Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρτεμις Θεοδώρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρτεμις Θεοδώρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Δυο κόκκοι άμμου



Κάποτε ένας νέος, ο Αλή, καθώς ταξίδευε στην έρημο, έπεσε σε αμμοθύελλα. Ο ουρανός είχε γίνει κατάμαυρος και ο καυτός δυτικός αέρας έφερνε τεράστια σύννεφα σκόνης και άμμου. Η ορατότητα ήταν τόσο μικρή που ο ταξιδιώτης μόλις διέκρινε τα αυτιά του αλόγου του. Ο νους του ήταν μόνο σε μια σκέψη: να προχωράει με σκεπασμένο το πρόσωπο κατά τη διεύθυνση του ανέμου, γιατί αν γύριζε έστω λίγο λοξά, ο δηλητηριασμένος με άμμο αέρας θα έκαιγε τα πνευμόνια του και σε λίγο θα ήταν θαμμένος κάτω τη θανατηφόρα σκόνη.

Κάποια στιγμή το άλογό του σταμάτησε ανέλπιστα μπροστά σε μια πύλη. Με χαρά ο νέος είδε ότι είχε φτάσει σε έναν πύργο. Σε λίγο βρισκόταν σε ένα δροσερό, σκοτεινό και ήσυχο δωμάτιο που του φάνηκε σαν παράδεισος. Καθώς τίναζε την άμμο από πάνω του άκουσε μια φωνή: 

— Είσαι άνθρωπος, τζίνι ή στοιχειό;

— Είμαι άνθρωπος. Εσύ τι είσαι;

Δεν χρειάστηκε να περιμένει απάντηση. Μπροστά του παρουσιάστηκε μια κοπέλα με πρόσωπο σαν φεγγάρι, με ευωδιά σαν ρόδο, με κορμί λυγερό σαν νέα φοινικιά. Με την πρώτη ματιά ο νέος ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά.

— Χάθηκα στη θύελλα, εξήγησε η κοπέλα. Κάποια στιγμή δεν ήξερα πού βρισκόμουν και πόσο ακόμα θα ζούσα.

— Τώρα όμως σώθηκες, όπως κι εγώ. Ο πύργος θα μας προσφέρει καταφύγιο μέχρι να κοπάσει η θύελλα. Πώς σε λένε;

Η κοπέλα τον κοίταξε παραξενεμένη:

— Τι σε νοιάζει το όνομά μου; Δεν ξέρεις ότι δεν πρέπει καν να μιλάμε γιατί είμαι κοπέλα και είσαι άντρας;

Ο νέος την έπιασε από το χέρι ευγενικά αλλά σταθερά και την οδήγησε στην πόρτα. Την άνοιξε και της έδειξε τον αέρα που λυσσομανούσε έξω.

— Βλέπεις την κοσμοχαλασιά; Δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει σκεπαστεί από άμμο.

— Ναι, πραγματικά, είπε η νέα.

— Εσύ κι εγώ δεν είμαστε παρά δυο μικροί κόκκοι άμμου που τους φυσάει ο άνεμος όπου θέλει χωρίς να τους ρωτάει. Δεν χρειάζεται ο ένας κόκκος να φοβάται ούτε να αποφεύγει τον άλλο. Αυτό είναι το κισμέτ δυο κόκκων άμμου.

Η κοπέλα τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή, ενώ αυτός ξανάκλεισε την πόρτα και ο πύργος ησύχαζε από τη θύελλα.

— Σάλμα, κόρη του Χουσεΐν, απάντησε.

Οι δυο τους βολεύτηκαν σε κάποια γωνιά του μεγάλου δωματίου, ενώ έξω μαινόταν η καταιγίδα και άρχισαν να συζητούν με τις ώρες, να διηγούνται στιγμές από τη ζωή τους, να μιλούν για τα όνειρα, τους φόβους και τις ελπίδες τους.

Μετά από πολλές ώρες ο νέος είδε ότι τα μάτια της Σάλμας είχαν γλαρώσει από γλυκιά νύστα και σε λίγο κοιμόταν ήσυχα σαν παιδί. Ξάπλωσε κι αυτός και αμέσως τον πήρε ο ύπνος, καθώς έξω ούρλιαζε ακόμα ο αέρας.

Όταν ο Αλή ξύπνησε το πρώτο που παρατήρησε ήταν ότι είχε χαράξει και ότι η καταιγίδα είχε κοπάσει. Γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος της Σάλμας αλλά η θέση της ήταν άδεια. Άνοιξε την πόρτα και προσπάθησε να ακολουθήσει τα ίχνη της αλλά ήταν αδύνατο επειδή ο λίγος αέρας που φυσούσε ακόμα τα είχε σβήσει. Ένιωσε πάλι σαν χαμένος μέσα στην ερημιά. Η μόνη κοπέλα που τον είχε συγκινήσει χάθηκε χωρίς να αφήσει κανένα σημάδι πίσω της.

Ήθελε να κλάψει αλλά ήξερε πόσο μάταιο ήταν κι αποφάσισε να ψάξει να τη βρει. Σε λίγο συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε σχεδόν τίποτα γι’ αυτήν, εκτός από το όνομά της και το όνομα του πατέρα της. Αλλά οι μισοί Άραβες λέγονται Χουσεΐν και οι μισοί από αυτούς έχουν μια κόρη που λέγεται Σάλμα. Οι διαβάτες που συναντούσε και που ήταν πρόθυμοι να του δώσουν πληροφορίες για οτιδήποτε κόμπιαζαν μόλις άκουγαν την ερώτησή του.

Ο Αλή δεν το έβαλε κάτω. Γύριζε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό ελπίζοντας ότι κάπου θα συναντούσε την κοπέλα που από την πρώτη στιγμή είχε μιλήσει στην ψυχή του. Έψαχνε επί μήνες, δεν είχε διάθεση για φαγητό και είχε αδυνατίσει πολύ.

Κάποια μέρα, ενώ πήγε να περάσει ένα πλατύ ποτάμι, σχεδόν ξαφνικά και ενώ βρισκόταν καταμεσής στο ρεύμα, ξέσπασε μια μπόρα τόσο δυνατή που ανέβασε επικίνδυνα τη στάθμη του νερού και ο Αλή πάλεψε ώρα προσπαθώντας να φτάσει στην αντίπερα ακτή. Οι δυνάμεις του όμως τον εγκατέλειψαν λίγα μέτρα πριν να πατήσει σε στέρεο έδαφος: βούλιαξε στο ποτάμι και ένιωσε τα πνευμόνια του να γεμίζουν νερό. 

Ήταν μισοαναίσθητος και μισοπεθαμένος όταν μια γυναίκα, με κίνδυνο της ζωής της, τον τράβηξε στην όχθη. Ήταν τόσο εξουθενωμένος και απελπισμένος που δεν φάνηκε να χαίρεται καθόλου που σώθηκε μέχρι που σήκωσε το βλέμμα του και είδε ότι η γυναίκα που τον έσωσε ήταν η Σάλμα!

Η νέα του κράτησε το κεφάλι στα χέρια της, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε:

— Αλή, η πρώτη φορά που συναντιούνται δυο κόκκοι άμμου μπορεί να είναι σύμπτωση και να τους χωρίσει πάλι ο αέρας. Αν όμως οι δυο κόκκοι συναντηθούν και δεύτερη φορά, και μάλιστα γιατί πάλεψαν γι’ αυτή τη συνάντηση, τότε είναι κάτι πιο δυνατό κι από το Κισμέτ και τίποτα δεν τους χωρίζει.

(Ιράκ)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η Σοφία των Λαών, εκδόσεις Σαΐτα.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Άρτεμις Θεοδώρου.


Η Άρτεμις γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη το 1991, όπου ζει μέχρι σήμερα. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει από μικρή ηλικία και δεν σταμάτησε ποτέ. Φέτος διανύει το τελευταίο έτος στο Τμήμα εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Λατρεύει το διάβασμα και το όνειρό της είναι να εικονογραφήσει ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο βιβλίο.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Ροδόλφος, το κοκκινομύτικο ελάφι



Κάποτε στην παιχνιδούπολη, στο Βόρειο Πόλο, ζούσε ένα ελάφι που το έλεγαν Ροδόλφο. Εκεί ζούσαν και άλλα ελάφια, που είχαν όμορφα, υπερήφανα κέρατα. Ο Ροδόλφος όμως είχε μια μεγάλη, λαμπερή, κόκκινη μύτη. Ήταν τόσο κόκκινη, που έλαμπε μέσα στο σκοτάδι.

«Φτωχέ, Ροδόλφε, πόσο θα ήθελες και εσύ να είσαι σαν τα άλλα ελάφια, να έχεις όμορφα υπερήφανα κέρατα και να μην έχεις τόσο λαμπερή μύτη», του έλεγαν τα άλλα ελάφια και πολλές φορές έκαναν γούστο μαζί του.

Άλλοτε πάλι το πείραζαν λέγοντάς του: «Ροδόλφε, κοκκινομύτικο ελάφι». Τότε δάκρυα κυλούσαν στου Ροδόλφου τη μεγάλη κόκκινη μύτη. Μερικές φορές μάλιστα έκαναν κύκλο γύρω από τον Ροδόλφο και του τραγουδούσαν: «Κόκκινη μύτη, κόκκινη μύτη, μια αστεία φάτσα/μεγάλη σαν μήλο και δυο φορές λαμπερή».

Άλλοτε πάλι του πετούσαν χιονόμπαλες και τον σκέπαζαν με το λευκό αφράτο χιόνι.

Όλα τα άλλα ελάφια έπαιζαν διάφορα παιχνίδια ανάμεσα στα δέντρα ή γλιστρούσαν κάνοντας τούμπες πάνω στο χιόνι, και ποτέ δεν φώναζαν και το Ροδόλφο να παίξει μαζί τους. Αυτός πάλι καθόταν πίσω από τα έλατα και τους παρακολουθούσε.

Ήταν τόσο μόνος! Δεν μπορούσε ούτε κρυφτό να παίξει με τα λαγουδάκια, γιατί η λαμπερή του μύτη πάντοτε τον φανέρωνε.

Πριν από την παραμονή των Χριστουγέννων οι νάνοι, οι βοηθοί του Αϊ-Βασίλη, κάρφωσαν μια πινακίδα στην πόρτα της παιχνιδούπολης. Η πινακίδα έλεγε: «Η ώρα της επιλογής έφτασε. Όλα τα ελάφια πρέπει να συγκεντρωθούν στο λιβάδι στις οκτώ η ώρα. Ο Αϊ-Βασίλης θα επιλέξει τα ζεύγη των ελαφιών που θα οδηγήσουν το έλκηθρό του και θα μεταφέρουν τα δώρα σ’ όλα τα παιδιά της γης».

Τα ελάφια, όταν διάβασαν τα νέα, χόρευαν από τη χαρά τους, πηδούσαν και τίναζαν το χιόνι με τα πόδια τους. Κάθε ελάφι ευχόταν να είναι ένα από αυτά που θα επέλεγε ο Αϊ-Βασίλης, για να σύρει το έλκηθρό του. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσε να έχει ένα ελάφι. Ο Ροδόλφος όμως αναστέναξε. Ντρεπόταν τον Αϊ-Βασίλη, που θα έβλεπε τη λαμπερή κόκκινη μύτη του.

Έτσι, στις οκτώ η ώρα, όταν τα άλλα ελάφια άρχισαν να πηγαίνουν στο λιβάδι, αυτός πήγε και κρύφτηκε μέσα σε ένα μπαούλο παιχνιδιών που είχαν κατασκευάσει οι νάνοι, οι βοηθοί του Αϊ-Βασίλη. Έτσι, κανένας δε θα μπορούσε να τον βρει εκεί μέσα.

Στο λιβάδι μαζεύτηκαν όλα τα ελάφια της παιχνιδούπολης εκτός από τον Ροδόλφο. Στάθηκαν σε μια γραμμή και ο Αϊ-Βασίλης θα έκανε την επιλογή του.

Ο Αϊ-Βασίλης θα επέλεγε τα γρηγορότερα, τα δυνατότερα και καλύτερα ελάφια.

«Νομίζω πως ο Ντάσερ θα είναι καλός, είναι το μεγαλύτερο ελάφι», είπε ο Αϊ-Βασίλης.

«Ντάσερ», έγραψε ο νάνος, ο βοηθός του Αϊ-Βασίλη, στο μεγάλο βιβλίο.

«Ο Μπίρης είναι το δυνατότερο ελάφι», είπε ο Αϊ-Βασίλης τραβώντας τα γένια του.

«Μπίρης», έγραψε ο νάνος.

«Ω!Ω!», συνέχισε ο Άι-Βασίλης, «εδώ είναι ο Πίρης κι ο Βίξεν. Αυτά κάνουν τα απαλότερα πηδήματα πάνω απ΄ τις σκεπές των σπιτιών. Ο Κόμης είναι το σταθερότερο κι ο Κιούπιν είναι το γρηγορότερο. Τα διαλέγω», είπε ο Αϊ-Βασίλης.

«Τέλος, επιλέγω τον Ρούντη και τον Φούγκη, που είναι τα καλύτερα για να ελίσσονται πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων και τα καλώδια του ηλεκτρικού».

Τα ελάφια που επιλέχθηκαν ήταν τόσο χαρούμενα, έτριβαν τις μύτες τους, χοροπηδούσαν και τσούγκριζαν τα κέρατά τους.

Στα ελάφια που δεν επιλέχθηκαν έδωσαν κάτι άλλο να κάνουν, π.χ. να δοκιμάσουν τα παιχνίδια ή να περιποιηθούν τα μικρά χριστουγεννιάτικα γατάκια. Το μόνο ελάφι που έμεινε χωρίς να προσφέρει τίποτε στη μεγάλη αυτή γιορτή ήταν ο Ροδόλφος. Ήθελε πολύ να βοηθήσει, αλλά ήξερε πως θα γελούσαν μαζί του, κι έτσι έμενε κρυμμένος στο μπαούλο των παιχνιδιών.

Επιτέλους, έφτασε η παραμονή των Χριστουγέννων.

Ο Αϊ-Βασίλης με τους βοηθούς του, τους νάνους, ήταν πολύ απασχολημένος φορτώνοντας το έλκηθρο.

Ο Ροδόλφος δεν άντεξε άλλο εκεί μέσα στο μπαούλο. «Δε με νοιάζει, ας γελάσουν μαζί μου», σκέφτηκε. «Θέλω κι εγώ να βοηθήσω». Έτσι, πετάχτηκε έξω από το μπαούλο.

«Το βρήκα! Θα κουβαλάω έναν κουβά με κρύο δροσερό νερό στα ελάφια της ομάδας που θα σύρουν το έλκηθρο. Οπωσδήποτε θα διψάσουν στο μακρινό τους ταξίδι», είπε.

Η νύχτα ήταν πολύ παγερή και τρομερή ομίχλη σκέπαζε όλη τη γη. Η ομάδα των ελαφιών προσπαθούσε να ετοιμαστεί, να δέσει τα κουδουνάκια το ένα του άλλου και να ζέψουν το έλκηθρο.

Ο Αϊ-Βασίλης με τους βοηθούς του φόρτωνε τα πακέτα και επίμονα αναζητούσε να βρει τον κατάλογο με τα ονόματα των παιδιών στα οποία θα άφηνε τα δώρα.

«Δεν μπορώ να βρω τον κατάλογο με τα ονόματα μέσα σ’ αυτήν την ομίχλη», φώναξε εκνευρισμένος.
Αυτήν ακριβώς τη στιγμή ένα λαμπερό φως φώτισε πάνω στο χιόνι.

«Επιτέλους, να ένα φανάρι που θα με φωτίσει να βρω τον  κατάλογο. Να τον! Τον βρήκα κιόλας! Α, πρέπει να πάρω αυτό το φανάρι μαζί μου -θα μου χρειαστεί στο ταξίδι μου. Ποιος έφερε αυτό το υπέροχο φανάρι; Τώρα θα μπορώ να βλέπω τέλεια!», είπε ευχαριστημένος ο Αϊ--Βασίλης.

«Δεν είναι φανάρι», είπε ο Ροδόλφος τρέμοντας από αγωνία. «Το φως έρχεται από μένα… από τη μύτη μου».

«Ροδόλφε, κοκκινομύτικο ελάφι!», είπε ο Άι-Βασίλης, «σίγουρα είμαι πολύ τυχερός που σε βρήκα. Το φως σου θα οδηγήσει το άρμα μου απόψε. Σε διορίζω αρχηγό της ομάδας. Είσαι το καλύτερο ελάφι σ’  όλη τη γη».

Ο Ροδόλφος σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ορθώθηκε υπερήφανος μπροστά στην ομάδα.

Όλα τα άλλα ελάφια υποκλίθηκαν μπροστά του. Ο Ντάσερ κι ο Μπίρης βοήθησαν τον Ροδόλφο να ετοιμαστεί.

Έτσι, ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Περνούσαν από πόλη σε πόλη, ανάμεσα στα σύννεφα, πάνω στα σπίτια. Το φως του Ροδόλφου τους έδειχνε το δρόμο.

Ο Αϊ-Βασίλης και οι βοηθοί του, οι νάνοι, πετούσαν σ’ αυτή την ομιχλώδη χριστουγεννιάτικη νύχτα. Οδηγός σε όλη την πομπή ήταν ο Ροδόλφος, το κοκκινομύτικο ελάφι.

Έτσι, όταν βλέπετε ένα αχνό φως στον ουρανό τη νύχτα των Χριστουγέννων, να είστε σίγουροι ότι αυτό είναι ο Ροδόλφος, το κοκκινομύτικο ελάφι.

Barbara Shook-Hajen (μετάφραση Αγγελική Νιάρχου)

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Άρτεμις Θεοδώρου.


 Η Άρτεμις γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη το 1991, όπου μέχρι σήμερα. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει από μικρή ηλικία και δεν σταμάτησε ποτέ. Φέτος διανύει το τελευταίο έτος στο "Τμήμα εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών" του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Λατρεύει το διάβασμα και το όνειρό της είναι να εικονογραφήσει ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο βιβλίο.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:





Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Το Αστέρι που ήθελε να γίνει Φεγγάρι



Ήταν κάποτε ένα μικρό αστέρι που τις νύχτες ξαγρυπνούσε και στον ουρανό γυρνούσε. Συνέχεια κάτι το απασχολούσε, και δεν έλεγε να κοιμηθεί. Ξημερώματα πια κατάκοπο αναρωτιόταν στο κρεβάτι του που γυρνούσε «Γιατί δεν είμαι τόσο φωτεινό, ένα φεγγάρι στον ουρανό;».

Κάθε βράδυ έπιανε κουβέντα με το φεγγάρι, στην αγκαλιά του ξάπλωνε και του έλεγε πώς περνούσε τις νύχτες που στον ουρανό γυρνούσε. Πότε πότε από τα μάτια του δάκρυα κυλούσαν, όταν σκεφτόταν εάν θα φαίνεται στη γη, και τα παιδιά θα το χαζεύουν κάθε βράδυ όπως το φεγγάρι. Με βροχή γέμιζε τότε ο ουρανός, και όταν σταματούσαν τα δάκρυα να κυλούν, έσκυβε το φεγγάρι και το φιλούσε στην αγκαλιά του σφικτά το κρατούσε. 

Ξημερώματα στο κρεβάτι του το οδηγούσε και με τραγούδια το χαιρετούσε. Ήθελε πολύ αυτό το αστέρι σε φεγγάρι να μεταμορφωθεί με μιας και όλοι να το κοιτούν με θαυμασμό και να λένε «Να, ένα φεγγάρι γεμάτο φως!».
 
Οι μέρες περνούσαν και το αστέρι ανυπομονούσε να μεγαλώσει, να γίνει τόσο φωτεινό, ένα φεγγάρι που θα στολίζει κάθε βράδυ τον ουρανό! Συχνά θυμόταν τα λόγια που του είχε πει το φεγγάρι, ένα βράδυ που είχε βροχή. «Παρέα να κάνεις με όλους και να μην είσαι τόσο δειλός, αναγνώρισε και εσύ το δικό σου φως. Δες τα βράδια που δεν έχει φεγγάρι πως λάμπεις και εσύ στον ουρανό, και γίνεσαι για τους ανθρώπους οδηγός. Όλα τα αστέρια που είναι στον ουρανό αδέρφια σου είναι και αυτά, που τώρα δεν τους μιλάς γιατί φοβάσαι πως είσαι μικρό και δεν έχεις καθόλου φως. Είχαν τις ίδιες απορίες όταν ήταν σαν εσένα μικρά. Στην αγκαλιά μου τρύπωναν συχνά και τα γέμιζα όλο φιλιά, το χαμόγελό τους ακτινοβολούσε και το φως τους στο σκοτάδι φεγγοβολούσε».

Τα λόγια αυτά σκεφτόταν συχνά και άρχισε με τα άλλα αστέρια δειλά δειλά να μιλά. Οι νύχτες τώρα πια ήταν γεμάτες χαρά, στα σύννεφα τρύπωναν και έπαιζαν μέχρι το πρωί, πριν ο ήλιος φανεί. Πότε πότε το φεγγάρι κυνηγούσαν και στην άκρη του έκαναν κούνια και τραγουδούσαν. Με τα άλλα αστέρια τον ουρανό γέμιζαν φως και τις νύχτες που δεν είχε φεγγάρι, φεγγάρι γινόταν αυτό μαζί με τα άλλα αστέρια, ήταν το φως που στη γη οι άνθρωποι έβλεπαν στον ουρανό. Θυμήθηκε ξαφνικά πόσο σοφό ήταν το φεγγάρι αυτό! Όταν του είχε πει «Να μην δακρύζεις εσύ, γιατί θα έρθει η στιγμή που θα λάμπεις τόσο πολύ και θα χαίρεσαι που είσαι ένα αστέρι στον ουρανό».

ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΕΒΕΝΤΑΚΗ-MEDO ATTALA (ανέκδοτο κείμενο)

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Άρτεμις Θεοδώρου.



Η Άρτεμις γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη το 1991, όπου μέχρι σήμερα. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει από μικρή ηλικία και δεν σταμάτησε ποτέ. Φέτος διανύει το τελευταίο έτος στο "Τμήμα εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών" του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Λατρεύει το διάβασμα και το όνειρό της είναι να εικονογραφήσει ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο βιβλίο.
Το σημερινό κείμενο έγραψαν η Γεωργία Λεβεντάκη και ο Medo Attala


Η Γεωργία γεννήθηκε τον πιο υπέροχο μήνα της άνοιξης το Μάιο, μαζί με το ξύπνημα της φύσης στα Φιλιατρά. Η επαφή της με την φύση από τα πρώτα χρόνια της ζωής της τις έδινε συνέχεια ερεθίσματα, η φαντασία της πετούσε, ονειροπολούσε σχεδιάζοντας καινούργιες ιστορίες και παιχνίδια. Ο κόσμος των ιστοριών και της ποίησης ασκούσε μαγική επίδραση πάνω της, είναι αυτό που την οδήγησε το 2014 να εκδώσει στα αγγλικά παιδικές ιστορίες, στίχους, ιαπωνική ποίηση. Αγαπάει τη φύση , το διάβασμα, τη μουσική, τον διαλογισμό.



O Medo Attalla είναι δάσκαλος Kung Fu & Tai Chi Chuan.  Aποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Τέχνης και Αθλητισμού Helwan στο Cairo.

Τα τελευταία χρόνια μένει μόνιμα στην Ελλάδα όπου διδάσκει πολεμικές τέχνες, και μεθόδους θεραπείας, αρμονίας, ισορροπίας.

Τον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με μια άλλη αγάπη του την ποίηση και την συγγραφή μικρών ιστοριών.

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.


Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: