Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλσα Χίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλσα Χίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Η κοτούλα η Συρταρού


Σήμερα με ξύπνησαν δυνατά κακαρίσματα. Μεγάλη ταραχή στην άκρη του χωραφιού που βρίσκεται το κοτέτσι μας. Έτρεξα γρήγορα προς τα εκεί. Πίσω μου έτρεξε κι η μαμά.

«Μην πλησιάζεις!» φώναξε. «Μπορεί να τριγυρίζει εκεί το αγριόσκυλο». Ξαφνικά, ακούστηκε μια κραυγή. «Κραά! Κραά!» Ένα πεινασμένο γεράκι στριφογύριζε στον αέρα πάνω απ' το κοτέτσι. Έπαιρνε φόρα κι ορμούσε, αλλά το ράμφος του χτυπούσε στο συρματόπλεγμα της περίφραξης. Όταν μας είδε, πέταξε ψηλά.

Στην καμαρούλα του κοτετσιού, μέσα μέσα στη γωνιά, κλώσησε τ' αυγά της η κότα μας η Συρταρού. Την ονόμασε έτσι η γιαγιά γιατί έχει για φωλιά ένα παλιό συρτάρι γεμάτο πριονίδι και άχυρο. Μέρες πολλές καθόταν στ' αυγά της, σαν καλή κλωσσομάνα, με στοργή και υπομονή. Τώρα σκεπάζει με τα πουπουλόφτερα της κοιλιάς της και τις πλατιές φτερούγες της τα μωροπούλια. Είναι έντεκα. Τέσσερα καφετιά, πέντε άσπρα και δυο πετραδωτά, ασπρόμαυρα. Η μαμά, όσο κλώσαγε η Συρταρού τ' αυγουλάκια της, έλεγε ένα τραγουδάκι, για γούρι.

Κλώσσα, τα πουλιά δεν τα ‘βγαλες σωστά.
Σου' βαλα εικοσιένα και δεν μου ‘βγαλες κανένα.

Αλλά η Συρταρού μας τα έβγαλε όλα ολόγερα, γιατί έπιασε το ξόρκι του τραγουδιού. Κι εγώ τραγουδούσα τη Συρταρού όταν πλάκωνε τ' αυγά της ολομόναχη. Και της έλεγα στιχάκια που τα ‘βγαζε η γιαγιά απ' την κοιλιά της. Γιατί οι γριούλες όλα απ' την κοιλιά τους τα βγάζουν και γεννούν τα στιχάκια τους όπως τα παιδάκια τους.

Ε! κοτούλα διαλεχτή, κακαρίστρα, κουνιστή,
κάθισε στ' αυγά σου και στ' αυγουλοπουλά σου.
Μια κότα στρουμπουλή, μια κάτασπρη πουλάδα,
ζήλεψε το σταχτί πουλί, τ' άστεγο στη λιακάδα.

Πότε πότε βγάζω έξω τη Συρταρού και τα πουλάκια της, για να τσιμπολογήσουν στο χωράφι. Την παρακολουθώ από κοντά. Αν την πλησιάσει κάποιος, μπορεί και ν’ αγριέψει. Φοβάται μην της αρπάξει κάποιο απ' τα μωρά. Και φουσκώνει και θυμώνει κλου-κλου-κλου, έτοιμη να χιμήξει. Αχ! όλες οι μαμάδες του κόσμου ένα φόβο έχουν: Να μην πάθουν κάτι κακό τα μωροπούλια τους.
Ξημέρωσε ένα καινούργιο σήμερα και είμαι λυπημένος. Άκουσα τον πατέρα να λέει πως τα πουλάκια μεγάλωσαν. Η Συρταρού σουλατσάρει στο κοτέτσι, είναι λαίμαργη και πάχυνε πολύ. Ήρθε η ώρα της, να την κάνουμε σούπα. «Σωστά», είπε η γιαγιά. «Η παχιά και γριά κότα έχει το νοστιμότερο ζουμί».

Η Συρταρού δεν μπορεί να βγει απ' το κοτέτσι, να τρέξει να σωθεί. Περπατάει και κουτσαίνει απ' το πάχος. Τι θλιβερό να είσαι φυλακισμένος σ' ένα κοτετσόσυρμα και να μην περνάει απ' το μυαλό σου ότι σ' έχουνε εκεί για να σε κάνουν σούπα αυγολέμονο με τα ίδια σου τ' αυγά!

