Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμητρα Κολιαστάση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμητρα Κολιαστάση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Γκρίζα όνειρα



Ο αγέρας, λένε, παρασέρνει στα αόρατα δίχτυα του μηνύματα από αλλοτινές εποχές, περισυλλέγει παραμύθια ξεχασμένα στους ιστούς της ονειροπαγίδας. Η ανάσα του, καυτή και παγωμέν, σμιλεύει τις ανθρώπινες σιωπές, ακούει τις κραυγές της μοναξιάς, μεταφέρει τους απόλυτους ήχους της ψυχής…

H Δανάη έφηβη πια κάθεται στον μικρό λόφο και το μελαγχολικό της βλέμμα σμίγει με το νέφος της πόλης. Τα φουγάρα των εργοστασίων κάνουν τα σύννεφα να μοιάζουν με γκρίζα σφουγγάρια που παλεύουν να σβήσουν τον μαύρο καπνό που τυλίγει τον αέρα και του κλέβει όλες τις μυρωδιές. Έτσι όμως μεγάλωσε η Δανάη στις εργατικές κατοικίες όπου η φτώχεια καραδοκούσε σε κάθε γειτονιά, όπου οι άνθρωποι ξέπλεναν τη μουντζούρα τους στο καθάριο νερό της βροχής και τα όνειρα λίμναζαν εκεί, δίπλα στις λακκούβες με τα λασπόνερα.

Τις καθημερινές οι νοικοκυρές άπλωναν τις κάτασπρες μπουγάδες τους στα συρμάτινα σχοινιά ήταν λες και προσπαθούσαν να ξορκίσουν την καταχνιά της πόλης, έβαζαν τα πολυκαιρισμένα κατσαρόλια τους στη φωτιά  και μοσχομύριζε ο τόπος από τα αρώματα των βοτάνων που έφερνε ο κυρ-Παναής από τα βουνά όπως συνήθιζε να λέει στις πελάτισσες του.

Όμορφοι άνθρωποι, απλοί, μεστωμένοι, καμωμένοι από γρανίτη -δεν λύγιζαν εύκολα στις δυσκολίες της ζωής. Ο πατέρας της Δανάης, εργάτης, γυρνούσε αποκαμωμένος τα βράδια με την κούραση ζωγραφισμένη στο αυλακιασμένο πρόσωπο του, μα το χαμόγελο δεν έσβηνε στα χείλη του. Ερχόταν πάντα με μια σοκολάτα στα πληγιασμένα χέρια του και το φιλί των παιδιών του ήταν βάλσαμο όπως ψιθύριζε στον εαυτό του. Δεν ήθελε να τους λείψει τίποτα, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα κατέβαιναν στα μαγαζιά της πόλης και αγόραζαν με τις λιγοστές οικονομίες παπούτσια κι η Δανάη ένα ολοκαίνουργιο φόρεμα. «Είσαι η πριγκίπισσα μου, είσαι η ζωή μου…» της σιγοτραγουδούσε κι εκείνη καμάρωνε μέσα στον φανταστικό θρόνο της.

Η Δανάη, κάθε που κυλούσε το φεγγάρι κι όταν ασήμωνε το δειλινό, έτρεχε προς τον λόφο με το αγαπημένο της βιβλίο. Έτρεχε να προλάβει μια θέση στον ήλιο, το μερτικό της από το όνειρο ήταν εκεί και της άνηκε ολοκληρωτικά. Οι περισσότεροι από τους εργάτες δεν είχαν ανταμώσει ποτέ το δειλινό δεν είχαν νιώσει τη μαγεία πως είναι όταν ο ήλιος λιώνει και γίνεται πορφύρα στην αγκάλη του ουρανού.

Βυθισμένοι στα σκοτεινά υπόγεια των εργοστασίων τους έπαιρνε σχεδόν το απόβραδο για την επιστροφή στα σπίτια τους. Λίγες οι αργίες, λίγες πολύ λίγες οι  στιγμές της ευτυχίας. H Δανάη είχε από πολύ μικρή βιώσει τον μόχθο των γονιών της, είχαν να θρέψουν πέντε στόματα βλέπεις. To μικρό σπίτι τους, μια κάμαρη με δυο δωμάτια όλα κι όλα κι ένα τόσο δα κηπάκι με όμορφες μαργαρίτες, τόσο όμορφες που η Δανάη απορούσε πως άνθιζαν σε αυτή την καταχνιά της πόλης.

Φτωχοί μα περήφανοι άνθρωποι, με σμιλεμένο το πρόσωπο τους από τις κακουχίες της δουλειάς, μα ευχαριστημένοι -είχαν ένα κομμάτι ψωμί να ξεγελάσουν την μιζέρια τους. Οι γειτονιές αγαπημένες, μονιασμένες, μαζί στις χαρές και τις λύπες, ο ένας πρόσφερε από το στέρημα του στον άλλον.

Τα στενά σοκάκια αναστέναζαν από τις ψάθινες σκούπες των νοικοκυρών, έλαμπαν από πάστρα κάτω από το θαμπό φως του ήλιου. Στα περβάζια κρέμονταν βασιλικοί που μοσχομύριζαν κι με ένα φτερούγισμα του αγέρα σκορπούσε τριγύρω σαν να ήθελε να εξαγνίσει τη μυρωδιά της μούχλας που σκάλωνε στους παλιούς τοίχους.

Τα σχολειά παλιές φυλακές που στέγαζαν κάμποσα παιδιά των εργατών ήταν δωρεά του ιδιοκτήτη του εργοστασίου για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα. Η Δανάη λάτρευε τα βιβλία κι όποτε είχε την ευκαιρία να δανειστεί ένα δεν την έχανε, διάβαζε και χαζολόγαγε τα βράδια το ασημόγκριζο φεγγάρι που την ξελόγιαζε με την μυστήρια ομορφιά του κι έκανε όνειρα άπιαστα, μακρινά, απλησίαστα...

Ήξερε πως δεν μπορεί να τα αγγίξει, μα έπειτα παρηγορούταν στη λήθη του ύπνου.  Τα πρωινά άτονα, μονόχρωμα, βουβά. Όσο ο χειμώνας έντυνε τα πάντα με τη λευκή του εσάρπα, η Δανάη μελαγχολούσε που έχανε τα πορφυρένια δειλινά του φθινοπώρου. Τα κρύα βράδια στεκόταν με το πρόσωπό της στο παλιό σκοροφαγωμένο παραθύρι και ζωγράφιζε με τα πανιασμένα δάχτυλα της σχήματα: ζωγράφιζε έναν δρόμο που οδηγούσε στο φως ενός λαμπερού ήλιου και λουλούδια. Έναν ουρανό καθαρό δίχως ίχνος μουντζούρας.

Πώς να ήταν άραγε η εξοχή αναρωτιόταν η Δανάη. Να ήταν όπως την περιέγραφαν τα βιβλία; Τη σκέψη της διέκοψε το σφύριγμα της τσαγιέρας που έβραζε πάνω στην παλιά ξυλόσομπα. Παρασκευή κι η μητέρα της έφτιαχνε πάντα τις αγαπημένες της τηγανίτες με πετιμέζι. Θα ήθελε να είχε μάθει τη γεύση του μελιού, μα αυτό ήταν πολυτέλεια για τα πενιχρά εισοδήματα της οικογενείας της κι έτσι δεν το συζήτησε ποτέ μπροστά τους. Το έβλεπε στις μαγικές εικόνες των βιβλίων, σε εκείνο με τις μέλισσες. Αυτό το χρυσοκίτρινο διάφανο υγρό θα πρέπει να ήταν πολύ νόστιμο, αλλά δεν ήταν αχάριστη και το πετιμέζι καλό ήταν.

Κυλούσε η ζωή σαν ρόδα και η ατμόσφαιρα κάθε Άνοιξη γινόταν όλο κι πιο αποπνικτική. Ο καπνός σκέπαζε τα χαμόσπιτα και τα τύλιγε ανελέητος στη σκοτεινή αγκαλιά του. Τον φοβόταν τον καπνό η Δανάη, έκανε μεγάλο κακό στη μικρή αδερφή της που τα πνευμόνια της ήσαν αδύναμα είχε πει ο γιατρός με τα στρογγυλά γυαλιά και το σοβαρό ύφος. Σε κάθε κρίση του βήχα της Ελένης, η Δανάη έσβηνε σαν την φλόγα στο κεράκι του εικονίσματος .Κάθε νύχτα προσευχόταν και παρακαλούσε την Παναγιά να κάνει ένα θαύμα. Τι σου κοστίζει ένα θαύμα μονολογούσε κάτω από το ημίφως της λαμπάδας κι η καρδιά της χτυπούσε δυνατά από τη συγκίνηση.

Τον αγαπούσε τούτο τον τόπο, σάμπως είχε γνωρίσει κι άλλον; Μισούσε όμως τα εργοστάσια κι ας τους ζούσαν, τα μισούσε για τη μαυρίλα που στροβίλιζαν στον άνεμο και  μόλυναν το καθαρό αγέρι.

Εκείνο το απόγευμα, σαν γύριζε από τον λόφο η Δανάη, βρήκε τη μητέρα της να κλαίει με αναφιλητά και τον πατέρα με σκυφτό το κεφάλι να συλλογιέται κάτι πολύ κακό. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ανήσυχα η Δανάη κι ένιωθε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα λεπτά της πόδια. «Η αδερφή σου» κατόρθωσε να ψελλίσει η μητέρα της «είναι πολύ άρρωστη, μόλις έφυγε ο γιατρός». «ΤΙ;» αναφώνησε η Δανάη, μα η φωνή της ακούστηκε σαν κούφιος γδούπος στον γδαρμένο τοίχο. «Δεν μπορεί, κάτι θα υπάρχει, μην απελπίζεσαι, πατέρα, η Ελενίτσα μας θα γίνει καλά και τα μαγουλά της θα ροδίσουν πάλι όπως ήταν μικρούλα, θυμάσαι;». Ένα αμυδρό χαμόγελο αχνοφάνηκε στις ζαρωμένες άκρες των χειλιών του «Ναι, Δανάη μου, θυμάμαι».

Η νύχτα ήταν ατελείωτη απόψε, θαρρείς δεν βγήκαν τα αστέρια, πόσο σκοτεινός κι απέραντος της φαινόταν ο ουρανός. Και το φεγγάρι αφιλόξενο, βουβό, σαν την ψυχή της.

Πέρασαν μερικές ημέρες, η Ελενίτσα ήταν άχρωμη λες κι ένα σφουγγάρι είχε σβήσει από το πρόσωπό της την ομορφιά της. Η Δανάη της διάβαζε παραμύθια, της διηγιόταν ιστορίες και τη φρόντιζε συνεχώς. Έγινε άγρυπνος φρουρός, φύλακας-Άγγελός της   καθώς τα βράδια παραμιλούσε από τον πυρετό. η Της δρόσιζε το μέτωπο με ένα βρεγμένο πανί, την έπαιρνε αγκαλιά και της σιγοτραγουδούσε.

Εξαντλημένη καθώς ήταν δεν πήρε χαμπάρι τον πατέρα της που συνομιλούσε με έναν άγνωστο κύριο. Τον είχε στείλει ο κυρ-Παναγιώτης, ο μπακάλης της γειτονιάς. Τι ήθελε άραγε αυτός  ο ξένος; H  μητέρα της του πρόσφερε καφέ κι ένα λουκούμι από τα καλά, αυτά που φύλαγε στο πολυκαιρισμένο σκρίνιο για ελάχιστες περιπτώσεις όπως έλεγε. Άρα σκέφτηκε η Δανάη θα πρέπει να ήταν κάποιος πολύ σημαντικός. Κόλλησε τα αυτιά της στη μεγάλη τρύπα του σάπιου ξύλινου πατώματος προσπαθώντας μάταια να αφουγκραστεί μια λέξη, να καταλάβει από τα νεύματα των γονιών της για τι ακριβώς πρόκειται.

Η άνοιξη έκανε δειλά τα πρώτα της βήματα, μα μέσα σε αυτό το άθλιο κατάμαυρο τοπίο ποιος άραγε θα την αναζητούσε; Μόνο η Δανάη που κάθε δείλι την έψαχνε πάνω στο λόφο της. Πάνω του αγνάντευε τον γκρίζο ορίζοντα λες κι έβλεπε πίσω από αυτόν όλα εκείνα που λαχταρούσε να γνωρίσει.

Το μεσημέρι όλη η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από το φτωχικό τραπέζι. Αυτή τη φορά όλοι ήταν σιωπηλοί. Ο πατέρας ξερόβηξε θέλοντας να τραβήξει την προσοχή τους. «Έχω να σας ανακοινώσω κάτι που αφορά την οικογένειά μας» είπε κι η Δανάη με μάτια γουρλωμένα από την περιέργεια περίμενε γεμάτη αγωνία τα μαντάτα. «Ο κύριος που είδατε προχτές στο κατώφλι μας, ξέρετε αυτός που μας έστειλε ο κυρ-Παναγιώτης -χίλια καλά να τον εύρουν, Αγιος άνθρωπος, φιλεύσπλαχνος- του μίλησε για την Ελενίτσα μας κι εκείνος ήρθε αμέσως να με απαντήσει. Έχει ένα μεγάλο κτήμα στο χωριό του και δεν μπορεί να το φέρει βόλτα μοναχός του, έτσι μου ζήτησε να γίνω επιστάτης. Αύριο κιόλας μετακομίζουμε, δεν σας ρωτώ για την απόφαση μου διότι πρόκειται για την υγεία της θυγατέρας μου» μονολόγησε και καληνύχτισε αποκαμωμένος.

Η Δανάη δεν μπόρεσε να αποκοιμηθεί απόψε, κοιτούσε τα άστρα. Τα μετρούσε από τη γωνιά του τρύπιου φεγγίτη για να δει ποιο από όλα ήταν το δικό της, εκείνο που έκλεψε την ευχή της για να την κάνει αληθινή.

Μόλις καλοξημέρωσε η οικογένεια τράβηξε προς το λιμάνι, εκεί όπου έφευγαν τα βαπόρια. Η Δανάη δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω τους. Ήταν πελώρια, σαν γίγαντες που απειλούσαν να ταράξουν τη νηνεμία της θάλασσας. Ανέβηκε τρέχοντας στο κατάστρωμα για να χαιρετήσει τη θλίψη της γκρίζας πόλης. Μέσα της πάλλονταν χιλιάδες συναισθήματα: λύπη για τον αποχωρισμό της γειτονιάς της -ένα κομμάτι της θα ανήκε πάντα εδώ, σε αυτούς που αγάπησε. Χαρά και αγωνία για το άγνωστο που θα συναντούσε. Μα έτσι είναι η ζωή, παρηγορήθηκε, γεμάτη δρόμους που πρέπει να τους περπατήσεις.

Το ταξίδι μεγάλο και κουραστικό, της φάνηκε ατελείωτο, ήταν σχεδόν απόβραδο όταν το καράβι έπιασε το απάνεμο γραφικό λιμανάκι. Ο αγέρας μοσχομύριζε γιασεμί, ένα άρωμα πρωτόγνωρο για τη Δανάη αφού η πόλη που ζούσε ήταν άχρωμη, μουντή, δίχως λουλούδια και βοτάνια. Μια άμαξα τους περίμενε για να τους μεταφέρει στην καινούργια τους οικία. Η διαδρομή τη μάγεψε. Τα μονοπάτια δύσβατα, γεμάτα δέντρα, θάμνους κι αγριολούλουδα. Μα αυτό που τη συγκίνησε ήταν το κελάιδισμα των πουλιών. Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν ο παράδεισος που διάβαζε στα βιβλία.

Δεν χόρταινε να κοιτάζει τριγύρω, ήταν όλα τόσο διαφορετικά από αυτά που μέχρι τώρα ήξερε που πίστεψε πως ήταν σε άλλο κόσμο. Έπειτα από τρεις ώρες έφτασαν σε ένα μικρό ύψωμα κι ένα αρχοντόσπιτο με στάβλο κι αποθήκες ξεπρόβαλλε μπροστά τους. Ο άγνωστος κύριος τους περίμενε καρτερικά, τους καλοδέχτηκε και τους έδειξε την κάμαρη που θα τους φιλοξενούσε. Τους φίλεψε ζεστό ψωμί, σούπα και κόκκινο κρασί. Το τζάκι σιγόκαινε σε μια γωνιά επιβλητικό σαν το αφεντικό του.
Η κάμαρη ήταν άνετη, με σκαλιστή κουζίνα και μια μαντεμένια ξυλόσομπα με φούρνο -ενθουσίασε τη μητέρα της που τακτοποιούσε τα λιγοστά υπάρχοντα τους. Ο κύριος Θόδωρος -έτσι τον έλεγαν τελικά- τους χάρισε ένα καροτσάκι μέχρι να δυναμώσει η Ελενίτσα είπε, μετά δεν θα το χρειαστεί ξανά. Η Δανάη το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να σκεπάσει την αδερφή της με μια φθαρμένη κουβέρτα. 

«Έλα» της είπε, «ελα να ανταμώσουμε το φεγγάρι, θα δεις από εδώ και πέρα όλα θα αλλάξουν, η εξοχή θα σε γιατρέψει», της έδωσε ένα απαλό φιλί στα χλωμά μαγουλά της και την έσυρε εξω. «Δεν μπορεί είπε κάπου εδώ έξω θα υπάρχει ένας λόφος για να χτίσω τον θρόνο μου» σκέφτηκε και γέλασε μέσα της σιωπηλά. «Κοίτα, Ελενίτσα πόσο όμορφος είναι ο ουρανός καθώς σκεπάζεται με τον χρυσό μανδύα του. Κοίτα τη νύχτα που τρέχει να τον συναντήσει στα λημέρια του. Κοίτα πως πασπαλίζει με χρυσόσκονη τα βουνά. Κοίτα, Ελενίτσα» μα εκείνη είχε ήδη κοιμηθεί.

Το δωμάτιό τους ήταν απλό, με μια κουρτίνα ζωγραφισμένη με λουλούδια κι ένα κομοδίνο με πολλά συρτάρια, μα η μεγάλη έκπληξη ήταν τα βιβλία που υπήρχαν μέσα σε αυτά. «Θεέ μου» αναφώνησε η Δανάη «σε ευχαριστώ για τη χαρά που μου δίνεις». Περίμενε το πρωί για να εξερευνήσει τον τόπο, αυτόν τον ευλογημένο τόπο που αξιώθηκε να δει. Τα κοκόρια λαλούσαν, τα πουλιά τιτίβιζαν, οι μέλισσες βούιζαν και ρουφούσαν αχόρταγα τα πολύχρωμα άνθη.

Η Δανάη άνοιξε τα μάτια της, μήπως όλα αυτά τα ονειρεύτηκε; Μα όχι, ήταν πέρα ως πέρα αληθινά. Πήγε βαδίζοντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ξυπνήσει την αδερφή της. Αθόρυβα άνοιξε τις κουρτίνες κι ο ήλιος κύλησε μέσα στη σιγαλιά του δωματίου.

Η Δανάη ανυπόμονα ντύθηκε και έτρεξε προς την πόρτα. «Πού πας» φώναξε η μητέρα «δεν θα φας το πρωινό σου;». Μα η Δανάη δεν την άκουσε, ο παλμός της καρδιά της ήταν πιο δυνατός. Έτρεξε έξω. Ρουφούσε με απληστία τον καθαρό αέρα που ερχόταν από τα βουνά. Όλη η ύπαρξή της μεθούσε από τα δυνατά άγνωστα αρώματα. Ζαλιζόταν από τα χρώματα της φύσης, ήθελε να αγγίξει τα πάντα, να μάθει γι’ αυτά που χρόνια τα είχε νιώσει μόνο μέσα από μια σελίδα χαρτιού.

Ξαφνικά λυπήθηκε σαν έφερε στον νου της πως όλοι εκείνοι που έμεναν στην πόλη ήταν καταδικασμένοι να μη γνωρίσουν ποτέ την ομορφιά του κόσμου. Ήταν καταδικασμένοι να ζουν ανάμεσα στα φουγάρα και την υγρασία. Πόσο τυχερή ήταν εκείνη γιατί της δόθηκε η ευκαιρία να φύγει από τον πέτρινο λόφο της. Πόσο τυχερή που αντάλλαξε το γκρίζο με ένα κομμάτι μπλε ουρανού. Κοίταξε μια στιγμή την πεταλούδα με τα πιτσιλωτά φτερά που πετούσε ανέμελα στον ουρανό. Ήταν ελεύθερη να επιλέξει το μέρος που θα ζήσει. Τη ζήλεψε που είχε το σπάνιο χάρισμα να πετάει ψηλά, να φεύγει,  να δραπετεύει μακριά από τη φυλακή της…

Μόνο οι άνθρωποι δεν πετούν, μα κρατούν στα χέρια τους το κλειδί των ονείρων τους. Γκρίζα όνειρα, απατηλά, μα μόνο μέσα από αυτά παίρνεις τη δύναμη για υπάρχεις, να προσπαθείς, να αναζητάς, να παλεύεις για το άγνωστο. Γκρίζα όνειρα που μπορεί να βγουν αληθινά. Ποιός τάχα μπορεί να ξέρει; Ο δικός σου λόφος είναι κάπου εκεί και σε περιμένει να ανέβεις στον θρόνο σου και να ταξιδέψεις…

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΙΑΣΤΑΣΗ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ελένη Χονδροπούλου.


Η Ελένη είναι μαθήτρια, μόλις ολοκλήρωσε τη Β’ Γυμνάσιου και της αρέσει πολύ να ζωγραφίζει.
Το κείμενο έγραψε η Δήμητρα Κολιαστάση.


Ημερομηνία γέννησης: 28 Μαΐου 1973.
Απόφοιτη Γενικού Λυκείου Μίκης Θεοδωράκης-Ωρωπός Αττικής.
Σπούδασα στο Executive Secretary Γραμματέας (απόφοιτη της σχολής Didacta) και στη σχολή PAN-SIC Stylistas.
Τόπος διαμονής: Oρωπός Αττικής.
Τόπος καταγωγής: Κάλαμος Aττικής
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Τα μαγικά Χριστούγεννα της Κλάρας



«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και τα Χριστούγεννα δεν είναι παρά μονάχα ένα αστείο παραμύθι για μικρά παιδιά», έλεγε με αυστηρό ύφος η Κλάρα στη μικρή αδερφή της, η οποία εκείνη τη στιγμή διάβαζε την αγαπημένη της ιστορία με τα ξωτικά και τη χώρα του πάγου. Φαινόταν τόσο ενθουσιασμένη, λες και το βιβλίο ρούφαγε όλη την ύπαρξή της, κι αυτό πείσμωνε ακόμη πιο πολύ την Κλάρα…

 Η Κλάρα έριξε μια φευγαλέα ματιά έξω από το παράθυρο. Χιόνιζε και ο αέρας με την παγωμένη ανάσα του σχημάτιζε μια άσπρη κρούστα στο θολό τζάμι. «Βαρετά», ψιθύρισε, ενώ ζέσταινε τα χέρια της στο τζάκι χαζεύοντας  τις κατακόκκινες φλόγες. Δίχως να γνωρίζει το γιατί τα Χριστούγεννα της ήταν αδιάφορα: «Μια οικογενειακή γιορτή», μονολογούσε, «μια γιορτή με χιλιάδες λαμπιόνια, πολύχρωμες μπάλες να στολίζουν όλη την πόλη, ένα μικρό διάλειμμα από το σχολείο και την καθημερινότητα -τίποτα το συγκλονιστικό…».

Το μεγάλο παγοδρόμιο, δυο στενά πιο κάτω, ετοιμαζόταν να υποδεχτεί παιδιά και μεγάλους, να τους χαρίσει λίγες στιγμές ξεγνοιασιάς. Όλοι οι φίλοι της Κλάρας θα πήγαιναν, μα εκείνη όχι. «Κάθε χρόνο τα ίδια», είπε στη φίλη της που την προσκάλεσε να περάσουν την παραμονή των Χριστουγέννων εκεί. «Άραγε τι το ιδιαίτερο κρύβει τούτη η βραδιά; Γιατί οι περισσότεροι την περιμένουν με τόση ανυπομονησία ολόκληρο τον χρόνο;».

Η νύχτα δεν άργησε να φτάσει και το φεγγάρι γοργά έτρεξε να κρυφτεί στο παγωμένο πέπλο της. Οι πρώτες νιφάδες του χιονιού σκέπασαν την πόλη κάνοντας την να μοιάζει παραμυθένια. Η Κλάρα ανέβηκε κατσουφιασμένη στο δωμάτιό της και αμέσως την πήρε στην αγκαλιά του ο γλυκός ύπνος. Από κάπου μακριά ακούστηκαν ποδοβολητά και ήχοι -κάτι σαν κουδούνισμα, κάτι απροσδιόριστο για την Κλάρα που δεν ήξερε αν ονειρευόταν ή αν όλα αυτά ήταν πραγματικά. Τρίβοντας τα νυσταγμένα μάτια της είδε έκπληκτη ένα ξύλινο σκαλιστό έλκηθρο στολισμένο με κόκκινες κορδέλες, φορτωμένο με πολύχρωμα δέματα και δυο πανέμορφους τάρανδους να το σέρνουν. Μάλιστα είχαν κι ανθρώπινη λαλιά! «Έλα, Κλάρα, ανέβα!», της έγνεψαν. «Μη φοβάσαι. Θα ζήσεις την πιο όμορφη χριστουγεννιάτικη νύχτα της ζωής σου!».

Η Κλάρα δίστασε λίγο στην αρχή, μα, με ένα μετέωρο βήμα, βρέθηκε πάνω στο έλκηθρο. Ήταν… ήταν απερίγραπτα εδώ πάνω! Πόσο όμορφη φαίνονταν η πόλη από ψηλά! Από τις κόχες του ουρανού αντάμωνες αλλιώς τον κόσμο! Η Κλάρα ήταν σιωπηλή. Ανέλπιστα σιωπηλή. Μοναχή της σε μια αλήθεια ή ένα ψέμα; Πέρασαν πάνω από χωριά, πολιτείες, βουνά και θάλασσες ώσπου έφτασαν και σταμάτησαν σε μια απόμερη γωνιά του σκοτεινού δάσους. Κοίταξε ψηλά τα αστέρια. Ήταν απίστευτο πως φεγγοβολούσαν! Έμοιαζαν καμωμένα από χρυσό. Θαρρείς πως τίναζαν από πάνω τους την περίσσεια αστερόσκονή τους  και τη σκορπούσαν πάνω στην κρύα γη…

 Η Κλάρα ένιωθε μουδιασμένη έπειτα από τόσες ώρες ταξιδιού. Πεινούσε και κρύωνε τρομερά. Ένα μικρό ξωτικό με μακριά γενειάδα και πράσινες μπότες την οδήγησε σε ένα ξέφωτο όπου υπήρχε ένα ξύλινο σπιτάκι. Έμοιαζε σαν να ήταν ζωγραφισμένο: φορτωμένο με χριστουγεννιάτικα στολίδια… Και τα δέντρα που το πλαισίωναν είχαν φυσικά στολιστεί με σκόρπιες χιονόμπαλες. Ήταν υπέροχα όλα τόσο που το κορίτσι κρατήθηκε με το ζόρι να μην τα αγγίξει. Ήθελε να σκορπίσει από πάνω τους όλο αυτό το χιόνι που έκρυβε τις μεταξένιες πευκοβελόνες τους.

«Ελα Κλάρα, της είπε ένα ψηλό έλατο. Έλα να με γνωρίσεις. Είμαι ο Βασιλιάς των δέντρων ετούτου τους δάσους». Η Κλάρα πλησίασε δειλά. «Μιλάς; Εσύ ένα δέντρο;». «Χα, χα, χα», γέλασε δυνατά το έλατο και ο αντίλαλος της φωνής του πλημμύρισε τη σιγαλιά του δάσους. «Βέβαια και μιλάω βλέπεις ακόμη κι εμείς τα δέντρα έχουμε ψυχή». «Είσαι πανέμορφο!», ψιθύρισε η Κλάρα και ο θαυμασμός που ένιωθε αποτυπωνόταν στο βλέμμα της. «Είναι υπέροχα τα Χριστούγεννα για εμάς εδώ γιατί οι άνθρωποι δεν έρχονται σε αυτά τα μέρη κι έτσι δεν κινδυνεύουμε να βρεθούμε μέσα σε κάποιο σαλόνι ενός σπιτιού. Ούτε σαν κούτσουρα αφού περάσουν οι γιορτές, να σιγοκαίμε μέσα σε ένα τζάκι». «Ναι», είπε η Κλάρα, «ευτυχώς!» και σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό της η εικόνα του δικού της σπιτιού, όπου κάθε χρόνο ο πατέρας της έφερνε από την αγορά ένα καταπράσινο έλατο που μέρα με την μέρα μαράζωνε και στο τέλος γινόταν ένας ξερός κορμός στο τζάκι τους.  «Λυπάμαι», είπε απολογητικά η Κλάρα, «δεν ήξερε πως ήσασταν ζωντανά». «Εντάξει, Κλάρα», ξερόβηξε το έλατο, «οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το γνωρίζουν αυτό. Μα έλα τώρα, πήγαινε μέσα να ζεσταθείς. Κοίτα, κοντοζυγώνει η νύχτα στο τελείωμα της…».

Η Κλάρα άνοιξε διστακτικά την ξύλινη πόρτα που έτριζε και χώθηκε σε μια άκρη δίπλα στη φωτιά. Ξαφνικά ακούστηκαν βήματα απαλά, διακριτικά και από την σκάλα ξεπρόβαλλε ο πιο γλυκός γέροντας που είχε δει ποτέ στη ζωή της! Ασπρομάλλης, με κόκκινα μάγουλα και μια άσπρη μακριά γενειάδα που έμοιαζε καμωμένη από άσπρα  πούπουλα. «Γεια σου, Κλάρα. Να σου συστηθώ: ονομάζομαι Βασίλης και τα παιδιά απλά με αποκαλούν ο Άγιος-Βασίλης των δώρων». «Μα δεν μπορεί», είπε μαρμαρωμένη η μικρή, «ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, ούτε μπαίνει τα μεσάνυχτα από τις καμινάδες, ούτε μοιράζει δώρα. Όλα αυτά είναι ιστορίες τίποτα παραπάνω..». «Αχ, Κλάρα, η μαγεία βρίσκεται εδώ, στην ψυχή μας. Πώς να δεις κάτι στο οποίο δεν πιστεύεις; Τη μαγεία τη δημιουργείς, δεν τη βρίσκεις πουθενά γύρω σου αν εσύ δεν τη φτιάξεις. Ξεκουράσου τώρα, σε λίγες ώρες φεύγουμε. Μας περιμένει πολύ δουλειά…».Ήταν τόσο κουρασμένη για αντιρρήσεις. Εξάλλου μπορεί όταν ξυπνούσε όλα αυτά να ήταν απλώς ένα μυστήριο όνειρο.

Το καμπανάκι, πάλι αυτό το κουδούνισμα ήχησε στα αυτιά της σαν μελωδία. «Ξύπνα, Κλάρα. Άνοιξε τα φτερά σου. Απόψε θα πετάξουμε ψηλά. Τόσο ψηλά που σχεδόν  θα γρατζουνήσουμε το φεγγάρι!». Η Κλάρα μισάνοιξε τα μάτια της και είδε δίπλα της τον Βασίλη να της χαμογελά. «Χο, χο, χο! Φύγαμε! Κρατήσου!» είπε και τίναξε με δύναμη τα γκέμια. Οι τάρανδοι ανέβαιναν με φόρα στον παγωμένο ουρανό. Τόσο κοντά που η Κλάρα νόμιζε πως θα άγγιζε τα αστέρια. Τύλιξε τα χέρια της μέσα στην χοντρή της κάπα κι απολάμβανε το ταξίδι της. Δεν την ένοιαζε αν ονειρευόταν, έφτανε που το ζούσε. Ήταν δικιά της η στιγμή! 

Το χιόνι έσταζε ασταμάτητα και έκανε τη γη να μοιάζει με ολόλευκο κύκνο. Οι χιονονιφάδες χόρευαν σε παραθύρια και παρτέρια δίνοντας, όπου έπεφταν, μια παραμυθένια όψη. Πέρασαν από χωριά, από πόλεις και ο Άγιος-Βασίλης, ακούραστος, διάβαζε τα γράμματα και μοίραζε τα δώρα στα παιδιά. Μέσα από καμινάδες και κάτω από τις πόρτες των σπιτιών. Πλούσιων μα και φτωχικών σπιτιών. «Κλάρα, να θυμάσαι», της είπε, «ο πλούτος ο πραγματικός πλούτος υπάρχει μονάχα στην καρδιά μας. Εκεί κρύβεται ο θησαυρός του ανθρώπου, πουθενά αλλού». «Ναι!», απάντησε με θαυμασμό η Κλάρα, «θα το θυμάμαι. Το υπόσχομαι!». Ήταν μια ατελείωτη νύχτα, η μαγική νύχτα των Χριστουγέννων της Κλάρας.

«Ντριινν…». Το ρολόι χτυπούσε ασταμάτητα. «Που είμαι;», αναρωτήθηκε η Κλάρα. «Μα στο κρεβάτι σου, πού αλλού;», ακούστηκε μια γνώριμη απαλή φωνή. Η αδερφή της στεκόταν από πάνω της και την κοιτούσε παράξενα. «Τι ημέρα είναι;», τη ρώτησε. «Καλά, τι έπαθες; Παραμονή Πρωτοχρονιάς, αλλά τι σε μέλλει; Αφού εσύ δεν πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη…». «Μα, τι λες;», είπε θυμωμένα η Κλάρα και, ενώ έτρεχε στις σκάλες, κατεβαίνοντας έπεσε από την τσέπη της ένα καμπανάκι με μια ασημένια στάμπα. «Μαγεία», ψιθύρισε στον εαυτό της. «Ναι, αυτό είναι μαγεία: να πιστεύεις…».

Όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη στη στρογγυλή καρυδένια τραπεζαρία. Όλα ήταν στολισμένα και το καλό σερβίτσιο της μητέρας της περίμενε ανυπόμονα τη γεμιστή γαλοπούλα.. Η Κλάρα στάθηκε μπροστά από το έλατο. Χάιδεψε το δέντρο και μουρμούρισε «Λυπάμαι…». Ο πατέρας της την κοίταξε σκεπτικός. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;». «Πατέρα, θέλω μια χάρη. Αυτό το έλατο ας μην το κάψουμε στη φωτιά, ας το αφήσουμε πίσω στο δάσος, εκεί όπου ανήκει και άλλη φορά να μην αγοράσουμε αληθινό δέντρο, μα ψεύτικο. Το ήξερες πατέρα πως τα δέντρα έχουν ψυχή; Πως πονάνε και υποφέρουν όπως οι άνθρωποι;». «Όχι, ομολογώ πως δεν το γνώριζα. Εντάξει, λοιπόν, θα κάνουμε αυτό που ζητάς». «Σε ευχαριστώ», είπε γεμάτη ευγνωμοσύνη η Κλάρα.

«Τι δώρο ζήτησες από τον Αγιο-Βασίλη;» τη ρώτησε η αδερφή της. «Δεν ξέρω, δεν ζήτησα τίποτα μάλλον», απάντησε διστακτικά.

Η ώρα κόντευε 12. Τα μεσάνυχτα πλησίαζαν. Η Κλάρα άφησε ένα σημείωμα δίπλα από το τζάκι. «Ελπίζω να το δει», σκέφτηκε και κοίταξε τον ουρανό. Απόψε το φεγγάρι φαινόταν τόσο λαμπρό, ίσως κάπου εκεί κοντά να βρισκόταν και ο αγαπημένος της γέροντας. Ίσως, ποιος ξέρει…;

Το πρωινό ήρθε. Τι να είχε συμβεί αργά το προηγούμενο βράδυ; «Κοίταξε, Κλάρα!», φώναζε ενθουσιασμένη η αδερφή της, «η κούκλα που ζήτησα! Δεν είναι υπέροχος ο Άγιος-Βασίλης;». «Ναι, είναι!», είπε γεμάτη συγκίνηση ανοίγοντας το δικό της δώρο: μια γυάλινη μπάλα των Χριστουγέννων! «Είναι πανέμορφη! Σε ευχαριστώ…», σιγοψιθύρισε. «Σε ευχαριστώ που με έκανες να πιστέψω στο πνεύμα των Χριστουγέννων, σε ευχαριστώ για την πιο όμορφη γιορτινή νύχτα της ζωής μου!».

Ενας ήχος από κουδούνισμα ήχησε από κάπου μακριά. «Του χρόνου πάλι, Κλάρα! Ραντεβού στο φεγγάρι!». 
   
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΙΑΣΤΑΣΗ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αναστασία Λάμπογλου.



Ονομάζομαι Αναστασία Λάμπογλου και μένω στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια. Σπουδάζω διακόσμηση. Ζωγράφιζα από μικρή, αλλά πλέον ασχολούμαι μόνο στον ελεύθερο χρόνο μου. Η εικονογράφηση μου αρέσει γιατί δίνει σε μια ιστορία μία διαφορετική προσέγγιση, μια επιπλέον ευαισθησία  που ίσως καμιά φορά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε με τις λέξεις
Το κείμενο έγραψε η Δήμητρα Κολιαστάση.



Ημερομηνία γέννησης: 28 Μαΐου 1973.
Απόφοιτη Γενικού Λυκείου Μίκης Θεοδωράκης-Ωρωπός Αττικής.
Σπούδασα στο Executive Secretary Γραμματέας (απόφοιτη της σχολής Didacta) και στη σχολή PAN-SIC Stylistas.
Τόπος διαμονής: Oρωπός Αττικής.
Τόπος καταγωγής: Κάλαμος Aττικής
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:













Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Το τρελούτσικο Φεγγάρι



Σουρούπωσε. Ο Ήλιος άρχισε δειλά δειλά να δύει πίσω απ’ την ασημένια βουνοκορυφή. Του είχαν στρώσει οι κόρες του οι Ηλιαχτίδες χρυσοκέντητο πουπουλένιο πάπλωμα για να αποκοιμηθεί. Απόκαμε πια ολημερίς να λιάζει τη Γη. Έγειρε στο προσκέφαλο του δαντελωτού μαξιλαριού του κι αμέσως έπεσε γύρω του βαθύ πυκνό σκοτάδι.

«Άργησε απόψε να βγει το Φεγγάρι», είπε ένα μικρό άστρο. «Πάλι κάπου θα χαζολογάει», είπε ένα άλλο, «πάλι ξεμυαλισμένο θα ‘ναι -σίγουρα θα παίζει κρυφτό με τη νύχτα και ξέχασε πως έχει περάσει η ώρα».
 
Ο Ουρανός κοίταζε ανήσυχος το χρυσό ρολόι του κείνο που του είχε χαρίσει η αγαπημένη του γυναίκα, η πανέμορφη Αυγή. Πήγαινε κι ερχόταν στο γαλάζιο παλάτι του. Κι έπεφταν βροχές και καταιγίδες από την καταπακτή του στη μαύρη δίχως φως γη. Ο θρόνος του δεν τον χωρούσε πια, του φαινόταν άδειος, μισερός. «Χωρίς το ημίφως του γιου μου, του φεγγαριού, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο πια. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν δίχως το χλωμό, θολό φως του. Κι οι λύκοι, οι λύκοι πού θα βρουν πανσέληνο να σεργιανίσουν; Τα καλοκαίρια πώς θα κάνουν βαρκάδα; Ποιος θα καθρεπτίζεται στη θάλασσα και θα την κάνει να μοιάζει με λιωμένο ασήμι; Και τα όνειρα ποιος θα τα ταξιδεύει στο φαράγγι των στεναγμών; Οι πυγολαμπίδες θα μαραζώσουν στο σκοτάδι, τα τζιτζίκια θα σωπάσουν, οι κουκουβάγιες θα κρυφτούν, όλα μα όλα θα αλλάξουν…».

Αυτά έλεγε και μονολογούσε στεναχωρημένος ο Ουρανός. «Πατέρα, μην του θυμώνεις», έλεγε η μικρή πούλια που ήταν πλουμιστή και στολισμένη με λογής λογής πολύχρωμα πετράδια, παρμένα από μέρη μακρινά και τα φτερά της καμωμένα από τα πιο όμορφα κι σπάνια παγόνια του Βορρά. «Κάπου θα ξεστράτισε, να, ίσως κάθισε να δει τις νεράιδες σαν πηγαίνουν στο πηγάδι της λήθης να ξεδιψάσουν. Αχ, πατέρα, λες να το κέρασαν να πιει απ’ το νερό της λησμονιάς; Αυτό το νερό όποιος το πιει ξεχνάει και μένει παντοτινά εκεί». «Κόρη μου», βρόντηξε ο Ουρανός και τα μάτια του συννέφιασαν «πρέπει να πάω να τον φέρω πίσω πριν ξημερώσει και ξυπνήσει η Αυγή…».

Δρασκέλισε γρήγορα και μπήκε στην άμαξα της Ανατολής. Έπιασε τα γκέμια απ’ τα Κόκκινα Άλογα της Φωτιάς, που τρέχουν πιο πολύ κι απ’ τον άνεμο, άνοιξαν τα πύρινα φτερά τους και τράβηξαν προς το πηγάδι της λησμονιάς. Από μακριά αστραφτερό φάνταζε το φαράγγι. Δυο πελώρια βράχια το αγκάλιαζαν δεξιά κι αριστερά κι ένα γεφύρι μισογκρεμισμένο οδηγούσε σε αυτό Τα άλογα έβγαζαν από το στόμα τους , μα ο Ουρανός δεν τα άφησε να πιούν στάλα νερό… Τα έδεσε με τις ατσάλινες αλυσίδες για να μην μπορούν να φύγουν και μοναχός του τράβηξε στο ξέφωτο. Στο δρόμο του απάντησε πολλά περίεργα, μα δεν έβγαλε λαλιά.

Περπατούσε ώρες πολλές, μα άφαντο, πουθενά το Φεγγάρι. Κι η Νύχτα άπλωνε σιγά σιγά τα δίχτυα της στη σιγαλιά. Ύφαινε τον μανδύα των αστεριών κάτω από ένα κερί που τρεμόσβηνε. Αναρωτιόταν κι εκείνη τι απέγινε απόψε το Φεγγάρι κι απλώθηκε τόση παγωνιά που κρυστάλλωσε κι έπεσε σαν άσπρη δαντέλα στη Γη.

 Και, ξαφνικά, να σου το Φεγγάρι μεθυσμένο, αλαφιασμένο να χορεύει και να τραγουδά!

Ποιος μέθυσε απόψε το Φεγγάρι και το ‘σκασε απ’ τα αμπάρια του Ουρανού; 

Έξαλλος ο Ουρανός έσυρε προς τα εκεί και θυμωμένα φώναξε τόσο δυνατά που σείστηκε το πηγάδι ολάκερο και τρόμαξαν οι καημένες νεράιδες… «Δεν φταίει εκείνο», είπαν, «διψούσε, φαινόταν εξαντλημένο απ’ τη ζέστη της ημέρας και το φιλέψαμε μια σταγόνα νερό. Μα κείνο μέθυσε και δεν έβρισκε το μονοπάτι του γυρισμού… Το στολίσαμε με πολύτιμα διαμάντια να ‘ναι όμορφο σαν θα βγει απ’ τη γωνιά του, για να το λιμπιστούν οι άνθρωποι και, μαγεμένοι, να, από εκεί χαμηλά να το θαυμάζουν. Και τα παιδιά να κρύβονται στο θολό φως του και χαρούμενα πίσω απ’ τις ξερολιθιές να στολίζουν με αστέρια τα μαλλιά τους. Μα δεν γνωρίζαμε πόσο άσχημος, ασήμαντος, σκοτεινός μοιάζει ο κόσμος δίχως το Φεγγάρι. Λάμπει σαν μαργαριτάρι στο βάθος του ουρανού. Δίνει αυτή τη γκρίζα πινελιά του στη βραδιά και τη μεταμορφώνει σε πανέμορφο μαύρο κύκνο. Χορεύει ασταμάτητα στην παγωμένη λίμνη του Χειμώνα…».
Χάραξε κι η Αυγή άνοιξε τα μάτια της κι αντίκρισε τον Ουρανό, μα της φάνηκε κάπως απόμακρος, μουντός, κάπως κουρασμένος -λες κι όλο το βράδυ δεν ξαπόστασε σταλιά. Κοίταξε γύρω της γεμάτη ανησυχία, μα ηρέμησε σαν είδε τον Ήλιο να ετοιμάζεται να ρίξει τις ζεστές αχτίδες του στη Γη. Το Φεγγάρι και την Πούλια να κοιμούνται αποκαμωμένοι στην αγκαλιά της. «Α, Φεγγάρι μου, τρελούτσικο Φεγγάρι,  πού έμπλεξες πάλι; Κι όμως, δεν μπορώ να σε μαλώσω. Σου έχω, βλέπεις, αδυναμία, είσαι τόσο χλωμό κι αδύναμο, μα συνάμα τόσο λαμπερό…», είπε η Αυγή και στράφηκε με ένα βλέμμα γεμάτο στοργή κι αγάπη στον μοναχογιό της...

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΙΑΣΤΑΣΗ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε Ιωάννα Αθανασοπούλου.



Η Ιωάννα γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε κυρίως στον Αρδηττό και ‘’μετανάστευσε’’ στη Φλώρινα το 2008, απ’ όπου γύρισε 4 χειμώνες αργότερα έχοντας αποφοιτήσει από το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας για να συνεχίσει τις σπουδές της πάνω στην παιδική ηλικία σε σχολή Βρεφονηπιοκομείας στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, από την οποία πήρε πτυχίο το 2014.

Αυτοδίδακτη, με μοναδικούς δασκάλους στο σχέδιο τα κόμικς που συλλέγει από το 1998, παλεύει μόνη της με πενάκια, γραφίδες, μολύβια και γενικά οτιδήποτε μπορεί να αφήσει αποτύπωμα σε χαρτιά και τοίχους!

Βραχυπρόθεσμο σχέδιο, η ολοκλήρωση ενός βιβλίου εκμάθησης σκακιού για μαθητές Νηπιαγωγείου. Μακροπρόθεσμος στόχος, η επαγγελματική ενασχόληση με την εικονογράφηση και τη συγγραφή παιδικών παραμυθιών.

Η παραπάνω εικόνα (όπως όλα: από τα παιδικά βιντεάκια στο youtube μέχρι το πτυχίο της Νηπιαγωγού!) είναι αφιερωμένη στη μικρή της αδερφή, Άννα-Ελισάβετ.

Στοιχεία επικοινωνίας:

Ioanna  Athanasopoulou (facebook)



Το κείμενο έγραψε η Δήμητρα Κολιαστάση.



Ημερομηνία γέννησης: 28 Μαΐου 1973.

Απόφοιτη Γενικού Λυκείου Μίκης Θεοδωράκης-Ωρωπός Αττικής.

Σπούδασα στο Executive Secretary Γραμματέας (απόφοιτη της σχολής Didacta) και στη σχολή PAN-SIC Stylistas.

Τόπος διαμονής: Oρωπός Αττικής.

Τόπος καταγωγής: Κάλαμος Aττικής
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.


Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: