Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Η καρδιά της βασιλοπούλας (απόσπασμα)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και το βασίλειό τους ήταν ένα μεγάλο νησί. Ούτε πολύ όμορφο, ούτε πολύ πλούσιο ήταν το νησί τους. Είχε βουνά ψηλά, άγρια, χωρίς δέντρα, χωρίς πρασινάδα∙ στις πέτρες και στους βράχους δε φύτρωνε χορτάρι για να βοσκήσουν οι ποιμένες τ’ αρνάκια τους. Κάτω στον κάμπο, ελιές και πάλι ελιές, με τα σταχτιά τους πένθιμα φυλλαράκια, κατέβαιναν ως τη θάλασσα∙ πού και πού μόνο, πρασίνιζαν τα χωράφια, κι εδώ κι εκεί μερικά σπάνια δάση άπλωναν τη σκιά τους γύρω στις ρεματιές. Παντού όμως βράχοι, με τη γυμνή μαύρη τους ράχη, λες και πλάκωναν τη γη.

Σαν καλός άρχοντας ο βασιλιάς είχε φροντίσει να χτίσει πλοία πολλά, έμαθε το λαό του να δουλεύει χωρίς να χάνει τον καιρό του, και να βγάζει πολλών ειδών εμπορεύματα, που τα πήγαιναν ύστερα με το βασιλικό στόλο και τα πουλούσαν στα ξένα μέρη.

Έτσι λοιπόν, χωρίς να είναι πλούσια η γη τους, την αγαπούσαν οι κάτοικοι και δεν υπέφεραν και πολύ από φτώχεια, ούτε γύρευε κανένας ν’ αφήσει την πατρίδα του για να βρει πλούτη έξω από το νησί του. Το μυαλό και η δουλειά, αναπλήρωναν όσα δε χάριζε η γη.

Όλα τα καλά λοιπόν τα είχε ο βασιλιάς, την αγάπη του λαού, τα πλούτη που δίνει η εργασία και μια πολύ καλή βασίλισσα. Μόνο ένα πράγμα του έλειπε∙ παιδί δεν είχε.

Τέλος πάντων το απέκτησε και αυτό∙ ένα πρωί έμαθε με χαρά ο λαός όλος, πως γεννήθηκε στο παλάτι μια βασιλοπούλα.

Από τη χαρά του ο βασιλιάς κάλεσε στη βάφτιση όλο το λαό και όλες τις νεράιδες του νησιού. Τραπέζια έστρωσαν στους βασιλικούς κήπους, και όλα τα καλύτερα κρασιά του κελαριού τα έδωσε ο βασιλιάς, για να κεράσουν τον κόσμο που ήρχονταν να ευχηθεί υγεία και χαρά στο νεογέννητο κοριτσάκι.

Μέσα στο παλάτι, όλες οι νεράιδες είχαν μαζευτεί γύρω στην κούνια και έδιναν κατά σειρά του μωρού από μια ευχή.

Η μία είπε πως θα γίνει η πιο όμορφη του κόσμου. Άλλη πως θα τραγουδά σαν αηδόνι. Η τρίτη πως καμιά δε θα παραβγαίνει στη χάρη μαζί της. Η τέταρτη πως η εξυπνάδα της δε θα έχει ταίρι. Άλλη της είπε πως θα έχει γνώση σαν τους πιο σοφούς της γης, κι έτσι ώσπου δεν έμειναν παρά μόνο δυο νεράιδες που δεν είχαν μιλήσει ακόμα.

-Εγώ, είπε η προτελευταία, δε θα της δώσω μόνο μια ευχή∙ θα την προστατεύω από τη Ζωή και από κάθε λύπη. Με λένε Μοίρα, και θέλω η κόρη αυτή να μην κλάψει ποτέ.

Και, με το μαγικό ραβδί της, χτύπησε ελαφρά τη βασιλοπούλα στο στήθος, της πήρε την καρδιά, την έκλεισε σ’ ένα μικρό κουτάκι, πήρε το κλειδί και αμέσως χάθηκε από το δωμάτιο, πριν μπορέσει κανένας να τη σταματήσει.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τρομαγμένοι όρμησαν στην κούνια, να δουν αν ζούσε το παιδί τους∙  άλλ’ η βασιλοπούλα κοιμούνταν ήσυχη.

-Χωρίς καρδιά! μουρμούρισε η βασίλισσα, πώς θα μας αγαπήσει;

Και όλοι γύρω αντιλάλησαν:

-Χωρίς καρδιά, πώς θα μας κυβερνήσει όταν πεθάνει ο καλός μας βασιλιάς;

Όπου η χαρά έγινε θρήνος, και όλοι ξέσπασαν στα κλάματα.

Μια νεράιδα ακόμα έμενε∙  σ’ αυτήν έστρεψε ο βασιλιάς.

-Και συ, κυρα-Νεράιδα, της είπε, δώσε μιαν ευχήν στο παιδί μας, ξέκανε το κακό που μας έκανε η Μοίρα!

-Να ξεκάνω αυτό που έκανε η δυνατότερή μου, δεν μπορώ, είπε η νεράιδα. Εγώ είμαι η Ζωή, και η Μοίρα με ορίζει! Μπορώ όμως να βοηθήσω τη βασιλοπούλα να ξαναβρεί την καρδιά της, αν καμιά μέρα τη θελήσει!

-Τώρα, τώρα! φώναξε η βασίλισσα, δώσε της τώρα την καρδιά της, κυρα-Ζωή!

-Όχι, είπε η Ζωή, αυτό δε γίνεται. Πρέπει να μεγαλώσει η βασιλοπούλα, και μόνη της να πάγει να τη φέρει. Ένα κλειδάκι μόνο θα της χαρίσω, εγώ, και μ’ αυτό θα ξαναβρεί την καρδιά της, όποτε την επιθυμήσει.

Και όσο μιλούσε, με μια χρυσή αλυσιδίτσα κρέμασε ένα χρυσό κλειδάκι στο λαιμό του μωρού.

-Όταν θελήσει, εξακολούθησε η νεράιδα, ας βγάλει το κλειδί από την αλυσίδα, και αυτό θα την οδηγήσει… Αλλά να ξέρετε, πως το δώρο που κάνει η Ζωή είναι βαρύ∙  τη μέρα που θ’ αποκτήσει την καρδιά της, η βασιλοπούλα σας θα νιώσει αγάπη και χαρά, θα νιώσει όμως και όλο το βάρος και τους καημούς της ζωής.

-Τότε κράτησέ του! παρακάλεσε η βασίλισσα. Δε θέλω να κλάψει το παιδί μου!

-Όχι, είπε ο βασιλιάς∙  να της το δώσεις, κυρα-Ζωή. Ας μάθει η βασιλοπούλα καημούς και πόνους για να γίνει άνθρωπος σωστός…

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ


Κάθε βδομάδα η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Φωτεινή Μαρτίου.


Γεια σας, ονομάζομαι Φωτεινή Μαρτίου. Είμαι 18, έχω μεγαλώσει στον Βόλο και είμαι φοιτήτρια στο ΤΕΙ Αθήνας, στο πρώτο έτος, στο τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:






Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Για πες μας, πώς σου φάνηκε;