περιοχή είχε το λημέρι του και ο διαβόητος λήσταρχος Άκαμπα. Είχε κάτω από τις διαταγές του πολλούς κακοποιούς. Από τις ληστείες του αυτές είχε γίνει από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της χώρας. 

Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι δρόμοι των δυο αντρών είχαν διασταυρωθεί. Κάποτε του είχε φέρει να περιποιηθεί κάποιους λαβωμένους, αλλά άλλες φορές η συνάντηση τους ήταν εντελώς τυχαία. Πάντως ο Άκαμπα φοβόταν ή σεβόταν τον Μπεν Αχμέτ και ποτέ δεν τον είχε βλάψει.

Έτσι τυχαία ήταν και αυτή τους η συνάντηση σε έναν πετρώδη ανηφορικό δρόμο: ο δερβίσης χαρούμενος, ξέγνοιαστος και ευτυχισμένος παρά τα γερατειά του, κι ο Άκαμπα βλοσυρός, συλλογισμένος κι ανήσυχος, παρά τα νιάτα και τα πλούτη του.

Αυτή η αντίθεση έκανε εντύπωση στον αρχηγό των κλεφτών και, μια και τόσοι έρχονταν από μακριά για να ζητήσουν συμβουλές, γιατί να μην έκανε κι αυτός το ίδιο που ζούσε κοντά του;

— Γέροντα, θα ‘θελα τη γνώμη σου σε κάτι που με βασανίζει. Αν βέβαια έχεις χρόνο και διάθεση.
— Χρόνο έχω όσο ζω. Όσο για διάθεση, έχω πάντα, γιατί ποτέ δεν ξέρω πότε θα είναι η καταλληλότερη στιγμή για το καλό.
— Γέροντα, έχω εκατοντάδες άντρες στις προσταγές μου, έχω άπειρα πλούτη κρυμμένα στις σπηλιές, έχω δούλες και δούλους όσους θέλω, έχω τεράστια δύναμη. Αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος. Τι μου λείπει;
— Θα σου πω αμέσως τι σου λείπει, είπε ο Μπεν Αχμέτ, καθώς ανέβαιναν τον βραχώδη λόφο. Και γυρίζοντας στα πρωτοπαλίκαρα, που πάντα συνόδευαν το ληστή, τους είπε:
— Σηκώστε αυτές τις τρεις μεγάλες πέτρες και φορτώστε τις στην πλάτη του αρχηγού σας για να ανεβούμε στην κορυφή του λόφου.

Ο Άκαμπα έκανε νόημα στα παλικάρια του να εκτελέσουν την παράξενη εντολή του γέροντα.

Το βάρος όμως ήταν πολύ, ο ανήφορος απότομος κι ο αρχιληστής ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν μετά από μερικά βήματα.

— Δεν μπορώ να προχωρήσω άλλο με τόσο βάρος, Μπεν Αχμέτ, είπε.
— Πάρτε του μία από τις πέτρες για να ξαλαφρώσει λίγο, είπε ο Αχμέτ.

Ο ληστής ένιωσε αμέσως καλύτερα και άρχισε να προχωράει προς την κορυφή του λόφου φορτωμένος τις δυο πέτρες. Σε λίγο όμως εγκατέλειψε πάλι.

— Είναι πολύ βαριές, δεν μπορώ να προχωρήσω. Εσύ δεν θα μπορούσες να κάνεις ούτε ένα βήμα με τόσο βάρος.
— Καθόλου δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Πάρτε του άλλη μια πέτρα, είπε ο ασκητής.

Πραγματικά ο ληστής με μια μόνο πέτρα ένιωσε πολύ πιο ανάλαφρος, τουλάχιστον για λίγο. Γιατί ύστερα άρχισε πάλι να αγκομαχά από το βάρος και να γκρινιάζει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει γρήγορα.

— Πέταξέ την κι αυτή την πέτρα και ακολούθα με, του είπε.

Ο Άκαμπα πέταξε και την τελευταία πέτρα και ένιωσε ανάλαφρος σαν πουλί.

Σε λίγο έφτασαν στην κορυφή του λόφου.

— Παιδί μου, με ρώτησες, σου απαντώ: όπως όλοι μας, έτσι κι εσύ έχεις τα φορτία σου που κουβαλάς –μου τα ονόμασες πιο πριν.  Αυτά δεν σε αφήνουν να προχωρήσεις, σε εξαντλούν, σε απομυζούν, σε εμποδίζουν να νιώσεις ευτυχισμένος και χαρούμενος. Πέταξέ τα και θα φτερουγίζεις σαν πουλί.

(Περσία)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Αλεξάνδρα Ταράση.


Ονομάζομαι Αλεξάνδρα Ταράση και γεννήθηκα το 1963 στο Κιάτο Κορινθίας. Μετά το Λύκειο ήρθα στην Αθήνα, για να  σπουδάσω Διακόσμηση Εσωτερικού Χώρου και Σχεδιασμό Ρούχων-Πατρόν, όπου ζω μέχρι και σήμερα.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζωγραφίζω, κάνω κατασκευές με πλήθος υλικών, σχεδιάζω και ράβω ρούχα.

Κατά διαστήματα έχω ασχοληθεί με τη διδασκαλία πατρόν και ραπτικής σε νέους και ενήλικες. Έχω δημιουργήσει κοστούμια για θεατρικές παραστάσεις. Εκτός από ρούχα δημιουργώ κι  αξεσουάρ μόδας. Μεγάλο μέρος της δημιουργικής μου ζωής αποτελούν οι πλήθος κατασκευών που κάνω, χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές (ζωγραφική, κολλάζ κ.α.) και με διάφορα υλικά, ακόμα και ανακυκλώσιμα. Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία.

Πριν ένα χρόνο παρακολούθησα μαθήματα εικονογράφησης παιδικού βιβλίου, κάτι που αγαπώ πολύ.
Το moto μου είναι «Χρώμα παντού», κάτι που με χαρακτηρίζει, τόσο στην προσωπική μου ζωή, όσο και στις δημιουργίες μου!

Εδώ μπορείτε να δείτε την σελίδα μου στο fb : https://www.facebook.com/Alexandras-handmade-creations-566240423511668/

Μπορείτε να μου στείλετε μήνυμα στο : alextarassi@gmail.com

Ή να με πάρετε τηλ. στο 693-7244992
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;