Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Το βιβλίο



«Το βιβλίο δεν έχει στόμα κι όμως μιλάει. Διηγείται ένα σωρό ιστορίες και λέει ποιήματα και τραγουδάει και τραγούδια με τις νότες. Η μαμά διαβάζει, και το βιβλίο μιλάει με το στόμα της. Όταν μάθω και  ‘γω να διαβάζω, τότε το βιβλίο θα μιλάει με το δικό μου στόμα.

Α, όταν θα μάθω να διαβάζω, μήτε στιγμή δε θ’ αφήνω σε ησυχία το βιβλίο· θα το βάζω να μου διηγείται ιστορίες, ώσπου να κουραστώ κι ως την ώρα που θα κλείνουν τα μάτια μου απ’ τη νύστα. Τότε θα βάζω το βιβλίο κάτω απ’ το προσκέφαλό μου και, μόλις ξυπνώ, θα το βάζω να μου λέει μια μικρή ιστορία…»

ΝΤΟΡΑ ΓΚΑΜΠΕ, Εγώ, η μητέρα μου κι ο κόσμος, εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Γιάννης Ρίτσος.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Έφη Λουκή.


Η  Έφη Λουκή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε καλές τέχνες στο Bristol στη Μεγάλη Βρετανία. Είναι κάτοχος  των πτυχίων «BA (Hons) in FINE ART» από το University of the West of England U.W.E. και «BTEC Diploma in Foundation Studies in Art and Design» από το Newcastle College. 

Έχει ασχοληθεί με τη δημιουργική απασχόληση παιδιών, τη διακόσμηση παιδικών δωματίων, την εικονογράφηση βιβλίων και παραμυθιών και έχει συνεργαστεί με  την ομάδα  «Ζωγράφοι σε δράση για τα παιδιά». 

Από το 2012 ζει μόνιμα στην πόλη του Βόλου όπου εργάζεται ως εικαστικός. 

Στοιχεία επικοινωνίας: 


Η σελίδα της Έφης στο facebook:

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Ήταν ένα μικρό καράβι… γεμάτο βιβλία!



«Ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν αταξίδευτο..
Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι ... σε πέντ’ έξι εβδομάδες ...»

Μάθαμε να παίζουμε και να τραγουδάμε προτού μάθουμε να διαβάζουμε. Στον τόπο μου, εμείς τα παιδιά τραγουδούσαμε αυτό το τραγούδι προτού καταφέρουμε να συλλαβίσουμε. Πιανόμασταν σ’ έναν κύκλο στο δρόμο και οι φωνές μας παράβγαιναν με κείνες των τζιτζικιών, καθώς τραγουδούσαμε ξανά και ξανά για το μικρό καράβι και τον καημό του που ήταν αταξίδευτο.

Καμιά φορά φτιάχναμε χάρτινα καραβάκια, τα ρίχναμε στους νερόλακκους και τ’ αφήναμε να βουλιάξουν χωρίς ποτέ να φτάσουν στη στεριά. Έμοιαζα κι εγώ με μικρό καράβι αραγμένο στους δρόμους της γειτονιάς μου. Περνούσα τ’ απογεύματα πάνω σε μια στέγη, κοιτώντας το ηλιοβασίλεμα, έκανα όνειρα για το μέλλον –χωρίς καλά καλά να καταλαβαίνω αν έψαχνα στο άπειρο ή μέσα στην καρδιά μου– και φανταζόμουν έναν κόσμο πανέμορφο, που δεν γινόταν ακόμη να τον αντικρίσω.

Πίσω από κάτι κουτιά, σε μια αποθήκη του σπιτιού μου, ήταν ένα βιβλίο που ήταν και αυτό αταξίδευτο, αφού κανείς δεν το είχε διαβάσει. Έτσι, ποτέ δεν του είχα δώσει σημασία, δεν είχα προσέξει καν πως ήταν εκεί. Ένα χάρτινο καραβάκι, κολλημένο στη λάσπη. Ένα μοναχικό βιβλίο, κρυμμένο σ’ ένα ράφι, πίσω από χαρτόκουτα...

Μια μέρα καθώς έψαχνα κάτι, το χέρι μου άγγιξε τη ράχη του βιβλίου. Αν ήμουν βιβλίο, έτσι θα μιλούσα για κείνη τη στιγμή: “Μια μέρα, το χέρι ενός παιδιού άγγιξε το κάλυμμά μου κι εγώ ένοιωσα τα πανιά μου ν’ ανοίγουν, άρχισα να ταξιδεύω!”.

Τι έκπληξη, όταν η ματιά μου έπεσε τελικά επάνω του! Ήταν ένα μικρό βιβλίο με κόκκινο κάλυμμα και χρυσά γράμματα. Το άνοιξα με λαχτάρα, λες και ανακάλυψα ένα σεντούκι με θησαυρό και ανυπομονούσα να δω τι είχε μέσα. Δεν απογοητεύτηκα. Μόλις άρχισα να το διαβάζω, κατάλαβα πως μου υποσχόταν περιπέτειες. Τα κατορθώματα του ήρωα, οι κάλοι και οι κακοί, οι εικόνες με τις φράσεις από κάτω που τις κοίταζα πάλι και πάλι, οι κίνδυνοι, οι εκπλήξεις... όλα με ταξίδευαν σ’ ένα κόσμο άγνωστο και συναρπαστικό.

Έτσι έγινε κι ανακάλυψα πως πίσω από το σπίτι μου ήταν ένα ποτάμι, και πίσω από το ποτάμι μια θάλασσα, και σ’ εκείνη τη θάλασσα ένα καράβι ετοιμαζόταν να σαλπάρει. Το πρώτο εκείνο καράβι το έλεγαν Ισπανιόλα, μα θα μπορούσε να λεγόταν και “Ναυτίλος”, “Ροσινάντε”, καράβι του Σεβάχ του Θαλασσινού ή Μεγάλο Καράβι του Χάκελμπερι... Όλ’ αυτά, όσο κι αν περνάει ο καιρός, θα βρίσκονται πάντα εκεί, περιμένοντας μια παιδική ματιά, κάποιο παιδί να τα προσέξει, για να ανοίξουνε πανιά και να σαλπάρουν...

Μην περιμένεις άλλο, λοιπόν!  Τρέξε και διάλεξε ένα βιβλίο. Διάβασέ το και θ’ ανακαλύψεις ότι, όπως ακριβώς λέει εκείνο το τραγούδι, που τραγουδούσα όταν ήμουνα παιδί, δεν υπάρχει καράβι, όσο μικρό κι αν είναι, που κάποτε δεν έρχεται ο καιρός να μάθει να ταξιδεύει.

Eliacer Cansino (Ισπανία), μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
(Το μήνυμα της IBBY για την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου 2010)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά Πετούλη.


Γεννήθηκα στην Κόρινθο, μεγάλωσα και σπούδασα στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα μαθήματα σχεδίου (γραμμικό-ελεύθερο) και ζωγραφικής. Διαμένω μόνιμα στο νησί της Σάμου με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά μας. Σε εικαστικό εργαστήρι στο νησί συνέχισα τη σπουδή στο χρώμα, σε υλικά και μικτές τεχνικές . Ασχολούμαι με τη ζωγραφική (ελαιογραφίες, ακουαρέλες, ακρυλικά, έργα για παιδικά δωμάτια, τοιχογραφίες), τη φωτογραφία, την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων και την εκμάθηση ζωγραφικής σε παιδιά. Έχω λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας κι έχω εικονογραφήσει παραμύθια για παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, με πιο πρόσφατα το «Καλημέρα ήλιε» της νηπιαγωγού Ευφροσύνης Σπυροπούλου, «Ο Κόα και το μεγάλο του δώρο» της Αθηνάς Βουδούρη, καθώς επίσης και μια συλλογή ποιημάτων για παιδιά Δημοτικού της νηπιαγωγού Γιώτας Κοτσαύτη, η οποία τιμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2014 με την μοναδική διάκριση στην κατηγορία της ποίησης στον 59ο διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Η εικαστική προσέγγιση ενός παραμυθιού, κειμένου ή ποιήματος με γοητεύει. Η ζωγραφική είναι για μένα ένα παιχνίδι με τα χρώματα και το φως κι έχω φυλάξει μέσα μου ένα κομμάτι παιδικότητας που με οδηγεί δημιουργικά.

Η σελίδα της Αθηνάς στο facebook:

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




ΠΙΝΟΚΙΟ-Κάρλο Κολόντι



 «…Τα ψέματα, αγόρι μου, τα καταλαβαίνει κάποιος στη στιγμή.
Υπάρχουν δύο ειδών ψέματα. Αυτά που έχουν κοντά πόδια
Κι αυτά που έχουν μακριά μύτη. Τα δικά σου
είναι απ’ αυτά που έχουν μακριά μύτη…»
Κ.Κ.
Πινόκιο: ένας πασίγνωστος λογοτεχνικός ήρωας που ταυτίστηκε με το ψέμα.

Ποιος ήταν όμως ο Πινόκιο; 

Μία μαριονέτα που εμπνεύστηκε ο Κάρλο Κολόντι στα τέλη του 19ου αιώνα και παραμένει γνωστή σε μικρούς και μεγάλους ως τις μέρες μας. Οι πολλαπλές διασκευές, που σε αρκετές περιπτώσεις έχουν διαστρεβλώσει το αυθεντικό κείμενο, οι άπειρες ταινίες για παιδιά και ενηλίκους, το ενδιαφέρον και η αγάπη του κόσμου για τον ξύλινο κούκλο, αποδεικνύουν την επιτυχία του βιβλίου.  Τίτλος του: «Οι περιπέτειες του Πινόκιο».

Η υπόθεση ξεκινάει με ένα τρομακτικό κομμάτι ξύλου στο εργαστήριο του μαστρο-Κεράση, που «μιλάει και κλαψουρίζει σαν παιδί» κάθε φορά που ο γερο-ξυλουργός το πιάνει στα χέρια του για να το επεξεργαστεί. Έτσι, όταν ο Τζεπέτο ή Καλαμπόκης, «ένας χαρούμενος γεράκος», ζητάει από τον φίλο του ένα ξύλο, για να φτιάξει μία μαριονέτα, ο Κεράσης δεν δυσκολεύεται καθόλου να το αποχωριστεί. 

Ο Τζεπέτο έχει τώρα στα χέρια του το πολυπόθητο απαραίτητο κομμάτι. Ξεκινάει να σμιλεύει τη μαριονέτα του και αποφασίζει να την ονομάσει Πινόκιο. «Ένα τέτοιο όνομα θα της φέρει τύχη. Γνώριζα κάποτε κάποιες μαριονέτες με το ίδιο όνομα… Αν και φτωχές, ήταν όλες τους πολύ τυχερές!».Έκπληκτος διαπιστώνει πως η κούκλα του ζωντανεύει και, μάλιστα, αρχίζει να τον κοροϊδεύει. Από δω και πέρα ξεκινούν οι περιπέτειες του Πινόκιο, εξαιτίας του οποίου ο δημιουργός του καταλήγει στη φυλακή. Και σ’ αυτό το σημείο μπαίνει στην ιστορία και ο σοφός Γρύλος.

Όταν ο γεράκος βγαίνει από τη φυλακή, φροντίζει τον αχάριστο και πεινασμένο «γιο» του. Για χάρη του μάλιστα πουλάει το μοναδικό πανωφόρι του και με τα χρήματα τού αγοράζει ένα αλφαβητάρι. «Ο Πινόκιο κατάλαβε αμέσως τη θυσία που είχε κάνει γι’ αυτόν ο Τζεπέτο και τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης. Πήδηξε στην αγκαλιά του πατέρα του και τον γέμισε φιλιά».

Ένα θέατρο αλλάζει τα σχέδια του άτακτου ξύλινου κούκλου. Με ευκολία ανταλλάσει το αλφαβητάρι του με ένα εισιτήριο που θα του επιτρέψει να παρακολουθήσει την παράσταση. Και κει όμως προκαλεί αναστάτωση. Οι μαριονέτες τρέχουν να τον υποδεχτούν και αφήνουν το έργο στη μέση. «Το θέαμα ήταν πολύ συγκινητικό, αλλά οι θεατές που είχαν πληρώσει εισιτήριο για να δουν την παράσταση, άρχισαν να φωνάζουν θυμωμένοι». Τότε ο Μαντζαφούκο, ο διευθυντής, έξαλλος, διατάζει να ρίξουν τον Πινόκιο στη φωτιά. Τελικά, με ευγενικά λόγια και παράτολμο θάρρος, κατορθώνει όχι μόνο να γλιτώσει, αλλά να αποκτήσει και μερικά χρυσά νομίσματα –δώρο του Μαντζαφούκο.

Η εύνοια της τύχης δεν θα συνεχιστεί για πολύ. Η γνωριμία του με τον Αλεπούδη και τον Γάτο θα είναι καθοριστική. Αφού τον πείσουν πως στη Χώρα των Αφελών υπάρχει το Λιβάδι των Θαυμάτων, όπου τα χρυσά νομίσματα φυτεύονται και μετά λίγες ώρες φυτρώνουν δέντρα φορτωμένα στο χρυσάφι, θα επιχειρήσουν να τον ληστέψουν. Αψηφώντας τη συμβουλή του Γρύλου να επιστρέψει στο σπίτι του («Μην εμπιστεύεσαι αυτούς που υπόσχονται πλούτη δίχως κόπο, αγόρι μου. Ή τρελοί θα είναι ή απατεώνες. Άκου με και γύρνα σπίτι σου»), ο Πινόκιο συνεχίζει να εμπιστεύεται τους δυο «φίλους» του, που όχι μόνο του κλέβουν τα νομίσματα, αλλά τον κρεμούν και από ένα κλαδί της Μεγάλης Βελανιδιάς. 

Μια όμορφη κοπέλα με γαλάζια μαλλιά, η Γαλάζια Νεράιδα, είναι αυτή που θα τον σώσει. Σ’ εκείνη θα πει τα πρώτα του ψέματα που θα κάνουν τη μύτη του να μεγαλώνει: το βασικό χαρακτηριστικό που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό. Ντροπιασμένος, ταπεινωμένος, στέκεται ακίνητος. «Ο Πινόκιο καθόταν ώρα πολλή στο δωμάτιο κι έκλαιγε για το μήκος της μύτης του, που δεν του επέτρεπε να κάνει καμία κίνηση». Με την παρέμβαση όμως της νεράιδας και μιας ομάδας δρυοκολαπτών, η μύτη θα αποκτήσει και πάλι το φυσικό της μέγεθος.

Οι περιπέτειες της μαριονέτας του Κολόντι δεν έχουν τέλος: θα μπει φυλακή, θα πιαστεί σε παγίδα, ένας αμπελουργός θα τον αναγκάσει να πάρει τον ρόλο του σκύλου του, θα πιάσει τους ληστές του κοτετσιού, θα ελευθερωθεί. Στο μεταξύ θα πληροφορηθεί τον θάνατο της γαλάζιας νεράιδας και θα παραστεί στην εξαφάνιση του Τζεπέτο, ο οποίος απεγνωσμένος θα ριχτεί στη θάλασσα ψάχνοντας τον γιο του. 

Λίγο πριν χάσει το κουράγιο του, η αγαπημένη του νεράιδα θα εμφανιστεί και πάλι και θα τον πάρει υπό την προστασία της. Θα γραφτεί στο σχολείο και θα γίνει ένας από τους πιο επιμελείς μαθητές. Και πάλι όμως, νέες περιπέτειες θα αλλάξουν τη ζωή του, με αποκορύφωμα τη φυγή του για τη Χώρα των Παιχνιδιών και, μάλιστα, μία μέρα πριν γίνει κανονικό αγόρι. Αντί γι’ αυτό, το ατέλειωτο παιχνίδι και η ξεγνοιασιά θα αποδειχτούν εφήμερα και σε λίγο, μαζί με τον σύντροφό του τον Λουτσινιόλο, θα μεταμορφωθούν σε γαϊδουράκια: η κατάλληλη «τιμωρία» για «τα αγόρια που τους άρεσε να τεμπελιάζουν, που σιχαίνονταν τα βιβλία και το διάβασμα κι ήθελαν να φύγουν από το σπίτι τους».

Ο Πινόκιο-γάιδαρος θα βρεθεί αρχικά σε ένα τσίρκο. Και μετά στην ιδιοκτησία ενός ανθρώπου «που θέλει μόνο το τομάρι του», για να το κάνει μεμβράνη για το τύμπανό του. Για τον λόγο αυτό αποφασίζει να πετάξει το άτυχο γαϊδουράκι στη θάλασσα, δεμένο με ένα σχοινί. Μια έκπληξη θα τον περιμένει ότι τραβήξει το σχοινί: ο γάιδαρος έχει μεταμορφωθεί σε μαριονέτα! Αφού ο Πινόκιο του αφηγηθεί την ιστορία του, θα πηδήξει και πάλι στη θάλασσα. Ένα τεράστιο σκυλόψαρο θα τον καταπιεί και μέσα στην κοιλιά του θα συναντήσει τον Τζεπέτο!

Για πρώτη φορά, αληθινά μετανιωμένος για όλες του τις απερίσκεπτες πράξεις, θα βρει τρόπο να βγάλει τον πατέρα του από κει. Όταν ελευθερωθούν, θα δουλέψει σκληρά για να φροντίσει τον άρρωστο γεροντάκο και η καλή νεράιδα θα τον ανταμείψει. «Μπράβο, Πινόκιο! Επειδή έχεις καλή καρδιά, σε συγχωρώ για όλες τις σκανδαλιές που έχεις κάνει ως σήμερα. Τα παιδιά που αγαπούν και φροντίζουν τους γονείς τους, όταν αυτοί μεγαλώνουν και αρρωσταίνουν, αξίζουν συγχαρητήρια, ακόμα κι αν η συμπεριφορά τους δεν είναι τόσο καλή. Συνέχισε έτσι και σύντομα θα γίνεις πολύ ευτυχισμένος». Ο Πινόκιο είναι πια ένα αληθινό, κανονικό αγόρι! 

Παρόλες τις υπερβολές, τον διδακτισμό και τα όχι και τόσο εύστοχα μηνύματα που προσπαθεί να περάσει σε κάποια σημεία, ο Κάρλο Κολόντι σίγουρα πέτυχε τον στόχο του: ο Πινόκιο ανήκει πια στην ιστορία της λογοτεχνίας ως ένα από τα πιο γνωστά, πολυδιαβασμένα και αγαπημένα βιβλία!

Γιώτα Κοτσαύτη.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν… «Ένας βασιλιάς!» θα πουν αμέσως οι βιαστικοί αναγνώστες, αλλά θα κάνουν λάθος! Η ιστορία αυτή, βλέπετε, δε μιλάει για βασιλιάδες, αλλά για μία μαριονέτα που ήταν φτιαγμένη από ξύλο.

Η ιστορία του Πινόκιο, της σκανδαλιάρικης και ανυπότακτης μαριονέτας που ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο, όπως την έγραψε ο Κάρλο Κολόντι στα τέλη του 19ου αιώνα και την εικονογράφησε στις αρχές του  21ου αιώνα ο Ρόμπερτ Ίνγκπεν με την ονειρική ευαισθησία που τον χαρακτηρίζει.

ΚΑΡΛΟ ΚΟΛΟΝΤΙ, Οι περιπέτειες του Πινόκιο, εκδόσεις Πατάκη, εικόνες: Ρόμπερτ Ίνγκπεν, μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλάρας.


Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις: