Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτο Κείμενο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτο Κείμενο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Καθώς φθινοπωριάζει



Αχ!καλοκαιρινό μου χρώμα,
δεν σε χόρτασα ακόμα,
ήρθ' η ώρα να γυρίσω,
τους φίλους μου να συναντήσω.

Το κουδούνι θα χτυπήσει,
το σχολειό μου θα γεμίσει
από τσιριχτές φωνούλες,
ζωηρές μα κι εξυπνούλες.

Κι αν το δέντρο στην αυλή του
χάσει την περιβολή του,
πάλι όμορφο θε να 'ναι,
φθινόπωρο έρχεται όπου να 'ναι.

ΙΩΑΝΝΑ ΖΩΡΖΟΥ


Μεγάλωσα στην Αμφιάλη Κερατσινίου και κατάγομαι από δυο Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, την Κίμωλο και τη Σαντορίνη. Είμαι απόφοιτος Λογιστικής των ΤΕΙ Μεσολογγίου. Διαμένω στην Μαλεσίνα με το σύζυγο και τα δύο μας παιδιά. Τον ελεύθερό μου χρόνο ταξιδεύω με την πένα μου όπου ο νους αποφασίσει να με πάει!

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Όταν η Ασπασία γνώρισε την Αταξία



Η Ασπασία ήταν ένα πολύ ζωηρό κορίτσι που σπάνια άκουγε την μαμά της. Της άρεσε να κάνει συνέχεια ζημιές στο σπίτι, για να τραβάει την προσοχή της. Την τελευταία φορά, ζωγράφισε με τους μαρκαδόρους της τον τοίχο της κουζίνας. Η μαμά της, τη μάλωσε και δεν την άφησε να δει τηλεόραση για τρεις ολόκληρες μέρες.

Μια παραμονή Χριστουγέννων είχε τα γενέθλιά της, έκλεινε τα 5. Η μητέρα, της ετοίμασε μία γενέθλια γιορτή και κάλεσε τις φίλες της και μερικούς συγγενείς τους. Ανάμεσά τους και την αγαπημένη της νονά. Η Ασπασία λάτρευε την νονά της, γιατί δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι. «Τι θέλει το κορίτσι μου να του φέρω δώρο για τα γενέθλια του;», τη ρώτησε λίγες ημέρες πριν.

«Θέλω μία χριστουγεννιάτικη κούκλα», της απάντησε. Η μαμά της όμως, τη μάλωσε λέγοντάς της ότι δεν είναι σωστό να ζητάμε εκ των προτέρων δώρα, αλλά να δεχόμαστε με αγάπη ό,τι δώρα μας φέρνουν. Η Ασπασία έκανε ότι δεν άκουσε και επέμενε στο τηλέφωνο για τη χριστουγεννιάτικη κούκλα. Η μαμά είχε στολίσει τόσο όμορφα το σπίτι για τα γενέθλιά της αλλά και για τις χριστουγεννιάτικες γιορτές. Είχε κρεμάσει μία πράσινη γιρλάντα στο τζάκι, στην οποία κρέμονταν διάφανες μπάλες, γεμάτες ψεύτικο χιόνι. Δίπλα είχε στολίσει ένα δίμετρο χριστουγεννιάτικο ψεύτικο έλατο, φορτωμένο με εκατοντάδες λαμπιόνια και φούξια κρυστάλλινες μπάλες. Είχε στολίσει με χιόνι από βαμβάκι τα μακριά κλαδιά του και στην κορυφή τοποθέτησε ένα τεράστιο φούξια αστέρι, που ολοκλήρωνε το όμορφο θέαμα.

Οι καλεσμένοι άφησαν όλα τα δώρα της Ασπασίας κάτω από το έλατο, για να τα ανοίξει, όταν θα έφευγαν. Η Ασπασία έκανε συνέχεια σαν μωρό, κατά τη διάρκεια των γενεθλίων της, κάτι που στεναχωρούσε τη μαμά της. «Θέλω να ανοίξω τα δώρα μου!», έλεγε συνέχεια. «Όταν θα φύγουν οι καλεσμένοι μας.», της απαντούσε η μαμά. «Θέλω τώρα να φύγουν...», συνέχιζε την άσχημη συμπεριφορά της. Η καημένη η μαμά της στεναχωριόταν που η Ασπασία δεν την άκουγε καθόλου και έκανε μόνο του κεφαλιού της. Η νονά παρατηρούσε τη συμπεριφορά της βαφτιστήρας της και πόσο στεναχωριόταν η μαμά της. Λίγο πριν φύγουν όλοι οι καλεσμένοι η μαμά εξομολογήθηκε στη νονά πόσο πολύ την κούραζε η συμπεριφορά της βαφτιστήρας της που όλο ήθελε να περνάει το δικό της και δεν έλεγε με τίποτα να μεγαλώσει. Υπήρχαν μέρες που η Ασπασία της ζητούσε ξανά την πάνα και την πιπίλα της. Η νονά που συμπονούσε πολύ τη μαμά της είπε να μη στεναχωριέται άλλο. «Που ξέρεις... Σήμερα που είναι Παραμονή Χριστουγέννων μπορεί να γίνει κάποιο θαύμα και να αλλάξει την συμπεριφορά της!».

Πριν σβήσει τα κεράκια στην τούρτα, η Ασπασία έκανε από μέσα της μια ευχή, να τραβάει όλη την ώρα και με κάθε τρόπο την προσοχή της μαμάς της. Της έκαναν πολλά δώρα , αλλά φυσικά ξεχώρισε της νονάς της. Μέσα σ' ένα μεγάλο κουτί με μια φούξια κορδέλα κρυβόταν μια πελώρια χριστουγεννιάτικη κούκλα. Ήταν γύρω στα πενήντα εκατοστά, φορούσε ένα κόκκινο βελούδινο φόρεμα και μία λευκή μπέρτα, ενώ στο κεφάλι της είχε έναν σκούφο σαν του Άγιου Βασίλη.

Η Ασπασία πέταξε από τη χαρά της. Την έσφιξε στην αγκαλιά της και της υποσχέθηκε ότι θα γίνονταν πολύ καλές φίλες. Η κούκλα την κοιτούσε χαμογελαστή με τα δυο τεράστια μάτια της.

Το ίδιο βράδυ η Ασπασία, κουρασμένη αλλά ευχαριστημένη έπεσε στο κρεβάτι αγκαλιά με την κούκλα της. Κάποια στιγμή, μέσα στην νύχτα, άκουσε μια κοριτσίστικη μελωδική φωνή: «Άσπασία ξύπνα, ήρθε η ώρα να παίξεις με την Αταξία». Πριν καλά – καλά ανοίξει τα μάτια της, η μεγαλόσωμη ξανθιά κούκλα είχε φύγει από την αγκαλιά της και έτρεχε γρήγορα προς το σαλόνι. Η Ασπασία άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε. Ήταν σαν να είχε καταπιεί τη γλώσσα της. Η Αταξία είχε ήδη φτάσει και είχε προλάβει να ανέβει επάνω στο τζάκι. Γύρισε, κοίταξε την Ασπασία, της χαμογέλασε και άρχισε να πετάει κάτω ό,τι έβρισκε μπροστά της.

Στην αρχή έριξε κάτω την πράσινη κορδέλα από το τζάκι. Η γιρλάντα γέμισε το πάτωμα με τις πράσινες βελόνες της και οι χριστουγεννιάτικες μπάλες σκόρπισαν.

Στο τέλος, μες την τρελή χαρά χτυπούσε παλαμάκια τραγουδώντας:

"Ένα δύο τρία, μικρή μου Ασπασία,
ένα δύο τρία , πιασ’ την Αταξία".

Χοροπηδούσε από 'δω κι από ‘κει , μέχρι που κάποια στιγμή κοντοστάθηκε μπροστά στο δέντρο και κοίταξε πονηρά την Ασπασία. Με μιας, έδωσε μία τεράστια κλωτσιά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και εκείνο έπεσε κάτω τραντάζοντας το έδαφος. Τα πανέμορφα στολίδια που έπεσαν κάτω, έγιναν χίλια κομμάτια.

Άρχισε να γελάει με ένα μοχθηρό γέλιο και φώναξε με όλη της τη δύναμη «μαμάαα!». Η Ασπασία δεν πίστευε στ' αφτιά της. Κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπό της. Πριν όμως προλάβει να βρει μια κρυψώνα να κρυφτεί για πάντα εκεί μέσα, η μαμά εμφανίστηκε στη πόρτα του σαλονιού.

Η μαμά είχε μείνει άφωνη μ' αυτά που αντίκρισε. Η Ασπασία έκλεισε τα μάτια και τ ' αφτιά της περιμένοντας να την ακούσει να βάζει τις φωνές. Εκείνη, όμως, τη τιμώρησε με την πιο σκληρή τιμωρία του κόσμου!

«Ασπασία, ως εδώ ήταν, δεν θα σε ανεχτώ άλλο σ' αυτό το σπίτι! Δεν σ’ αγαπάω πια...!». Αυτό είπε η μαμά της, γύρισε την πλάτη της κι έφυγε.

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της Ασπασίας. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόση στεναχώρια. Μέχρι τότε, όλα όσα έκανε, της φαίνονταν ένα αστείο παιχνίδι. Τώρα πια δεν ήξερε τι να σκεφτεί. «Απαίσια κούκλα! Εσύ φταις για όλα! Θέλω να χαθείς από την ζωή μου για πάντα!», της φώναξε και άρχισε να μονολογεί. «Θέλω η μαμά μου να μ' αγαπάει όπως πριν, δεν θέλω να ξανακάνω ποτέ αταξίες». Γύρισε, κοίταξε την κούκλα και την έσπρωξε μακρυά της φωνάζοντας «φύγε, φύγε!». Άλλα εκείνη γαντζώθηκε επάνω της και δεν έφευγε με τίποτα.
Τότε ακούστηκε η φωνή της μαμάς:

«Ασπασία ξύπνα! Ένα όνειρο είναι!»

«Τι έγινε, έφυγε;»

«Ποιος να φύγει κορίτσι μου;»

«Η Αταξία!»

«Ποιο είναι αυτή;»

«Η Αταξία, η κούκλα που μου χάρισες στα γενέθλια μου»

«Αταξία τη λένε;», ρώτησε η μαμά.

«Ναι και ξέρεις τι έκανε; Ζωντάνεψε και πήγε στο σαλόνι, έκανε ένα σωρό ζημιές, μετά είπε ψέματα ότι τις έκανα εγώ και εσύ είπες ότι δεν μ' αγαπάς πια!»

«Εγώ είπα κάτι τέτοιο; Αποκλείεται, δεν θα το έλεγα ποτέ αυτό.»

«Αλήθεια μανούλα; Ακόμη κι αν έκανα πολλές ζαβολιές και αταξίες;»

«Ούτε αυτό είπα. Δεν μου αρέσει να κάνεις σαν μωρό, ούτε να κάνεις αταξίες. Και οι δυο μας κουραζόμαστε πολύ για να συμμαζέψουμε μετά. Άσε που κάποια στιγμή μπορεί να χτυπήσεις κατά λάθος. Αλλά δεν θα σε άλλαζα με τίποτα στον κόσμο, γιατί είσαι η κόρη μου και σε λατρεύω!»

«Είσαι η καλύτερη μανούλα του κόσμου!» , είπε η Ασπασία. Τότε η μαμά την έσφιξε στην αγκαλιά της και της έδωσε ένα γλυκό φιλί. «Έλα να σου φτιάξω ένα φλιτζάνι χαμομήλι, να χαλαρώσεις για να συνεχίσεις τον ύπνο σου Ασπασάκι μου», είπε η μαμά και βημάτισαν και οι δύο αγκαλιασμένες προς την κουζίνα.

ΜΑΡΩ ΠΑΠΠΑ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Έμυ Χριστοδούλου.
Το κείμενο έγραψε η Μάρω Παππά.


Ονομάζομαι Μάρω Παππά και είμαι νηπιαγωγός-συγγραφέας και εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού.
Σπούδασα στο εθνικό καποδιστριακό πανεπιστήμιο, στο τμήμα των Νηπιαγωγών και έπειτα διδάχτηκα την  τέχνη της παραμυθοποίησης και του θεατρικού παιχνιδιού σε αθηναϊκά εργαστήρια. Στο tabula rasa και στο βιωματικό εργαστήρι που είναι και τα δυο στο κέντρο της Αθήνας.

Στο παρόν διάστημα δουλεύω σε μία ιδιωτική εταιρεία που κάνει εκπαιδευτικές διαδραστικές παρουσιάσεις στα σχολεία. Ενώ ταυτόχρονα κάνω διαδράσεις των παραμυθιών μου σε διάφορα μέρη σε όλη την Αθήνα και την Ελλάδα.

Έχω στο ενεργητικό μου δυο παραμύθια, τις «ΤΡΕΙΣ ΑΝΤΕΥΧΕΣ», εκδόσεις ΜΙΧΑΛΗ ΣΙΔΕΡΗ και  «ΖΙΖΑΝ ΕΝΑ ΖΩΗΡΟ ΞΩΤΙΚΟ», εκδόσεις ΔΥΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:


Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Η λίμνη των ευχών



Κάθε βράδυ, σαν νυχτώσει και όλα τα παιδάκια κοιμηθούν, έρχονται μικρές πολύχρωμες λιβελούλες στον ύπνο τους. Με τρόπο μαγικό κλείνουν τα όνειρα και τις ευχές τους σε μικρά φανταχτερά συννεφάκια και τα μεταφέρουν στην λίμνη των ευχών.

Η λίμνη των ευχών είναι ένα πραγματικά παραμυθένιο μέρος. Kρυμμένο σε έναν μακρινό τόπο που ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν αλλά δεν μαρτυρούν, για να μη χάσει τη μαγεία και τη δύναμή του.  Η λίμνη αυτή λοιπόν, είναι στ’ αλήθεια μαγική. Γιατί εκεί φωλιάζουν τα όνειρα και οι ελπίδες όλων των παιδιών. Βλέπετε σαν οι όμορφες, αστραφτερές λιβελούλες πάρουν τα όνειρα τους και τα κλείσουν στα μαγικά διαφανή συννεφάκια, τα μεταφέρουν εκεί και τα ακουμπούν στα μεγάλα νούφαρα της που ανθίζουν στην επιφάνεια του νερού.  Τα νούφαρα, που γνωρίζουν πόσο σημαντικά είναι τα όνειρα των παιδιών, μέσα από τους μίσχους τους, στέλνουν τα συννεφάκια από τους ανθούς έως το βυθό. Εκεί η λίμνη τα δέχεται με αγάπη στην αγκαλιά της. Τα προστατεύει και τα θρέφει ώσπου να γίνουν πραγματικότητα.  

Τα πλάσματα που ζουν εκεί, προστατεύουν την λίμνη και μάλιστα, μπορούν και μιλούν με ανθρώπινη λαλιά. Το ίδιο ισχύει και για τις λιβελούλες που είναι οι φύλακες και προστάτες των ονείρων.  Έτσι και η Ασημένια, η πιο ζωηρή και ονειροπόλα λιβελούλα, ζούσε σ’ εκείνη τη λίμνη και μετέφερε όνειρα και ευχές.

Την ημέρα έπαιζε διάφορα παιχνίδια και κυνηγιόταν με τις υπόλοιπες λιβελούλες. Της άρεσε να πεταρίζει πάνω από τα κρυστάλλινα νερά της λίμνης, στα οποία καθρεφτίζονταν  ο ουρανός και να πιτσιλιέται με τις δροσερές της σταγόνες. Μα, σαν βράδιαζε, δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της. Ανυπομονούσε να πετάξει  μέσα από την ασημόσκονη των αστεριών και να μαζέψει στα πολύχρωμα συννεφάκια της, όνειρα και ευχές απ’ αυτές που μόνο τα παιδιά ξέρουν να κάνουν. Έπειτα τα πήγαινε στη λίμνη που την περίμενε καρτερικά, φωσφορίζοντας και να λαμπυρίζοντας πολύχρωμη μέσα στο σκοτάδι. Και όλα της τα νούφαρα, που φώτιζαν σαν φαναράκια, περίμεναν και αυτά να υποδεχτούν τα συννεφάκια. Πόσο τη λάτρευε αυτή τη μαγεμένη λίμνη! Που όλο άλλαζε χρώματα και σχήματα και χωρούσε όλες τις ελπίδες των παιδιών και τις προφύλασσε στο βυθό της, σαν να ήταν πολύτιμοι θησαυροί.

Ένας πανούργος μάγος όμως έτυχε να μάθει γι’ αυτό το κρυφό μέρος. Πήγε μόνος του να δει με τα ίδια του τα μάτια τη λίμνη και ζήλεψε τη δύναμη και τη μαγεία της. Ο μάγος αυτός, που φορούσε πάντα μαύρα ρούχα, μακριά κάπα και ψηλό μαύρο καπέλο, ήταν γνωστός και ως Μαυροκαπελάς –φυσικά εξαιτίας του καπέλου του. Όλα τα ζώα του δάσους τον φοβούνταν γιατί οι ιστορίες έλεγαν πως σ’ αυτό είχε εξαφανίσει πολλά ζωάκια. Σαν έμαθε όμως για τη λίμνη, ξέχασε τα πάντα και έγινε εκείνη ο μοναδικός σκοπός του. Βάλθηκε λοιπόν να κλέψει τις ευχές και τα όνειρα των παιδιών από το βυθό της, έτσι ώστε να χάσει τη μαγεία της. Ήθελε να είναι αυτός ο μοναδικός μάγος και να είναι η δική του μαγεία η πιο ισχυρή πάνω στη γη.

Η λίμνη όμως κατάλαβε τον πονηρό σκοπό του και το ψιθύρισε στα ζώα και στις λιβελούλες.  Έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι για να προφυλαχθούν από αυτό το μεγάλο κίνδυνο, τον πανούργο Μαυροκαπελά. Η Ασημένια ήταν πολύ αναστατωμένη και φοβισμένη. Αυτός ήταν και ο λόγος που φτερούγιζε συνεχώς γύρω από τη λίμνη. Φοβόταν γι’ αυτόν τον μάγο που είχε βάλει σκοπό να της κάνει κακό. Έτσι, όταν μια μέρα είδε τον Μαυροκαπελά  να έρχεται από μακριά, έτρεξε να ειδοποιήσει όλα τα ζώα και τη λίμνη.

«Καλυφτείτε, καλυφτείτε κι έρχεται ο Μαυροκαπελάς!» φώναζε η καημένη από μακριά. Η λίμνη ταράχτηκε και άφρισαν τα νερά της. Σαν ο μάγος έφτασε κοντά, έβγαλε τα παπούτσια του για να μπει μέσα. Μαζί του κουβαλούσε και έναν μεγάλο σάκο. Εκεί σκόπευε να βάλει τα όνειρα των παιδιών. Η λίμνη άφρισε για άλλη μια φορά και μίλησε με ανθρώπινη φωνή:

«Τι θέλεις, μάγε από μένα και ετοιμάζεσαι να μπεις στα νερά μου;»

«Θέλω τα όνειρα των παιδιών!»

«Και πιστεύεις ότι θα σε αφήσω να μου τα κλέψεις;  Δεν ξέρεις ότι υπάρχω για να τα προστατεύω;»

«Είμαι πιο ισχυρός από σένα και γι’ αυτό θα τα καταφέρω.  Άλλωστε τι μπορείς να κάνεις για να με εμποδίσεις; Εσύ είσαι απλά μια λίμνη!»

Πριν προλάβει να κάνει βήμα, ένας περίεργος θόρυβος ακούστηκε και η λίμνη ευθύς αμέσως πάγωσε τα νερά της. Τώρα πώς θα έμπαινε ο Μαυροκαπελάς μέσα, να φτάσει τον βυθό της;

«Χα χα» γέλασε η Ασημένια και οι υπόλοιπες λιβελούλες, που ήταν κρυμμένες πίσω από τα δέντρα. Όμως του μάγου δεν του φάνηκε καθόλου αστείο. Είχε θυμώσει και άρχισε να πετάει μεγάλες, βαριές πέτρες. Μ’ αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να σπάσει τον πάγο της. Αλλά ο πάγος ήταν παχύς και δεν έλεγε να διαλυθεί.  Έφυγε λοιπόν, αλλά δεν είχε σκοπό να τα παρατήσει τόσο εύκολα. Την επόμενη κιόλας μέρα, επέστρεψε και πάλι κουβαλώντας μαζί του ένα τεράστιο χρυσό δίχτυ. Εκεί είχε σκοπό να παγιδεύσει τα όνειρα. Όμως τα χρυσόψαρα της λίμνης πέρασαν μέσα από αυτό και το έσκισαν. Ο Μαυροκαπελάς κοκκίνισε, πρασίνισε και άλλαξε χίλια χρώματα από το κακό του.

«Δώσε μου τα όνειρα των παιδιών!» ούρλιαξε δυνατά και όλα τα ζώα του δάσους κρύφτηκαν από φόβο.

«Ποτέ δεν θα το κάνω!» απάντησε με γλυκιά φωνή η λίμνη.»

«Δώστα μου αλλιώς με τα μαγικά μου θα σου αδειάσω το νερό.»

«Τα μαγικά σου δεν έχουν δύναμη μπροστά στη δική μου μαγεία. Το ξέρεις ότι δεν θα πετύχεις το σκοπό σου.»

Ο Μαυροκαπελάς είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του.

«Αργά η γρήγορα θα σε νικήσω να το ξέρεις » είπε και έφυγε βιαστικά.

Η λίμνη έμεινε στεναχωρημένη και τα νερά της περιτριγύρισαν με αγάπη τα όνειρα και τις ευχές.

«Μη φοβάστε και δεν θα σας αφήσω να πάθετε κακό» ψιθύρισε και τα νανούρισε στην αγκαλιά της. Τα νούφαρα μαράζωσαν τρομαγμένα.

«Λες να πετύχει τελικά τον σκοπό του;» ρώτησαν τη λίμνη.

«Όχι δεν θα τον πετύχει, θα τον νικήσουμε τον πανούργο Μαυροκαπελά!» φώναξε η Ασημένια αποφασιστικά. «Όλοι μαζί θα προστατέψουμε τη λίμνη και τις ευχές.»

Την άλλη μέρα κιόλας, ο κακός μάγος εμφανίστηκε και πάλι. Αυτή τη φορά με ένα τεράστιο γυάλινο δοχείο που μέσα είχε ένα περίεργο μαύρο υγρό με πολύ άσχημη μυρωδιά.

«Ήρθα και πάλι λίμνη, όπως σου υποσχέθηκα και μαζί μου έφερα και αυτό το μαγικό ξόρκι για να ρίξω στα νερά σου. Τα ψάρια σου θα χαθούν και τα νούφαρα σου θα μαραθούν.  Έπειτα θα μπορέσω να κλέψω τα όνειρα και τις ευχές των παιδιών.»

Η λίμνη φοβήθηκε και κύματα υψώθηκαν σαν τοίχοι μπροστά του. Εκείνος όμως δεν τρόμαξε και άνοιξε το δοχείο. «ΒΖΟΥΥΥΥΜ» ακούστηκε και ευθύς οι λιβελούλες μαζεύτηκαν θυμωμένο σμήνος γύρω του  και άρχισαν να τον τσιμπούν παντού.

«Σταματήστε, σταματήστε άτιμα ζωύφια!» ούρλιαξε εκείνος. Αλλά αυτές δεν σταματούσαν. Έπρεπε να εμποδίσουν τα ύπουλα σχέδιά του. Τα πουλιά όρμισαν και αυτά σκίζοντάς του την μακριά του κάπα και τα βατράχια πήδηξαν πάνω του και του πήραν το καπέλο.

Ο Μαυροκαπελάς έφυγε τρέχοντας.

«Δεν με νικήσατε ακόμα. Ακούσατε; Θα ξαναγυρίσω κι αυτή τη φορά πιο δυνατός.»

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε φοβισμένο ένα μικρό βατραχάκι. Κανείς δεν απάντησε. Μόνο η Ασημένια είχε κάτι να πει, γιατί  είχε μια ιδέα και μάλιστα πολύ καλή.

«Νομίζω ξέρω τι πρέπει να κάνουμε», είπε και όλα τα ζώα την κοίταξαν με προσοχή.

«Ο μάγος δεν θα σταματήσει να προσπαθεί για το κακό.  Μπορεί να καταφέρνουμε να τον διώχνουμε αλλά ως πότε θα γίνεται αυτό;»

«Και τι πρέπει να κάνουμε;» ρώτησαν οι υπόλοιπες λιβελούλες.

«Αυτό που ξέρουμε. Θα του πάρουμε το όνειρο του το βράδυ που κοιμάται. Και ποιο είναι το όνειρο και η ευχή του μάγου;»

«Είναι να κλέψει τη δύναμη και τη μαγεία της λίμνης!» απάντησαν με ένα στόμα, μια φωνή όλοι.

«Ακριβώς! Εμείς θα του πάρουμε την ευχή και με το μαγεμένο συννεφάκι θα τη μεταφέρουμε, αλλά δεν θα τη βάλουμε στη λίμνη. Θα τη θάψουμε βαθιά στη γη, ώστε να μη ονειρευτεί ξανά το κακό μας!»

Αφού το σκέφτηκαν όλοι για λίγο, θεώρησαν ότι η Ασημένια είχε δίκιο. Αυτό θα κάνανε, απόψε κιόλας.

Εκείνο λοιπόν το βράδυ, η Ασημένια πέταξε μέχρι το κρεβάτι του μάγου Μαυροκαπελά και πήρε το όνειρό του. Με ένα μενεξεδί συννεφάκι το μετέφερε, το έκλεισε σε ένα σεντουκάκι και  μετά το διπλοκλείδωσε. Τα βατράχια της λίμνης, έσκαψαν μια τρύπα βαθιά και εκεί μέσα έριξαν το κουτί με την ευχή του μάγου, έτσι ώστε να μην τη βρει ποτέ κανένας και την ελευθερώσει.

Την επόμενη ημέρα που ο μάγος ξύπνησε, είχε μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Ένιωσε ξαφνικά ανακουφισμένος και πολύ χαρούμενος, αλλά δεν ήξερε τον λόγο. Η ευχή του ήταν θαμμένη και ξεχασμένη και μαζί μ’ αυτή είχε ξεχάσει και το κακό του σχέδιο. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στη μαγική λίμνη και να την ευχαριστήσει για το καλό που του έκανε. Γιατί για έναν περίεργο λόγο ήξερε πως εκείνη ευθυνόταν γι’ αυτή του την καλή διάθεση.

Σαν βρέθηκε κοντά της, κάθισε στην όχθη της και κοίταξε τον εαυτό του στο νερό, μόνο που σαν να του φάνηκε πως είδε ένα παιδί και όχι εκείνον. Χάιδεψε τα ήρεμα νερά που αυτή τη φορά ούτε άφρισαν, ούτε ταράχτηκαν και είπε:

«Νιώθω όμορφα σήμερα. Έχω από παιδί να νιώσω τόσο καλά και ξέρω βαθιά μέσα μου, πως εσύ μ’ έκανες χαρούμενο.»

«Είσαι χαρούμενος, επειδή δεν σκέφτεσαι πια άσχημα πράγματα. Απαλλάχτηκες από τη κακία σου και γι’ αυτό νιώθεις τόσο όμορφα» απάντησε τρυφερά η λίμνη.

«Σ’ ευχαριστώ, λίμνη. Σ’ ευχαριστώ. Πες μου το όνομά σου. Πες μου, να ξέρω ποιος με έκανε χαρούμενο.»

Η λίμνη χαμογέλασε γλυκά.

«Με λένε  Ελπίδα!»

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΑ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Αθηνά Πετούλη.


Η Αθηνά Πετούλη γεννήθηκε στην Κόρινθο, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Διαμένει μόνιμα στο νησί της Σάμου με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά τους. Ασχολείται με τη ζωγραφική (ελαιογραφίες, ακουαρέλες, ακρυλικά, έργα για παιδικά δωμάτια), την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων και την εκμάθηση ζωγραφικής σε παιδιά. Έχει λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής κι έχει εικονογραφήσει παραμύθια για παιδιά:
«Καλημέρα ήλιε» της Ευφροσύνης Σπυροπούλου, Andy’s Publishers,
«Ο Κόα και το μεγάλο του δώρο» της Αθηνάς Βουδούρη,
«Μπουκέτα Ανθισμένα» Χαϊκού και άλλα τρίστιχα για παιδιά (έπαινος 2014 από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά) της Γιώτας Κοτσαύτη (υπό έκδοση),
«Η ευχή της Αστεράτης» της Ζωής Παπαδάκη, εκδόσεις Φυλάτος,
«Η μάγισσα Μουρ Μουρ και το πλατύ παπούτσι» της Μαρίας Ιορδανίδου, εκδόσεις Φυλάτος.
«Το μονοπάτι του ήλιου» του Αριστείδη Κάντα, εκδόσεις Ιδέες 

Η σελίδα της Αθηνάς στο facebook:

Το κείμενο έγραψε η Μαρία Κούλα.


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο όμορφο νησί της Σάμου, επηρεασμένη από δύο διαφορετικές κουλτούρες και νοοτροπίες, καθότι η μητέρα μου είναι Δανέζα. Τελείωσα το σχολείο στο νησί, εργάστηκα και καταπιάστηκα με πολλά και διάφορα αντικείμενα, καθώς δεν μπόρεσα ποτέ να κατασταλάξω στο τι ακριβώς ήθελα να κάνω και ποιο δρόμο να ακολουθήσω. Ίσως κάποιοι με θεωρούν επιπόλαια, αυθόρμητη και παρορμητική. Εγώ απλά με αποκαλώ ονειροπόλα! Γιατί εκεί που οι άλλοι βλέπουν ένα συννεφιασμένο ουρανό, εγώ βλέπω σχήματα και τα νεφελώματα παίρνουν μορφές και μου διηγούνται ιστορίες. Ιστορίες, που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Το γράψιμο, ανέκαθεν ήταν κάτι που με εξέφραζε και με απελευθέρωνε. Λειτούργησε πολλές φορές σαν βάλσαμο στην ψυχή μου, μια και σε αυτό αναζητούσα λύτρωση κάθε φορά που ήμουν πιεσμένη. Και κάπως έτσι ξεκίνησα δειλά και διστακτικά τα πρώτα μου βήματα στον χώρο της συγγραφής. Πλέον ζω μόνιμα με το σύζυγο μου Γιάννη και την κόρη μου Λυδία- Ερωφίλη, στη λατρεμένη Πρέβεζα. Εύχομαι μέσα από τις ιστορίες και τα παραμύθια μου να καταφέρω να σας ταξιδέψω και να σας μεταφέρω λίγο στο κόσμο της φαντασίας μου.
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: