Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Κείμενο που επέλεξε η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου



Έλληνες συγγραφείς επιλέγουν και μοιράζονται μαζί μας αγαπημένα τους αποσπάσματα από βιβλία παιδικής, εφηβικής ή νεανικής λογοτεχνίας


Ο Σεπτέμβρης στο σχολείο


Τη μέρα που γεννήθηκε ο Σεπτέμβρης στη χώρα του παππού του, του Χρόνου, μια παρέα συννεφάκια έπαιζαν κυνηγητό στη γειτονιά.
     «Να πάω κι εγώ να παίξω μαζί τους;» ρώτησε ο Σεπτέμβρης τον πατέρα του το Φθινόπωρο.
     Το Φθινόπωρο, που ήταν ζωγράφος, είχε πολύ δουλειά και λίγη όρεξη για κουβέντες. Ζωγράφιζε με τα μακριά του τα πινέλα. Έβαζε κίτρινα φύλλα στα δέντρα, χρυσαφένια σταφύλια στ’ αμπέλια και αφρισμένα κύματα στις ακρογιαλιές.
     «Να ρωτήσεις καλύτερα τη μητέρα σου» αποκρίθηκε.
       Έτσι ο Σεπτέμβρης ρώτησε τη Βροχή.
     «Κυνηγητό;» ξαφνιάστηκε κείνη. «Μα μόλις γεννήθηκες, δεν μπορείς!»
     «Μπορώ!» της αντιμίλησε ο γιος της. Αφού είμαι μήνας, τρέχω από την πρώτη μου μέρα.»
     «Άσ’ τον να παίξει με τα συννεφάκια!» μπήκε στη μέση ο παππούς ο Χρόνος. «Καιρός του είναι.»
     Έτσι ο Σεπτέμβρης άρχισε να παίζει ολημερίς κυνηγητό με τους καινούριους του φίλους.
     Ένα πρωί όμως τα συννεφάκια πέρασαν εμπρός από το σπίτι του βιαστικά, ντυμένα με γκρίζες ποδιές και κρατώντας το καθένα μια σάκα γεμάτη νερό.
     «Ε, συννεφάκια! Για πού το βάλατε;» ρώτησε ο Σεπτέμβρης. «Δε θα παίξουμε σήμερα;»
     «Δεν μπορούμε!» είπαν μ’ ένα στόμα τα συννεφάκια. «Από σήμερα θα πηγαίνουμε κάθε μέρα σχολείο.»
     Και συνέχισαν το δρόμο τους βιαστικά.
     «Να πάω κι εγώ στο σχολείο μαζί τους;» ρώτησε ο Σεπτέμβρης τη μάνα του.
     Η κυρα-Βροχή ετοιμαζόταν να κατέβει στη γη να ποτίσει τους αγρούς και τους κήπους, να καταβρέξει τους δρόμους και να πλύνει τις πόλεις. Είχε φούριες λοιπόν και λίγο κέφι για λόγια.
     «Δε ρωτάς καλύτερα τον πατέρα σου;» είπε.
      Έτσι ο Σεπτέμβρης ρώτησε το Φθινόπωρο, που ζωγράφιζε ακόμα.
     «Σχολείο;» απόρησε του λόγου του. «Μα δεν είσαι παρά δέκα ήμερών. Τα συννεφάκια ίσως έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο.»
     «Και τι σημασία έχει;» γκρίνιαξε ο γιος του. «Ένας μήνας δέκα ημερών δεν έχει προχωρήσει και λίγο. Αν ήμουν εννιά, θα καθόμουν στο σπίτι να τεμπελιάζω.»
     «Άσ’ τον να πάει σχολείο!» μπήκε στη μέση ο παππούς ο Χρόνος. «Καιρός είναι.»
     Έτσι ο Σεπτέμβρης έτρεξε γρήγορα, πρόφτασε τα συννεφάκια και πήγε μαζί τους στο σχολείο της Συννεφιάς…

Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα παιδιά του Φθινοπώρου»

(Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, Τα παιδιά του Φθινόπωρου -Σειρά: Ιστορίες με τους 12 μήνες, Εκδόσεις Πατάκης 1988, 20η έκδοση 2015. Εικονογράφηση: με κολάζ της Λότης Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου)


Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα,. Έχει δημοσιεύσει ως τώρα 60 βιβλία για παιδιά και νέους, τρία για ενηλίκους και πέντε θεωρητικά για την παιδική/νεανική λογοτεχνία. Έχει τιμηθεί  με το βραβείο Ουράνη από την Ακαδημία Αθηνών (1984),  με δύο κρατικά βραβεία (1999, 2009), με τον έπαινο Pier Paolo Vergerio του Πανεπιστημίου της Padova (1989), με 10 ακόμη πανελλήνια βραβεία παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας και τέσσερις τιμητικές πλακέτες. Ήταν δύο φορές υποψήφια για τo διεθνές βραβείο H.C. Andersen (1994, 2010), καθώς και για το διεθνές βραβείο Astrid Lindgren (2015). Έργα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιαπωνικά, στ’ αλβανικά και στα κορεατικά,  έχουν μεταδοθεί από τα ΜΜΕ κι έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και αναγνωστικά ελληνικά και ξένα. Εργάστηκε εθελοντικά επί 30 χρόνια για τους σκοπούς του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου/Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα – ΙΒΒΥ.  Διετέλεσε  μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΙΒΒΥ (1998–2002), εκλεγμένη από του εκπροσώπους των χωρών-μελών της, και πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Διεθνούς Βραβείου Φιλαναγνωσίας ΙΒΒΥ-Asahi (2002, 2003). Το 2008 ανακηρύχτηκε Επίτιμη Πρόεδρος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και το 2014 επίτιμο μέλος της ΙΒΒΥ.

Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή κα το έργο της:
και



Ιδέα-επιμέλεια στήλης: Γιώτα Κοτσαύτη 




Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Το σπουργίτι και τα φτερά του

Η νεράιδα κάποιου δάσους έχασε μια φορά το μαγικό ραβδί της. Έψαξε, έψαξε, μα τίποτα! Το ραβδί πουθενά δε βρισκόταν. Κι η νεράιδα ήταν απαρηγόρητη, που δεν μπορούσε πια να κάνει μάγια. Ένα σπουργίτι όμως, καθώς πετούσε εδώ κι εκεί, είδε το ραβδί πεσμένο σ’ ένα χαντάκι. Πέταξε, λοιπόν, χαμηλά χαμηλά, το άρπαξε με το ράμφος του και το πήγε γρήγορα στη νεράιδα. Εκείνη, πολύ ευχαριστήθηκε που ξαναβρήκε τη δύναμή της τη μαγική και θέλησε να το ανταμείψει.

-Ζήτησέ μου, καλό σπουργίτι, κάτι που να επιθυμείς πολύ, του είπε, κι αμέσως θα γίνει.

Το σπουργίτι σκέφτηκε λίγο κι έπειτα φώναξε με λαχτάρα:

-Θα ήθελα να είχα χρυσά, ολόχρυσα φτερά!

Η νεράιδα το άγγιξε τότε με το ραβδί της, και μεμιάς τα φτερά του εξαφανίστηκαν και δυο καινούρια χρυσά, που άστραφταν και λαμποκοπούσαν, φύτρωσαν στη θέση τους!

Θαμπώθηκε από τη λάμψη τους το σπουργίτι! Δεν πίστευε στα μάτια του! Κι ετοιμάστηκε να τρέξει αμέσως, να τα δείξει σ’ όλα τα πουλιά και τα ζώα του δάσους.

-Μα, δυστυχία του!

Τα χρυσά φτερά ήταν τόσο βαριά, που δεν μπορούσε διόλου να φτερουγίσει! Ούτε να τα κουνήσει καλά καλά δε γινόταν. Άρχισε τότε να φωνάζει απελπισμένο τη νεράιδα. Κι εκείνη, καλή όπως ήταν, παρουσιάστηκε πάλι μπροστά του.

-Τι με θέλεις; ρώτησε.

-Καλή μου νεράιδα, κλαψούρισε το σπουργίτι, μετάνιωσα. Δεν τα θέλω τα χρυσά φτερά. Ωραία, βέβαια είναι, δε λέω, μα πολύ βαριά, και δεν μπορώ να πετάξω. Μήπως γίνεται να μου τα κάνεις βελουδένια;

-Μετά χαράς, αποκρίθηκε η νεράιδα.

Και στη στιγμή, τα χρυσά φτερά εξαφανίστηκαν και στη θέση τους φύτρωσαν δυο άλλα από παχύ παχύ βελούδο.

Τρελάθηκε από τη χαρά του το σπουργίτι! Τ’ ανοιγόκλεισε περήφανα, έκανε μια βόλτα, να τα δοκιμάσει, κι έπειτα έτρεξε στο δάσος, για να τα δουν και να τα θαυμάσουν όλα τα ζώα και τα πουλιά.

Όμως, ξαφνικά, χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν. Και σε λίγο ξέσπασε μια μπόρα γερή. Το σπουργίτι δεν πρόφτασε να κρυφτεί… Και τα βελουδένια φτερά του έγιναν μούσκεμα!

Όταν σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο ήλιος, βρεγμένο καθώς ήταν, στάθηκε σ’ ένα κλαράκι κι άπλωσε τα φτερά του, να τα στεγνώσει. Μα τι φτερά ήταν τούτα! Το βελούδο είχε χαλάσει, κι η γυαλάδα του είχε φύγει. Δεν ήταν τώρα παρά ένα άθλιο πανί.

Το σπουργίτι απελπισμένο άρχισε πάλι να φωνάζει τη νεράιδα. Κι εκείνη, που είχε χρυσή καρδιά, έτρεξε πρόθυμα κοντά του.

-Μετάνιωσα, νεράιδά μου! μουρμούρισε. Κοίταξε με τη βροχή πως κατάντησαν τα βελουδένια φτερά μου! Μήπως γίνεται να μου τα κάνεις μεταξένια; Το μετάξι, έχω ακούσει πως δε χαλάει από τη βροχή.

-Και βέβαια, αποκρίθηκε η νεράιδα.

Και στο λεπτό, το σπουργίτι απόκτησε δυο κατακόκκινα μεταξωτά φτερά.

-Α, μα τούτα τα θαυμάσια φτερά πρέπει να τα δει ο κόσμος όλος, φώναξε το πουλί.

Και πέταξε ψηλά, να πάει στην πόλη.

Είχε φτάσει κοντά στα πρώτα σπίτια, όταν το είδαν μερικά παιδιά που πήγαιναν σχολείο.

-Ένα πουλάκι με κόκκινα φτερά! φώναξαν απορημένα.

-Α, τι ωραίο!

-Και τι παράξενο που είναι! Θα πρέπει να είναι σπάνιο!

-Ελάτε να το πιάσουμε, να το βάλουμε σ’ ένα κλουβί!

Κι όλα μαζί άρχισαν να το κυνηγούν. Κάποιο μάλιστα έλεγε πως θα ήταν καλύτερα να το χτυπήσουν με σφεντόνα κι έπειτα να το βαλσαμώσουν!

Τρομάρα που την πήρε το καημένο το πουλί! Και τι τρεχάλα έκανε για να ξεφύγει! Πέταξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και γύρισε στο δάσος. Στάθηκε λαχανιασμένο σ’ ένα κλαράκι, να ξανασάνει κι έπειτα –τι να κάνει;- φώναξε πάλι τη νεράιδα.

-Συγχώρα με, που όλο σε φωνάζω, καλή μου φίλη, της είπε σαν παρουσιάστηκε, μα πάλι το μετάνιωσα. Ωραία έγιναν τα φτερά μου, μα έτσι κατακόκκινα και γυαλιστερά καθώς είναι, με κάνουν να φαντάζω πολύ. Οι άνθρωποι νομίζουν πως είμαι πουλί σπάνιο! Με κυνηγούν και θέλουν να με πιάσουν!

-Αποφάσισε, λοιπόν, σαν τι φτερά θα ήθελες να έχεις επιτέλους! άρχισε να χάνει την υπομονή της η νεράιδα.

Το σπουργίτι στάθηκε κάμποσο σκεφτικό και στο τέλος είπε:

-Απ’ ό,τι βλέπω, τα δικά μου φτερά πρέπει να προτιμήσω, νεράιδά μου. Τι τα θέλω εγώ τα μεγαλεία! Με τα δικά μου πετώ μια χαρά! Είναι ελαφριά, γερά, η βροχή δεν τα καταστρέφει, κι οι άνθρωποι το βλέπουν πως είμαι σπουργίτι και μ’ αφήνουν να πετώ ελεύθερα. Δώσε μου, λοιπόν, πάλι τα δικά μου τα φτερά, και σου υπόσχομαι τίποτε πια να μην ξαναζητήσω.

Κι η νεράιδα η καλή έκανε το θέλημά του. Έτσι, το μικρό πουλί έμεινε με τα φτερά του. Και χαιρότανε πολύ, λεύτερα, το πέταγμά του.

ΛΟΤΗ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ-ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

(Το παραμύθι περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Εφτά κόκκινες κλωστές". Ευχαριστούμε πολύ την αγαπημένη συγγραφέα, που μας έδωσε την άδεια να το κοινοποιήσουμε!
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο μπορείτε να βρείτε εδώ:
...


Κάθε βδομάδα η  Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Βιβή Μαρκάτου.



Η Βιβή Μαρκάτου είναι βραβευμένη θεατρική συγγραφέας με πολλές πανελλήνιες διακρίσεις στον χώρο της ζωγραφικής και των Κόμιξ και βραβευμένη ραδιοφωνική παραγωγός υπό την Αιγίδα της Ουνέσκο για ένα πολιτιστικό αφιέρωμα που είχε κάνει το 2009. Έχει συμμετάσχει σε λογοτεχνικές παρουσιάσεις βιβλίων και έχει σκηνοθετήσει 5 παραστάσεις για το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τον Ελεύθερο χρόνο της, της αρέσει να ζωγραφίζει να ακούει μουσική και να πηγαίνει βόλτα με τους φίλους της.

Εργάζεται ως δημοσιογράφος στον πολιτιστικό τομέα με εξίσου διακριτή παρουσία και με σημαντικές συνεντεύξεις στον Γαλαξία fm 92,1 ενώ είναι η πρώτη ραδιοφωνική παραγωγός στην Ελλάδα που παρουσίασε σε εκπομπή τα “anime”, που πλέον έχουν ένα τεράστιο αριθμό ακολούθων ανά τη χώρα.

Επικοινωνήστε με τη Βιβή στο e-mailvmarkatos@yahoo.gr
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: