Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Οικογένεια σημαίνει...



Καρασαββίδου Ελένη

Οικογένεια σημαίνει... 

το φαγητό της μαμάς

που μοσχοβολά αγάπη,

το πρωινό ξύπνημα

με ένα γλυκό φιλί.  

Είναι οι εκδρομές και τα γέλια,

τα παιχνίδια και οι αγκαλιές,

παραμύθια το βράδυ,

οι φωτογραφίες που κρατούν

τις πιο όμορφες στιγμές.

Είναι άνθρωποι που σε αγαπούν

ό,τι κι αν γίνει. 

Οικογένεια σημαίνει

μια μικρή ζεστή φωλιά

γεμάτη αγάπη.

 

Κοτσαύτη Γιώτα 

Οικογένεια σημαίνει... 

...παπούτσια διαφόρων μεγεθών στην είσοδο

...λουλούδια στο μπαλκόνι

...βιβλιοθήκη με κάθε είδους βιβλίο

...τραγούδια κάθε λογής

...χρώματα χρώματα χρώματα

...κουζίνα γεμάτη μυρωδιές

...άπλυτα ποτήρια στον νεροχύτη

...απλώστρες φορτωμένες με ρούχα

...φρεσκοσφουγγαρισμένα πατώματα

...διαφορετικές φωνές που μαθαίνουν να ακούνε

...χέρια που δεν μοιάζουν μα κρατιούνται σφιχτά

...διαδρομές που συναντιούνται χωρίς να είναι ίδιες

...κι ένα «μαζί» που δεν έχει μόνο μία μορφή!

  

Μόσχοβα Γαρυφαλλιά 

Οικογένεια σημαίνει... 

...ένα κάδρο στον τοίχο

με μια φωτογραφία γεμάτη πρόσωπα,

αδιάφορες ηλικίες,

ίδιο φόντο,

χαμόγελα ζεστά

και χρώματα

που δεν ξεθωριάζουν ποτέ!

  

Χατζηχάννα Έλενα 

Οικογένεια σημαίνει...

 αποδοχή χωρίς προϋποθέσεις,

σημαίνει ξέρω πώς νιώθεις,

ξέρω τι σκέφτεσαι

και σου κρατάω το χέρι σφιχτά όσο το έχεις ανάγκη.

Οικογένεια σημαίνει διαβάζω την ψυχή σου,

 ξέρω τις λέξεις,

ξεβολεύομαι, μπαίνω μπροστά, σε υποστηρίζω.

Γιατί σ’ αγαπώ!



Η εικόνα δημιουργήθηκε μέσω ΑΙ  για το ιστολόγιο.

Τα κείμενα γράφτηκαν με αφορμή το παιχνίδι γραφής εδώ:

https://www.facebook.com/groups/1006082537869676

 

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Μαμά



Κοτσαύτη Γιώτα

Παγάκια στον ήλιο

Η μαμά άπλωσε μια μεγάλη κουβέρτα δίπλα στα αγριολούλουδα. Ο Βλάσης κι η Λίνα κάθισαν δίπλα της χωρίς να μιλάνε.

Ο Βλάσης φοβόταν γιατί, κάθε βράδυ εδώ και μέρες, έβλεπε έναν τρομακτικό εφιάλτη.

Η Λίνα στενοχωριόταν γιατί, στο σχολείο, δεν τη διάλεγαν πρώτη στις ομάδες που έκαναν για τα παιχνίδια τους.

Η μαμά τούς αγκάλιασε με όλη της τη δύναμη.

Και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Οι φόβοι κι οι στεναχώριες άρχισαν να λιώνουν όπως τα παγάκια στον ήλιο...

 

Πλιάτσικα Βάσω

Η αγκαλιά που ανθίζει!

Εκείνη μόλις είχε επιστρέψει από ένα μακρινό ταξίδι που την κρατούσε μακριά τους. Πριν προλάβει να μπει στο σπίτι, είδε τα μικρά της βλαστάρια, τα παιδιά της, να τρέχουν με δύναμη κοντά της. Πόσο είχαν μεγαλώσει! Και πόσο έλαμπαν από τη χαρά τους που την έβλεπαν!

Κάθισε καταμεσής του κήπου, άπλωσε τα χέρια της και εκείνα κούρνιασαν στην αγκαλιά της. Καθώς σιγοψιθύριζαν λόγια αγάπης, τα χέρια όλων έμοιαζαν με αλυσίδα που πλεκόταν γλυκά για να τους κρατήσει ενωμένους.

Το ένιωσε ο άνεμος και φύσηξε απαλά το μυστικό τους στα λουλούδια, που άρχισαν να λικνίζονται, ακολουθώντας την πνοή του. Μικρά και μεγάλα άνθη με το μεθυστικό άρωμά τους και κόκκινες καρδούλες απλώθηκαν γύρω από τη σφιχτή αγκαλιά, που έμοιαζε να ανθίζει την αγάπη!

 

Χαραμή Μεταξία

Πρωτομαγιά 

Εκείνο το πρωί ξύπνησαν νωρίς. Ήταν Πρωτομαγιά. Θα έπλεκαν το στεφάνι μαζί με τη μαμά. Κατέβηκαν στον κήπο. Τα τριαντάφυλλα λιγοστά. «Πάμε στο διπλανό λιβάδι. Έχει μαργαρίτες» είπε ο Κωστάκης. «Ναι» φώναξε η Στελλίτσα με ενθουσιασμό. Έφυγαν λοιπόν τρέχοντας, χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν. Η μητέρα τελείωσε τις πρωινές δουλειές του σπιτιού και τα φώναξε να κατέβουν στον κήπο για το στεφάνι.

Όμως δεν πήρε απάντηση. Ανησύχησε κι άρχισε να ψάχνει παντού. Πουθενά τα παιδιά. Απομακρύνθηκε αρκετά μέχρι που έφτασε στο ανθισμένο λιβάδι. Τα είδε από μακριά. Έκλαιγε από χαρά και θυμό μαζί. Έτρεξε κοντά τους, τα αγκάλιασε. Ο θυμός έφυγε. Μόνο χαρά! Το αεράκι φυσούσε. Χαιρόταν κι αυτό μαζί τους. Τα λουλούδια έγειραν τα κεφαλάκια τους κι αγκάλιασαν την ευτυχισμένη παρεούλα. Ο ήλιος γέλασε. Συνέχισε τον δρόμο του κάνοντας τον κόσμο χαρούμενο. Πρωτομαγιά, άνθρωποι και φύση στην καλύτερη στιγμή τους!

 

Χίου Έλσα

Το χρυσό τσακαλάκι

Η μαμά αγαπάει πολύ τ’ ανθισμένα χωράφια της άνοιξης. Τις Κυριακές με λιακάδα μας παίρνει μαζί της, να περπατήσουμε στη φύση. «Τάκη μου, μη φωνάζεις τόσο. Θα ξυπνήσεις το χρυσό τσακαλάκι». «Πού κοιμάται το χρυσό τσακαλάκι;» ρωτάει η Μάρω, η αδελφή μου. «Στην κουφάλα της γέρικης ελιάς. Ελάτε κοντά, να καθίσουμε ανάμεσα στις παπαρούνες και τα χαμομήλια». Κάθισε σταυροπόδι η μαμά και μας πήρε στην αγκαλιά της. «Πότε θα ξυπνήσει το χρυσό τσακαλάκι;» «Μόλις πέσει η νύχτα, Μάρω μου. Τις βραδιές με φεγγάρι στο τρίχωμά του λαμπυρίζουν χρυσές ανταύγειες. Είναι σπάνιο ζώο και απαγορεύεται να το πειράξουν οι κυνηγοί. Είναι όμορφο και το προστατεύει ο νόμος». «Τι όνειρο να βλέπει άραγε το τσακαλάκι;» ρώτησα. «Σίγουρα ονειρεύεται τη μαμά του, που έφυγε μακριά, να του βρει φαγητό. Όταν γυρίσει, θα το αγκαλιάσει με το σώμα της και θα το ξυπνήσει για να φάει. Ύστερα θ’ αρχίσει να το μαθαίνει να φωνάζει τους φίλους του απ’ το δασάκι. Ούϊ Ούϊ! Ελάτε να παίξουμε! Ούϊ Ούϊ Ούϊ! Η τσακαλομάνα τού έφερε φρούτα και αποφάγια με κρέας. Τα φέρνει από εκεί που πετάνε τα σκουπίδια τους οι άνθρωποι. Κι αμέσως μαζεύονται τα χρυσά τσακαλάκια και φωνάζουν χαρούμενα. Άντε, παιδιά. Πάμε κι εμείς να μαζέψουμε αλισφακιές και ρίγανη». Όταν φτάσαμε στο σπίτι, η αγκαλιά της μαμάς ήταν γεμάτη κλαδάκια ρίγανης. Τι όμορφα που μυρίζει η αγάπη στην αγκαλιά της μαμάς! Καλό βράδυ, τσακαλάκι! Ούϊ Ούϊ.

 

 

Η εικόνα δημιουργήθηκε μέσω ΑΙ  για το ιστολόγιο.

Τα κείμενα γράφτηκαν με αφορμή το παιχνίδι γραφής εδώ:

https://www.facebook.com/groups/1006082537869676

 

 

 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Ανθισμένοι Κρίνοι

Γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση της ποιητικής συλλογής «Ανθισμένοι Κρίνοι», της Πόπης Μπαλαμώτη Σπιτά, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βεργίνα και τις τρεις προτεινόμενες δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, που δόθηκαν στα μέλη στα πλαίσια της διαδικτυακής παιδικής λέσχης ανάγνωσης ενηλίκων των Εκδόσεων Αλάτι.

Φωτογραφίες: Πόπη, Γιώτα, Μαρίνα, Γαβριέλα, Βάσω, Ειρήνη, Πέπη

...

ΚΡΙΝΟΣ

Γιάννου Μαρίνα

Ξύπνημα

Λευκό λουλούδι ξεδιπλώνεται

στης άνοιξης τη ζεστασιά

κρυμμένο μέσα στης γης τη θαλπωρή

ξυπνά στην αγκαλιά της Παναγιάς.

 

Κοτσαύτη Γιώτα

Αθόρυβα

Ευγενικός και ντελικάτος,

δίχως βιασύνη ανθίζεις,

διακριτικά σκορπάς την ευωδιά σου,

με όλους τη μοιράζεσαι,

βαθιά ριζώνεις,

αγνός και ταπεινός.

...

ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΚΡΙΝΟΣ, ΘΑ ΑΝΘΙΖΑ ΟΤΑΝ...

 Γιάννου Μαρίνα

...όταν η φύση θα ξυπνήσει

κι ακούσω τα πέταλα των λουλουδιών νανοίγουν,

...όταν τα γιασεμιά σκορπίσουν τ άρωμά τους

...όταν οι άνθρωποι έρθουν στα χωριά με τις λαμπάδες τους στα χέρια,

...όταν η ζέστη στο χώμα κάνει χαρακιές,

τότε είναι η ώρα να βγω

από της γης την ασφαλή αγκαλιά

και να φωτίσω του κήπου την πιο όμορφη γωνιά.

...

ΤΙ ΦΟΒΗΘΗΚΕ Ο ΚΡΙΝΟΣ

Γιάννου Μαρίνα

Ο μικρός κρίνος άρχισε να ξεδιπλώνεται ανάμεσα στις ίριδες, τα γεράνια και τις μαργαρίτες. Μια λευκή κουκκίδα στην πολύχρωμη παλέτα του κήπου. Κοίταξε γύρω του. Όλα ήταν τόσο όμορφα! Χρώματα παντού, βόμβοι εντόμων, τα πάντα λουσμένα με το ανοιξιάτικο φως. Κι εκεί στη μέση του κήπου αυτός, ένας μικρός κρίνος, που μόλις ξύπνησε από τη χειμερινή ραστώνη.

«Αχ, πως θα θελα να ήμουν κόκκινος ή έστω μοβ. Οι μέλισσες προτιμούν τα έντονα χρώματα, κι εγώ είμαι το μόνο άσπρο λουλούδι. Θα στέκομαι εδώ, στη μέση του κήπου και δεν θα έχω ούτε έναν φίλο. Κανένα έντομο δεν θα δοκιμάσει το νέκταρ μου, δεν θα μου ψιθυρίσει τα μυστικά της άνοιξης».

Κι απόμεινε να κοιτάει θλιμμένος την κοσμοσυρροή του κήπου.

Μια μέλισσα στάθηκε πάνω του και άρχισε να ρουφάει το νέκταρ με την προβοσκίδα της. Ο κρίνος έμεινε ακίνητος απολαμβάνοντας το γαργαλητό στα πέταλά του.

«Είμαι απλώς ένας λευκός κρίνος... » ψιθύρισε.

«Στα τόσα χρώματα αυτού του κήπου το λευκό σου χρώμα λάμπει σαν αστέρι! Το φως του ήλιου πέφτει πάνω σου και μας οδηγεί από μακριά, σαν φάρος. Αν δεν ήσουν εσύο κήπος δεν θα είχε αυτήν τη λάμψηΜικρέ κρίνεμη φοβάσαι να ξεχωρίσεις, εκεί βρίσκεται άλλωστε η ομορφιά, στο θάρρος του να είσαι μοναδικός!»

 

Καραβασίλη Πόπη

Ο Κρίνος που κράτησε την Άνοιξη

Πέρασαν πολλά χρόνια και το παλιό περιβόλι έμεινε ήσυχο και ξεχασμένο.

Τα λουλούδια λύγισαν, η γη αγρίεψε, αγκάθια φύτρωσαν σαν πληγές.

Κι όμως, ανάμεσά τους στεκόταν ένας άσπρος κρίνος, το λουλούδι της Παναγίας.

Φοβήθηκε την εγκατάλειψη και τη σκληρή γη. Μα η πίστη τού μίλησε για ελπίδα. Δεν ζήτησε ποτέ πολλά. Φύλαξε μέσα στον βολβό του κάθε σταγόνα νερού, σαν μνήμη ζωής, σαν υπόσχεση. Και κάθε άνοιξη, κόντρα στη λήθη, άνοιγε το άνθος του, λευκό, καθαρό, σαν μήνυμα εμπιστοσύνης μέσα στη σιωπή.

Ένα παιδί τον είδε. Στάθηκε, θαύμασε το χαμόγελο μέσα στα αγκάθια, έσκαψε απαλά τη γη και μετέφερε τον βολβό στην αυλή του.

Κι από τότε, ο κρίνος άνθιζε εκεί.

 

Κοτσαύτη Γιώτα

Μη φοβάσαι το φως!

Ο κρίνος μεγάλωνε σε μια κατακόκκινη γλάστρα. Δεν φοβόταν το κρύο, ούτε το σκοτάδι. Αυτό που φοβόταν ήταν...

Το φως. Ναι, το φως!

«Με το φως δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα. Κι αν δεν είμαι αρκετά όμορφος; Αρκετά... αρκετός;» μονολογούσε.

Έτσι έμενε κλειστός ακόμα κι όταν ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει τη γη. Τα υπόλοιπα λουλούδια άνοιγαν και γελούσαν κι εκείνος τα κοιτούσε σιωπηλά.

Ώσπου μια ηλιαχτίδα ήρθε κοντά του, τον χάιδεψε απαλά και του είπε: «Μη φοβάσαι το φως!»

Ο κρίνος σάστισε. Δεν ήταν κάτι πρωτότυπο αυτό που άκουσε, όμως κάτι άλλαξε μέσα του.

Τις επόμενες μέρες άνοιξε λίγο λίγο τα πέταλά του. Ευωδίασε ο τόπος! Μερικά παιδιά πλησίασαν, έσκυψαν και τον μύρισαν. «Τι καλός που είσαι» είπε ένα κορίτσι. «Μοιράζεσαι μαζί μας την ομορφιά σου και το μόνο αντάλλαγμα που ζητάς είναι λίγο νεράκι και ζεστασιά» συνέχισε ένα αγόρι.

Ο κρίνος στάθηκε πιο καμαρωτά. Και τότε άκουσε ένα ψιθύρισμα: «Είδες; Δεν χρειαζόταν να κρύβεσαι. Το φως είναι φίλος σου!»

 

Πλιάτσικα Βάσω

Ένας μικρός άσπρος κρίνος καμάρωνε παρέα με τα αδέρφια του στην αγκαλιά της γλάστρας με τις μεγάλες πράσινες φυλλωσιές. Ταυτόχρονα ένιωθε τις γερές ρίζες του φυτού να τον στηρίζουν βαθιά στο χώμα.

Ξάφνου ένα αεράκι φύσηξε και τον κούνησε απαλά. Είδε ένα χέρι να έρχεται προς το μέρος του. Φοβήθηκε… Αμέσως λύγισε, έσκυψε και πρόλαβε να κρυφτεί πίσω από ένα μεγάλο φύλλο. Έμεινε ακίνητοςσαν να μην ανάπνεε, παρόλο που η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.

Όταν ένιωσε ότι όλα ησύχασαν, κοίταξε κρυφά. Ευτυχώς το χέρι δεν ήταν πια εκεί… Βγήκε από την κρυψώνα του ανακουφισμένος. Όλα ήταν στη θέση τους! Πόσο φοβήθηκε ότι εκείνο το χέρι θα τον έκανε να αποχωριστεί την οικογένειά του!

 

Ρεσβάνη Βασιλική

Ένας κρίνος άρχισε να μεγαλώνει τυχαία στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου. Από εκείνο το σημείο μπορούσε να δει τη θάλασσανα σκάει με τα αφρισμένα κύματά της στη βάση του βράχουμα και το βουνό πάνω του να αγγίζει τον ουράνιο θόλο. Δεν ήξερε κανένα άλλο λουλούδι, γνώριζε μόνο τα χορταράκιαπου και αυτά υπόμεναν τις δυσκολίες του να αντέχεις πάνω στον βράχοβροχή, ανέμους, ηλιοφάνεια ατέρμονη. Μια μέρα ένας ορειβάτης βρέθηκε δίπλα του. Το θαύμασε, το φωτογράφισε, το δημοσίευσε -και ό,τι σπάνιο φυτρώνει σε τόσο δύσβατο μέρος- και έφυγε. Δεν τον ρώτησε... Δεν με ρώτησε... Τι κάνεις; Πώς βρέθηκες εδώ μόνος σου... Δεν με ρώτησε...