Όμως σήμερα είναι ένα καινούργιο σήμερα. Μπήκα στο κοτέτσι, με το κουβαδάκι μου γεμάτο καλαμπόκι. Με κύκλωσαν οι κότες, οι πουλαδίτσες και τα κοκοράκια της Συρταρούς. Ήλθε κι εκείνη, συνάμενη κουνάμενη. Την άρπαξα αγκαλιά κι άρχισα να τρέχω. Έφτασα σ' ένα φουντωτό ελαιώνα με κοντούλια λιόδεντρα και την άφησα ελεύθερη. «Καλή τύχη» της είπα και τρέχανε τα μάτια μου.

Γύρισα στο σπίτι. Όλα ήσυχα. Σε λίγο βράδιασε. Καληνύχτα.

Σήμερα είναι ένα καινούργιο σήμερα. Με ξύπνησε το κουβεντολόι της μαμάς με τη γιαγιά. Μιλούσαν για τη Συρταρού.

«Ο μικρούλης μας θ' άφησε ανοιχτή τη πόρτα του κοτετσιού.»
«Και γιατί δεν βγήκανε και οι άλλες;»
«Καμιά φορά η πόρτα κλείνει μόνη της με τον αέρα.»
«Όχι. Την κλέψανε.»
«Μα ποιος; Ποιος τολμά να κάνει κάτι τέτοιο μέρα μεσημέρι;»

Δεν σηκώθηκα απ' το κρεβάτι. Ξαπλωμένος βλέπω απ' το παράθυρό μου ένα κομμάτι ουρανό. Ένα αεροπλάνο ακούγεται να περνά. Τώρα ξεχωρίζω τη συννεφένια άσπρη του ουρά. Σκέφτομαι πως θα μπορούσα να ήμουν μέσα με τη Συρταρού, σ' ένα καλάθι με ψάθινο καπάκι. Να την πήγαινα μακριά σ' έναν κήπο με ζώα. Σ' ένα μέρος που σιχαίνονται να φάνε σούπα παχιάς γερασμένης κότας.

Δέκα μέρες μετά, όλοι είχαν ξεχάσει τη Συρταρού, εκτός από εμένα. Σήμερα είναι ένα καινούργιο σήμερα. Τι ξέχασε η μαμά και γυρίζει τρεχάτη πίσω; Μήπως το καλαμπόκι; Μήπως το νερό;

«Γύρισε! Η Συρταρού μας ήλθε. Μόλις την έκλεισα στο κοτέτσι.»

Πετάχτηκα έξω αστραπή. Έτρεξα στο κοτέτσι. Ήταν εκεί. Ήταν πίσω απ' το σύρμα και σκάλιζε και τσιμπολογούσε, όπως πάντα.

«Χαζόκοτα!» της φώναξα. «Δεν είσαι άξια για τίποτα. Κι εγώ που τραγουδούσα τη ζήλια σου για τη λευτεριά του σπουργιτιού στη λιακάδα! Βλακόκοτα. Τί σου βρήκα και σ' αγάπησα!».

Το βράδυ την είδα στον ύπνο μου. Την έβαζα λέει σ' ένα πύραυλο μαζί μ' εκείνο το πιθηκάκι που το έστειλαν κάποτε στο διάστημα μόνο του κι έγινε ήρωας για την αφοβιά και τη τόλμη του.

Ξύπνησα, και το καλοσκέφτηκα. Και τι πειράζει που είναι χαζόκοτα η Συρταρού; Τάχα δεν μπορεί να γίνει μια βλακόκοτα η μοναδική ηρωίδα της κατάδικής της ζωής;

Όταν έλθει η μέρα της κοτόσουπας με αυγολέμονο, εγώ θα νηστέψω με ψωμί, ντομάτα και τσακιστές ελιές. Όπως κάνει η γιαγιά πριν τη Πασχαλιά. Κι αν με ρωτήσουν, θα τους πω πως αυτό που τρώνε δεν είναι το ζουμί της Συρταρούς και τα ψαχνά της. Η δική μου κότα σκαλίζει τώρα τα χέρσα χωράφια του Φεγγαριού. Είναι μια κότα ηρωίδα. Τη βλέπω να κατεβαίνει απ' τον πύραυλο στο Φεγγάρι χέρι χέρι με τον αστροναύτη πίθηκο.

Κάθε φορά που το φεγγάρι στέκεται πάνω απ' το τζάμι μου, τραβάω την κουρτίνα και βλέπω κομμάτια χρυσού. Μικρά μικρά φεγγαρίσια σπυριά καλαμποκιού. Καλή Όρεξη, Συρταρού! Καληνύχτα!

ΕΛΣΑ ΧΙΟΥ


H Έλσα Xίου κατάγεται από τη Σάμο. Zει μόνιμα στο νησί και ασχολείται με τη δημοσιογραφία, το ραδιόφωνο και τη λογοτεχνία. Κείμενά της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει πάρει πολλαπλά βραβεία για το λογοτεχνικό της έργο. Η νενέ η Σμυρνιά, το πρώτο της μυθιστόρημα, έχει βραβευτεί με το βραβείο IΠEKTΣI.
Την εικόνα έκανε ο Νίκος Πολυχρονόπουλος.



Γεννήθηκα στις 13 Ιουλίου του 1992. Από μικρός μου άρεσε να πλάθω δικούς μου κόσμους και να τους δίνω πνοή με τις ζωγραφιές μου. Δεν γνωρίζω αν οι αληθινοί καλλιτέχνες με εκτιμούν, μα με έχουνε πάντα δίπλα στην πένα και το πινέλο τους.

Ο Νίκος Πολυχρονόπουλος σπούδασε στο Τμήμα Εικαστικών κι Εφαρμοσμένων Τεχνών στην όμορφη και πολύχρωμη Φλώρινα.

Πέρα από τη ζωγραφική, ασχολείται με εικονογραφήσεις βιβλίων.

           2013 εικονογράφησε το βιβλίο του Δημόκριτου Τσουκάπα «Του ουρανού τα παραμύθια», Εκδόσεις Ζήτη.
           2014 εικονογράφησε το βιβλίο της Γεωργίας Σταυριανέα «Στίλης Τριφύλης- Ταξίδι στον πλανήτη Φις-Τι-Κιού», Εκδόσεις Φυλάτος.
           2014 εικονογράφησε το βιβλίο του Γιώργου Πολύδωρου «Ο καλύτερός μου φίλος», Εκδόσεις Φυλάτος.
           2015 έγραψε και εικονογράφησε το βιβλίο «Σταματίτιδα», Εκδόσεις Φυλάτος.
          2015 εικονογράφησε το Ημερολόγιο-Ανεκδοτολόγιο του Γιάννη Σερβετά «Ένα παιδί ακόμα μετράει τ’ άστρα», Εκδόσεις Ιανός.
           2016 Εικονογράφησε το εξώφυλλο και το εγχειρίδιο από το μουσικό CD «Δυόμιση χρόνια αργότερα» του συγκροτήματος «Κακώς Πρέπει».
           2016 Εικονογράφησε το βιβλίο του Θεοφάνη Θεοφάνους: «Όσα φέρνει η ώρα στης ποίησης τη χώρα», Εκδόσεις Άνεμος.
           2017 Εικονογράφησε το βιβλίο του Γιάννη Μύρτση: «Η πέτρα της τύχης», Εκδόσεις Φυλάτος.

Μόνιμος συνεργάτης της λογοτεχνικής στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» της Γιώτας Κοτσαύτη και του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού Book Tour.

Το 2014 ολοκλήρωσε με επιτυχία τη Διευρυμένη Πρακτική Άσκηση στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Φλώρινας.

E-mail επικοινωνίας: eaglehead73@gmail.com



Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Χαρταετοί πάνω απ’ τη θάλασσα


Ο θείος Πέτρος ρώτησε. «Κωστή, φέρατε καλάμια;»
 
Τα καλάμια τα ξεβράζει στ’ ακροθαλάσσι μας η Νοτιά. Με την αδελφή μου διαλέξαμε τα καλύτερα. Ο θείος κατασκευάζει τους χαρταετούς μας μ’ αυτά. Η μαμά μαζεύει κουρελάκια και φτερά όλο τον χρόνο για τις φουντωτές και μακριές ουρές τους. Πόσο γρήγορα δουλεύουν τα δάχτυλα του θείου Πέτρου! Στεκόμαστε μπροστά στην αυλή του και τον κοιτάμε. Σχίζει και κόβει με τον σουγιά καλαμένια πηχάκια. Ανοίγει το μέτρο του και μετρά. Φτιάχνει με μαστοριά τα ζύγια και στερεώνει με προσοχή το ειδικό χαρτί πάνω στα σταυρωτά καλαμάκια. Κι ύστερα ζωγραφίζει και σμίγει τα χρώματα της γης με το αέρινο γαλάζιο του θαλασσινού ορίζοντα. Όλα πάνω στους χαρταετούς του είναι διαλεγμένα για χαρούμενα πετάγματα στα ύψη. Οι ουράνιες κλωστές του κρατούν γερά τα πουπουλόφτερα και τα πολύχρωμα λουριδάκια της ουράς του. Λέει πως ο κάθε χαρταετός είναι μια ξεχωριστή ιπτάμενη ψυχή με λεπτά αισθήματα. Πετάει ψηλά για να σμίξει με τους αόρατους αγγέλους. Ν’ ακούσει το τραγούδι τους και να νιώσει χαρά κι απέραντη αγάπη για όλα τα πλάσματα της γης.

Τη καθαρή Δευτέρα έρχονται φίλοι και συγγενείς. Στρώνουμε τραπέζι κάτω απ’ το χοντρόκλαδο αρμυρίκι της αμμουδιάς, που γειτονεύει με την αυλή του σπιτιού μας. Στο αρμυρίκι ζουζουνίζουν μέλισσες. Στα αμμολούλουδα φτεροκοπούν πεταλούδες. Σε λίγο ο ουρανός θα γεμίσει χαρταετούς και η ακρογιαλιά μας κόσμο.  

Στο τραπέζι μας τώρα απλώθηκαν νηστίσιμα φαγητά. «Τι νόστιμη που είναι η νηστεία!» λέει η μαμά μ’ ένα όρθιο πιρούνι στο χέρι, σαν το καμάκι του ψαρά. Όλα, ζωάκια της θάλασσας, ψημένα στις πιατέλες. Τίποτα δεν αγγίζω.  Ξέρω τα πάντα για το χταπόδι, για την πονηρή σουπιά, για το πανέξυπνο καλαμάρι, και τις χαζογαρίδες που πάνε μπουλούκι και πιάνονται στο δίχτυ. Η μαμά μου, για έναν αχινό με πορτοκαλοκόκκινα αυγά, θα μπορούσε να δώσει, ακόμα και το μαργαριταρένιο της κολιέ, που κι αυτό, έγινε χάντρα τη χάντρα από ένα πλήθος νηστίσιμα όστρακα, που φτιάχνουν πολύτιμα λευκά μαργαριτάρια στα σπλάχνα τους. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος με κρυμμένα πράγματα αξίας. Αλλά σήμερα, το σπουδαιότερο απ’ όλα, είναι  ο χαρταετός μου.

Το αγεράκι δυνάμωσε. Πήρε το τραγούδι της μαμάς μου και τη μουσική απ’ το ακορντεόν του μπαμπά και τ’ ανέβασε ως τον απέναντι δασωμένο λόφο. Εκεί είναι κρυμμένες οι σκηνές και τα παραπήγματα των προσφύγων.

Η μαμά τραγουδάει τώρα το αγαπημένο τραγούδι της μητέρας της. Της πεισματάρας γιαγιάς μου. Που κρατάει μυστική τη συνταγή της ταραμοσαλάτας της. 

«Να με παίρνανε τα σύννεφα, οι άνεμοι, τα κύματα, να με πάνε σ’ ένα όμορφο νησί.»

Ο θείος Πέτρος μας μοίρασε τους χαρταετούς μας. Υψώνει έναν έναν και τον παραδίδει στο κάθε παιδί της παρέας. Οι χαρταετοί ανεβαίνουν. Κρατάμε αποστάσεις. Με την αδελφή μου ξεμακρύναμε απ’ τους άλλους. Οι χαρταετοί μάς σέρνουν. Θέλουν να μας τραβήξουν ψηλά. Μόνο το τραγούδι της μαμάς φτάνει ως τους χαρταετούς. Η μουσική και το γιορτινό τραγούδι ξεχύνονται τώρα ως τον γαλάζιο φωτεινό ουρανό μας.

Το αγεράκι τρελάθηκε. Φυσάει από παντού, φτιάχνει σπείρες και ρεύματα. Κάνει τους χαρταετούς να χορεύουν. Βουτάνε στο κενό και αναδύονται ορμητικά.  Ανεβήκανε πολύ ψηλά. Τώρα μοιάζουν με χρωματιστά άστρα που κρατήσανε τη σαϊτιά της ουράς τους, μετέωρη, ν’ ανεμίζει στο πέλαγος. Το σμήνος των γλάρων που πέταξε ψηλά για να τους φτάσει, άλλαξε πορεία. Τώρα οι γλάροι πετούν προς το λόφο. Το αεράκι δυνάμωσε κι άλλο. Ο χαρταετός της αδελφής μου ήλθε πολύ κοντά στον δικό μου. Να τώρα ακούμπησαν οι ουρές τους. Μας τραβάνε με δύναμη.

«Δεν μπορώ να τον κρατήσω άλλο!» φωνάζει η αδελφή μου. Τα δαχτυλάκια της χαλάρωσαν και ελευθερώθηκε. Η ουρά του έμπλεξε με την ουρά του δικού μου. Τραβάνε τώρα και οι δύο προς τη κατεύθυνση των γλάρων. Ο σπάγκος μου τεντώθηκε πολύ. Δεν έχω άλλη δύναμη. Φωνάζω τον θείο Πέτρο. Δεν ακούει. Έπιασε κι αυτός το τραγούδι. Ο σπάγκος μου έσπασε! Οι χαρταετοί μας πετάνε τώρα μαζί με τους γλάρους, προς τον κοντινό σκουπιδότοπο γύρω απ’ τον καταυλισμό των προσφύγων. Και τώρα ντρέπομαι να δουν τα δάκρυά μου. Είναι κρίμα κι άδικο ο ομορφότερος χαρταετός του κόσμου, ο δικός μου αετός , να καταλήξει στα σκουπίδια. 

Έβαλα τις φωνές. Φωνάζω τον θείο μου, κλαίγοντας. «Γρήγορα!» είπε. «Μπες στ’ αυτοκίνητο, να προλάβουμε». Τρέχαμε στον χωματόδρομο του λόφου διασχίζοντας το δασάκι. Οι γλάροι χαμηλοπετούσαν στα σκουπίδια. Προχωρήσαμε. Στις πρώτες σκηνές του καταυλισμού μια απλώστρα ανέμιζε από δέντρο σε δέντρο. Στο πρώτο δυο σκούρα αγόρια προσπαθούσαν να ξεμπερδέψουν απ’ τα κλαδιά του τις ουρές των χαρταετών μας. Ο θείος σκαρφάλωσε και τις ξέμπλεξε γρήγορα.

Από αγέρα σ’ αγέρα, κι από ριπή σε ριπή, εκεί διάλεξαν να σκαλώσουνε. Στις σκηνές και τα παραπήγματα, των παιδιών που ζούνε χωρίς φως, χωρίς φωτιά, χωρίς τραπέζια, και νοστιμιές, χωρίς ειρήνη, χωρίς γη, χωρίς γιορτή.

Ο θείος Πέτρος με κοίταξε στα μάτια. Τον ένιωσα. Ύψωσε ξανά τους χαρταετούς και τους έβαλε στα χέρια των προσφυγόπουλων. Και πέταξαν οι χαρταετοί πάνω απ’ τα καταφύγια των κατατρεγμένων και γέμισε χαρούμενες φωνές το δάσος και τα παιδιά όλα σήκωναν τα χέρια ψηλά χαιρετώντας την απρόσμενη χαρά που τους έτυχε.  Φεύγοντας ο θείος μουρμούρισε. «Τελικά αλήθεια είναι, Κωστή. Οι χαρταετοί έχουν κάτι απ’ την αγάπη των αγγέλων. Και κάθε τέτοια μέρα, πετάνε ψηλά, για να μας θυμίσουν τον χαμένο Παράδεισο. Τη χαμένη και λησμονημένη καλοσύνη.»

ΕΛΣΑ ΧΙΟΥ


H Έλσα Xίου κατάγεται από τη Σάμο. Zει μόνιμα στο νησί και ασχολείται με τη δημοσιογραφία, το ραδιόφωνο και τη λογοτεχνία. Κείμενά της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει πάρει πολλαπλά βραβεία για το λογοτεχνικό της έργο. Η νενέ η Σμυρνιά, το πρώτο της μυθιστόρημα, έχει βραβευτεί με το βραβείο IΠEKTΣI.





Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Το μπαουλάκι


Το μπαουλάκι  στη γωνιά της αποθήκης είναι  ζωγραφισμένο με όμορφα σχήματα. Τρυπώνω συχνά εκεί και κάθομαι πάνω του. Είναι το θρονί μου, στο βασίλειο των χρήσιμων πραγμάτων. Θέλω να το ανοίξω. Να μάθω τον λόγο που η γιαγιά Γιασεμίνα μού λέει ψέματα. «Άδειο είναι, μικρούλα μου. Μη σε τρώει η περιέργεια.»
Αλλά ποιος κλειδώνει αέρα σ’ ένα μπαουλάκι κι εξαφανίζει το κλειδί; Απ’ την κλειδαρότρυπα ξεχύνεται κάθε φορά ένα μελτεμάκι που φουσκώνει τη φαντασία μου σαν μπαλόνι, φυσώντας την ψηλά, με τα πουλιά.
Ακουμπώ την πλάτη μου στον τοίχο, κλείνω τα μάτια και μπαίνω μέσα στις διηγήσεις της  γιαγιάς. Και να!  Ένα δάσος αρχίζει να βουίζει  και τα σκεπάρνια των ξυλοκόπων ακούγονται γκαπ-γκουπ πάνω στους κορμούς των δέντρων. Τα ξύλα σωριάζονται  στο μονοπάτι κι οι εργάτες τα κουβαλάνε στοναυτοκινητόδρομο, ζεύοντάς τα στα μουλάρια. Ύστερα τα κόβουν και τα πουλάνε στους ξυλομαραγκούς. Το μπαουλάκι της αποθήκης μας κατάγεται απ’ το δάσος των πανύψηλων πεύκων του βουνού. Το ξύλο του μοσχομυρίζει ρετσίνι. Η γιαγιά δεν ξέρει πότε ακριβώς φτιάχτηκε. Ξέρει μόνο πως είναι παμπάλαιο και δεν το πιάνει σαράκι, γιατί κανένα ξυλοφάγο έντομο δεν πλησιάζει το ρετσίνι. Ξέρει ακόμα πως το είχε παραγγείλει στα νιάτα της η δική της η γιαγιά, στον καλύτερο ξυλουργό, για να βάλει μέσα τα χρυσαφικά, τα γιορντάνια, τα φλουριά, και τη μεταξένια φορεσιά του γάμου της. Και τώρα λέει πως είναι  αδειανό.  Τι γίνανε τα χρυσαφικά, τα γιορντάνια, και τα μετάξια του γάμου της προπρογιαγιάς; Μήπως είναι ακόμα εκεί μέσα; Μήπως κάθομαι πάνω σ’ έναν θησαυρό και δεν το ξέρω; Αλλά και να γνώριζα, τι με νοιάζουν εμένα τα παλιά χρυσάφια, τα φλουριά και τα μετάξια; Ένα μικρό κορίτσι είμαι. Μια μικρή ονειροπόλα, καθώς λέει η μαμά.
Αχ! Αυτή η μαμά! Γιατί λέει τέτοια πράγματα για μένα; Όταν τη ρώτησα που είναι το κλειδάκι, για ν’ ανοίξω το μυστήριο μπαουλάκι μού απάντησε πως είναι στου φιδιού την τρύπα.
Και τώρα που το σκέφτομαι τρομάζω. Μπορεί ένα μικρό φιδάκι, με το κλειδάκι στο στόμα του, να συρθεί απ’ την τρύπα του ως εδώ, να ξεκλειδώσει με τα φαρμακερά δοντάκια του το μπαουλάκι και να κουλουριαστεί στον πάτο του;  Μπορεί ακόμα να περάσει απ’ την κλειδαρότρυπα και να στρωθεί στον ύπνο;  Δεν υπάρχει  πιο ήσυχη κρεβατοκάμαρα για ένα φιδάκι. Αρωματισμένη με ανάσα πεύκου και ντυμένη με βελούδινο σκοτάδι. Κι αν έλθει στ’ αλήθεια το καστανόμαυρο φιδάκι και περάσει κυματιστά πάνω απ’ τα πόδια μου; Κι αν αυτή τη στιγμή βρίσκεται μέσα στο μπαουλάκι;  
«Μαμάαα, βοήθεια!»  Η μαμά έφτασε τρομαγμένη. «Μαμά!  Ένα φιδάκι μπήκε απ’ την κλειδαρότρυπα στο μπαουλάκι».
Η μαμά έφυγε τρεχάτη να φωνάξει τη γιαγιά. Γύρισαν γρήγορα  μαζί, κρατώντας  πετσέτα και μια πλατιά θαλασσόπετρα.  Η γιαγιά έβαλε στην κλειδαριά ένα μαύρο κλειδάκι. Άνοιξε το μπαούλο, έριξε μέσα τη χοντρή πετσέτα κι άρχισε να κοπανάει  με τη θαλασσόπετρα.
«Σταματήστε!» φώναξα. «Νομίζω ότι το είδα στον ύπνο μου. Νομίζω πως σας είπα ψέματα.»
«Θα σου το ξεριζώσω το κοτσίδι» φώναζε έξαλλη η γιαγιά. Πρόλαβα και είδα στον πάτο μια όμορφη φλογέρα, ζωγραφισμένη με ψιλολούλουδα. Αλλά δεν με άφησαν να την αγγίξω.
Την άλλη μέρα με ρώτησε η μαμά. «Κοριτσάκι μου, θα ήθελες να μάθεις να παίζεις φλογέρα;»
Δέχτηκα με χαρά  κι άρχισα μαθήματα μουσικής με τη  λουλουδάτη φλογέρα του μικρού μου μπαούλου. Η γιαγιά μού μετέφερε την ιστορία της φλογέρας.  Την είχε δωρίσει στη δική της τη γιαγιά ένα βοσκόπουλο κι είχε χαράξει στην άκρη της, τη χρονιά που την έφτιαξε. 1903. Της είχε μάθει να παίζει κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο, στην άκρη του λιβαδιού. Το βοσκόπουλο τής δίδαξε τους σκοπούς του βουνού και του κάμπου. Αλλά εκείνα τα χρόνια τα παλιά, τα κορίτσια απαγορευόταν αυστηρά να παίζουν μουσικά όργανα.  Κι εκείνη έπαιζε κρυφά απ’ τους δικούς της, στις εξοχές και τα βοσκοτόπια. Κι όταν παντρεύτηκε, έκρυψε τη φλογέρα μαζί με τα χρυσαφικά και τα μεταξωτά της στο μπαουλάκι. Κι άφησε εντολή να δοθεί η αγαπημένη της φλογέρα στο πρώτο κορίτσι της γενιάς της, που θα μπορούσε ελεύθερα να παίζει και να τραγουδά, σε αυλές, σε γειτονιές και πανηγύρια. Κι έτυχε αυτό το κορίτσι να είμαι εγώ. Μια ακόμα Γιασεμίνα στην αλυσίδα του σογιού. Είμαι πολύ χαρούμενη. Κάθομαι τώρα στο αιωνόβιο μπαουλάκι μου, εκατό τόσα χρόνια μετά, και παίζω γλυκόηχους σκοπούς. Το σέρνω μαζί μου. Το παίρνω στα χέρια σαν σκαμνάκι. Μια μέρα το πήρα στη γιορτή του σχολείου. Κάθισα πάνω του κι έπαιξα στη φλογέρα μου, όλα όσα είχα μάθει. Και τα παιδιά χόρευαν ολόγυρά μου, χοροπηδώντας σαν τα κατσικάκια. Τώρα το μπαουλάκι μου είναι ευτυχισμένο κι ας είναι παλιό και γερασμένο. Θα το φροντίζω, θα το ζωγραφίζω, θα το παίρνω αγκαλιά και δεν θα νιώθει μοναξιά στη σκοτεινή αποθήκη. Γιατί τώρα κοιμάται κοντά μου. Έχει μια καθαρή γωνιά στο δωμάτιό μου. Γιατί δεν είναι κάποιο χωρίς αξία το σπουδαίο μπαουλάκι μου…

ΕΛΣΑ ΧΙΟΥ


H Έλσα Xίου κατάγεται από τη Σάμο. Zει μόνιμα στο νησί και ασχολείται με τη δημοσιογραφία, το ραδιόφωνο και τη λογοτεχνία. Κείμενά της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει πάρει πολλαπλά βραβεία για το λογοτεχνικό της έργο. Η νενέ η Σμυρνιά, το πρώτο της μυθιστόρημα, έχει βραβευτεί με το βραβείο IΠEKTΣI.

Η ιστορία γράφτηκε για την καρτέλα «Μπαουλάκι».

Όλες οι παραμυθοκαρτέλες εδώ: